Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πασκάλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πασκάλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2015

Τι αγαπάμε

Πορτρέτο του Μπλεζ Πασκάλ
Τι είναι το εγώ; Ένας άνθρωπος στέκεται στο παράθυρο για να δει τους περαστικούς. Αν περάσω από κει, μπορώ να πω ότι στάθηκε εκεί για να δει εμένα; Όχι, γιατί δεν σκέφτεται εμένα ειδικά. Μήπως όμως αυτός που αγαπάει κάποιον λόγω της ομορφιάς του, τον αγαπάει; Όχι: γιατί η ευλογιά που θα σκοτώσει την ομορφιά χωρίς να σκοτώσει τον άνθρωπο, θα κάνει να μην τον αγαπάει πια.

Κι αν με αγαπούν για την κρίση μου, για τη μνήμη μου, με αγαπούν; Εμένα; Όχι, γιατί μπορώ να χάσω αυτές τις ιδιότητες χωρίς να χαθώ ο ίδιος. Πού είναι λοιπόν αυτό το εγώ, αν δεν είναι ούτε στο σώμα ούτε στην ψυχή; Και πώς να αγαπήσεις το σώμα ή την ψυχή, αν όχι γι’ αυτές τις ιδιότητες, που δεν συνιστούν καθόλου το εγώ, μια και είναι φθαρτές; Θα αγαπούσαμε άραγε την υπόσταση της ψυχής ενός ανθρώπου, αφηρημένα, όποιες κι αν ήταν οι ιδιότητές της; Δεν γίνεται και θα ήταν άδικο. Δεν αγαπάμε συνεπώς ποτέ κανέναν παρά μόνο ιδιότητες. Ας πάψουμε λοιπόν να ειρωνευόμαστε αυτούς που αναζητούν αξιώματα και θέσεις, γιατί δεν αγαπούμε ποτέ κανέναν παρά μόνο για δάνειες ιδιότητες.

B. Pascal 

[Œuvres Complètes, εκδ. Chevalier, Pléiade, Gallimard, 1980, σ. 1165]

(ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ, Τεύχος 111, Ιούνιος 2009, σελ. 22)


Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Η κατάσταση Πασκάλ


Το Μια νύχτα με τη Μοντ (Ma nuit chez Maude, 1969), από τις κορυφαίες ταινίες του Ερίκ Ρομέρ γενικότερα, αποτελεί τον τέταρτο από τους «Έξι Μύθους Περί Ηθικής». Πρόκειται για μια «περιπέτεια της σκέψης», όπου οι τρεις πρωταγωνιστές - ο μαρξιστής καθηγητής, ο καθολικός μηχανικός και η Μοντ μιλούν ατελείωτα για την πίστη, το Θεό, τον έρωτα, την ηθική και τη φιλοσοφία. 

Σε μια χαρακτηριστική σκηνή ο μαρξιστής καθηγητής και μελετητής του αιρετικού καθολικού Pascal εξακολουθεί να πιστεύει στην ιστορική αναγκαιότητα αλλά ήδη έχει παρεκκλίνει προς μια μεταφυσική της ερμηνεία μέσα απ’ την έννοια της μαθηματικής προσδοκίας:

Μαρξιστής καθηγητής: Αμφιβάλω ότι η ιστορία έχει λογική. Στοιχηματίζω και βρίσκομαι σε κατάσταση Πασκάλ. Υπόθεση Α: η κοινωνική ζωή δεν έχει νόημα. Υπόθεση Β: η ιστορία έχει νόημα. Δεν είμαι σίγουρος ότι η υπόθεση Β είναι πιο σωστή. Ας πούμε ότι έχει 10% πιθανότητες … ενώ η υπόθεση Α, 90%. Παρ’ όλα αυτά, θα στοιχηματίσω υπέρ της Β … γιατί είναι η μόνη που μου επιτρέπει να ζω. Αν στοιχηματίσω για την Α και επιβεβαιωθεί η Β … τότε έχω χάσει εντελώς τη ζωή μου. Άρα πρέπει να διαλέξω τη Β γιατί δικαιολογεί τη ζωή μου. Έχω 90% πιθανότητα να κάνω λάθος, μα δεν έχει σημασία.

Καθολικός μηχανικός: Αυτή είναι η μαθηματική προσδοκία. Η υπόθεση Β έχει λίγες πιθανότητες … αλλά το κέρδος είναι άπειρο, γιατί είναι η ζωή σου.


Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Το στοίχημα του Πασκάλ


Ο Γάλλος μαθηματικός και φιλόσοφος του δεκάτου εβδόμου αιώνα Μπλεζ Πασκάλ υποστήριξε ότι η απόφαση για το αν θα πιστέψει κανείς στο Θεό ή όχι, ουσιαστικά είναι ένα στοίχημα

Αν επιλέξουμε να συμπεριφερθούμε σαν να υπάρχει Θεός και όταν φθάσουμε στο τέλος αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει, δεν έγινε και τίποτα. Εντάξει, ίσως να έχουμε χάσει την ικανότητα να απολαύσουμε τα Εφτά Θανάσιμα Αμαρτήματα, αλλά αυτό είναι ψιλά γράμματα σε σύγκριση με την εναλλακτική. 

Αν βάλουμε στοίχημα ότι δεν υπάρχει Θεός, και στο τέλος ανακαλύψουμε ότι υπάρχει Θεός, έχουμε χάσει το κυρίως πιάτο, την αιώνια ευδαιμονία. 

Επομένως, σύμφωνα με τον Πασκάλ, η καλύτερη στρατηγική είναι να ζούμε σαν να υπάρχει Θεός

Αυτό είναι γνωστό στους ακαδημαϊκούς ως το “στοίχημα του Πασκάλ”. Για μας τους υπόλοιπους, είναι αυτό που λέμε “μειώνω τους κινδύνους”.

Εμπνευσμένη από τις Σκέψεις του Πασκάλ, μια γριούλα πηγαίνει στην τράπεζα με μια σάκα γεμάτη με $100.000 σε μετρητά και ζητά να ανοίξει λογαριασμό. Ο επιφυλακτικός τραπεζικός ρωτά που βρήκε τα λεφτά. 
«Από τον τζόγο», λέει. «Είμαι πολύ καλή στον τζόγο».
Θέλοντας να μάθει περισσότερα, ο τραπεζικός ρωτά: «Τι είδους στοιχήματα βάζετε;»
«Α, όλων των ειδών», λέει εκείνη. «Για παράδειγμα, βάζω στοίχημα $25.000 εδώ και τώρα ότι μέχρι αύριο το μεσημέρι θα έχετε κάνει ένα τατουάζ πεταλούδα στο δεξί σας γλουτό».
«Ε, λοιπόν θα ήθελα να δεχτώ αυτό το στοίχημα» λέει ο τραπεζικός «αλλά δεν θα ήταν σωστό να πάρω τα χρήματα σας για ένα τόσο παράλογο στοίχημα».
«Αφήστε με να σας το θέσω έτσι», λέει η γυναίκα. «Αν δε δεχτείτε το στοίχημά μου θα πρέπει να βρω άλλη τράπεζα για να καταθέσω τα χρήματά μου».
«Ελάτε τώρα, μη βιάζεστε», λέει ο τραπεζικός. «Θα δεχτώ το στοίχημά σας».
Η γυναίκα επιστρέφει την επομένη μέρα το μεσημέρι με το δικηγόρο της ως μάρτυρα. Ο τραπεζικός, γυρίζει, κατεβάζει το παντελόνι του, και καλεί τους δύο τους να δουν ότι έχει κερδίσει το στοίχημα.
«Εντάξει» λέει η γυναίκα «αλλά μήπως θα μπορούσατε να σκύψετε λόγο ακόμα για να σιγουρευτούμε;»
Ο τραπεζικός δέχεται και η γυναίκα, αναγνωρίζει ότι έχασε, μετρώντας μέσα από τη σάκα της $25.000.
Εν τω μεταξύ ο δικηγόρος κάθεται κρύβοντας το κεφάλι του στα χέρια του. «Τι έπαθε;» ρωτά ο τραπεζικός.
«Α, απλά δεν ξέρει να χάνει», λέει. «Του έβαλα στοίχημα $100.000 ότι μέχρι το μεσημέρι σήμερα, θα μας δείχνατε τον πισινό σας στο γραφείο σας».



 (ΠΛΑΤΥΠΟΥΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ, 2008, σελ. 116-118)

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Η τέχνη της πειθούς: η φύση των πραγμάτων


Όσο για τη φύση των πραγμάτων για τα οποία πρέπει να πείσουμε, υπάρχει μεγάλη ποικιλία.

Κάποια προκύπτουν ως αναγκαία συνεπαγωγή από κοινές αρχές κι από παραδεδεγμένες αλήθειες. Αυτά είναι βέβαιο πως θα κατορθώσουν να πείσουν …

Υπάρχουν κάποια που σχετίζονται άμεσα με ότι μας προσφέρει ευχαρίστηση. Κι αυτά επίσης γίνονται σίγουρα δεκτά, …

Όσα, δε, τυχαίνει να ικανοποιούν και τις δύο ανωτέρω συνθήκες, σχετίζονται δηλαδή και με τις παραδεδεγμένες αλήθειες και με τις επιθυμίες της καρδιάς, είναι απολύτως βέβαιο ότι θα έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, όσο τίποτε άλλο στη φύση. Κι αντίστροφα, ότι δεν έχει σχέση ούτε με τις πεποιθήσεις ούτε με τη ευχαρίστηση μας, φαίνεται οχληρό, ψευδές και παντελώς αφύσικο.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία. Το πρόβλημα τίθεται όταν όσα θέλουμε να κάνουμε πιστευτά, βασίζονται μεν στέρεα σε γνωστές αλήθειες, πλην όμως έρχονται ταυτόχρονα σε αντίθεση με ότι μας είναι πιο αρεστό

Τότε, λοιπόν, αμφιταλαντευόμαστε ανάμεσα στην αλήθεια και την ηδονή· η γνώση της μιας και η αίσθηση της άλλης αποδύονται σε μια μάχη, της οποίας η έκβαση είναι αβέβαιη, αφού, για να κριθεί, θα έπρεπε να γνωρίζουμε τι συμβαίνει στα μύχια του ανθρώπου, κάτι που ακόμη και ο ίδιος ο άνθρωπος σχεδόν ποτέ δεν γνωρίζει.

Φαίνεται λοιπόν από τα παραπάνω πως, ότι κι αν είναι αυτό για το οποίο θέλουμε να πείσουμε, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη σε ποιον απευθυνόμαστε· πρέπει να γνωρίζουμε το πνεύμα του και την καρδιά του, ποιες αρχές τον βρίσκουν σύμφωνο, ποια πράγματα του αρέσουν. Και κατόπιν να εντοπίσουμε τι συνδέει το εν λόγω θέμα με τις παραδεδεγμένες αλήθειες ή με όσα τον ευχαριστούν, γοητεύοντας τον.

Έτσι λοιπόν, η τέχνη της πειθούς συνίσταται όχι μόνο στο πως θα κατορθώνεις να εισακουστείς, αλλά και στο πως θα ευχαριστήσεις -σε τέτοιο βαθμό οι άνθρωποι κυριαρχούνται περισσότερο από τις ιδιοτροπίες τους παρά από τη λογική!



(ΡΟΕΣ microMEGA, 2005, σελ. 63-66)

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Η τέχνη της πειθούς: η νόηση και η βούληση


Η τέχνη της πειθούς συνδέεται αναπόφευκτα με τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αποδέχονται αυτό που τους λέει κάποιος, καθώς και με τη φύση όσων θέλει κανείς να κάνει πιστευτά.

Είναι πασίγνωστο πως υπάρχουν δύο οδοί μέσω των οποίων οι απόψεις εισέρχονται στην ψυχή –και ταυτόχρονα αποτελούν τις δύο κύριες δυνάμεις της: η νόηση και η βούληση. Φυσικότερη είναι εκείνη της νόησης, γιατί θα έπρεπε ν’ αποδεχόμαστε αποκλειστικά και μόνο όσες αλήθειες μπορούν ν’ αποδειχθούν. Συνηθέστερη όμως, καίτοι ενάντια στη φύση, είναι αυτή της βούλησης. Γιατί σχεδόν οι πάντες τείνουν να πιστεύουν όχι ότι αποδεικνύεται αλλά ότι τους είναι αρεστό. … 

Αυτές οι δυνάμεις έχουν η καθεμιά τις αρχές τους και τα κίνητρά τους. 

Εκείνες του πνεύματος είναι αλήθειες φυσικές και γνωστές στους πάντες, όπως ότι το όλον είναι μεγαλύτερο από το μέρος του –πέραν διάφορων επιμέρους αξιωμάτων, που κάποιοι αντιλαμβάνονται και κάποιοι άλλοι όχι, και τα οποία όμως, εφόσον γίνουν αποδεκτά, ακόμη κι αν είναι ψευδή, έχουν τόση ισχύ όσο και τα αληθή για να οδηγήσουν στην πίστη. 

Αυτές της βούλησης είναι κάποιες φυσικές επιθυμίες, κοινές σε όλους τους ανθρώπους, όπως η επιθυμία να είμαστε ευτυχισμένοι, που κανείς δεν μπορεί να μην έχει … 

Αυτά όσων αφορά τις δυνάμεις που μας ωθούν να αποδεχθούμε μια άποψη.



(ΡΟΕΣ microMEGA, 2005, σελ. 59-62)

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

Τα καλά πράγματα


Δεν υπάρχει τίποτα πιο συνηθισμένο από τα καλά πράγματα· το θέμα είναι να μπορεί κανείς να τα διακρίνει. Κι είναι βέβαιο πως όλα είναι φυσικά, στα μέτρα μας, και μάλιστα γνωστά σε όλο τον κόσμο. Αλλά δεν ξέρουμε να τα ξεχωρίζουμε. Αυτό είναι οικουμενικό. Η τελειότητα, κάθε είδους, δεν βρίσκεται στα ασυνήθιστα και παράξενα. Ορθωνόμαστε για να τη φτάσουμε κι έτσι απομακρυνόμαστε απ’ αυτήν· ενώ, τις πιο πολλές φορές, θα αρκούσε να χαμηλώσουμε. Τα καλύτερα βιβλία είναι εκείνα που όσοι τα διαβάζουν νομίζουν πως θα μπορούσαν να τα έχουν γράψει οι ίδιοι. …

Τους συλλογισμούς δεν τους συγκροτούν περίπλοκες λέξεις. Το πνεύμα δεν πρέπει να είναι επιτηδευμένο. Οι σκληροί κι εξεζητημένοι τρόποι, αντί να του προσφέρουν τροφή στέρεα και θρεπτική το γεμίζουν με βλακώδη οίηση, με αφύσικη έπαρση και με μάταιο και γελοίο στόμφο. Και μια από τις κύριες αιτίες που απομακρύνουν τόσο όσους επιθυμούν να γίνουν κοινωνοί αυτών των γνώσεων από τον αληθινό δρόμο τον οποίο έπρεπε να ακολουθήσουν, είναι η εντύπωση που έχουμε κατ’ αρχάς πως όλα τα καλά είναι απροσπέλαστα, ονομάζοντας τα μεγάλα, υψηλά, ανώτερα, έξοχα. Έτσι χάνονται όλα. Θα προτιμούσα να τα αποκαλώ χαμηλά, κοινά, οικία. Αυτά τα ονόματα τους ταιριάζουν καλύτερα. Μισώ τα στομφώδη λόγια. …



(ΡΟΕΣ microMEGA, 2005, σελ. 83-84)