Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Σικελική εκστρατεία: η ύβρις των Αθηναίων

Η πρώτη επέμβαση των Αθηναίων στο νησί έγινε την περίοδο 427-424. Οι παρατηρήσεις του Θουκυδίδη σχετικά με αυτή την πρώτη εκστρατεία αποδεικνύουν για ακόμα μια φορά το βάθος της σκέψης του: οι Αθηναίοι έστειλαν πλοία για να εμποδίσουν το σικελικό σιτάρι να φτάσει στην Πελοπόννησο και ταυτόχρονα για να κάνουν μια πρώτη δοκιμή, ένα τεστ (πρό πειρα) προκειμένου να δουν αν θα ήταν δυνατό να καταλάβουν τη Σικελία (Ιστορία, Γ΄, 86.4). […] Δεν μπορούμε παρά να θαυμάσουμε εδώ το ότι ο Θουκυδίδης γνωρίζει καλά το στοιχείο που Freud θα το αποκαλέσει υπερκαθορισμό των ανθρώπινων πράξεων. Στη φυσική μια αιτία προκαλεί ένα αποτέλεσμα, και δεν χρειάζεται να ψάξουμε περισσότερο. Ο υπερκαθορισμός των ανθρώπινων πράξεων σημαίνει ότι κάποιο πράγμα συμβαίνει για περισσότερους από ένα λόγους, όχι αναγκαστικά ορθολογικούς, όπως στο όνειρο ένα στοιχείο αντιπροσωπεύει πολλά πράγματα ταυτοχρόνως. Η επιθυμία τους να εκστρατεύσουν στη Σικελία περιλαμβάνει εντελώς ορθολογικά στοιχεία, τα οποία μπορούν να αναχθούν σε ζητήματα στρατηγικής και είναι δικαιολογημένα – πολεμάμε τους Σπαρτιάτες, πρέπει λοιπόν να τους εμποδίσουμε να τροφοδοτηθούν με σιτάρι από τη Σικελία· σκέφτονται όμως ότι ίσως θα μπορούσαν επίσης να κατακτήσουν το νησί. Και εδώ, μπορεί μεν να μην βυθίζονται στον άκρατο ανορθολογισμό, αλλά ενταφιάζουν εν πάση περιπτώσει τη στρατηγική του Περικλή, κατά τον οποίο οι Αθηναίοι δεν έπρεπε να προσπαθήσουν να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στη διάρκεια του πολέμου.

Αυτοί, εντούτοις αποφασίζουν το 416 να πραγματοποιήσουν την εκστρατεία, η οποία κατέληξε στη σχεδόν ολοσχερή καταστροφή του στόλου και του στρατού τους. […] Μπορεί κανείς να θεωρήσει ότι μόνο μια αλληλουχία απρόβλεπτων στοιχείων ανέτρεψε την όλη υπόθεση· μπορεί επίσης να σκεφτεί, όπως ο πολύ συνετός Νικίας, ότι η επιχείρηση ήταν πολύ παρακινδυνευμένη. Τα επιχειρήματά του δεν ήταν αβάσιμα: ακόμα και αν υποθέταμε ότι η εκστρατεία θα ήταν νικηφόρα, πως θα μπορούσαν να κρατηθούν σε ένα νησί τόσο εκτεταμένο και τόσο μακρινό, ποιο θα ήταν το προσδοκώμενο όφελος; (ΣΤ΄, 11.1) όμως δεν τον ακούν, και εκείνος δεν τολμά να αντικρούσει κατά μέτωπο τη γνώμη της πλειονότητας. Είναι προφανές ότι βρισκόμαστε σε μια καμπή. Κατά τον Finley, η αποτυχία της εκστρατείας δεν ήταν αναπόφευκτη. Πράγματι, υπεισέρχονται και εδώ τα τυχαία γεγονότα και το παρά λογον του πολέμου.

Όταν ο αθηναϊκός στόλος φτάνει στη Σικελία, βρίσκεται τουλάχιστον ένας στρατηγός, ο Λάμαχος, ο οποίος υποστηρίζει ότι πρέπει να εφορμήσουν εναντίον των Συρακουσών και να επωφεληθούν από τον αιφνιδιασμό· καθώς όμως είναι ο μόνος που έχει αυτή την άποψη (ΣΤ΄, 49), αυτή η στρατηγική, η οποία ήταν πιθανώς σωστή, δεν εφαρμόστηκε. Ας υποθέσουμε όμως ότι εφαρμόζονταν. Και μετά; Η κατάκτηση, κατά τη γνώμη μου, δεν είχε καθόλου προοπτική, και αυτό από καθαρά στρατηγική άποψη και ανεξάρτητα από κάθε άλλη πολιτική ή ηθική θεώρηση. Εδώ ακριβώς ψηλαφούμε το κύριο τραγικό στοιχείο της υπόθεσης, την ύβριν των Αθηναίων. Πέφτουν στην παγίδα αυτού που στο σημερινό αγγλοσαξονικό στρατιωτικό ιδίωμα αποκαλείται overextension: […] Υπάρχουν όρια, και στην υπόθεση της Σικελίας δεν χωρά αμφιβολία ότι ξεπεράστηκαν.

Ας επανέλθουμε στον πρώτο λόγο του Νικία στην αρχή του βιβλίου ΣΤ΄ (9-14). Η Εγέστα, μια σικελική πόλη, ζητά τη βοήθεια των Αθηναίων εναντίον του γειτονικού της Σελινούντα. Η υπόθεση προκαλεί παθιασμένο ενδιαφέρον στην Αθήνα, όπου βασιλεύει κλίμα ευφορίας. Ό,τι  κάνουν στέφεται από επιτυχία· νίκησαν στον Δεκαετή πόλεμο, το πρώτο μέρος του πολέμου το οποίο λαμβάνει τέλος το 421· η πόλη ακμάζει και οι πολίτες πιστεύουν ότι τα πάντα είναι δυνατά. Η συνέλευση ψήφισε ήδη την αποστολή εξήντα πλοίων υπό την αρχηγία του Αλκιβιάδη, του Νικία και του Λαμάχου. Στη συνέχεια, θα γίνει δεύτερη συνάθροιση. […] Ο πρώτος λόγος του Νικία δεν είναι ασφαλώς ισάξιος του Επιτάφιου, αλλά είναι καλά δομημένος: πρόκειται για υπενθύμιση των θεμελιωδών στοιχείων της στρατηγικής του Περικλή. Αν αποτύχουμε ή συναντήσουμε δυσκολίες στη Σικελία, οι εχθροί μας θα ξαναρχίσουν τις εχθροπραξίες. Θα έπρεπε μάλλον να ασχοληθούμε με τους Χαλκιδείς ή άλλους οι οποίοι αποστάτησαν· μια νίκη μας δεν θα εξασφαλίσει την εξουσία μας σε μακρινούς και πολυπληθείς λαούς. Ακολουθεί μια παρατήρηση, όπου γίνεται λόγος για ψυχολογία: «Για εμάς, αντιθέτως, απέναντι στους εκεί  Έλληνες, το καλύτερο για να τους εντυπωσιάσουμε θα ήταν να μην εμφανιστούμε επιτόπου ή, το πολύ, να επιδείξουμε τις δυνάμεις μας και να επιστρέψουμε αμέσως (κανένας δεν αγνοεί ότι τίποτε δεν εντυπωσιάζει τόσο όσο αυτό που είναι μακριά και του οποίου η φήμη δεν έχει δοκιμαστεί πολύ)· αν όμως μας συμβεί η παραμικρή αποτυχία, αμέσως θα μας αψηφήσουν και θα μας ορμήσουν μαζί με τους εδώ Έλληνες – αυτή ακριβώς είναι η δική σας περίπτωση σήμερα, Αθηναίοι, απέναντι στους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους τους: έχοντας υπερισχύσει πέραν πάσης προσδοκίας απέναντί τους και παρά τους αρχικούς σας φόβους, ιδού που φτάσατε να τους περιφρονείται, ώστε να στρέφετε τις βλέψεις σας στη Σικελία» (ΣΤ΄, 11.4-5).

Και μια ιδιαίτερα επίκαιρη άποψη: για τη φήμη σας, η απουσία είναι ότι καλύτερο· προσπαθήστε να μην εμφανιστείτε, να αποχωρήσετε κ.λπ., κυρίως δεν είναι αναγκαίο να κάνετε εντυπωσιακές πράξεις. Εντούτοις, υπερισχύει ο λόγος του Αλκιβιάδη. Εξάλλου, οι Αθηναίοι ήταν ήδη πεπεισμένοι· ο καθένας είχε τους λόγους του και όλοι ήταν εξίσου ενθουσιώδεις. Η ειρωνεία και αυτήν ακόμα την ιστορία, είναι ότι ο Νικίας προσπαθεί με τον δεύτερο λόγο να κάνει τους Αθηναίους να υποχωρήσουν, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι θα χρειαστούν ακόμα πιο σημαντικά μέσα για να επιτύχει αυτή η επιχείρηση. Οι Αθηναίοι τα παραχωρούν – και το τίμημα θα είναι βαρύτερο (ΣΤ΄, 16-26).

Κορνήλιος Καστοριάδης, Η ελληνική ιδιαιτερότητα
Τόμος Γ΄: Θουκυδίδης, η ισχύς και το δίκαιο 

[Εκδόσεις Κριτική, 2011, σελ. 357-361]

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

«Σκέφτομαι, άρα υπάρχω»

[…] ο Ντεκάρτ (1596-1650), (είναι) ο πατέρας της υποκειμενικής και ιδεαλιστικής παράδοσης της σύγχρονης φιλοσοφίας. 

Για τους Γάλλους οπαδούς του αλλά και για τους Άγγλους αντιπάλους του, η κύρια ιδέα του Ντεκάρτ ήταν η υπεροχή της συνείδησης – η φαινομενικά προφανής θέση του ότι η νόηση γνωρίζει τον εαυτό της πιο άμεσα από όσο μπορεί να γνωρίσει οτιδήποτε άλλο· ότι γνωρίζει τον «εξωτερικό κόσμο» μόνο από το αποτύπωμα που αφήνει αυτός πάνω στη νόηση μέσα από τις αισθήσεις και την αντίληψη· ότι, κατά συνέπεια, κάθε φιλοσοφία (αν και οφείλει να αμφιβάλλει για όλα τα άλλα) πρέπει να έχει ως αφετηρία την ατομική νόηση και τον εαυτό, και να διατυπώνει το πρώτο της επιχείρημα με τρεις λέξεις: «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω» (Cogito, ergo sum). […] 

Nill Durant, Η περιπέτεια της Φιλοσοφίας 
[Μεταίχμιο, 2012, σελ. 197]

* * *
[…] σε όλο του το έργο, η αλήθεια επιβάλλεται ως κάτι το προφανές που δεν μπορούμε να το αρνηθούμε, μόλις την ανταμώσουμε εν πλήρει διαυγεία. Το σφάλμα είναι συνέπεια σπουδής: είπαμε «ναι» πάρα πολύ γρήγορα σε μια απεικόνιση που δεν ήταν ακόμη σαφής και ξεκάθαρη. Απομένει να αναρωτηθούμε: ποια διαπίστωση, λοιπόν, είναι επαρκώς σαφής και ξεκάθαρη ώστε να μπορούμε με απόλυτη βεβαιότητα, να δηλώσουμε πως είναι αληθής; Κρίσιμο ερώτημα, διότι θα μπορούσε, στο κάτω κάτω, να μην υπάρχει τίποτε, απολύτως τίποτε που να είναι απολύτως βέβαιο – περίπτωση στην οποία θα έπρεπε να παραιτηθούμε από τη γνώση, από την αλήθεια, από τη φιλοσοφία.

Σε τούτη την αναζήτηση για την ανεύρεση τουλάχιστον μιας αδιαμφισβήτητης αλήθειας, ο Καρτέσιος επιδίδεται στη μεγέθυνση ισχύος της αμφιβολίας. Καλή μέθοδος: όσο πιο ισχυρή είναι η αμφιβολία τόσο πιο στέρεο θα είναι αυτό που θα της αντισταθεί – αν κάτι μπορέσει να αντέξει. Είτε όλα βυθίζονται στην αβεβαιότητα είτε ένας βράχος παραμένει ένα σταθερό σημείο που θα μπορούμε να το λέμε ακλόνητο. […]

Έστω και αν η σκέψη μου κατευθύνεται, εξαπατώμενη ακόμη και στον ύπνο μου, έστω και αν ο εξωτερικός κόσμος δεν υπάρχει και το κορμί μου είναι μια αυταπάτη, απομένει ως απολύτως βέβαιο ότι το σκέπτομαι. Σκέπτομαι ίσως λανθασμένα και εν ονείρω, ωστόσο σκέπτομαι (cogito, στα λατινικά)· αυτό είναι κάτι το αδιαμφισβήτητο, μιας απόλυτης βεβαιότητας.

Το θέμα, λοιπόν, είναι να αρχίσουμε με τη διάλυση του κόσμου –να θέσουμε τα πάντα εν αμφιβόλω μέχρι τη μυστικότητα της σκέψης- κινδυνεύοντας να δούμε τα πάντα να σκοτεινιάζουν και να καταρρέουν δια παντός. Και πάνω σε μια μόνο αλήθεια –«σκέπτομαι»- που εμφανίζεται ως άφθαρτη, αναλλοίωτη, η οποία όμως καταρχήν είναι μόνο σημειακή και σποραδική, θα χρειαστεί να ανοικοδομήσουμε τα πάντα. Θα χρειαστεί να αφαιρέσουμε τον Θεό, τη δυνατότητα να γνωρίζουμε την ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου, την πραγματικότητα του σώματος, τη διάκριση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Ο Καρτέσιος κρατά το βράχο που αναζητούσε. Απάνω σ’ αυτή την πέτρα χτίζει τη φιλοσοφία του.

Ροζέ – Πολ Ντρουά, Το βιβλίο της Φιλοσοφίας
[Εκδόσεις Ψυχογιός, 2009, σελ. 161-163]

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Ο Ουμπέρτο Έκο για τον ανόητο και τον βλάκα

"... Ο ανόητος είναι περιζήτητος, ιδίως στις κοσμικές συγκεντρώσεις. Φέρνει τους πάντες σε αμηχανία, μα προσφέρει ευκαιρίες για σχόλια. Στη θετική μορφή του είναι διπλωματικός. Μιλάει εκτός θέματος ακόμη και για τις γκάφες των άλλων, στρέφοντας αλλού τη συζήτηση. Ωστόσο δεν μας ενδιαφέρει, δεν είναι ποτέ δημιουργικός, μηρυκάζει, επομένως ποτέ δεν έρχεται να φέρει χειρόγραφα σ’ έναν εκδοτικό οίκο. Ο ανόητος δεν λέει ότι η γάτα γαβγίζει, μιλάει για τη γάτα όταν οι άλλοι μιλούν για το σκύλο. Λαθεύει στους κανόνες της συζήτησης, κι όταν λαθεύει ωραία είναι υπέροχος. Νομίζω ότι πρόκειται για απειλούμενο είδος, είναι φορέας κυρίως αστικών αρετών. […]

"Και ο βλάκας;"

"Α! Ο βλάκας δεν κάνει λάθη συμπεριφοράς. Κάνει λάθος συλλογισμούς. Είναι αυτός που λέει ότι όλοι οι σκύλοι είναι κατοικίδια και όλοι οι σκύλοι γαβγίζουν, όμως και οι γάτοι είναι κατοικίδια ζώα, επομένως γαβγίζουν. Ή ότι όλοι οι Αθηναίοι είναι θνητοί, όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι θνητοί, επομένως όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι Αθηναίοι".

"Πράγμα που ισχύει".

"Ναι, αλλά συμπτωματικά. Ο βλάκας μπορεί να πει και κάτι σωστό, όμως για λανθασμένους λόγους".

Πηγή: CNN Greece