Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018

13 φράσεις του Φρόιντ που έμειναν στην ιστορία


Για την παιδική ηλικία: 

Ο άνθρωπος είναι το προϊόν των τραυμάτων της παιδικής του ηλικίας.


Για την ελευθερία:

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν πραγματικά ελευθερία, επειδή η ελευθερία προϋποθέτει ανάληψη ευθύνης, και οι περισσότεροι άνθρωποι τρέμουν την ανάληψη ευθύνης.

Για τη γυναίκα:

Η μεγαλύτερη ερώτηση που δεν έχει απαντηθεί ποτέ και που κι εγώ δεν έχω κατορθώσει να απαντήσω μετά από τριάντα χρόνια έρευνας, είναι: «τι θέλει μια γυναίκα;
Πίσω από κάθε ισχυρή γυναίκα, κρύβεται ένας τυραννικός πατέρας.

Για το παρελθόν:

Κάποια μέρα κοιτάζοντας πίσω, τα χρόνια που αγωνίστηκες θα σου φαίνονται τα πιο ωραία.

Για τη θρησκεία:

Ο διάβολος παραμένει πάντα η καλύτερη δικαιολογία για να απενοχοποιήσουμε το Θεό.

Η θρησκεία είναι νεύρωση

Για τη σχέση μητέρας-παιδιού

Αν ένας άνθρωπος υπήρξε το αδιαμφισβήτητα αγαπημένο παιδί της μητέρας του, διατηρεί σε όλη του τη ζωή το αίσθημα θριάμβου, την πίστη στην επιτυχία, που συχνά οδηγεί πραγματικά στην επιτυχία

Για τη σκέψη:

Η σκέψη είναι δράση σε πρόβα.

Για τον θάνατο:

Κανένας δεν πιστεύει στο δικό του θάνατο. Υποσυνείδητα, όλοι είναι πεπεισμένοι για την προσωπική τους αθανασία.

Για την αυτογνωσία:

Το να είσαι εντελώς ειλικρινής με τον εαυτό σου είναι μια καλή πρακτική.

Για τα όνειρα:

Πολλές φορές, τα πιο βαρυσήμαντα όνειρα είναι αυτά που φαίνονται τα πιο τρελά.

Για το σεξ: 

Το πραγματικό αρσενικό είναι μονογαμικό.


Πηγή: HuffPost Greece

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018

Η πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης


Το 1185 ανεβαίνει στην εξουσία στο Βυζάντιο μία δυναστεία η οποία θεωρείται η δυναστεία η οποία συνεπέφερε τα μεγαλύτερα δεινά στην αυτοκρατορία, μια δυναστεία ατόμων που το μόνο που τελικά πέτυχαν ήταν να βαθύνουν την παρακμή και την κρίση. Είναι η δυναστεία των Αγγέλων. Στη διάρκεια της δυναστείας αυτής, η οποία θα λήξει φυσικά ‒φαίνεται ήδη, και μπορείτε να το φανταστείτε με ποια χρονολογία‒ τη χρονολογία 1204, που είναι η χρονολογία της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, η πρώτη κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους, δηλαδή τους σταυροφόρους της 4ης Σταυροφορίας,...

Στη διάρκεια της δυναστείας των Αγγέλων θα συμβούν γεγονότα τα οποία είναι κορυφαία. Ανάμεσα σε αυτά είναι η ανάκαμψη της δύναμης των Βουλγάρων, η δημιουργία του μεγάλου βουλγαρικού βασιλείου, και είναι τα γεγονότα της 4ης Σταυροφορίας, που μας ενδιαφέρουν εξαιρετικά. Τι συνέβη εκεί γύρω στο 1203: Ήδη στις αρχές του 1200 ετοιμαζόταν μία νέα σταυροφορία.

Οι σταυροφορίες μετά την 1η, δεν ήταν πια τόσο πεζές, και σταδιακά έγιναν σταυροφορίες των οποίων η δύναμη μεταφερόταν με ναυτικό τρόπο, με τα πλοία, από την Ιταλία συνήθως, ή από περιοχές της Γαλλίας, ή κάπου από περιοχές της Μεσογείου, προς τους Αγίους Τόπους, που βρίσκονται στην ανατολική Μεσόγειο. Αυτή τη φορά, σε αυτή την 4η Σταυροφορία, όταν ξεκινούν οι ετοιμασίες της, η Βενετία, εκεί γύρω στο 1200, είναι πια μια πολύ μεγάλη δύναμη, μια σπουδαία πόλη, η οποία έχει εμπορικά δίκτυα σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, πλούτο μέσα στην πόλη της, και βρίσκεται σε πραγματική άνοδο. Μάλιστα παίζει μεγάλο ρόλο και στις σταυροφορίες, διότι με τα πλοία της είναι σε θέση να μεταφέρει χιλιάδες στρατιωτών, και ο Πάπας είναι σε στενή επαφή με τους Βενετούς γι’ αυτές του τις ανάγκες, της ανάγκες μεταφοράς, αλλά και οι Βενετοί μετέχουν και στις διαδικασίες των σταυροφοριών. Βέβαια οι Βενετοί ήταν πάντοτε εξαιρετικοί στις οικονομικές τους πλευρές, και μπορεί να ήταν Χριστιανοί, και βέβαια είχαν μια δύσκολη σχέση με τον Πάπα, είχαν φυσικά σχέση με τον Πάπα, όμως, όπως έλεγαν: «Siamo primo Veneziani e dopo Cristiani». Δηλαδή «πρώτα είμαστε Βενετοί και έπειτα Χριστιανοί». Που σήμαινε: πρώτα τα συμφέροντα της Βενετίας ‒και εννοούσαν τα εμπορικά και οικονομικά συμφέροντα‒ και, μην τρελαθούμε, έπειτα είναι το Χριστιανικό σκέλος. Ήταν πραγματιστές. Βέβαια είχαν μεγάλες σχέσεις με τον Πάπα, δύσκολες σχέσεις, όπως σας είπα. Γιατί τα λέω όλα αυτά: Διότι εκεί, στην προετοιμασία της 4ης Σταυροφορίας, οι Βενετοί παίζουν μεγάλο ρόλο, τα πλοία τους χρησιμοποιούνται, Γερμανοί (Φράγκοι δηλαδή) κατεβαίνουν για τη σταυροφορία ένοπλοι απ’ όλες τις πλευρές, Γάλλοι, Ισπανοί κλπ., και όλοι αυτοί ετοιμάζονται να περάσουν στους Αγίους Τόπους, όταν συμβαίνει ένα γεγονός.

Μέσα στη δυναστεία των Αγγέλων-, έχει ξεκινήσει αυτή η Σταυροφορία όταν η δυναστεία των Αγγέλων έχει μεγάλα εσωτερικά προβλήματα. Στο Βυζάντιο, όπως και σε όλες τις αυτοκρατορίες δηλαδή, είναι σχήματα μεγάλα, κεντρικά διοικούμενα, υπάρχουν πάντοτε στις αυτοκρατορίες δυναστικές διαμάχες. Κυρίως προέρχονται από εσωτερικά θέματα, δηλαδή ένας συγγενής θεωρεί ότι αυτός θα’ πρεπε να ‘ναι αυτοκράτορας και όχι ο αδελφός του ή ο ξάδελφός του ή ο θείος του, προσπαθεί, δημιουργεί μια συμμαχία με κάποιους άλλους, δηλαδή μια συνωμοσία για την ανατροπή, να πάρει εκείνος, ή κάποιος άλλος φιλόδοξος προσπαθεί να παντρευτεί κόρη του αυτοκράτορα για να μπει εκείνος στη δυναστεία, να πάρει την εξουσία κλπ. Αυτά είναι μέσα στα ανθρώπινα δυστυχώς, και ήταν αρκετά διαδεδομένα σε όλο τον κόσμο. Στο Βυζάντιο αυτή την εποχή-, πάντα τα είχε, αλλά αυτή την εποχή της δυναστείας των Αγγέλων τα πράγματα έχουν πάρει βαριά τροπή, που αδυνατίζουν ακόμη περισσότερο το Βυζάντιο. Αυτοκράτορας εκεί κοντά στη χρονολογία αυτή είναι ο Άγγελος Δ’, του οποίου όμως η εξουσία αμφισβητείται από συγγενείς του. Ένας από αυτούς, Άγγελος κι αυτός στο όνομα, μαθαίνοντας ότι είναι σε εξέλιξη μία ακόμη σταυροφορία που θα διασχίσει τα ύδατα της ανατολικής Μεσογείου, άρα θα βρεθεί σε “χορικά ύδατα” ‒θα λέγαμε σήμερα‒ του Βυζαντίου για να φτάσει στους Αγίους Τόπους, σκέφτεται να απευθυνθεί στους σταυροφόρους και να τους ζητήσει να έλθουν στην Κωνσταντινούπολη, να ανατρέψουν τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, να τοποθετήσουν τον ίδιο αυτοκράτορα, και τους υποσχόταν μία μεγάλη χρηματική αμοιβή και ένωση των Εκκλησιών. Οι Σταυροφόροι, και ο Πάπας και οι Βενετοί, θεώρησαν πολύ δελεαστικές αυτές τις προτάσεις. Διότι μία Σταυροφορία είναι ακριβό πράγμα, είναι ένας πόλεμος, σου χρειάζονται χρήματα. Η ένωση των Εκκλησιών είναι πολύ σημαντικό πράγμα. ... τελικά κάνουν τις κινήσεις τους, έρχονται στην Κωνσταντινούπολη, και μετά από περιπετειώδεις εξελίξεις ανατρέπουν τον Άγγελο Δ’ και μπαίνει στη θέση του ο Άγγελος Ε’. Αυτός ο οποίος δηλαδή είχε προκαλέσει την επέμβαση των δυτικών δυνάμεων. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1204 έγινε με έναν παράξενο τρόπο, διότι εν πολλοίς οι Δυτικοί βρέθηκαν μέσα στην Κωνσταντινούπολη. Βέβαια έγινε και με άμυνα, από την πλευρά του Αγγέλου Δ’ έγιναν μάχες στα κάστρα, σε διάφορα σημεία, αλλά καθώς η πρόσκληση ήταν από το εσωτερικό, η κατάληψη του 1204 ήταν σχετικά εύκολη για τους Δυτικούς, και η ανατροπή της σειράς της δυναστείας να γίνει με άνεση.

Όμως ο Άγγελος Ε’ (αυτός ο οποίος πήρε την εξουσία με τον τρόπο που περιγράψαμε) είχε υποσχεθεί πολλά στους σταυροφόρους, τα οποία και δεν ήταν σε θέση να τηρήσει. Δηλαδή τα χρήματα που τους είχε υποσχεθεί δεν υπήρχαν στο δημόσιο ταμείο, άνοιξε το ταμείο και είδε ότι ήταν μείον. Άρχισε να ψάχνει να βρει τρόπους για να ανταμείψει τους σταυροφόρους, αλλά δεν τους έβρισκε. Άρχισε τις υπεκφυγές, προσπαθούσε να αποτρέψει τις εξελίξεις, οι Σταυροφόροι άρχισαν να γίνονται ανήσυχοι, περίμεναν γρήγορα τα υπεσχεθέντα και τις εσωτερικές διαδικασίες, τις συνομιλίες για την ένωση των Εκκλησιών, όλα αυτά τα περίμεναν. Τίποτα από αυτά δεν γίνεται. Καθώς λοιπόν κωλυσιεργούσε η Βυζαντινή   πλευρά, οι σταυροφόροι έστειλαν τελεσίγραφο: «Ή εκπληρώνετε όσα μας υποσχεθήκατε, ή θα τα πάρουμε μόνοι μας». Με αποτέλεσμα φυσικά τελικά, αφού η Βυζαντινή πλευρά δεν μπορούσε, δεν κάλυπτε αυτά τα οποία είχε υποσχεθεί, να επιτεθούν πια σαν λεηλάτες στην Κωνσταντινούπολη και να λεηλατήσουν το παν.

Η Κωνσταντινούπολη το 1204 ήταν μία πόλη θαυμαστή. Σαν την Κωνσταντινούπολη το 1204 δεν υπήρχε πόλη στην Ευρώπη, ... Καμία πόλη στη γη δεν έχει τη θέση της Κωνσταντινούπολης, καμία πόλη στη γη δεν γεφυρώνει δύο ηπείρους και δύο θάλασσες, καμία πόλη στη γη! Είναι η πιο προνομιούχος πόλη στον κόσμο η Κωνσταντινούπολη. Και είχε συμβεί να είναι και η πρωτεύουσα μιας πολύ σπουδαίας αυτοκρατορίας, της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δηλαδή του Βυζαντίου, και στη συνέχεια να έχει την εξέλιξη που ξέρουμε, δηλαδή να γίνει και η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είχε 500.000 περίπου πληθυσμό, μαζί με τους στρατιώτες, τη φύλαξη κλπ. Μόνο το Πεκίνο, η Τσαγκάν, το Τόκιο μπορούσε ν’ αναμετρηθεί μαζί της σε διάφορες περιόδους. Ήταν μια τεράστια πόλη, την εποχή που το Λονδίνο και το Παρίσι ήταν λασπουπόλεις των ελάχιστων κατοίκων, η Κωνσταντινούπολη ήταν πέραν πάσης περιγραφής. Όταν είχαν έρθει οι πρώτοι σταυροφόροι, όταν πέρασαν οι πρώτοι σταυροφόροι από την Κωνσταντινούπολη, και απ’ όλη βέβαια τη Βυζαντινή   Αυτοκρατορία, Γερμανοί, Ισπανοί, Άγγλοι, Γάλλοι, έμειναν άναυδοι. ...

Και η λεηλασία της Κωνσταντινούπολης το 1204 έχει μείνει στην ιστορία. Σε ένα αγαπημένο μου βοήθημα [...], «Atlas of World History», [...] όταν μας μιλά για την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1204 γράφει: «1204. Κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Το μίσος των Λατίνων για τους Έλληνες βρήκε έκφραση σε βαρβαρικές ωμότητες. Πρόκειται για την πιο εκτεταμένη λεηλασία μνημείων, έργων τέχνης και άλλων σπουδαίων ακριβών, πολύτιμων αντικειμένων όλου του μεσαιωνικού κόσμου»...

Το 1204 λοιπόν καταλαμβάνεται η Κωνσταντινούπολη και αυτή είναι η κομβική χρονολογία για τις εξελίξεις των πραγμάτων, όχι μόνο λόγω της λεηλασίας, αλλά διότι αυτή η χρονολογία θα ετοιμάσει την επόμενη κομβική χρονολογία, δηλαδή το 1453, ...

Η επίθεση αυτή συνοδεύτηκε και με τον έλεγχο κεντρικότατων σπουδαίων εδαφών του Βυζαντίου, εδαφών που ήταν σημαντικότατα για τον έλεγχο της ανατολικής Μεσογείου, τόσο τον  πολιτικό όσο και τον εμπορικό, για τις διάφορες δυνάμεις που συμμετείχαν σε αυτή την 4η Σταυροφορία. Σε αυτές τις δυνάμεις περιλαμβάνονταν Γερμανοί ευγενείς και φεουδάρχες, Γάλλοι ευγενείς και φεουδάρχες, Ισπανοί, και φυσικά Βενετοί. Αυτοί μοίρασαν, αυτές οι διάφορες οικογένειες, τα τμήματα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τη Μικρά Ασία και δυτικότερα, δηλαδή το δυτικότερο κομμάτι της Μικράς Ασίας, που βρίσκεται κοντά προς την Κωνσταντινούπολη, τη Θράκη, τμήματα της Μακεδονίας, της Στερεάς Ελλάδος, την Πελοπόννησο, την Κύπρο, την Κρήτη, τα Επτάνησα και τα νησιά του Αιγαίου. Έκτοτε αυτές οι περιοχές, και για μεγάλο διάστημα, θα μείνουν “υπό λατινικό έλεγχο” όπως λέμε. Ξεκινά δηλαδή για την ελληνική ιστορία, την ιστορία της ανατολικής Μεσογείου και φυσικά στο βαθμό που μας αφορά και την ελληνική ιστορία, η μακρά μας επαφή ως Έλληνες με τη δυτική πλευρά, τη δυτικοευρωπαϊκή πλευρά. Δεν είναι καινούρια, είχαμε επαφές μαζί τους, και θρησκευτικές και οικονομικές ‒σας θυμίζω τα προνόμια κλπ. ‒, όμως τώρα για πρώτη φορά οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι της ανατολικής Μεσογείου βρίσκονται υπό πολιτική εξουσία Δυτικών. Οι Δυτικοί πλέον έχουν γίνει κυρίαρχοι πολιτικά στην περιοχή.

Πολλές φορές στην ελληνική ιστορία ‒παρότι τα πράγματα γράφονται, δεν είναι ότι δεν γράφονται‒ στη μέση συνείδηση του Έλληνα, του σημερινού Έλληνα, η πτώση του Βυζαντίου συνδέεται με τους Οθωμανούς. Δηλαδή, αν ρωτήσει κανείς έναν μέσο Έλληνα: «Έπεσε το Βυζάντιο. Ποιος ακολούθησε;» θα απαντήσουμε νομίζω οι περισσότεροι από μας: «Οι Οθωμανοί». Η τουρκοκρατία δηλαδή. Ενώ μεσολάβησε η φραγκοκρατία, η λατινοκρατία, και μάλιστα για κάποιες περιοχές η λατινοκρατία ήταν μακρύτερη από την τουρκοκρατία. Διότι λέμε γενικά ότι η τουρκοκρατία διήρκησε από το 1453 έως το 1821. Αυτό ισχύει και δεν ισχύει, διότι για πολλές περιοχές η τουρκοκρατία ξεκίνησε πολύ ενωρίτερα, και 100 και 150 χρόνια νωρίτερα από το 1453, επομένως αυτές μετρούν. Και δεν απελευθερώθηκαν από τους Τούρκους το 1821, ένα πολύ μικρό κομμάτι του Ελληνισμού απελευθερώθηκε το 1821. […] για παράδειγμα η Κρήτη παρέμεινε υπό βενετικό έλεγχο από περίπου το 1204 έως περίπου το 1669, δηλαδή για 460-τόσα χρόνια. Οι Οθωμανοί κατέλαβαν οριστικά τη μεγαλόνησο το 1669 και την έχασαν το 1912. […]

Μαρία Ευθυμίου, Ιστορία  του Νέου Ελληνισμού, 11ος – 18ος αιώνας   

mathesis.cup.gr (σ. 37-44)

Κυριακή 26 Αυγούστου 2018

Περί Ρητορικής

Συνέντευξη του Laurent Pernot, στους Romain Brethes και Thomas Mahler για λογαριασμό του εβδομαδιαίου περιοδικού Le Ρoint.

Ø  Τι είναι η ρητορική; Σήμερα έχουμε γι΄αυτή μία εικόνα αρκετά πεζή, που συνδέεται με κενά και ψεύτικα λόγια.

Laurent Pernot: Πρέπει να ξεκινήσουμε από τον αρχαίο ορισμό της ρητορικής, δηλαδή την τέχνη της πειθούς. Η ρητορική είναι μία προσπάθεια κατανόησης και ρύθμισης της πειθούς, αυτού του αινιγματικού φαινομένου, που οδηγεί στο να μεταβάλλει κάποιος την άποψή του χωρίς καμία βία, μόνο με τον λόγο. Οι Έλληνες εφηύραν αυτή την τέχνη. Και το σημαντικότερο που είπαν, ήταν, νομίζω, πως υπάρχουν τρεις πηγές πειθούς. Υπάρχουν βεβαίως τα λογικά επιχειρήματα, αλλά επίσης υπάρχει η αυθεντία και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται αυτός που ομιλεί. Και έπειτα υπάρχει η ψυχολογία εκείνου, ο οποίος βρίσκεται στο ακροατήριο: είναι θυμωμένος, φοβάται, είναι αδιάφορος;

Ø  Το περίφημο «λόγος, ήθος, πάθος», που συναντάται στη «Ρητορική» του Αριστοτέλη;

Ακριβώς. Η πειθώ δεν έχει να κάνει μόνο με τη χρήση επιχειρημάτων (λόγος). Πρέπει επίσης να ληφθεί υπ΄όψιν η προσωπικότητα του ομιλητή (ἦθος) και το πάθος (αρχ. πάθος), που κινητοποιεί τα συναισθήματα του ακροατηρίου.

Η άλλη μεγάλη ιδέα της ρητορικής είναι πως υπάρχει μία μέθοδος, για να δομήσει κανείς έναν λόγο. Η Αρχαιότητα πρόβλεψε πέντε κλασικά στάδια: τη σύλληψη των επιχειρημάτων (εὕρεσις), τη διάταξη των επιχειρημάτων με τρόπο αποτελεσματικό (τάξις), το ύφος και την έκφραση (λέξις), την απομνημόνευση (μνήμη), ώστε να παραμείνει ο λόγος στο νου του ομιλητή και την εκφώνηση (ὑπόκρισις). Είναι πολύ σημαντικό, διότι ο καθένας μπορεί να διαπρέψει στον έναν ή στον άλλον τομέα. Μπορεί να είναι έξυπνος, χωρίς όμως καλή φυσική παρουσία, και αντιστρόφως.

Ø  Γιατί η τέχνη αυτή αναπτύχθηκε στην Ελλάδα;

Υπήρχε φυσικά κάποια τέχνη του λόγου και σε άλλους πολιτισμούς, γιατί τίποτε δεν είναι πιο φυσικό από τον ίδιο τον λόγο. Αλλά η θεωρητικοποίησή του, με τη μορφή ενός ιδιαίτερου κλάδου, αποτελεί εφεύρεση της Αρχαίας Ελλάδας. Η λέξη της «ρητορικής» πρέπει να ξαναμπεί στη σειρά των ελληνικών λέξεων, που υποδηλώνουν τις σημαντικές καινοτομίες στον πολιτισμό μας, δίπλα στην «πολιτική», την «ιστορία», τη «φιλοσοφία», την «ηθική», τα «μαθηματικά» .... Αυτό είναι το ελληνικό θαύμα, μία σειρά από θωρητικοποιήσεις με οικουμενική διάσταση.

Ø  Ήδη στον Όμηρο, ο λόγος αποτελεί χαρακτηριστικό του ομηρικού ήρωα, όπως και η ομορφιά και το θάρρος...

Πράγματι, οι ήρωες στον Όμηρο εκφωνούν τουλάχιστον τόσους λόγους, όσες και οι μάχες, στις οπoίες παίρνουν μέρος! Αλλά το πιο αξιοσημείωτο είναι πως στην «Ιλιάδα» και στην «Οδύσσεια», συναντούμε ήδη έναν προβληματισμό γύρω από τη ρητορική τέχνη. Κάποιος, για παράδειγμα, εκφράζει μία άποψη για έναν λόγο, που μόλις εκφωνήθηκε, και αμέσως ο Οδυσσέας, ο Φοίνιξ και ο Αίαντας εκφωνούν κι αυτοί με τη σειρά τους λόγους, ώστε να προκύπτουν οι συγκρίσεις μεταξύ των διαφόρων μορφών ευγλωττἰας.

Στη συνέχεια, κατά τον πέμπτο προ Χριστού αιώνα, συστηματοποιήθηκε η θεωρία της ρητορικής τέχνης. Πρέπει να προσδιορίσουμε το πλαίσιο αυτής της συστηματοποίησης. Γιατί, αν και η Ρητορική είναι η εννοιολογική ανάλυση της πειθούς, αντικατοπτρίζει επίσης και μία λειτουργία της κοινωνίας, έναν τρόπο συμβίωσης.

Στην Αθήνα συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της δημοκρατίας, υπόβαθρο της ρητορικής ήταν το δικαστικό πεδίο: οι αγορητές παραθέτουν τα επιχειρήματά τους και ακολουθεί η ετυμηγορία του λαού, ο οποίος όμως δεν θεωρεί πως κατέχει την απόλυτη αλήθεια, αλλά μόνον τη δικαστική. Στο πολιτικό πεδίο συμβαίνει το ίδιο: όταν οι πολίτες πρέπει να λάβουν μία απόφαση, συγκεντρώνονται, μιλούν, ακούνε, και στο τέλους επικρατεί κάποια άποψη, έναντι μιας άλλης. Όπως σημείωσε ο Fénelon γενικεύοντάς το: «Στους Έλληνες όλα εξαρτώνταν από τον λαό, και ο λαός εξαρτώνταν από τον λόγο». Ο λόγος είναι το εργαλείο λειτουργίας της κοινωνίας.

Ø  Η πρώτη σημαντική σχολή είναι αυτή των σοφιστών, οι οποίοι έχουν σήμερα πολύ κακή φήμη. Την άξιζαν;

Οι σοφιστές – ο Γοργίας, ο Πρωταγόρας ... – αποτελούν την πρώτη σημαντική στιγμή της θεωρητικοποίησης της ρητορικής τέχνης. Έρχονταν από άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου, και η παρουσία τους στην Αθήνα προκάλεσε αίσθηση. Ισχυριζόμενοι, όπως ο Πρωταγόρας, ότι «για κάθε πράγμα μπορούμε να υποστηρίξουμε εξ ίσου επιτυχώς μία άποψη, όσο και την αντίθετή της», χρησιμοποιώντας το ίδιο ισχυρά επιχειρήματα, αυτοί οι σοφιστές έδιναν εντύπωση ανηθικότητας και υποστήριζαν έναν σκανδαλώδη σχετικισμό. Επιτέλεσαν όμως ένα αξιοσημείωτο έργο ανάλυσης και μετάδοσης της ρητορικής τέχνης.

Ο Πλάτων ονείδισε τη σοφιστική και τον σοφιστή, θεωρώντας τον σοφιστή κακέκτυπο του φιλοσόφου. Πρέπει επίσης να πούμε πως ο Πλάτων ήταν εξαιρετικά συγκρατημένος όσον αφορά στη ρητορική. Όντας αντίπαλος της δημοκρατίας, δεν μπορούσε παρά να καταγγείλει την τέχνη του λόγου, τη ρητορική, η οποία αποτελούσε κινητήρια δύναμη του αθηναϊκού καθεστώτος. Αυτό και για προσωπικούς λόγους, καθώς ο δάσκαλός του, ο Σωκράτης, είχε καταδικαστεί σε θάνατο, όχι τόσο από τη δημοκρατία, αλλά κυρίως από την ίδια τη ρητορική: ο Σωκράτης παρουσιάστηκε ενώπιον ενός λαϊκού δικαστηρίου και δεν έπεισε τους δικαστές. Κατά τη διάρκεια της Αρχαιότητας η φιλοσοφία και η ρητορική ήταν, μπορούμε να πούμε, αδελφές που εχθρεύονταν η μία την άλλη, ωστόσο αλληλοεμπλουτίζονταν.

Ø  Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Δημοσθένης (384-322), για να διορθώσει ένα πρόβλημα άρθρωσης, μιλούσε βάζοντας μικρά βότσαλα στο στόμα του, ή έτρεχε απαγγέλλοντας στίχους, για να δυναμώσει τη φωνή του...

Ο Δημοσθένης είχε διαμορφώσει μία υπόγεια αίθουσα, όπου εξασκούνταν στην αγόρευση. Λέγεται πως ξύριζε το μισό κεφάλι, όταν κατέβαινε εκεί, και ξανανέβαινε, όταν τα μαλλιά του είχαν μεγαλώσει. Μία προτομή του Δημοσθένη εμφανίζει μία παραμόρφωση στο στόμα, κάτι που εξηγεί ίσως το πρόβλημα του ρήτορα στην εκφορά του λόγου. Οι διηγήσεις που συνδέονται με τον Δημοσθένη, δείχνουν πως η ρητορική είναι πρωτευόντως αποτέλεσμα δουλειάς. Για τους Έλληνες η ρητορική εκπορεύεται από τρεις πηγές: το φυσικό ταλέντο (ωραία φωνή, ωραία φυσική παρουσία, διαύγεια πνεύματος), τη θεωρητική κατάρτιση (μέθοδοι) και τέλος την εξάσκηση.

Να γιατί η ρητορική είναι στην ουσία της δημοκρατική. Αν κάποιος εμφανίζει μειονεκτήματα - χαμηλή φωνή ή όχι εντυπωσιακή φυσική παρουσία – και πάλι μπορεί να καταφέρει να μιλήσει ωραία, αναπτύσσοντας τις δύο άλλες πλευρές. Κατά μία έννοια αυτό είναι ένα ηθικό δίδαγμα.

Ø  Σε τι μπορεί να μας χρησιμεύσει σήμερα η ρητορική;

Η ρητορική προσφέρει τον κώδικα. Έχουμε όλοι αισθανθεί κάποτε τον φόβο να μην ξερουμε τι να πούμε ενώπιον ενός ακροατηρίου, να μας λείπουν τα κατάλληλα επιχειρήματα. Η ρητορική δεν προσφέρει έτοιμους λόγους, για να ανταπεξέλθει κάποιος σε αυτή την κατάσταση, αλλά ιδέες, έναν κατάλογο ερωτήσεων, που μπορεί κανείς να υποβάλει στον εαυτό του, ώστε να είναι ικανός να αναπτύξει αποτελεσματικά ένα θέμα.

Το κλασικό σχεδιάγραμμα του δικανικού λόγου, με τα πέντε μέρη, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε άλλη περίσταση, αποτελεί ένα ενδεικτικό πλαίσιο:

Αρχίζει με το προοίμιο, που σκοπό έχει να κερδίσει την προσοχή του ακροατηρίου, επιδιώκοντας να καταδείξει πως αυτό που θα ειπωθεί το αφορά. Ο Κικέρωνας ήταν ειδικός στο είδος αυτό, όπως για παράδειγμα στον πρώτο λόγο του «Κατά Κατιλίνα»: «Ω καιροί, ώ ήθη. Αυτά όλα η Σύγκλητος τα ξέρει, ο ύπατος τα βλέπει, και όμως ο Κατιλίνας ζεί ακόμη!». 

Ακολουθεί η διήγησις, που αφηγείται τα γεγονότα. Εδώ ο ομιλητής τοποθετείται ήδη στο ζήτημα, αφού εκθέτει τα γεγονότα με τον δικό του τρόπο, ντύνοντάς τα με τον μανδύα της αντικειμενικότητας. Τα γεγονότα αυτά πρέπει να παρουσιαστούν με τον πιο άμεσο τρόπο, τον ονομαζόμενο σήμερα storytelling. 

Σε τρίτη φάση έρχεται η πρότασις, που αναγγέλλει τα σημεία που θα εξεταστούν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στον προφορικό λόγο, περισσότερο απ΄ ό,τι στον γραπτό, είναι απαραίτητο να καθοδηγήσει ο ρήτορας το ακροατήριό του. 

Στην τέταρτη θέση έρχεται η επιχειρηματολογία, η πίστις, που είναι και το σημαντικότερο. Η ρητορική μάς «προμηθεύει» διάφορες λίστες επιχειρημάτων, οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθοούν. Αν θέλετε να προτείνετε κάποιο μέτρο, για παράδειγμα, πρέπει να αποδείξετε πως είναι δίκαιο, νόμιμο, δυνατό, χρήσιμο, απαραίτητο, ηθικό και σύμφωνο με τις παραδόσεις... Ο ομιλητής εξετάζει όλα αυτά τα σημεία και αναρωτιέται ποια είναι αποτελεσματικότερα στη δική του περίπτωση. Μπορείτε να το επιχειρήσετε σε μία συνεδρίαση, σε μια αίθουσα διδασκαλίας ή σε ένα διοικητικό συμβούλιο: η μέθοδος δουλεύει! 

Και τέλος υπάρχει ο επίλογος, που ήταν συνήθως σύντομος στους Αρχαίους. Είναι η στιγμή κατά την οποία μπορεί κανείς να κινητοποιήσει τα πάθη. Ο Κικέρων πάλι, ήταν κορυφαίος σε αυτό. Όταν υπήρχαν πολλοί δικηγόροι που αγόρευαν, άφηναν τον Κικέρωνα να αγορεύσει τελευταίος, γιατί ήξεραν πως μπορούσε να εξάψει το ακροατήριό του αλλά και να του προκαλέσει αγανάκτηση.


Ø  Ως προς τι ο Κικέρων ενσαρκώνει την ακμή της ρητορικής;

Ο Κικέρων πραγματοποιεί μία σύνθεση, καθώς ήταν ο σημαντικότερος ρήτορας της εποχής του, αλλά και ο θεωρητικός της ρητορικής και φιλόσοφος, ενώ το έργο του αποτελεί τη βάση της μελλοντικής ανθρωπιστικής παιδείας. Συνδυάζει την τιμιότητα με την ευχαρίστηση και αναζητά τη συμφιλίωση μεταξύ αλήθειας και καλλιέπειας. Είναι το ιδανικό της πολιτικής του Γάλλου προέδρου Μακρόν, της «ταυτόχρονης» διευθέτησης αντίθετων πραγμάτων. Και έπειτα ο Κικέρων είναι ο άνδρας της μοίρας, γιατί δολοφονήθηκε για τις ιδέες του, ενώ οι αντίπαλοί του, μεταξύ αυτών και ο Αντώνιος, κατέλαβαν την εξουσία με τη βία.

Εκτός από τον αξιοθαύμαστο λόγο, ο Κικέρων ήξερε να προσαρμόζεται στο ακροατήριό του. Ο λατινιστής Guy Achard υπολόγισε ότι, όταν ο ρήτορας απευθυνόταν στη Σύγκλητο, αφιέρωνε το 16% της επιχειρηματολογίας του, για να καταδείξει την ευγένεια της πράξης, έναντι 1%, όταν βρισκόταν ενώπιον της συνέλευσης του λαού, οπότε και χρησιμοποιούσε επιχειρήματα, που αναφέρονταν στη χρησιμότητα της πράξης. Ο Κοϊντιλιανός εμπνεύστηκε από τον Κικέρωνα στη συγγραφή της Ρητορικής αγωγής (Instituto oratoria), δηλαδή της ρητορικής εκπαίδευσης. Το έργο αυτό αποτελεί το πιο ωραίο σύνολο όλων των εποχών στο είδος των εγχειριδίων ρητορικής.

Ø  Η ρητορική μπορεί να επιστρατευτεί στην ερωτική έλξη;

Ασφαλώς! Η «τέχνη του έρωτα» (Ars amatoria) του Οβίδιου, μπορεί να διαβαστεί και ως μία σάτιρα των εγχειριδίων ρητορικής: «Μελετήστε τις ελευθέριες τέχνες, σας το συνιστώ, νέοι Ρωμαίοι (...), η γυναίκα, ηττημένη θα καταθέσει τα όπλα στην ευγλωττία σας. Αλλά κρύψτε τα μέσα που διαθέτετε και μην αναλώνετε την ευφράδειά σας...». Και το αρχαιότερο κείμενο πάνω στη ρητορική, το «Ἑλένης ἐγκώμιον» του Γοργία, υπερασπίζεται εκείνη που θεωρούνταν η αιτία του Τρωικού Πολέμου, καθώς εγκατέλειψε τον άνδρα της και υπέκειψε στις προτάσεις του Πάρη. Ο Γοργίας την απενοχοποιεί εξετάζοντας τους διάφορους λόγους που θα μπορούσαν να την έχουν καθοδηγήσει. 1) Είτε οι θεοί το θέλησαν, και δεν είναι δικό της το σφάλμα. 2) Είτε αρπάχθηκε με τη βία, και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε. 3) Είτε πείστηκε από τον λόγο του, και ποιος μπορεί να αντισταθεί στη δύναμη της πειθούς; 4) Είτε τον ερωτεύτηκε, και κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί στο θεό Έρωτα. Σε κάθε περίπτωση η Ελένη, κατά τον Γοργία, είναι αθώα.

Ø  Πώς κρίνετε τους σύγχρονους πολιτικούς ρήτορες;

Οι μεγάλοι κοινοβουλευτικοί ρήτορες της τρίτης Δημοκρατίας, ο Κλεμανσώ, ο Ζορές, παρουσίασαν αληθινά έργα ρητορικής. Σήμερα ένας πολιτικός δεν θα τολμούσε κάτι τέτοιο από φόβο μήπως κατηγορηθεί πως κάνει επίδειξη. Η κομματική πειθαρχία έχει σκοτώσει την κοινοβουλευτική ρητορική. Στην αρχαία Αθήνα, μπορούσαν με τον λόγο να πείσουν στην Εκκλησία του Δήμου, ενώ σήμερα, αν η ψήφιση μιας ρύθμισης είναι αποφασισμένη εκ των προτέρων, και αν, επί πλέον, το θέμα της συζήτησης είναι, λόγου χάριν, ο καθορισμός της τιμής της πατάτας την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν μπορούμε να πάμε πολύ μακριά με τη ρητορική.

Ø  Η ρητορική θεωρούνταν επί μακρόν η βασίλισσα των μαθημάτων. Ήταν καλό αυτό;

Η ρητορική είναι μία τέχνη φτιαγμένη για να διδάσκεται. Η ωραία έκφραση κάποιου δεν εξαρτώνταν μόνο από την επιδεξιότητά του. Προϋπέθετε επίσης παιδεία, την ανάγνωση και την ερμηνεία σπουδαίων κειμένων, γνώσεις λογικής, γλωσσολογίας, ιστορίας και δικαίου. Περιελάμβανε ασκήσεις διαφόρων ειδών. Στην αρχαιότητα χρησιμοποιούσαν κυρίως τα προγυμνάσματα της ρητορικής, τις μελέτες, μία μέθοδο ενεργούς παιδαγωγικής, που συνίστατο στη σύνθεση ενός υποτιθέμενου ρητορικού λόγου πάνω σε θέμα, που είχε δοθεί. Στη Ρώμη η μελέτη αποτελεί ένα κοσμικό γεγονός και παίρνει διαστάσεις υπερβολής, όταν οι φοιτητές πρέπει να αναπτύξουν θέματα περίτεχνα:

Μία νέα κοπέλα αρπάζεται και βιάζεται από πειρατές και στη συνέχεια συλλαμβάνεται από ληστές. Πρέπει να αποδειχθεί ότι είναι πολίτης, για να επανεναχθεί στην πόλη.
Ή ακόμη, ένας άνδρας κατηγορείται ότι βίασε δύο γυναίκες την ίδια νύχτα, ξέροντας ότι ένας νόμος ορίζει πως η γυναίκα που βιάστηκε, μπορεί να προτείνει, είτε να θανατωθεί ο βιαστής της, είτε να απαιτήσει να την παντρευτεί: τι θα συμβεί αν η μια γυναίκα ζητήσει την καταδίκη του σε θάνατο και η άλλη τον γάμο;

Μέσα από τέτοια αυθαίρετα παραδείγματα, εμπεδωνόταν μία αληθινή μάθηση των τεχνικών της επιχειρηματολογίας και της παρουσίασης. Ο Πετρώνιος στο «Σατυρικό» τα εμπαίζει. Όμως, νομίζω πως αυτή η διδασκαλία είναι αξιοπρόσεκτη. Σχετικά πρόσφατα μιλούσαν ακόμη για λειτουργία «τάξεων ρητορικής». Η ρητορική παρέμεινε παρούσα για δυόμιση χιλιάδες χρόνια στο ευρωπαϊκό εκπαιδευτικό σύστημα.

Ø  Ακούγοντάς σας, σχηματίζει κανείς την εντύπωση πως η ρητορική θα σώσει τον κόσμο...

Μα τον έχει κιόλας σώσει! Κάθε φορά που οι άνθρωποι κάθισαν γύρω από ένα τραπέζι ή σε ένα ημικύκλιο για να ανταλλάξουν επιχειρήματα, αντί να χρησιμοποιήσουν ύβρεις και βία, η ανθρωπότητα έκανε μία μικρή πρόοδο. Προφανώς δεν πρέπει να είναι κανείς αφελής. Ο λόγος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξαπάτηση και για τη χειραγώγηση. Ωστόσο, η διαδικασία της πειθούς περιλαμβάνει το να προσεγγίσει κάποιος έναν άλλον. Όταν σκέφτομαι μόνος, είμαι δυνατός για το δίκιο μου και είμαι σίγουρος ότι δε σφάλλω. Όταν όμως απευθύνομαι στον άλλο, αρχίζω να αντιλαμβάνομαι έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης. Υπό αυτή την έννοια η ρητορική είναι μία διαδικασία προσέγγισης και πολιτισμού. Προμηθεύει ένα μοντέλο δημιουργίας ανθρωπίνων σχέσεων, που μπορεί να μας βοηθήσει να ζήσουμε λίγο καλύτερα και όλοι μαζί. Η βία και η καταπίεση αναπτύσσονται σε κοινωνίες που δεν αφήνουν θέση στον ελεύθερο λόγο και στην ανταλλαγή επιχειρημάτων. Δηλαδή όπου υπάρχει η ρητορική, αποδέχεται κανείς την ύπαρξη του άλλου. Ένα από τα περίφημα συνθήματα του Μάη του ΄68 «Φτάνουν οι πράξεις, ας περάσουμε στα λόγια», εννοεί ακριβώς αυτό.

Μέλος του Institut de France και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, ο ελληνιστής Laurent Pernot είναι ο σπουδαίος Γάλλος ειδικός της ρητορικής της Αρχαιότητας.




Τρίτη 21 Αυγούστου 2018

Η τριμερής θεωρία της γνώσης


Ο πλατωνικός ορισμός της γνώσης

Στον διάλογο Θεαίτητος, ο Πλάτων προβαίνει σε μια αριστοτεχνική διερεύνηση της έννοιας της γνώσης. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι ότι η γνώση αποτελεί «μετά λόγου αληθή δόξαν» (δηλαδή μια γνώμη που συνοδεύεται από μια «λογική εξήγηση» του γιατί είναι αληθής) ή, πιο απλά, «τεκμηριωμένη αληθής πεποίθηση». Αυτή η αποκαλούμενη τριμερής θεωρία της γνώσης μπορεί να εκφραστεί τυπολογικά ως εξής:

Το άτομο Σ γνωρίζει την πρόταση Π εάν και μόνο εάν:

  1. Η Π αληθεύει.
  2. Ο Σ πιστεύει την Π.
  3. Ο Σ πιστεύει δικαιολογημένα την Π. 

Σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό, οι προτάσεις 1, 2, και 3 αποτελούν αναγκαίες και ικανές συνθήκες της γνώσης. Οι προϋποθέσεις 1 και 2 έχουν γίνει γενικά αποδεκτές χωρίς ιδιαίτερες αντιρρήσεις – δεν μπορείς να γνωρίζεις κάτι ψευδές και πρέπει να πιστεύεις αυτό που υποστηρίζεις ότι γνωρίζεις και λίγοι έχουν αμφισβητήσει την ανάγκη, για κάποιο είδος κατάλληλης τεκμηρίωσης, όπως ορίζεται στην πρόταση 3: αν πιστεύεται ότι η ομάδα Χ θα κερδίσει την ομάδα Ψ επειδή έτσι το παίξατε στο δελτίο των προγνωστικών, γενικά δεν θεωρείται ότι γνωρίζεται το αποτέλεσμα, ακόμη και αν η ομάδα Χ τύχει να κερδίσει την ομάδα Ψ. Απλά σταθήκατε τυχεροί.

Η ανατροπή του Γκέτιερ

Όπως ήταν αναμενόμενο, μεγάλη προσοχή δόθηκε στην ακριβή μορφή και το βαθμό τεκμηρίωσης που απαιτείται από την προϋπόθεση 3, αλλά το βασικό πλαίσιο της τριμερούς θεωρίας ήταν ευρέως αποδεκτό για σχεδόν 2500 χρόνια. Αλλά το 1963, ο Αμερικανός φιλόσοφος Έντουαρντ Γκέτιερ ανέτρεψε τα πάντα. Σε μια σύντομη εργασία, ο Γκέτιερ παρουσίασε ορισμένα αντιπαραδείγματα, […] στα οποία κάποιος διαμόρφωνε μια πεποίθηση που ήταν αληθής και τεκμηριωμένη – δηλαδή τηρούσε και τις τρεις προϋποθέσεις που έθετε η τριμερής θεωρία – παρ’ όλα αυτά όμως δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι γνώριζε αυτό που πίστευε ότι γνωρίζει.

Για παράδειγμα, στην Κωμωδία των Παρεξηγήσεων του Σαίξπηρ υπάρχουν δυο ζεύγη ολόιδιων διδύμων. Ο Αντίφιλος και ο Δρόμιος από τις Συρακούσες και ο Αντίφιλος και ο Δρόμιος από την Έφεσο – οι οποίοι χωρίστηκαν μετά τη γέννα στη διάρκεια ενός ναυαγίου. Ο Σαίξπηρ χρησιμοποιεί την επανένωσή τους γα να δημιουργήσει μια ευφυέστατη φαρσοκωμωδία που μπορεί να αναλυθεί με τον ίδιο τρόπο όπως τα αντιπαραδείγματα του Γκέτιερ.  Όταν ο Αντίφιλος ο Συρακούσιος φτάνει στη Έφεσο, ο Άγγελος, ο ντόπιος χρυσοχόος, τον προσφωνεί «Αφέντη Αντίφιλε». Μπερδεμένος, αφού δεν είχε ξαναβρεθεί ποτέ στην Έφεσο, ο Αντίφιλος ο Συρακούσιος απαντά: «Ναι αυτό είναι το όνομά μου». Ο Άγγελος αποκρίνεται: «Το γνωρίζω καλά κύριε». Σύμφωνα με την τριμερή θεωρία, η πεποίθησή του είναι τεκμηριωμένη, ωστόσο είναι απλή σύμπτωση που ο πελάτης του έχει έναν δίδυμο αδελφό με το ίδιο όνομα.

Το πρόβλημα που αποκαλύπτουν τα παραδείγματα τύπου Γκέτιερ είναι ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η τεκμηρίωση μιας πεποίθησης δεν συνδέεται σωστά με την αλήθεια αυτής της πεποίθησης. Επομένως, το κατά πόσο είναι αληθής, είναι λίγο πολύ θέμα τύχης. Έκτοτε, έχει καταβληθεί μεγάλη προσπάθεια να καλυφθεί το κενό που αποκάλυψε ο Γκέτιερ. Κάποιοι φιλόσοφοι αμφισβητούν κάθε προσπάθεια ορισμού της γνώσης με τους όρους ικανών και αναγκαίων συνθηκών. Συχνότερα, όμως, οι προσπάθειες να επιλυθεί το πρόβλημα Γκέτιερ περιλαμβάνουν την εύρεση μια φευγαλέας «τέταρτης προϋπόθεσης» που μπορεί να προστεθεί στο πλατωνικό μοντέλο. […]

Μια πρόταση για την τέταρτη προϋπόθεση που θα συμπληρώσει την τριμερή θεωρία είναι ότι η γνώση θα πρέπει να είναι αυτό που οι φιλόσοφοι αποκαλούν "ακατάλυτη". Η ιδέα είναι ότι δεν πρέπει να υπάρχει τίποτα που θα μπορούσε να γνωρίζει κάποιος, το οποίο θα ανέτρεπε τους λόγους που είχε να πιστεύει κάτι. [...] η απαίτηση για ακατάλυτη γνώση θέτει τον πήχη τόσο ψηλά που ελάχιστα απ' όσα θεωρούμε συνήθως ως γνώση πληρούν το κριτήριο.

Από τη δημοσίευση της εργασίας του Γκέτιερ και έπειτα, η αναζήτηση ενός «μπαλώματος» έχει εξελιχθεί σε ένα είδος φιλοσοφικού εξοπλιστικού αγώνα δρόμου. Στις απόπειρες βελτίωσης του τριμερούς ορισμού έχει αντιπαραβληθεί ένας καταιγισμός από αντιπαραδείγματα που σκοπό έχουν να δείξουν ότι συνεχίζει να υπάρχει κάποιο ψεγάδι. Προτάσεις που φαίνεται να αποφεύγουν το πρόβλημα Γκέτιερ, το επιτυγχάνουν συνήθως με υψηλό τίμημα: τον αποκλεισμό μεγάλου μέρους όσον διαισθητικά θεωρούμε γνώση.

Επιμύθιο

Τι ξέρουμε πραγματικά;


Διόπτρα, 2017 (σ. 30-33)