Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Οι φιλικές σχέσεις και οι τυπικές σχέσεις

Η τηλεοπτική σειρά «The Young Pope» είναι ένα δημιούργημα του Πάολο Σορεντίνο.

Παρουσιάζει  την ανάδειξη στο προσκήνιο του πρώτου Αμερικανού Πάπα και σε νεαρή μάλιστα ηλικία. Τον Λένι Μπελάρντο, ο οποίος θα εξελιχθεί στον Πάπα Πίο τον 13ο υποδύεται ο Τζουντ Λο. Αντίπαλο δέος είναι ο Καρδινάλιος Βοϊέλο. Τον οποίο υποδύεται ο Σίλβιο Ορλάντο και οι σκηνές που μοιράζεται με τον Λο είναι σκέτη απόλαυση. Σημαντικός είναι και ο ρόλος της αειθαλούς Νταϊάν Κίτον ως μια Αμερικανίδα μοναχή που ζει στο Βατικανό και μεγάλωσε τον Μπελάρντο, βοηθώντας τον να αναρριχηθεί στη θέση του Πάπα.

Στην σκηνή που ακολουθεί (από το πρώτο επεισόδιο της σειράς) ο Πάπας, σαν αντίδραση στη φιλική συμπεριφορά της μαγείρισσας απέναντί του, διατυπώνει τις απόψεις του για τις φιλικές και τις τυπικές σχέσεις:

Οι φιλικές σχέσεις είναι επικίνδυνες. Είναι επιδεκτικές στην αμφισημία, τις παρεξηγήσεις και τις συγκρούσεις. Και πάντα τελειώνουν άσχημα.
Οι τυπικές σχέσεις, από την άλλη είναι ξεκάθαρες σαν κρύσταλλο. Οι κανόνες τους είναι απαράβατοι. Δεν υπάρχει ο κίνδυνος των παρεξηγήσεων και διαρκούν για πάντα. 
Λοιπόν πρέπει να γνωρίζεις ότι δεν επιδοκιμάζω τις φιλικές σχέσεις. Αλλά είμαι υπέρμαχος των τυπικών σχέσεων.
Όπου υπάρχουν τυπικές σχέσεις, υπάρχουν κανόνες. Κι όπου υπάρχουν κανόνες, η γήινη ευταξία ζει και βασιλεύει.

video

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Η έννοια της "τέχνης" στον Πλάτωνα

[Στον Πλάτωνα] ... θεμελιώδης είναι ο όρος τέχνη που ευνόητα μεταφράζεται συνήθως ως καλλιτεχνία, αλλά το νόημά του πλησιάζει περισσότερο προς τη χειροτεχνία. Τέχνη είναι η ικανότητα να κάνουμε κάτι που απαιτεί ασυνήθιστη επιδεξιότητα και εξειδίκευση∙ προϋποθέτει γνώσεις για το πώς θα πετύχουμε ένα σκοπό.

Στο Σοφιστή, όπου ο Πλάτων παρουσιάζει ως παράδειγμα ένα λεπτομερή διχοτομικό ορισμό της «τέχνης» ψαρέματος, διαιρεί τις τέχνες γενικά σε «αποθησαυριστικές» (όπως η απόκτηση χρημάτων) ή δημιουργικές, που πλάθουν κάτι το οποίο δεν υπήρχε προηγουμένως (Σοφιστής 265b). Οι παραγωγικές τέχνες περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα από δεξιότητες –λ.χ., την ξυλουργική, την αυλητική, «τη ζωγραφική, την υφαντική, τη διακόσμηση, την αρχιτεκτονική, την επιπλοποιία» (Πολιτεία 401a).

Ο Πλάτων προτείνει διάφορους τρόπους για την υποδιαίρεση όλων αυτών των τεχνών –συμπεριλαμβανομένης, λ.χ., και μιας διαίρεσης σε ανθρώπινες και θεϊκές τέχνες (Σοφιστής 265b). Δεν κάνει τη διάκριση που θα περίμενε ένας σημερινός αισθητικός –δηλαδή ανάμεσα σε «καλές τέχνες» και χρησιμοθηρικές τέχνες.

Οι όροι που χρησιμοποιεί ο ίδιος δεν είναι πάντα διαφωτιστικοί. Λ.χ., ο όρος μουσική μπορεί να σημαίνει μουσική ή καλές τέχνες γενικά ή ακόμα και κάτι σαν γενική παιδεία. Ο Σωκράτης παρατηρεί στο Συμπόσιο (205c) ότι «όλη η αιτία που κάτι περνάει από την ανυπαρξία στην ύπαρξη είναι η σύνθεση ή ποίηση» αν και συνήθως μόνον «ότι αφορά τη μουσική και το μέτρο» ονομάζεται ποίηση. Αλλά δεν θεσπίζει ρητά καμιά ειδική κατηγορία για τις εικαστικές τέχνες (ζωγραφική, γλυπτική, αρχιτεκτονική) τις διάφορες μορφές λογοτεχνίας και ορισμένες μικτές μουσικές τέχνες – όπως ο χορός, το τραγούδι και η «χορωδιακή τέχνη» που συνδυάζει χορό και τραγούδι. Σήμερα, φυσικά χρησιμοποιούμε τον όρο «τέχνη» μόνο για τις παραπάνω τέχνες.

Ο Πλάτων φαίνεται να δέχεται σιωπηρά μια διάκριση ανάμεσα στις τέχνες με αυτή τη στενότερη σημασία και τις άλλες χειροτεχνικές δραστηριότητες. Πρώτα απ’ όλα, αυτές είναι οι μόνες τέχνες με τις οποίες πρέπει να έχουν επαφή οι νεαροί φύλακες της Πολιτείας αυτές προσδίδουν γόητρο. Και η διαφορά αυτή φαίνεται από τον εύγλωττο τρόπο με τον οποίο ο Πλάτων χρησιμοποιεί τον όρο τέχνη.

Η ανώτερη, ευγενέστερη και περιεκτικότερη τέχνη, όπως μας λέει ο Πλάτων στους Νόμους και στην Πολιτεία, είναι η πολιτική ικανότητα, η πολιτική ή βασιλική «τέχνη» (Πολιτεία 342c Ευθύδημος 291c): και όταν ο Πλάτων θέλει να πει όσο γίνεται πιο γλαφυρά και εντυπωσιακά ποιο είναι το καθήκον που αντιμετωπίζει ο νομοθέτης που θέλει να εγκαθιδρύσει μια κοινωνική τάξη πραγμάτων αντάξια του ανθρώπου και να πλάσει τους θεσμούς της με τέτοιο τρόπο ώστε να καρποφορήσουν και να αντέξουν στο χρόνο, φαίνεται πάντοτε να συγκρίνει την πολιτική και μια από τις καλές τέχνες – λ.χ., τη σύνθεση μια τραγωδίας (Νόμοι 817b), το χρωμάτισμα ενός γλυπτού (Πολιτεία 420c), τη ζωγραφική (Νόμοι 769 και Πολιτεία 484c). Άλλωστε, οι καλές τέχνες θέτουν τα πιο δύσκολα φιλοσοφικά προβλήματα. Δεν χρειάζεται να πει κανείς και πολλά για να δικαιολογήσει την κατασκευή παπουτσιών και το χτίσιμο σπιτιών […] Αλλά το δράμα, η μουσική και η διακόσμηση των κτιρίων προβληματίζουν εξαιρετικά και πολύπλευρα τον Πλάτωνα, γιατί δεν είναι καθόλου φανερός ο λόγος της ύπαρξής τους.

Μπορεί κανείς να πει ορισμένα πράγματα για όλες τις παραγωγικές τέχνες. Χάρη σ’ αυτές αναφύεται κάτι καινούριο για να το δημιουργήσει κανείς πρέπει να χρησιμοποιήσει με κάποιο τρόπο διάφορα υλικά μέσα, να τα συγκεντρώσει ή να τα μετασχηματίσει πρέπει να έχει μια σχετική δεξιότητα ή ένα σύνολο από δεξιότητες και πρέπει να διαθέτει κάποιο είδος γνώσης – μουσικός, για παράδειγμα, είναι όποιος κατέχει την «τέχνη να αναγνωρίζει τους ήχους που μπορούν ή δεν μπορούν να συγκερασθούν» (Σοφιστής 253b). Αλλά και η έλλογη παραγωγική εργασία έχει επίσης ένα σκοπό και ακολουθεί ένα σχέδιο που καθοδηγεί τον τεχνίτη στη δουλειά του. Επομένως, με μια πολύ πλατιά έννοια, κάθε μορφή παραγωγής είναι μια «μίμηση» 

[…] όπως λέει ο Σωκράτης στην Πολιτεία, η τέχνη απέχει ένα βήμα από την υλική υπόσταση [γέννημα] και δύο βήματα από την πραγματικότητα [φύσις], δηλαδή τις υπερβατικές Μορφές που βρίσκονται πίσω από τις υλικές (597, 602). Στην πλατωνική κλίμακα των τεσσάρων βαθμίδων της γνώσης, που παριστάνεται με τη βοήθεια μιας βαθμονομημένης γραμμής (509-11), η τέχνη ανήκει στην κατώτατη βαθμίδα (εικασία).   

Monroe C. Beardsley, Ιστορία των αισθητικών θεωριών 

[Εκδόσεις Νεφέλη, 1989, σ. 27-28, 33]

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Η δυστυχία της επιτυχίας

Ύστερα από πολλά χρόνια δουλειάς με νευρωτικούς ασθενείς, ο Φρόυντ είχε καταλάβει πως η προσωπική ζωή των ανθρώπων συχνά καταρρέει και διαλύεται όχι μετά από μια αποτυχία αλλά, παραδόξως, μετά από έναν θρίαμβο. Σε ένα κλασικό δοκίμιό του ο Φρόυντ προσπάθησε να εξηγήσει τους κινδύνους της επιτυχίας:

Η ψυχαναλυτική εργασία μας διδάσκει ότι οι άνθρωποι υποφέρουν από νεύρωση εξαιτίας της ικανοποίησης των λιβιδινικών επιθυμιών τους, και θα χρειαστούν μεγάλες παρεκβάσεις προκειμένου να την κατανοήσουμε. Διότι η εκδήλωση της νεύρωσης προϋποθέτει την ύπαρξη μιας σύγκρουσης ανάμεσα στις λιβιδινικές επιθυμίες ενός ανθρώπου και στο κομμάτι εκείνο της ύπαρξης του ονομάζουμε Εγώ και το οποίο αποτελεί έκφραση των ενορμήσεων της αυτοσυντήρησης του ιδίου, ενώ συγχρόνως περιλαμβάνει και τα ιδεώδη που προσδιορίζουν την προσωπικότητα του. Μια τέτοιου είδους παθογόνα σύγκρουση δεν εκδηλώνεται παρά μόνο όταν η λίμπιντο επιχειρεί να ακολουθήσει δρόμους και να θέσει στόχους τους οποίους το Εγώ έχει προ πολλού προσπεράσει και αποκηρύξει, με αποτέλεσμα να τους θεωρεί απαγορευμένους για το μέλλον. Κάτι τέτοιο η λίμπιντο δεν το αποπειράται παρά μόνο όταν τις έχει αφαιρεθεί η δυνατότητα μιας ιδανικής ικανοποίησης εναρμονισμένης με το Εγώ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η υστέρηση, η ματαίωση μιας πραγματικής ικανοποίησης αποτελεί τον πρωταρχικό, αν και ουδόλως τον μοναδικό, όρο για την εκδήλωση της νεύρωσης.
Επομένως, η έκπληξη, αν όχι η σύγχυση, ενός γιατρού είναι ακόμα μεγαλύτερη όταν ο ίδιος ανακαλύπτει ότι, μερικές φορές ορισμένοι άνθρωποι αρρωσταίνουν όταν έχει εκπληρωθεί μια βαθιά ριζωμένη και μακροχρόνια επιθυμία τους, δημιουργώντας την εντύπωση ότι δεν αντέχουν να νιώθουν ευτυχισμένοι. […]
[«Ορισμένοι χαρακτήρες ιδωμένοι μέσα από την ψυχαναλυτική εργασία», 1916]
Είκοσι χρόνια αργότερα, το 1936, ο Φρόυντ επανήλθε στο θέμα με μια επιστολή στον Γάλλο συγγραφέα Ρομαιν Ρολλάν, όπου περιέγραφε την αίσθηση της απώλειας της πραγματικότητας όταν, όντας μεσήλικας, είχε σταθεί μαζί με τον αδελφό του πάνω στην Ακρόπολη, στην Αθήνα, έκπληκτος και δύσπιστος, και παραδόξως ενοχλημένος με την εμπειρία, καθώς ανακαλύπτει ότι η Ακρόπολη όντως υπάρχει:

Κατά κανόνα αρρωσταίνει κανείς από ματαίωση, από μη εκπλήρωση μιας ζωτικής ανάγκης ή επιθυμίας. Όμως, με αυτά τα πρόσωπα συμβαίνει το αντίθετο. Αρρωσταίνουν και κυριολεκτικά δεινοπαθούν διότι μια ευχή τους, ιδιαίτερα έντονη, πραγματοποιήθηκε. Εντούτοις, η αντίθεση μεταξύ των δύο αυτών καταστάσεων δεν είναι τόσο μεγάλη όσο εμφανίζεται αρχικά. Στη συγκεκριμένη παράδοξη περίπτωση μια εσωτερική ματαίωση επιτάσσει την προσκόλληση στην εξωτερική. Όμως γιατί; Διότι η απάντηση που δίνει από μια σειρά περιπτώσεων είναι ότι δεν μπορεί να προσμένει κανείς τίποτε καλό από τη μοίρα. Και πάλι, λοιπόν, το «too good to be true», εκδήλωση απαισιοδοξίας, της οποίας ένα μεγάλο μέρος πολλοί από μας φαίνεται να φιλοξενούν μέσα τους. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως ακριβώς σε όσους αποτυγχάνουν τη στιγμή της επιτυχίας. Πρόκειται για ένα αίσθημα ενοχής ή κατωτερότητας, που μπορεί να μεταφραστεί ως εξής: «Δεν είμαι άξιος για μια τέτοια ευτυχία, δεν τη δικαιούμαι». […]
Όμως, ακριβώς η εμπειρία μου πάνω στην Ακρόπολη, που καταλήγει σε μια διαταραχή της μνήμης, σε μια παραποίηση του παρελθόντος, μας βοηθά να δείξουμε το προφανές αυτής της επιρροής. […] Είχα προ πολλού αντιληφθεί ότι ένα μεγάλο μέρος του πόθου μου να ταξιδέψω αποτελούσε εκπλήρωση της παλαιάς αυτής ευχής, που ήταν ριζωμένη στη δυσαρέσκεια που μου προξενεί το σπίτι και οικογένεια. Όταν κάποιος βλέπει για πρώτη φορά τη θάλασσα, διασχίζει τον ωκεανό και έχει την εμπειρία της πραγματικότητας των πόλεων και των χωρών, που για τόσο μεγάλο διάστημα αποτελούσαν ένα μακρινό απρόσιτο όνειρο γι’ αυτόν, αισθάνεται τον εαυτό του σαν ήρωα που έχει επιτελέσει απίθανα σπουδαίους άθλους. [...]
Και ακόμα αν μας επιτρέπεται να συγκρίνουμε ένα τόσο μικρό συμβάν με κάποιο άλλο, πολύ μεγαλύτερο, μήπως ο Ναπολέων ο 1ος δε στράφηκε, στη διάρκεια της στέψης του στη Notre Dame, σε έναν από τους αδελφούς του […] και είπε: «Τι θα έλεγε ο πατέρας μας αν μπορούσε να βρίσκεται εδώ αυτή τη στιγμή;»
Και τώρα προσεγγίζουμε πλέον στη λύση του μικρού προβλήματος. […] Αυτό πρέπει να οφείλεται σε ένα αίσθημα ενοχής, που ήταν συνδεδεμένο με την ικανοποίηση ότι πήγαμε τόσο μακριά εδώ υπάρχει κάτι το άδικο, κάτι που από παλιά ήταν απαγορευμένο. Κι αυτό είχε σχέση με την εκ μέρους του παιδιού κριτική στον πατέρα του, με την περιφρόνηση που αντικατάστησε την υπερεκτίμηση που είχε γι’ αυτόν στην πρώτη παιδική του ηλικία. Μοιάζει σαν η ουσία της επιτυχίας να ήταν να πάει κανείς πιο μακριά από τον πατέρα, και … ήταν πάντοτε αθέμιτο να θέλουμε να ξεπεράσουμε τον πατέρα. […]
[«Μια διαταραχή της μνήμης πάνω στην Ακρόπολη», 1936]
Ο Φρόυντ κατάλαβε πως όταν θριαμβεύουμε επί των γονιών μας, ή νομίζουμε πως αυτό έχουμε κάνει, […] βιώνουμε το επώδυνο αίσθημα ενοχής πως έχουμε πληγώσει ή ατιμάσει τους γονείς μας […] Ο Φρόυντ εισήγαγε μια νέα ιδέα στην ψυχολογία, ότι δηλαδή όλοι μας ενδέχεται να ενοχληθούμε όταν οι επιθυμίες μας πραγματωθούν, όχι όμως επειδή πασχίζουμε να μάθουμε τι πρέπει να κάνουμε με την κοινωνική θέση ή τον πλούτο που μόλις αποκτήσαμε, αλλά μάλλον επειδή φοβόμαστε πως έχουμε κάπως πληγώσει τους γονείς μας. […]

Μπρετ Καρ, Μαθήματα ζωής από τον Φρόυντ 

[Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, 2016, σελ. 24-33]