Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Η ηθική του Δημόκριτου

Σύμφωνα με τον Δημόκριτο, ακόμα και η ψυχή αποτελείται από άτομα: από τα λεπτοφυέστερα και πιο ευκίνητα άτομα, που ο Δημόκριτος ονομάζει «άτομα της φωτιάς»· αυτό που εμείς χαρακτηρίζουμε συναισθήματα και επιθυμίες είναι οι κινήσεις των ατόμων της φωτιάς. Αλλά με βάση αυτή την αυστηρά υλιστική ψυχολογία ο Δημόκριτος ανέπτυξε μια έντονα ιδεαλιστική ηθική. Οι αισθησιακές απολαύσεις, λέει, σημαίνουν για την αληθινά ηθική συμπεριφορά ό,τι και οι αισθητηριακές εντυπώσεις για την αληθινή γνώση· η ευτυχία και η δυστυχία δεν εξαρτώνται από εξωτερικά πράγματα, αλλά από τον δαίμονα που φωλιάζει στα στήθια μας· οι θεοί δεν δίνουν στους ανθρώπους παρά μόνον αγαθά, αλλά η ανθρώπινη μωρία τα μετατρέπει σε δεινά. Ο Δημόκριτος εντοπίζει την αληθινή μακαριότητα στην ολιγάρκεια, στην αγνότητα της πράξης και του φρονήματος, στην καλλιέργεια του πνεύματος, που «στην ευτυχία είναι στολίδι, στη δυστυχία καταφύγιο», και πάνω απ' όλα σ’ εκείνη την κατάσταση της χαρμόσυνης ψυχικής ηρεμίας, που τη χαρακτηρίζει με το ωραίο όνομα γαλήνη· την κατάσταση δηλαδή όπου η ψυχή είναι ατάραχη σαν την ακύμαντη θάλασσα.

Ο Δημόκριτος διδάσκει, ακόμα, ότι όποιος αδικεί είναι πιο δυστυχισμένος από αυτόν που αδικείται και ότι δεν πρέπει απλώς να μην κάνει κανείς το κακό, αλλά και να μη θέλει να το κάνει· πρέπει να ντρέπεται κανείς τον εαυτό του περισσότερο απ’ ό,τι τους άλλους και ν' αποφεύγει το άδικο, αδιάφορο αν αυτό το ξέρει κάποιος ή όχι —μια σκέψη που είναι σχεδόν καντιανή.

Αν τα συνοψίσουμε όλα αυτά, βλέπουμε ότι ο Δημόκριτος ήταν θεωρητικός υλιστής, αλλά όχι πρακτικός υλιστής, και ότι το σύστημά του ήταν υλιστικό, αλλά όχι ρεαλιστικό. Αυτές οι δύο έννοιες συγχέονται συχνά μεταξύ τους, γιατί στη νεότερη φιλοσοφία συνήθως συμπίπτουν. Έτσι, όπως είναι γνωστό, η λέξη «επικούρειος» δεν σημαίνει σήμερα μόνο τον οπαδό του δημοκρίτειου ατομισμού, αλλά και τον λάτρη των αισθησιακών ηδονών. Αλλά, τουλάχιστο για τον ίδιο τον Επίκουρο, αυτός ο ορισμός δεν αληθεύει. Ακόμα μεγαλύτερες παρανοήσεις υπάρχουν γύρω από το δεύτερο σκέλος. Μπορεί να είναι κανείς υλιστής, δηλαδή να πιστεύει ότι δεν υπάρχει τίποτ' άλλο παρά μόνον η ύλη, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι πιστεύει αναγκαία στην πραγματικότητα του κόσμου των φαινομένων. Αυτή η αστόχαστη, ρηχή αντίληψη χαρακτηρίζει μόνο μια ορισμένη τάση του υλισμού, τη σύγχρονη, επειδή όμως είναι η γνωστότερη τη θεωρούμε γενικά ως τη μοναδική. Το πειστικότερο παράδειγμα για το αντίθετο είναι ο Δημόκριτος. Οι δύο μοναδικές οντότητες που αναγνωρίζει ως πραγματικές, τα άτομα και ο κενός χώρος, δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά με τις αισθήσεις. Άλλωστε, ο Δημόκριτος λέει κατηγορηματικά: «το δεν ου μάλλον εστί ή το μηδέν», δηλαδή το σώμα, ο κόσμος των ατόμων (το «δεν») δεν είναι περισσότερο υπαρκτό απ’ ό,τι το μηδέν (ο κενός χώρος), και κάπου αλλού λέει: «Στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε τίποτα, γιατί η αλήθεια κρύβεται στο βάθος». Επομένως, ο Δημόκριτος δεν ήταν μόνο φαινομενοκράτης, αλλά γενικά αγνωστικιστής, και επίσης (πράγμα που μας εκπλήσσει περισσότερο απ’ όλα, προκειμένου για έναν υλιστή) αντι-εμπειριοκράτης. Τονίζει ότι η γνήσια γνώμη δεν μπορεί ποτέ να προκύψει από τις παραπλανητικές εντυπώσεις των αισθήσεων, που μας απομακρύνουν από την αλήθεια, παρά μόνον από του στοχασμό. Έχει μεγάλη σημασία να συνειδητοποιήσουμε ότι η κοσμοαντίληψη, στην οποία βασίζεται ακόμα και σήμερα η ακριβής επιστήμη, δε διαμορφώθηκε με πειραματικό, αλλά με καθαρά θεωρητικό τρόπο. Τα άτομα είναι ιδέες και η δημοκρίτεια φυσική δεν είναι λιγότερο μεταφυσική απ’ ό,τι η πλατωνική και η αριστοτέλεια.

Ο Δημόκριτος δεν αναφέρεται ποτέ από τον Πλάτωνα, ενώ από τον Αριστοτέλη μνημονεύεται μόνον επικριτικά. Λέγεται μάλιστα ότι ο Πλάτων ήθελε ν’ αγοράσει όλα τα γραφτά του Δημόκριτου και να τα κάψει. Αυτός ο θρύλος επαληθεύθηκε, από την άποψη ότι ο πλατωνισμός καταβρόχθισε πράγματι τον δημοκριτισμό σαν μια σατανική αίρεση, γιατί η φιλοσοφία δεν είναι καθόλου πιο ανεξίγνωμη από την Εκκλησία. Ίσως απ’ όλες τις απώλειες αρχαίων έργων αυτή να είναι η πιο λυπηρή, γιατί δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Δημόκριτος ήταν ένα πνεύμα ισάξιο του Πλάτωνα· ο Κικέρων μάλιστα υποστηρίζει ότι ακόμα και από υφολογική άποψη έστεκε στο ίδιο επίπεδο. Οι μεταγενέστεροι περιορίζονται αναγκαστικά να διακρίνουν το αμυδρό περίγραμμα ενός εκπληκτικού φαινόμενου: ότι σ' εκείνη την ευλογημένη εποχή τα δύο μοναδικά συνεπή και ολοκληρωμένα φιλοσοφικά συστήματα, ο ιδεαλισμός και ο υλισμός, διαμορφώθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα από δύο μεγαλοφυΐες, χάρη στις οποίες απόκτησαν τόση στιβαρότητα και στιλπνότητα, ώστε λάμπουν ακόμα στο στερέωμα της ανθρώπινης σκέψης, το ένα σαν κοντινός και γνώριμος ήλιος, το άλλο σαν ένα μακρινό αστέρι, που μόνο το αιώνιο φως του μαρτυρεί την ύπαρξή του.

Egon Friedell, Πολιτιστική ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας

[Εκδόσεις Πορεία, 1994, σελ. 278-280]



Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Τα 9 είδη ευφυΐας

Συνηθίζουμε να «μετράμε» την ευφυΐα –στον βαθμό που κάτι τέτοιο είναι δυνατό πρακτικά– με τη βοήθεια του Δείκτης Νοημοσύνης, ευρύτερα γνωστό ως IQ. Ωστόσο, ο ψυχολόγος Χάουαρντ Γκάρντνερ θεωρεί ότι η προσέγγιση αυτή είναι υπερβολικά απλουστευτική και ότι κάθε άνθρωπος διαθέτει έως και εννέα διαφορετικά είδη ευφυΐας.

Καθένα από αυτά τα εννέα είδη ευφυΐας «έχει τα δικά του πλεονεκτήματα και τις δικές του αδυναμίες», σύμφωνα με τον Γκάρντνερ. Αν και βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση μεταξύ τους, παραμένουν ξεχωριστές οντότητες.

Χωροταξική ευφυΐα: Η ικανότητα οπτικοποίησης του κόσμου στις τρεις του διαστάσεις.

Φυσιογνωστική ευφυΐα: Η ικανότητα κατανόησης των ζωντανών οργανισμών και της φύσης.

Μουσική ευφυΐα: Η ικανότητα διάκρισης των ήχων, των τόνων, του ρυθμού κ.λπ.

Λογική-μαθηματική ευφυΐα: Η ικανότητα ποσοτικοποίησης, ανάπτυξης υποθέσεων και απόδειξης αυτών.

Υπαρξιακή ευφυΐα: Η ικανότητα διαχείρισης των ερωτημάτων που αφορούν τους λόγους της ύπαρξης και του θανάτου.

Διαπροσωπική ευφυΐα: Η ικανότητα αντίληψης των συναισθημάτων και των κινήτρων των άλλων ανθρώπων.

Σωματική-κιναισθητική ευφυΐα: Η ικανότητα συντονισμού του σώματος με τον νου.

Γλωσσική ευφυΐα: Η ικανότητα εύρεσης των κατάλληλων λέξεων για να περιγραφούν συγκεκριμένες έννοιες.

Ενδοπροσωπική ευφυΐα: Η ικανότητα κατανόησης του εαυτού, των συναισθημάτων, των επιθυμιών του ίδιου του ατόμου.




Εσείς πόσα από αυτά πιστεύετε ότι διαθέτετε;

Πηγή: Κέρδος online  


Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

Η προέλευση της λέξης «λιντσάρισμα»

Η ταινία The Great Debaters είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα που διαδραματίζονται γύρω στα 1935, όταν οι φυλετικές διακρίσεις ήταν ακόμα έντονες στις ΗΠΑ.

Ο Melvin Tolson (Denzel Washington), καθηγητής του μικρού κολλεγίου των μαύρων “Wiley College” στο Marshall του Τέξας, προπονεί μια ομάδα επίλεκτων φοιτητών για λογομάχους (debaters). Η ιδέα της λογομαχίας είναι η εξής: παίρνουμε ένα θέμα, χωριζόμαστε σε δύο ομάδες και στη συνέχεια το αναλύουμε. Η μια ομάδα επιχειρηματολογεί υπέρ του, η άλλη κατά.

Σε ένα από τα «διαλύματα» της προετοιμασίας της ομάδας ο καθηγητής βρίσκει την ευκαιρία να πληροφορήσει τους φοιτητές του την προέλευση της λέξης λιντσάρισμα:

Πάρε τον πιο κακό και ανήσυχο νέγρο… ξεγυμνώστε τον απ’ τα ρούχα του, μπροστά σε όλους τους νέγρους άντρες, … νέγρες γυναίκες και παιδιά. Πασαλείψτε τον με πίσσα και πούπουλα. Δέστε το κάθε πόδι του σε ένα άλογο που κοιτάει προς αντίθετη κατεύθυνση. Βάλτε του φωτιά και χτυπήστε τα δύο άλογα… μέχρι να τον κόψουν στη μέση. Μπροστά στους νέγρους άντρες, γυναίκες και παιδιά.
Δείρτε και μαστιγώστε τους εναπομείναντες νέγρους… σχεδόν μέχρι θανάτου. Μην τους σκοτώσετε. Αλά βάλτε το φόβο Θεού μέσα τους, … γιατί θα είναι χρήσιμοι για μελλοντική αναπαραγωγή. Ξέρει κανείς ποιος ήταν ο Willie Linch; […]
Ήταν ένας αδυσώπητος ιδιοκτήτης σκλάβος των Δυτικών Ινδιών. Τα αφεντικά των σκλάβων της αποικίας της Βιρζίνια είχαν προβλήματα… να κοντρολάρουν τους σκλάβους τους. Έτσι ζήτησαν από τον Linch να τους διδάξει τη μέθοδό του.
Η λέξη «λιντσάρισμα» βγήκε από το επίθετό του. Οι μέθοδοί του ήταν απλές αλλά διαβολικές. Κράτα τον σκλάβο σωματικά δυνατό … αλλά ψυχολογικά αδύνατο και εξαρτημένο απ’ το αφεντικό του.
Κράτα το σώμα, πάρε του το μυαλό.

video

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

Καπιταλισμός και δημοκρατία δοκιμάζουν τα όριά τους

Tου Martin Wolf

Αντέχει στον χρόνο το πάντρεμα της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του παγκόσμιου καπιταλισμού; Οι πολιτικές εξελίξεις σε ολόκληρη τη Δύση -ιδιαίτερα η υποψηφιότητα ενός απολυταρχικού λαϊκιστή για την προεδρία της πιο σημαντικής δημοκρατίας- εντείνουν τη σημασία αυτού του ερωτήματος.

Δεν μπορεί κανείς να θεωρήσει δεδομένη την επιτυχία των πολιτικών και οικονομικών συστημάτων που οδηγούν τον δυτικό κόσμο και έχουν σταθεί πόλος έλξης για το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου εδώ και τέσσερις δεκαετίες. Τότε εγείρεται η απορία: αν όχι αυτά, τότε ποια;

Υπάρχει μια φυσική σύνδεση μεταξύ της φιλελεύθερης δημοκρατίας -του συνδυασμού του γενικού δικαιώματος ψήφου με κατοχυρωμένα πολιτικά και ατομικά δικαιώματα- και του καπιταλισμού, του δικαιώματος να αγοράζεις και να πουλάς ελεύθερα, αγαθά, υπηρεσίες, κεφάλαιο και την ίδια την εργασία σου. Αυτά τα δύο μοιράζονται την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να αποφασίζουν για τον εαυτό τους, ως άτομα και ως πολίτες. Η δημοκρατία και ο καπιταλισμός μοιράζονται την υπόθεση ότι ο κόσμος δικαιούται να ασκεί παρεμβάσεις. Οι άνθρωποι πρέπει να θεωρούνται παράγοντες, όχι απλά αντικείμενα της εξουσίας άλλων.

Και όμως, είναι εύκολο να εντοπίσει κανείς και «εντάσεις» μεταξύ της δημοκρατίας και του καπιταλισμού. Η δημοκρατία υποστηρίζει την ισότητα και την ισονομία. Ο καπιταλισμός προάγει την ανισότητα, τουλάχιστον εκ του αποτελέσματος. Αν η οικονομία «ζορίζεται», η πλειοψηφία ενδέχεται να επιλέξει τον απολυταρχισμό, όπως συνέβη κατά τη δεκαετία του 1930. Αν τα αποτελέσματα στην οικονομία γίνουν υπερβολικά άνισα, οι πλούσιοι μπορεί να μετατρέψουν τη δημοκρατία σε πλουτοκρατία.

Ιστορικά, η άνοδος του καπιταλισμού και η πίεση για ακόμη ευρύτερο δικαίωμα ψήφου πήγαιναν μαζί. Γι' αυτό τον λόγο οι πιο πλούσιες χώρες είναι φιλελεύθερες δημοκρατίες με, πάνω κάτω, καπιταλιστικές οικονομίες. Οι ευρέως κοινές αυξήσεις στα πραγματικά εισοδήματα αποτέλεσαν ζωτικής σημασίας κομμάτι της νομιμοποίησης του καπιταλισμού και της σταθεροποίησης της δημοκρατίας.

Σήμερα, ωστόσο, ο καπιταλισμός δυσκολεύεται πολύ περισσότερο να παράγει τέτοιου είδους βελτιώσεις στην ευημερία. Αντίθετα, υπάρχουν ενδείξεις αυξανόμενης ανισότητας και επιβραδυμένης ανάπτυξης της παραγωγικότητας. Αυτός ο δηλητηριώδης συνδυασμός περιορίζει τη δημοκρατία και καθιστά παράτυπο τον καπιταλισμό.

Ο καπιταλισμός της εποχής μας είναι παγκόσμιος. Και αυτό ακόμη μπορεί να θεωρηθεί φυσικό. Αν είναι στο χέρι τους, οι καπιταλιστές δεν θα περιορίσουν τις δραστηριότητές τους σε οποιαδήποτε δικαιοδοσία. Αν οι ευκαιρίες είναι παγκόσμιες, επομένως, το ίδιο θα είναι και οι δραστηριότητές τους. Το ίδιο θα είναι, κατά συνέπεια, και οι οικονομικοί οργανισμοί, ιδιαίτερα οι μεγάλες εταιρίες.

Και όμως, όπως σημειώνει ο Ντάνι Ρόντρικ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, η παγκοσμιοποίηση περιορίζει την εθνική αυτονομία. Ο καθηγητής γράφει ότι «η δημοκρατία, η εθνική κυριαρχία και η παγκόσμια οικονομική ολοκλήρωση είναι αμοιβαία ασυμβίβαστα: μπορούμε να συνδυάσουμε οποιαδήποτε δύο από τα τρία, αλλά ποτέ δεν θα έχουμε και τα τρία ταυτόχρονα και καθ' ολοκληρία».

Αν οι χώρες είναι ελεύθερες να θεσπίσουν εθνικούς κανονισμούς, η ελευθερία να αγοράζεις και να πουλάς εκτός συνόρων θα ελαττωθεί. Εναλλακτικά, αν αφαιρεθούν οι φραγμοί και εναρμονιστούν οι κανονισμοί, ελαττώνεται η νομοθετική αυτονομία των κρατών. Η ελεύθερη διασυνοριακή μετακίνηση του κεφαλαίου είναι ιδιαίτερα πιθανό να περιορίσει την ικανότητα των κρατών να παγιώσουν τους δικούς τους φόρους και κανονισμούς.

Επιπλέον, ένα κοινό χαρακτηριστικό των περιόδων παγκοσμιοποίησης είναι η μαζική μετανάστευση. Η διασυνοριακή μετακίνηση δημιουργεί την πιο ακραία σύγκρουση μεταξύ της ελευθερίας του ατόμου και της δημοκρατικής κυριαρχίας. Το πρώτο επιτάσσει να επιτρέπεται στους ανθρώπους να μετακινούνται όπου θέλουν. Το δεύτερο προβλέπει ότι η υπηκοότητα είναι δικαίωμα συλλογικής ιδιοκτησίας, την πρόσβαση στο οποίο ελέγχουν οι πολίτες. Στο μεταξύ, οι επιχειρήσεις θεωρούν πολύτιμη τη δυνατότητα να προσλαμβάνουν ελεύθερα. Μόνο αναμενόμενο είναι το ότι η μετανάστευση έχει γίνει το αλεξικέραυνο της σύγχρονης δημοκρατικής πολιτικής. Η μετανάστευση αργά ή γρήγορα δημιουργεί τριβή μεταξύ της εθνικής δημοκρατίας και της παγκόσμιας οικονομικής ευκαιρίας.

Αναλογιστείτε τις απογοητευτικές πρόσφατες επιδόσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού, κυρίως της ανατάραξης της χρηματοπιστωτικής κρίσης και των καταστροφικών συνεπειών της στην εμπιστοσύνη προς τις ελίτ που κρατούν τα ηνία των πολιτικών και οικονομικών συστημάτων μας. Δεδομένων όλων αυτών, η εμπιστοσύνη δείχνει αδικαιολόγητη στο πλαίσιο ενός μακροχρόνιου παντρέματος της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Επομένως τι θα μπορούσε να πάρει τη θέση του; Μια πιθανότητα θα ήταν η άνοδος μιας παγκόσμιας πλουτοκρατίας και άρα στην πραγματικότητα το τέλος των εθνικών δημοκρατιών. Όπως συνέβη με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι μορφές των δημοκρατιών μπορεί να δείχνουν πως θα αντέξουν αλλά αυτό δεν θα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Μια αντίθετη εναλλακτική θα ήταν η άνοδος των αντιφιλελεύθερων δημοκρατιών ή των πλήρως λαϊκίστικου χαρακτήρα δικτατοριών, στις οποίες ο εκλεγμένος ηγέτης ελέγχει και το κράτος και τους καπιταλιστές. Αυτό είναι που συμβαίνει στη Ρωσία και την Τουρκία. Ο ελεγχόμενος εθνικός καπιταλισμός θα αντικαθιστούσε τότε τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Κάτι σαν αυτό που συνέβη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '30. Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς δυτικούς πολιτικούς που θα ήθελαν να κινηθούν ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση.

Στο μεταξύ, όλοι εμείς που επιθυμούμε να διατηρήσουμε τόσο τη φιλελεύθερη δημοκρατία, όσο και τον παγκόσμιο καπιταλισμό, ερχόμαστε αντιμέτωποι με σοβαρά ερωτήματα. Ένα από αυτά είναι το αν έχει νόημα να προωθηθούν περαιτέρω οι διεθνείς συμβάσεις που περιορίζουν στενά την κρίση των εθνικών ρυθμιστικών πλαισίων, προς τα συμφέροντα των υπάρχοντων εταιριών.

Η άποψή μου θυμίζει όλο και περισσότερο εκείνη του καθηγητή του Χάρβαρντ, Λόρενς Σάμερς, ο οποίος έχει επιχειρηματολογήσει ότι «οι διεθνείς συμφωνίες (θα έπρεπε να) κρίνονται όχι με βάση το σε πόσα σημεία εναρμονίζονται ή το πόσοι φραγμοί εξαλείφονται, αλλά με βάση το αν ισχυροποιείται η εξουσία των πολιτών». Το εμπόριο φέρνει κέρδη, αλλά δεν μπορεί να επιδιωχθεί με κάθε κόστος.

Πάνω απ' όλα, αν είναι να διατηρηθεί η νομιμότητα των δημοκρατικών πολιτικών μας συστημάτων, η οικονομική πολιτική θα πρέπει να προσανατολίζεται στην προώθηση του συμφέροντος των πολλών και όχι των λίγων. Πρώτη προτεραιότητα θα είναι οι πολίτες ως σύνολο, στους οποίους θα δίνουν λόγο οι πολιτικοί. Αν αποτύχουμε σε αυτό, είναι πιθανό να καταρρεύσει η βάση της πολιτικής μας τάξης. Αυτό δεν θα ήταν καλό για κανέναν.

Ο «γάμος» της φιλελεύθερης δημοκρατίας με τον καπιταλισμό χρειάζεται να καλλιεργείται και να ενισχύεται. Δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένος.


Πηγή: euro2day.gr