Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καπιταλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καπιταλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

Καπιταλισμός και δημοκρατία δοκιμάζουν τα όριά τους

Tου Martin Wolf

Αντέχει στον χρόνο το πάντρεμα της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του παγκόσμιου καπιταλισμού; Οι πολιτικές εξελίξεις σε ολόκληρη τη Δύση -ιδιαίτερα η υποψηφιότητα ενός απολυταρχικού λαϊκιστή για την προεδρία της πιο σημαντικής δημοκρατίας- εντείνουν τη σημασία αυτού του ερωτήματος.

Δεν μπορεί κανείς να θεωρήσει δεδομένη την επιτυχία των πολιτικών και οικονομικών συστημάτων που οδηγούν τον δυτικό κόσμο και έχουν σταθεί πόλος έλξης για το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου εδώ και τέσσερις δεκαετίες. Τότε εγείρεται η απορία: αν όχι αυτά, τότε ποια;

Υπάρχει μια φυσική σύνδεση μεταξύ της φιλελεύθερης δημοκρατίας -του συνδυασμού του γενικού δικαιώματος ψήφου με κατοχυρωμένα πολιτικά και ατομικά δικαιώματα- και του καπιταλισμού, του δικαιώματος να αγοράζεις και να πουλάς ελεύθερα, αγαθά, υπηρεσίες, κεφάλαιο και την ίδια την εργασία σου. Αυτά τα δύο μοιράζονται την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να αποφασίζουν για τον εαυτό τους, ως άτομα και ως πολίτες. Η δημοκρατία και ο καπιταλισμός μοιράζονται την υπόθεση ότι ο κόσμος δικαιούται να ασκεί παρεμβάσεις. Οι άνθρωποι πρέπει να θεωρούνται παράγοντες, όχι απλά αντικείμενα της εξουσίας άλλων.

Και όμως, είναι εύκολο να εντοπίσει κανείς και «εντάσεις» μεταξύ της δημοκρατίας και του καπιταλισμού. Η δημοκρατία υποστηρίζει την ισότητα και την ισονομία. Ο καπιταλισμός προάγει την ανισότητα, τουλάχιστον εκ του αποτελέσματος. Αν η οικονομία «ζορίζεται», η πλειοψηφία ενδέχεται να επιλέξει τον απολυταρχισμό, όπως συνέβη κατά τη δεκαετία του 1930. Αν τα αποτελέσματα στην οικονομία γίνουν υπερβολικά άνισα, οι πλούσιοι μπορεί να μετατρέψουν τη δημοκρατία σε πλουτοκρατία.

Ιστορικά, η άνοδος του καπιταλισμού και η πίεση για ακόμη ευρύτερο δικαίωμα ψήφου πήγαιναν μαζί. Γι' αυτό τον λόγο οι πιο πλούσιες χώρες είναι φιλελεύθερες δημοκρατίες με, πάνω κάτω, καπιταλιστικές οικονομίες. Οι ευρέως κοινές αυξήσεις στα πραγματικά εισοδήματα αποτέλεσαν ζωτικής σημασίας κομμάτι της νομιμοποίησης του καπιταλισμού και της σταθεροποίησης της δημοκρατίας.

Σήμερα, ωστόσο, ο καπιταλισμός δυσκολεύεται πολύ περισσότερο να παράγει τέτοιου είδους βελτιώσεις στην ευημερία. Αντίθετα, υπάρχουν ενδείξεις αυξανόμενης ανισότητας και επιβραδυμένης ανάπτυξης της παραγωγικότητας. Αυτός ο δηλητηριώδης συνδυασμός περιορίζει τη δημοκρατία και καθιστά παράτυπο τον καπιταλισμό.

Ο καπιταλισμός της εποχής μας είναι παγκόσμιος. Και αυτό ακόμη μπορεί να θεωρηθεί φυσικό. Αν είναι στο χέρι τους, οι καπιταλιστές δεν θα περιορίσουν τις δραστηριότητές τους σε οποιαδήποτε δικαιοδοσία. Αν οι ευκαιρίες είναι παγκόσμιες, επομένως, το ίδιο θα είναι και οι δραστηριότητές τους. Το ίδιο θα είναι, κατά συνέπεια, και οι οικονομικοί οργανισμοί, ιδιαίτερα οι μεγάλες εταιρίες.

Και όμως, όπως σημειώνει ο Ντάνι Ρόντρικ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, η παγκοσμιοποίηση περιορίζει την εθνική αυτονομία. Ο καθηγητής γράφει ότι «η δημοκρατία, η εθνική κυριαρχία και η παγκόσμια οικονομική ολοκλήρωση είναι αμοιβαία ασυμβίβαστα: μπορούμε να συνδυάσουμε οποιαδήποτε δύο από τα τρία, αλλά ποτέ δεν θα έχουμε και τα τρία ταυτόχρονα και καθ' ολοκληρία».

Αν οι χώρες είναι ελεύθερες να θεσπίσουν εθνικούς κανονισμούς, η ελευθερία να αγοράζεις και να πουλάς εκτός συνόρων θα ελαττωθεί. Εναλλακτικά, αν αφαιρεθούν οι φραγμοί και εναρμονιστούν οι κανονισμοί, ελαττώνεται η νομοθετική αυτονομία των κρατών. Η ελεύθερη διασυνοριακή μετακίνηση του κεφαλαίου είναι ιδιαίτερα πιθανό να περιορίσει την ικανότητα των κρατών να παγιώσουν τους δικούς τους φόρους και κανονισμούς.

Επιπλέον, ένα κοινό χαρακτηριστικό των περιόδων παγκοσμιοποίησης είναι η μαζική μετανάστευση. Η διασυνοριακή μετακίνηση δημιουργεί την πιο ακραία σύγκρουση μεταξύ της ελευθερίας του ατόμου και της δημοκρατικής κυριαρχίας. Το πρώτο επιτάσσει να επιτρέπεται στους ανθρώπους να μετακινούνται όπου θέλουν. Το δεύτερο προβλέπει ότι η υπηκοότητα είναι δικαίωμα συλλογικής ιδιοκτησίας, την πρόσβαση στο οποίο ελέγχουν οι πολίτες. Στο μεταξύ, οι επιχειρήσεις θεωρούν πολύτιμη τη δυνατότητα να προσλαμβάνουν ελεύθερα. Μόνο αναμενόμενο είναι το ότι η μετανάστευση έχει γίνει το αλεξικέραυνο της σύγχρονης δημοκρατικής πολιτικής. Η μετανάστευση αργά ή γρήγορα δημιουργεί τριβή μεταξύ της εθνικής δημοκρατίας και της παγκόσμιας οικονομικής ευκαιρίας.

Αναλογιστείτε τις απογοητευτικές πρόσφατες επιδόσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού, κυρίως της ανατάραξης της χρηματοπιστωτικής κρίσης και των καταστροφικών συνεπειών της στην εμπιστοσύνη προς τις ελίτ που κρατούν τα ηνία των πολιτικών και οικονομικών συστημάτων μας. Δεδομένων όλων αυτών, η εμπιστοσύνη δείχνει αδικαιολόγητη στο πλαίσιο ενός μακροχρόνιου παντρέματος της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Επομένως τι θα μπορούσε να πάρει τη θέση του; Μια πιθανότητα θα ήταν η άνοδος μιας παγκόσμιας πλουτοκρατίας και άρα στην πραγματικότητα το τέλος των εθνικών δημοκρατιών. Όπως συνέβη με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι μορφές των δημοκρατιών μπορεί να δείχνουν πως θα αντέξουν αλλά αυτό δεν θα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Μια αντίθετη εναλλακτική θα ήταν η άνοδος των αντιφιλελεύθερων δημοκρατιών ή των πλήρως λαϊκίστικου χαρακτήρα δικτατοριών, στις οποίες ο εκλεγμένος ηγέτης ελέγχει και το κράτος και τους καπιταλιστές. Αυτό είναι που συμβαίνει στη Ρωσία και την Τουρκία. Ο ελεγχόμενος εθνικός καπιταλισμός θα αντικαθιστούσε τότε τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Κάτι σαν αυτό που συνέβη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '30. Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς δυτικούς πολιτικούς που θα ήθελαν να κινηθούν ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση.

Στο μεταξύ, όλοι εμείς που επιθυμούμε να διατηρήσουμε τόσο τη φιλελεύθερη δημοκρατία, όσο και τον παγκόσμιο καπιταλισμό, ερχόμαστε αντιμέτωποι με σοβαρά ερωτήματα. Ένα από αυτά είναι το αν έχει νόημα να προωθηθούν περαιτέρω οι διεθνείς συμβάσεις που περιορίζουν στενά την κρίση των εθνικών ρυθμιστικών πλαισίων, προς τα συμφέροντα των υπάρχοντων εταιριών.

Η άποψή μου θυμίζει όλο και περισσότερο εκείνη του καθηγητή του Χάρβαρντ, Λόρενς Σάμερς, ο οποίος έχει επιχειρηματολογήσει ότι «οι διεθνείς συμφωνίες (θα έπρεπε να) κρίνονται όχι με βάση το σε πόσα σημεία εναρμονίζονται ή το πόσοι φραγμοί εξαλείφονται, αλλά με βάση το αν ισχυροποιείται η εξουσία των πολιτών». Το εμπόριο φέρνει κέρδη, αλλά δεν μπορεί να επιδιωχθεί με κάθε κόστος.

Πάνω απ' όλα, αν είναι να διατηρηθεί η νομιμότητα των δημοκρατικών πολιτικών μας συστημάτων, η οικονομική πολιτική θα πρέπει να προσανατολίζεται στην προώθηση του συμφέροντος των πολλών και όχι των λίγων. Πρώτη προτεραιότητα θα είναι οι πολίτες ως σύνολο, στους οποίους θα δίνουν λόγο οι πολιτικοί. Αν αποτύχουμε σε αυτό, είναι πιθανό να καταρρεύσει η βάση της πολιτικής μας τάξης. Αυτό δεν θα ήταν καλό για κανέναν.

Ο «γάμος» της φιλελεύθερης δημοκρατίας με τον καπιταλισμό χρειάζεται να καλλιεργείται και να ενισχύεται. Δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένος.


Πηγή: euro2day.gr 

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Οι οκτώ κανόνες της οικονομίας

Η ταινία  «Criminal Activities»  ακολουθεί τέσσερις φίλους από το σχολείο, οι οποίοι επανενώνονται στην κηδεία ενός πρώην συμμαθητή τους. 

Ο ένας από αυτούς προτείνει μια επένδυση που είναι σίγουρο ότι θα τους αποφέρει κέρδος και θα τους κάνει πλούσιους. Όταν όμως αυτή η επένδυση αποτυγχάνει βρίσκονται μπλεγμένοι με έναν μαφιόζο απ’ τον οποίο είχαν δανειστεί τα χρήματα. Έτσι, για να ξεχρεώσουν υποχρεώνονται να σκοτώσουν έναν ανταγωνιστή μαφιόζο, ώστε να τους αφήσει ήσυχους ο χρηματοδότης τους.

Στο απόσπασμα που ακολουθεί ο μαφιόζος (John Travolta) εξηγεί, στους αρχάριους επενδυτές, τους επτά ή μάλλον οκτώ κανόνες της οικονομίας:

Παιδιά έχετε ακούσει ποτέ για τους επτά κανόνες της οικονομίας; …
Βασικά υπάρχουν επτά βασικές έννοιες, ας πούμε, που αντανακλούν πως λειτουργεί η οικονομία μας.
Υπάρχει έλλειμμα, υπάρχει υποκειμενικότητα, υπάρχει ανισότητα, ανταγωνισμός, ατέλεια, άγνοια και πολυπλοκότητα
Αλλά πιστεύω πως υπάρχουν οκτώ. Τύχη

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Το χρήμα στην αρχαία Ελλάδα

Στις ιωνικές πόλεις καθιερώθηκε, γύρω στις αρχές του έβδομου αιώνα, το χρήμα. Ως τότε χρησιμοποιούνταν στις καθημερινές συναλλαγές λεπτές ράβδοι χαλκού, που απ' το σχήμα τους λέγονταν οβολοί δηλαδή σούβλες· έξι τέτοιοι οβολοί αποτελούσαν μια «χούφτα», δραχμή (από το δράττομαι = αδράχνω, πιάνω): αυτά τα ονόματα πέρασαν στα κατοπινά ελληνικά νομίσματα.

Τώρα όμως οι Έλληνες άρχισαν να κόβουν κέρματα, που το βάρος και η περιεκτικότητά τους σε πολύτιμο μέταλλο ήταν εγγυημένα με κρατική σφραγίδα και που, σ' ένα λαό που δεν έκανε τίποτα χωρίς τέχνη, πήραν γρήγορα τις πιο διαφορετικές και γοητευτικές μορφές. Ως μέταλλο χρησιμοποιούσαν το ήλεκτρο, ένα κράμα από χρυσάφι και ασήμι, των οποίων όμως η αναλογία κυμαινόταν έντονα από πόλη σε πόλη. Εκείνος που έβαλε τέρμα σ' αυτή τη σύγχυση, κόβοντας νομίσματα από ατόφιο χρυσάφι και ασήμι, ήταν ο Κροίσος. Ως τον έκτο αιώνα η κυκλοφορία του χρήματος περιοριζόταν στη Μικρά Ασία και στα κυριότερα εμπορικά κέντρα της Κεντρικής Ελλάδας. Κατόπιν όμως εξαπλώθηκε παντού, ως τους Έλληνες της Ιταλίας και της Σικελίας. Η μεγαλύτερη ελληνική νομισματική μονάδα ήταν το τάλαντο. Ένα τάλαντο είχε εξήντα μνες, μια μνα εκατό δραχμές, μια δραχμή έξι οβολούς. Παράλληλα υπήρχαν κέρματα των δύο, τριών και τεσσάρων οβολών, των δύο και τεσσάρων δραχμών: διόβολα, τριόβολα και τετρόβολα, στατήρες και τετράδραχμα.

Τετράδραχμο, 450-400 π. Χ.
Για να πάρουμε μια γενική ιδέα για την αγοραστική δύναμη όλων αυτών των νομισμάτων (που φυσικά άλλαζε συνεχώς στην πορεία της ελληνικής ιστορίας), θ' αναφέρουμε ότι την εποχή του Σόλωνα ένα βόδι με μέτρια ποιότητα κόστιζε πέντε δραχμές, ένας μέδιμνος (52 1/2 λίτρα) δημητριακών μία δραχμή, ενώ στα χρόνια του Περικλή το κατώτερο όριο για την καθημερινή συντήρηση μιας οικογένειας ήταν ένα τρίτο της δραχμής, ποσό που στα τέλη του τέταρτου αιώνα ανέβηκε στη μια δραχμή. Την ίδια περίπου εποχή ένας μετρητής κρασί (περίπου 40 λίτρα, επρόκειτο προφανώς για συνηθισμένο κρασί) έκανε έξι ως οχτώ δραχμές και τα έξοδα διατροφής ενός δούλου ήταν δύο οβολοί, ποσό με το οποίο ο δούλος μπορούσε να φάει απλά, αλλά χορταστικά. Όποιος είχε περιουσία τρία τάλαντα (οι τόκοι ήταν κατά μέσο όρο 12%) θεωρούνταν ήδη πλούσιος. Για μερικούς σοφιστές και καλλιτέχνες αναφέρεται ότι ποτέ δεν ζητούταν για το μάθημα που παρέδιδαν (και που πάντως διαρκούσε αρκετά χρόνια) λιγότερο από ένα τάλαντο, ένα ποσό προφανώς εξωφρενικό, που θεωρείται ένδειξη της τεράστιας φήμης τους. Ο Επίκουρος πλήρωσε 80 μνες για τον μεγάλο και ωραίο κήπο που αγόρασε το έτος 306 σε θαυμάσια τοποθεσία, για να εγκαταστήσει εκεί τη σχολή του· την ίδια περίπου εποχή ένα συνηθισμένο σπίτι στοίχιζε από 300 ως 700 δραχμές, μια πολυτελής έπαυλη από 5.000 ως 10.000 δραχμές. Ο μεγιστάνας του πλούτου Καλλίας, ιδιοκτήτης ορυχείων, πασίγνωστος σ' ολόκληρη την Ελλάδα, είχε περιουσία 200 ταλάντων. Στη συνθήκη ειρήνης που τερμάτισε τον πρώτο καρχηδονιακό πόλεμο (264-241 π.Χ.), οι Καρχηδόνιοι χρέωσαν τους Ρωμαίους τα έξοδα του 23χρονου πολέμου με 3.200 τάλαντα.

Egon Friedell, Πολιτιστική ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας 

[Εκδόσεις Πορεία, 1994, σελ. 107-108]

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Οι νόμοι της αγοράς του Adam Smith

Οι νόμοι της αγοράς του Adam Smith είναι βασικά απλοί. Μας λένε ότι ένας συγκεκριμένος τρόπος συμπεριφοράς σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο θα επιφέρει απολύτως συγκεκριμένα και προβλεπτά αποτελέσματα. Ειδικότερα, μας δείχνουν πώς το κίνητρο του προσωπικού συμφέροντος μέσα σ' ένα περιβάλλον ατόμων υποκινούμενων από παρόμοια συμφέροντα θα καταλήξει στον ανταγωνισμό. Και επιπλέον, δείχνουν πώς ο ανταγωνισμός θα έχει σαν αποτέλεσμα την παραγωγή εκείνων ακριβώς των αγαθών που επιθυμεί η κοινωνία, και σε τιμές που η κοινωνία είναι διατεθειμένη να πληρώσει. Ας δούμε πως συμβαίνει αυτό.

Κατά πρώτο λόγο, αυτό συμβαίνει διότι το προσωπικό συμφέρον δρα ως κινητήρια δύναμη για να κατευθύνει τους ανθρώπους προς εκείνες τις εργασίες για τις οποίες είναι διατεθειμένη να πληρώσει η κοινωνία. «Δεν περιμένουμε το φαγητό μας να προέλθει από την καλοσύνη του χασάπη, του ζυθοποιού, ή του φούρναρη», λέει ο Smith, «αλλά από μέριμνα για το προσωπικό τους συμφέρον. Απευθυνόμαστε όχι στην ανθρωπιά τους αλλά στη φιλαυτία τους, και ποτέ δεν τους μιλάμε για τις δικές μας ανάγκες, αλλά για τα δικά τους οφέλη».

Όμως το προσωπικό συμφέρον είναι η μισή εικόνα. Αυτό ωθεί τους ανθρώπους σε δράση. Κάτι άλλο ασφαλώς υπάρχει που αποτρέπει τα άπληστα άτομα από το να εκβιάζουν την κοινωνία απαιτώντας υπέρογκα λύτρα: μια κοινωνία που δραστηριοποιείται μόνο από το προσωπικό συμφέρον θα ήταν μια κοινωνία ανηλεών κερδοσκόπων. Ο ρυθμιστής, λοιπόν, είναι ο ανταγωνισμός, η σύγκρουση μεταξύ ιδιοτελών παραγόντων στο πεδίο της αγοράς. Γιατί καθένας που προσπαθεί να επιτύχει το καλύτερο για τον εαυτό του χωρίς να σκέφτεται τις κοινωνικές συνέπειες, αντιμετωπίζει μια ομάδα ατόμων με αντίστοιχα κίνητρα που μοιράζονται ακριβώς την ίδια επιδίωξη. Γι' αυτό, ο καθένας είναι προθυμότατος να επωφεληθεί από την απληστία του γείτονά του. Ο άνθρωπος που επιτρέπει στο προσωπικό του συμφέρον να υπερβεί τα όρια θα ανακαλύψει ότι οι ανταγωνιστές του καραδοκούν να του κλέψουν τη δουλειά. Αν πουλά ακριβά τα προϊόντα του ή αν αρνείται να πληρώσει όσο και οι άλλοι τους εργάτες του, θα βρεθεί χωρίς αγοραστές στη μια περίπτωση και χωρίς εργάτες στην άλλη. Έτσι, όπως και στη Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων, τα εγωιστικά κίνητρα των ανθρώπων μεταλλάσσονται λόγω αλληλεπίδρασης και οδηγούν στο πιο απρόσμενο αποτέλεσμα: την κοινωνική αρμονία. […]

Αλλά οι νόμοι της αγοράς δεν περιορίζονται μόνο στην επιβολή ανταγωνιστικών τιμών για τα προϊόντα. Έχουν επίσης σαν αποτέλεσμα να συμμορφώνονται οι παραγωγοί με τις απαιτήσεις της κοινωνίας ως προς τις ποσότητες των αγαθών που επιθυμεί. Ας υποθέσουμε ότι οι καταναλωτές αποφασίζουν ότι θέλουν περισσότερα γάντια απ' όσα παράγονται και λιγότερα παπούτσια. Το κοινό λοιπόν θα σκοτώνεται για το απόθεμα των γαντιών ενώ η βιομηχανία παπουτσιών θα βαρά μύγες. Το αποτέλεσμα θα είναι ότι οι τιμές των γαντιών θα τείνουν να ανέβουν καθώς οι καταναλωτές θα προσπαθούν να αγοράσουν περισσότερα απ' όσα υπάρχουν διαθέσιμα, ενώ οι τιμές των παπουτσιών θα σημειώσουν πτωτική τάση εφόσον οι καταναλωτές θα προσπερνούν τα υποδηματοπωλεία. Αλλά όσο ανεβαίνουν οι τιμές των γαντιών, θα ανεβαίνουν και τα κέρδη της βιομηχανίας γαντιών. Και καθώς θα πέφτουν οι τιμές των παπουτσιών, θα μειώνονται και τα κέρδη στη βιομηχανία παπουτσιών. Και πάλι το προσωπικό συμφέρον θα επέμβει για να αποκαταστήσει την ισορροπία. Εργάτες θα απολυθούν απ' τον κλάδο της βιομηχανίας παπουτσιών καθώς οι βιομηχανίες παπουτσιών θα μειώσουν την παραγωγή τους και θα μεταπηδήσουν στην παραγωγή γαντιών, η οποία ανθεί. Το αποτέλεσμα είναι προφανές: η παραγωγή γαντιών θα αυξηθεί και η παραγωγή παπουτσιών θα μειωθεί.

Αυτό ακριβώς επιθυμούσε η κοινωνία. Καθώς στην αγορά εμφανίζονται περισσότερα γάντια για να ικανοποιήσουν τη ζήτηση, η τιμή των γαντιών θα επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα. Καθώς παράγονται λιγότερα παπούτσια, το πλεόνασμα παπουτσιών σύντομα θα εξαφανιστεί και οι τιμές τους θα ανέβουν και πάλι σε φυσιολογικά επίπεδα. Μέσω του μηχανισμού της αγοράς, η κοινωνία θα έχει αλλάξει την κατανομή των στοιχείων της παραγωγής έτσι ώστε αυτή να εναρμονιστεί με τις καινούργιες επιθυμίες της. Κι όμως κανείς δεν χρειάστηκε να εκδώσει κάποια εντολή και καμιά εξουσία υπεύθυνη σχεδιασμού δεν επέβαλε πρόγραμμα παραγωγής. Το προσωπικό συμφέρον και ο ανταγωνισμός, δρώντας το ένα εναντίον του άλλου, πέτυχαν τη μετάβαση.

Και ένα τελευταίο επίτευγμα: Όπως ακριβώς η αγορά ρυθμίζει τόσο τις τιμές όσο και τις ποσότητες των αγαθών με επιδιαιτητή τη δημόσια ζήτηση, έτσι καθορίζει και τα εισοδήματα εκείνων που συνεργάζονται για την παραγωγή αυτών των αγαθών. Εάν τα κέρδη σ' έναν τομέα παραγωγής είναι εξαιρετικά υψηλά, θα υπάρξει συρροή από άλλους επιχειρηματίες προς αυτό τον τομέα, ωσότου ο ανταγωνισμός μειώσει τα πλεονάσματα. Αν οι μισθοί είναι πολύ υψηλοί σε ένα είδος εργασίας, θα υπάρξει συρροή ανθρώπων προς την προνομιούχο αυτή απασχόληση, μέχρι που να πληρώνει τους ίδιους μισθούς με αντίστοιχες εργασίες που απαιτούν τον ίδιο βαθμό δεξιότητας και κατάρτισης. Αντιστρόφως, εάν τα κέρδη ή οι μισθοί είναι πολύ χαμηλοί σε κάποιον τομέα της οικονομίας, θα σημειωθεί απομάκρυνση κεφαλαίων και εργατικού δυναμικού, ωσότου η προσφορά να προσαρμοστεί καλύτερα προς τη ζήτηση.

Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται στοιχειώδη. Αλλά αναλογιστείτε τι έκανε ο Adam Smith με το κίνητρο του προσωπικού συμφέροντος και τον ανταγωνισμό στο ρόλο του ρυθμιστή. Πρώτον, εξήγησε πώς συγκρατούνται οι τιμές, ώστε να μην απομακρύνονται αυθαίρετα από το κόστος παραγωγής του προϊόντος. Δεύτερον, εξήγησε πώς μπορεί η κοινωνία να προτρέπει τους παραγωγούς αγαθών να της παρέχουν ό,τι απαιτεί. Τρίτον, κατέδειξε γιατί οι υψηλές τιμές είναι μια αυτοθεραπευόμενη ασθένεια, με το να προκαλούν την αύξηση της παραγωγής στο συγκεκριμένο τομέα. Και, τέλος, εξήγησε γιατί υπάρχει μια γενική ομοιομορφία των εισοδημάτων σε κάθε επίπεδο των μεγάλων παραγωγικών στρωμάτων ενός έθνους: Με λίγα λόγια, βρήκε στο μηχανισμό της αγοράς ένα αυτορυθμιζόμενο σύστημα για τον τακτικό εφοδιασμό της κοινωνίας.

Σημειώστε τη λέξη «αυτορυθμιζόμενο». Το έξοχο συνεπακόλουθο της αγοράς είναι ότι η ίδια είναι και προστάτης του εαυτού της. Εάν η παραγωγή ή οι τιμές ή ορισμένα είδη αμοιβών ξεφύγουν από τα επίπεδα που καθορίζει η κοινωνία, ενεργοποιούνται δυνάμεις που τα επαναφέρουν στη θέση τους. Είναι περίεργο το παράδοξο που προκύπτει κατ' αυτό τον τρόπο: η αγορά, η οποία είναι το αποκορύφωμα της ατομικής οικονομικής ελευθερίας, είναι ταυτόχρονα το πιο σκληρό αφεντικό. Μπορείς να κάνεις έφεση κατά της απόφασης μιας Επιτροπής Σχεδιασμού ή να εξασφαλίσεις μια ειδική ρύθμιση από κάποιον υπουργό. Αλλά δεν υπάρχει προσφυγή, ούτε ειδική ρύθμιση, στις ανώνυμες πιέσεις του μηχανισμού της αγοράς. Άρα η οικονομική ελευθερία είναι πιο απατηλή από ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει στην αγορά. Αλλά αν κάποιος θελήσει να κάνει αυτό που η αγορά αποδοκιμάζει, το τίμημα της ατομικής ελευθερίας είναι η οικονομική καταστροφή.

Έτσι, πράγματι, λειτουργεί ο κόσμος; Ως ένα μεγάλο βαθμό, έτσι λειτουργούσε την εποχή του Adam Smith. Ακόμα και στην εποχή του, φυσικά, υπήρχαν ήδη συντελεστές που παρενέβαιναν στην ελεύθερη λειτουργία του συστήματος της αγοράς. Υπήρχαν συμμαχίες βιομηχάνων που ανέβαζαν τις τιμές τεχνητά και εργατικά σωματεία που αντιστέκονταν στις πιέσεις του ανταγωνισμού όταν αυτό σήμαινε τη μείωση των αμοιβών τους. Και ήδη μπορούσε να διακρίνει κανείς και άλλα ανησυχητικά σημεία. Το εργοστάσιο των αδελφών Lombe ήταν κάτι περισσότερο από ένα θαύμα της μηχανολογίας και αντικείμενο θαυμασμού για τον επισκέπτη: προμήνυε την έλευση της μεγάλης βιομηχανίας και την ανάδειξη εργοδοτών οι οποίοι ήταν εκπληκτικά δυνατοί και ανεξάρτητοι παράγοντες διαμόρφωσης της αγοράς. Τα παιδιά στα κλωστήρια δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να θεωρηθούν εξίσου δυνατοί συντελεστές της αγοράς με τους εργοδότες που τα κοίμιζαν, τα τάιζαν και τα εκμεταλλεύονταν. Πάντως, παρ' όλες τις αποκλίσεις απ' τη συνταγή, η Αγγλία του 18ου αιώνα έμοιαζε, έστω κι αν δεν ταυτιζόταν πλήρως, με το μοντέλο που ο Adam Smith είχε στο μυαλό του. Οι επιχειρήσεις ήταν ανταγωνιστικές, το μέσο εργοστάσιο ήταν μικρό, οι τιμές ανέβαιναν κι έπεφταν καθώς αυξανόταν ή μειωνόταν η ζήτηση, και οι μεταβολές στις τιμές όντως προκαλούσαν μεταβολές στην παραγωγή και την απασχόληση.

Ο κόσμος του Adam Smith αποκλήθηκε ο κόσμος του ατομικιστικού ανταγωνισμού: ένας κόσμος στον οποίο κανένας συντελεστής του παραγωγικού μηχανισμού, είτε από την πλευρά του κεφαλαίου είτε από την πλευρά της εργασίας, δεν ήταν αρκετά ισχυρός ώστε να παρέμβει ή να αντισταθεί στις πιέσεις του ανταγωνισμού. Ήταν ένας κόσμος στον οποίο κάθε συντελεστής ήταν αναγκασμένος να κυνηγά το προσωπικό του συμφέρον σ' έναν τεράστιο κοινωνικό καβγά.

Και σήμερα; Λειτουργεί ακόμα ο ανταγωνιστικός μηχανισμός της αγοράς; Αυτό δεν είναι ένα ερώτημα στο οποίο μπορεί να δοθεί μια απλή απάντηση. Η φύση της αγοράς έχει υποστεί τεράστιες αλλαγές από το 18ο αιώνα. Έχουμε πάψει να ζούμε σ' έναν κόσμο ατομικιστικού ανταγωνισμού στον οποίο κανένας δεν μπορεί να κολυμπήσει αντίθετα στο ρεύμα. Ο σημερινός μηχανισμός της αγοράς χαρακτηρίζεται από το τεράστιο μέγεθος των συμμετεχόντων: οι γιγάντιες επιχειρήσεις και τα ισχυρά εργατικά συνδικάτα προφανώς δεν συμπεριφέρονται σαν να είναι μεμονωμένοι ιδιοκτήτες και εργάτες. Το μέγεθος τους είναι αυτό που τους δίνει τη δυνατότητα να αντιστέκονται στις πιέσεις του ανταγωνισμού, να αγνοούν τα μηνύματα των τιμών και να υπολογίζουν ποιο θα είναι το συμφέρον τους με μακροπρόθεσμη προοπτική και όχι κάτω από την άμεση πίεση των καθημερινών αγοραπωλησιών.

Είναι προφανές ότι όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν εξασθενίσει την πρωταρχική καθοδηγητική λειτουργία της αγοράς. Αλλά, παρά τα ειδικά γνωρίσματα της σύγχρονης οικονομικής κοινωνίας, οι μεγάλες δυνάμεις του προσωπικού συμφέροντος και του ανταγωνισμού, όσο κι αν αποδυναμώνονται ή παρακάμπτονται, εξακολουθούν να παρέχουν τους βασικούς κανόνες συμπεριφοράς τους οποίους κανένας από τους συμμετέχοντες στο σύστημα αγοράς δεν μπορεί να αγνοήσει ολοκληρωτικά. Δεν είναι ο κόσμος του Adam Smith αυτός στον οποίο ζούμε σήμερα, αλλά, αν μελετήσουμε τη λειτουργία της αγοράς, οι νόμοι της είναι ακόμα ευδιάκριτοι.

Robert  L. Heilbroner, Οι φιλόσοφοι του οικονομικού κόσμου 

(Εκδόσεις Κριτική, 2000, σελ. 38- 41)

Τρίτη 26 Μαΐου 2015

Adam Smith: τα τρία πράγματα που θα πρέπει να κάνει η κυβέρνηση

[…] Για την ακρίβεια, όχι μόνο δεν είναι ο Smith αντίθετος σε όλες πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, αλλά τονίζει κατηγορηματικά τρία πράγματα που θα πρέπει να κάνει η κυβέρνηση σε μια κοινωνία φυσικής ελευθερίας

Πρώτον, και αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, οφείλει να προστατεύει αυτή την κοινωνία από «τη βία και την επιβουλή» άλλων κοινωνιών

Δεύτερον, πρέπει να εξασφαλίζει «την αμερόληπτη απονομή δικαιοσύνης» για όλους τους πολίτες

Και τρίτον, η κυβέρνηση έχει το καθήκον «να φτιάχνει και να συντηρεί τους δημόσιους εκείνους θεσμούς και τα δημόσια εκείνα έργα που μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμα σε μια μεγάλη κοινωνία», αλλά τα οποία «είναι τέτοιας μορφής που το κέρδος απ' αυτά δεν θα μπορούσε ποτέ να καλύψει τη δαπάνη στην οποία υποβάλλεται ένα άτομο ή ένας μικρός αριθμός ατόμων». 

Αν αυτά τα διατυπώσουμε με φρασεολογία των ημερών μας, ο Smith αναγνωρίζει σαφέστατα τη χρησιμότητα των δημόσιων επενδύσεων για μεγάλα έργα που δεν είναι δυνατό να αναλάβει ο ιδιωτικός τομέας - σαν δύο παραδείγματα αναφέρει τους δρόμους και την παιδεία. Χωρίς αμφιβολία, πρόκειται για μια αντίληψη που έχει διευρυνθεί σημαντικά από τον καιρό του Smith -εύκολα μπορεί κανείς να συμπεριλάβει τον αντιπλημμυρικό έλεγχο, την αποκατάσταση του περιβάλλοντος, την επιστημονική έρευνα- αλλά αυτή καθαυτή η ιδέα, όπως και τόσα άλλα, υπονοείται αλλά δεν αναφέρεται ρητά στο όραμα του Smith. 

Αυτό στο οποίο ο Smith είναι αντίθετος είναι η ανάμιξη της κυβέρνησης στο μηχανισμό της αγοράς. Είναι αντίθετος στους περιορισμούς των εισαγωγών και στις επιδοτήσεις των εξαγωγών, αντίθετος σε νόμους για την προστασία της βιομηχανίας από τον ανταγωνισμό, και αντίθετος στις δημόσιες δαπάνες για μη παραγωγικούς σκοπούς. Παρατηρήστε ότι όλες αυτές οι δραστηριότητες της κυβέρνησης έχουν αντίκτυπο στην ομαλή λειτουργία του συστήματος της αγοράς. Ο Smith δεν αντιμετώπισε ποτέ το πρόβλημα που έμελλε να προκαλέσει τόσα ερωτηματικά και ανησυχίες σε κατοπινές γενιές, δηλαδή κατά πόσο η κυβέρνηση ενδυναμώνει ή εξασθενίζει το σύστημα όταν παρεμβαίνει με νομοθεσία κοινωνικής πρόνοιας. Την εποχή του Smith, εκτός από τα μέτρα για την ανακούφιση των φτωχών, δεν υπήρχε σχεδόν κανένας άλλος νόμος κοινωνικής πρόνοιας - η κυβέρνηση ήταν ακραιφνής σύμμαχος των αρχουσών τάξεων και ο μεγάλος καβγάς στους κυβερνητικούς κύκλους ήταν κατά πόσο θα ωφελούνταν περισσότερο οι γαιοκτήμονες ή οι βιομηχανικές τάξεις. Το ερώτημα κατά πόσο στα οικονομικά ζητήματα θα έπρεπε να έχει λόγο και η εργατική τάξη, δεν περνούσε καν από το μυαλό κανενός αξιοσέβαστου ατόμου. 


(Εκδόσεις Κριτική, 2000, σελ. 47)



Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

Ιστορικός Καπιταλισμός: η ατέρμονη συσσώρευση του κεφαλαίου

Ο καπιταλισμός είναι πρώτα απ' όλα και πάνω απ' όλα ένα ιστορικό κοινωνικό σύστημα. […]

Η λέξη καπιταλισμός προέρχεται από τη λέξη capital (= κεφάλαιο). Θα ήταν λοιπόν εύλογο να προϋποθέσουμε ότι το κεφάλαιο είναι ένα στοιχείο-κλειδί στον καπιταλισμό. Αλλά τι είναι το κεφάλαιο; Κατά μία έννοια είναι απλώς συσσωρευμένος πλούτος. Όταν όμως χρησιμοποιείται στα πλαίσια του ιστορικού καπιταλισμού, επιδέχεται μια ειδικότερη ερμηνεία. Δεν είναι μόνο το απόθεμα καταναλώσιμων αγαθών, μηχανημάτων ή επικυρωμένων αξιώσεων για υλικά πράγματα με τη μορφή τού χρήματος. Είναι αλήθεια ότι το κεφάλαιο στον ιστορικό καπιταλισμό συνεχίζει να αναφέρεται σε συσσωρεύσεις, αποτελέσματα προσπαθειών προγενέστερης εργασίας, πού δεν έχουν ακόμη αναλωθεί· άλλα αν αυτό ήταν όλο, τότε όλα τα ιστορικά συστήματα, πηγαίνοντας πίσω στην εποχή του ανθρώπου του Νεάντερνταλ, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως καπιταλιστικά, μια και όλα είχαν τέτοιου είδους συσσωρευμένα αποθέματα πού ενσωμάτωναν προγενέστερη εργασία.

Εκείνο πού διακρίνει το ιστορικό κοινωνικό σύστημα πού ονομάζουμε ιστορικό καπιταλισμό είναι ότι, σ' αυτό το ιστορικό σύστημα, το κεφάλαιο κατέληξε να χρησιμοποιείται -να επενδύεται- με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Κατέληξε να χρησιμοποιείται με πρωταρχικό αντικειμενικό σκοπό και πρόθεση την αυτοεπέκταση. Σ' αυτό το σύστημα, οι προγενέστερες συσσωρεύσεις αποτελούσαν «κεφάλαιο» μόνο στο βαθμό πού χρησιμοποιούνταν για να συσσωρεύσουν περισσότερο κεφάλαιο. Χωρίς αμφιβολία, η διαδικασία ήταν περίπλοκη και, όπως θα δούμε, με διακυμάνσεις. Αλλά εκείνο πού επονομάζουμε καπιταλιστικό, είναι αυτός ο αμείλικτος και περίεργα αυτάρκης αυτοσκοπός του κατόχου του κεφαλαίου, δηλαδή ή συσσώρευση όλο και περισσότερου κεφαλαίου, καθώς και οι σχέσεις πού ο κάτοχός του έπρεπε, κατά συνέπεια, να συνάψει με άλλα πρόσωπα για την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού. Ομολογουμένως, αυτός ο στόχος δεν ήταν αποκλειστικός· και άλλοι παράγοντες υπεισήλθαν στη διαδικασία παραγωγής. Ωστόσο η ερώτηση παραμένει: ποιοί παράγοντες έτειναν να υπερισχύουν σε περίπτωση σύγκρουσης; Όποτε η συσσώρευση τού κεφαλαίου ήταν εκείνος ο παράγοντας πού είχε κατά σύστημα προτεραιότητα έναντι άλλων εναλλακτικών στόχων, τότε θα μπορούσαμε δικαιολογημένα να ισχυρισθούμε ότι παρατηρούμε ένα καπιταλιστικό σύστημα σε λειτουργία.

Το να επενδύσει κανείς κεφάλαιο, έχοντας σκοπό την απόκτηση όλο και περισσότερου κεφαλαίου, είναι φυσικά μια απόφαση πού θα μπορούσε δυνητικά να ληφθεί από ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων σε οποιαδήποτε εποχή. Ποτέ όμως δεν υπήρξε εύκολο γι' αυτά τα άτομα να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους με επιτυχία, προτού επέλθει μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Στα προηγούμενα συστήματα, ή μακρόχρονη και περίπλοκη διαδικασία της συσσώρευσης του κεφαλαίου σχεδόν πάντα μπλοκαριζόταν σε κάποιο σημείο, ακόμα και σε περιπτώσεις πού η αρχική συνθήκη (η ιδιοκτησία ή συγχώνευση στα χέρια των λίγων κάποιου αποθέματος αγαθών πού δεν είχαν καταναλωθεί πρωτύτερα) ίσχυε. Ο υποθετικός καπιταλιστής μας πάντοτε χρειαζόταν να εξασφαλίσει τη χρήση εργατικής δύναμης, το οποίο σημαίνει ότι έπρεπε να υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι πού θα δελεασθούν ή θα αναγκαστούν να παράγουν τέτοια εργασία. Από τη στιγμή πού είχαν εξασφαλιστεί εργάτες και είχαν παραχθεί αγαθά, αυτά τα αγαθά έπρεπε με κάποιο τρόπο να διοχετευθούν στην αγορά, πού σημαίνει ότι έπρεπε να υπάρχει, από τη μια, ένα σύστημα διανομής και, από την άλλη, μια ομάδα αγοραστών με τα απαραίτητα χρήματα για να αγοράσουν τα προϊόντα. Τα προϊόντα έπρεπε να πουληθούν σε τιμή μεγαλύτερη από το συνολικό κόστος (της στιγμής της πώλησης) όπως καθορίστηκε από τον πωλητή και, επιπλέον, αυτό το περιθώριο διαφοράς έπρεπε να είναι μεγαλύτερο απ' όσο χρειαζόταν ο πωλητής για την προσωπική του συντήρηση. Έπρεπε, στη σύγχρονη γλώσσα μας, να υπάρχει κέρδος. Ο κάτοχος του κέρδους έπρεπε στη συνέχεια να έχει τη δυνατότητα να το διατηρήσει μέχρι να παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία για επένδυση και, από ’κει και πέρα, η όλη διαδικασία έπρεπε να αυτοανανεώνεται στο σημείο της παραγωγής.

Στην πραγματικότητα, αυτή η αλυσίδα διαδικασιών (πού συχνά ονομάζεται ανακύκληση του κεφαλαίου) σπάνια ολοκληρώθηκε πριν τη σύγχρονη εποχή. Ένας λόγος είναι ότι, στα προηγούμενα ιστορικά κοινωνικά συστήματα, πολλοί από τούς συνδετικούς κρίκους της αλυσίδας θεωρήθηκαν, από τούς κατόχους της πολιτικής και ηθικής εξουσίας, ως έξω από τη συμβατική λογική και ηθική. Αλλά ακόμα και όταν δεν υπήρχε άμεση επέμβαση από τη μεριά εκείνων πού είχαν τη δύναμη να παρέμβουν, η διαδικασία συνήθως αποτύγχανε, επειδή ένα ή και περισσότερα στοιχεία δεν ήταν διαθέσιμα - το συσσωρευμένο σε κάποια μορφή χρήματος απόθεμα, η εργατική δύναμη της οποίας θα έκανε χρήση ο παραγωγός, το δίκτυο των διανομέων, οι καταναλωτές πού ήταν αγοραστές.

Ο λόγος πού ένα ή περισσότερα στοιχεία έλειπαν είναι ότι, στα προηγούμενα ιστορικά κοινωνικά συστήματα, ένα ή περισσότερα από αυτά τα στοιχεία δεν «εμπορευματοποιήθηκε» ή ήταν ανεπαρκώς «εμπορευματοποιημένο». Αυτό σημαίνει ότι η διαδικασία δεν είχε θεωρηθεί τέτοια ώστε να μπορεί ή να πρέπει να διεκπεραιωθεί μέσω μιας «αγοράς». Ο ιστορικός καπιταλισμός επέφερε επομένως την σε ευρεία κλίμακα Εμπορευματοποίηση των διαδικασιών -όχι μόνο των διαδικασιών ανταλλαγής, αλλά και των διαδικασιών παραγωγής, διανομής και επένδυσης- πού προηγουμένως είχαν λειτουργήσει με άλλους τρόπους, και όχι διαμέσου της «αγοράς». Και σε όλη την πορεία της προσπάθειάς τους να συσσωρεύουν όλο και περισσότερο κεφάλαιο, οι καπιταλιστές επιδίωκαν να εμπορευματοποιούν όλο και περισσότερες από τις κοινωνικές διαδικασίες, σε όλες τις σφαίρες της οικονομικής δραστηριότητας. Και μιας και ο καπιταλισμός είναι αυτάρκης διαδικασία, κάθε κοινωνική συναλλαγή μπορούσε δυνητικά να συμπεριληφθεί. Να γιατί θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ιστορική ανάπτυξη του καπιταλισμού είχε ως συνέπεια την ώθηση προς την εμπορευματοποίηση των πάντων.

Ούτε η εμπορευματοποίηση των κοινωνικών διαδικασιών αρκούσε. Οι διαδικασίες παραγωγής ήταν συνδεδεμένες μεταξύ τους με πολύπλοκες εμπορευματικές αλυσίδες. Ας πάρουμε ένα τυπικό προϊόν πού να έχει ευρύτατα παραχθεί και πουληθεί σε όλη την ιστορική εμπειρία του καπιταλισμού, για παράδειγμα ένα είδος ρουχισμού. Για να παραχθεί ένα είδος ρουχισμού τα βασικά -τουλάχιστον- πράγματα πού χρειάζονται είναι ύφασμα, κλωστή, κάποιο είδος μηχανημάτων και εργατική δύναμη. Αλλά καθένα απ' αυτά πρέπει με τη σειρά του να παραχθεί. Για την παραγωγή τους χρειάζονται άλλα είδη, τα όποια επίσης με τη σειρά τους πρέπει να παραχθούν. Η εμπορευματοποίηση κάθε υποδιαδικασίας σ' αυτήν την εμπορευματική αλυσίδα δεν ήταν υποχρεωτική (θα λέγαμε μάλιστα ότι ούτε καν συνέβαινε συχνά). Πράγματι, όπως θα δούμε, πολλές φορές το κέρδος ήταν μεγαλύτερο, όταν δεν είχαν πραγματικά εμπορευματοποιηθεί όλοι οι συνδετικοί κρίκοι της αλυσίδας. Εκείνο πού είναι βέβαιο, είναι ότι υπήρχε στην αλυσίδα ένα πολύ μεγάλο και διασκορπισμένο σύνολο εργατών, οι όποιοι έπαιρναν κάποιο είδος αποζημίωσης πού καταγραφόταν στο φύλλο ισολογισμού ως κόστος. Υπήρχε επίσης ένα κατά πολύ μικρότερο, αλλά εξ ίσου διασκορπισμένο σύνολο ατόμων (οι όποιοι, συν τοις άλλοις, συνήθως δεν ήταν ενωμένοι ως εμπορικοί συνεργάτες, αλλά δρούσαν ως αυτόνομες οικονομικές οντότητες) πού με κάποιο τρόπο συμμετείχαν στο τελικό περιθώριο της εμπορευματικής αλυσίδας, το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στο συνολικό κόστος παραγωγής της αλυσίδας και στο συνολικό εισόδημα πού προκύπτει από τη διάθεση του τελικού προϊόντος.

Από τη στιγμή πού υπήρχαν εμπορευματικές αλυσίδες να συνδέουν πολλαπλές διαδικασίες παραγωγής, είναι σαφές ότι ο ρυθμός συσσώρευσης, για τούς «καπιταλιστές» στο σύνολό τους, ήταν ένα ζήτημα τού πόσο μεγάλο περιθώριο διαφοράς θα μπορούσε να δημιουργηθεί, τη στιγμή μάλιστα πού αυτό το περιθώριο ήταν δυνατό να διακυμανθεί σημαντικά. Όμως για κάθε έναν καπιταλιστή χωριστά, ο ρυθμός συσσώρευσης ήταν ένα ζήτημα μιας διαδικασίας «ανταγωνισμού», με υψηλότερες αμοιβές για εκείνους πού επιδείκνυαν μεγαλύτερη διορατικότητα στις κρίσεις τους, μεγαλύτερη ικανότητα να ελέγχουν το εργατικό τους δυναμικό και μεγαλύτερη δυνατότητα πρόσβασης σε περιοριστικές πολιτικές αποφάσεις πάνω σε ιδιαίτερες λειτουργίες της αγοράς (γενικά γνωστές ως μονοπώλια).

Αυτό δημιούργησε την πρώτη βασική αντινομία τού συστήματος. Ενώ το ενδιαφέρον όλων των καπιταλιστών, αν τούς εξετάσουμε ως τάξη, φαινόταν να είναι ή συνολική μείωση του κόστους παραγωγής, στην πράξη αυτές οι μειώσεις συχνά ευνοούσαν κάποιους καπιταλιστές εναντίον κάποιων άλλων και, κατά συνέπεια, μερικοί προτιμούσαν να έχουν αυξημένο μέρισμα σε ένα μικρότερο ολικό περιθώριο, παρά μικρότερο μέρισμα σε ένα μεγαλύτερο ολικό περιθώριο

Επιπλέον, υπήρχε μια δεύτερη θεμελιώδης αντινομία στο σύστημα. Καθώς προχωρούσαν ή συσσώρευση όλο και περισσότερου κεφαλαίου, ή εμπορευματοποίηση όλο και περισσότερων διαδικασιών και η παραγωγή όλο και περισσότερων εμπορευμάτων, ένα απαιτούμενο στοιχείο, ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της οικονομικής ροής, ήταν η ύπαρξη όλο και περισσότερων αγοραστών. Παράλληλα όμως, οι προσπάθειες για τη μείωση τού κόστους παραγωγής συχνά μείωναν την κυκλοφορία και κατανομή τού χρήματος και, έτσι, ή σταθερή αύξηση των αγοραστών, πού χρειαζόταν για να συμπληρωθεί η διαδικασία της συσσώρευσης, αναχαιτιζόταν. Από την άλλη μεριά, οι ανακατανομές τού συνολικού κέρδους πού οδηγούσαν στη διεύρυνση τού δικτύου των αγοραστών, συχνά μείωναν το ολικό περιθώριο του κέρδους. Γι' αυτόν τον λόγο, μεμονωμένοι επιχειρηματίες βρέθηκαν στο σημείο να πιέζουν προς τη μια κατεύθυνση, για το όφελος των επιχειρήσεων τους (μειώνοντας, για παράδειγμα, το εργατικό κόστος) και ταυτόχρονα, ως μέλη μιας συλλογικής τάξης, να πιέζουν για την αύξηση τού συνολικού αγοραστικού δικτύου (το οποίο είχε αναπόφευκτα ως συνέπεια, τουλάχιστον για μερικούς παραγωγούς, την αύξηση τού εργατικού κόστους).

Κατά συνέπεια, η οικονομία τού καπιταλισμού διακατεχόταν από την ορθολογιστική πρόθεση να αυξηθεί η συσσώρευση σε μέγιστο βαθμό. Αλλά ό,τι ήταν λογικό για τούς επιχειρηματίες δεν ήταν κατ' ανάγκη λογικό και για τούς εργάτες. Και, το πιο σημαντικό, ό,τι ήταν λογικό για όλους τούς επιχειρηματίες ως συλλογική ομάδα, δεν ήταν κατ' ανάγκη λογικό για κάθε μεμονωμένο καπιταλιστή. Δεν αρκεί λοιπόν να πούμε ότι καθένας επιδίωκε το συμφέρον του. Το προσωπικό συμφέρον καθενός χωριστά, πολλές φορές τον ανάγκαζε να εμπλακεί σε αντιφατικές δραστηριότητες. Επομένως, το να υπολογίσει κανείς μακροπρόθεσμα το πραγματικό του συμφέρον κατέληξε να είναι εξαιρετικά δύσκολο, παρόλο πού αυτή τη στιγμή αγνοούμε σε ποιο βαθμό η προσωπική αντίληψη του καθένα για το συμφέρον του είχε αποκαλυφθεί και διαστρεβλωθεί από πολυσύνθετα ιδεολογικά νεφελώματα. Προς το παρόν, θεωρώ προσωρινά ως δεδομένο ότι ο καπιταλισμός πράγματι ανέθρεψε έναν homo economicus, αλλά σπεύδω να προσθέσω ότι αυτός ο homo economicus παρουσίαζε -σχεδόν αναπόφευκτα- κάποια σημάδια σύγχυσης.

Υπάρχει όμως ένας «αντικειμενικός» περιορισμός πού μείωνε τη σύγχυση. Αν ένα δεδομένο άτομο επανειλημμένα διέπραττε λάθη στις οικονομικές του αποφάσεις, αδιάφορο αν το έκανε από άγνοια, από ανοησία ή από ιδεολογική προκατάληψη, αυτό το άτομο (ή η εταιρεία) δεν επρόκειτο να επιβιώσει στην αγορά. Ή χρεωκοπία ήταν το οξύ καθαρτικό υγρό του καπιταλιστικού συστήματος, πού συνεχώς εξανάγκαζε όλους τούς οικονομικούς πρωταγωνιστές να πορεύονται σταθερά μέσα σ' ένα καλοστρωμένο αυλάκι, πού τούς έσπρωχνε να λειτουργούν με τέτοιο τρόπο ώστε συνολικά να υπάρχει ακόμα μεγαλύτερη συσσώρευση κεφαλαίου.

Ο ιστορικός καπιταλισμός είναι λοιπόν το συγκεκριμένο, χωροχρονικά οριοθετημένο, ενοποιημένο χωρίο των παραγωγικών δραστηριοτήτων, μέσα στο οποίο ο οικονομικός αντικειμενικός σκοπός ή «νόμος» πού επικρατεί ή διέπει την κύρια οικονομική δραστηριότητα είναι η ατέρμονη συσσώρευση του κεφαλαίου. Είναι το κοινωνικό σύστημα στο όποιο εκείνοι πού έπραξαν βάσει αυτών των κανόνων, απέκτησαν τόσο μεγάλη επιρροή στο σύνολο, ώστε να διαμορφώσουν συνθήκες κάτω από τις οποίες οι υπόλοιποι έπρεπε είτε να συμμορφωθούν προς τα πρότυπα ή να υποστούν τις συνέπειες. Είναι το κοινωνικό σύστημα στο οποίο το φάσμα αυτών των κανόνων (του νόμου της άξιας) γινόταν διαρκώς ευρύτερο, οι εκτελεστές των κανόνων όλο και περισσότερο αδιάλλακτοι, η διείσδυση των κανόνων στο κοινωνικό οικοδόμημα συνεχώς μεγαλύτερη, ακόμη και αν, παράλληλα, η κοινωνική αντίθεση προς αυτούς τούς κανόνες μεγάλωνε όλο και πιο κραυγαλέα και οργανωμένα.

Κάνοντας αυτήν την περιγραφή για τον ιστορικό καπιταλισμό, ο καθένας μας μπορεί να προσδιορίσει ποιο συγκεκριμένο, χωροχρονικά οριοθετημένο, ενοποιημένο χωρίο θεωρεί ως σημείο αναφοράς του. Η προσωπική μου άποψη είναι ότι η γένεση αυτού του ιστορικού συστήματος τοποθετείται στην Ευρώπη τού τέλους τού δέκατου πέμπτου αιώνα, ότι το σύστημα με το πέρασμα τού χρόνου επεκτάθηκε στο χώρο ώστε να καλύπτει στο τέλος τού δέκατου ένατου αιώνα ολόκληρη την υδρόγειο και ότι ακόμη και σήμερα καλύπτει ολόκληρη την υδρόγειο. […]

Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν, Ιστορικός Καπιταλισμός 

(Εκδόσεις Θεμέλιο, 1987, σελ. 17-24)

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Η ιστορική θεμελίωση των εθνών

Σε γενικές γραμμές, οι θεωρίες πάνω στην ιστορική θεμελίωση των νεότερων εθνών χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: σ’ αυτές που δίνουν έμφαση στη νεοτεριστική και κρατική πρωτοκαπιταλιστική θεμελίωση των εθνών, και σ’ εκείνες που εντοπίζουν αντίθετα την προμοντέρνα, προκαπιταλιστική εθνική θεμελίωσή τους, όπου η έννοια του κράτους (της οποίας προφανώς κανείς δεν αμφισβητεί τη σημασία) διαμορφώνεται μόνο σε μια δεύτερη φάση. Ας το εξετάσουμε καλύτερα.

Οι θεωρίες που υποστηρίζουν την κρατική και επομένως τη νεοτεριστική και πρωτοκαπιταλιστική και πρωτοαστική απαρχή του έθνους, επιμένουν στην τεχνητή φύση της ίδιας της έννοιας του «έθνους»· σύμφωνα με τις θεωρίες αυτές η «παράδοση», νοουμένη ως ιστορική διάσταση του έθνους, συνιστά ως επί το πλείστον μία εκ των υστέρων «επινόηση». Οι κρατικοί μηχανισμοί, που θεσπίστηκαν κατά πρώτο λόγο με στόχο την πολιτική στήριξη της δημιουργίας της ενιαίας καπιταλιστικής αγοράς ή/και την οικονομική και στρατιωτική προστασία του «έθνους» έναντι των άλλων ανταγωνιστικών εθνών, εξουσιοδότησαν ευχαρίστως τους διανοουμένους και το εκπαιδευτικό σύστημα να επινοήσουν μία ενιαία εθνική ιστορική παράδοση και να ενσωματώσουν τη λογοτεχνική γλώσσα στην καθομιλουμένη. Ο «εθνικισμός», επομένως, είναι ένα τυπικό προϊόν της καπιταλιστικής και κυρίως πρωτοκαπιταλιστικής νεοτερικότητας - ενώ αντίθετα υποτίθεται ότι στην ώριμη φάση της παγκοσμιοποίησης και της πληροφοριοποίησης, ο καπιταλισμός θα τον υπερέβαινε και θα τον καταργούσε. Εν προκειμένω όμως είναι σκόπιμο να επισημάνουμε ότι η πνευματική και λογοτεχνική επινόηση μιας παράδοσης δεν αποτελεί καθόλου το χαρακτηριστικό γνώρισμα της καπιταλιστικής νεοτερικότητας. Αρκεί να θυμηθεί κανείς -θα μπορούσαν βέβαια ν’ αναφερθούν πάμπολλα ιστορικά παραδείγματα- τους διανοούμενους της αυγουστιανής εποχής της ρωμαιοκρατίας (Λίβιος, Βιργίλιος κ.ά.), που κλήθηκαν να επινοήσουν μια μυθοπλαστική παράδοση (Αινείας, Ρωμύλος κ.ά.). Γενικότερα, οι θεωρίες της κρατικής απαρχής του έθνους, μέσα από συχνά ευφυέστατα ιστορικο-πολιτισμικά συγγράμματα, υποδεικνύουν ότι το έθνος δεν υφίσταται, και ότι απεναντίας συνιστά ένα τεχνητό παρασκεύασμα, μια επινόηση του αστικού καπιταλισμού και, όπως κάθε τεχνητή επινόηση, είναι καταδικασμένο να διαλυθεί και να πεθάνει σε μια κατά τα άλλα απροσδιόριστη «αλλαγή της ιστορικής φάσης». Πρόκειται για μια κατανοητή αλλά κατά τη γνώμη μου λανθασμένη αντίδραση απέναντι στις θεωρίες που αντιμετωπίζουν το έθνος ως μία «οργανική κοινότητα» κατά τρόπο αποκλειστικό και ρατσιστικό, (Gemeinschaft), θεωρίες που στην πράξη αιματοκύλησαν την ιστορία των δύο τελευταίων αιώνων. Θα πρέπει όμως να προσέξουμε να μην κάψουμε και τα χλωρά μαζί με τα ξερά.

Από την άλλη, οι θεωρίες της εθνικής και άρα προμοντέρνας, προκαπιταλιστικής και προαστικής απαρχής του έθνους, επισημαίνουν το γεγονός ότι, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων - φυσικά όχι σε όλες -, στο υπόβαθρο και παράλληλα με τη μεταγενέστερη συγκρότηση του έθνους ως λαού και νεότερου κράτους, υπάρχει μια πραγματική ισχυρή εθνική οντότητα. Ασφαλώς η ιστορία δεν αρχίζει ούτε με τον καπιταλισμό ούτε με τη συσσώρευση κεφαλαίου ούτε με την εμφάνιση των Ευρωπαίων και Αμερικανών αποικιοκρατών. Κατά τη γνώμη μου αυτό είναι αληθές και αναμφισβήτητο. Είναι προφανές ότι η εθνική θεμελίωση εξελίσσεται ιστορικά και πολιτισμικά, σε συνάφεια με μια ταυτότητα εν μέρει τεχνητή και κατασκευασμένη εκ των υστέρων από το νεότερο κράτος, από τους διανοούμενους και το εκπαιδευτικό σύστημα. Το «εκ των υστέρων» όμως δεν γεννιέται εκ του μηδενός, αλλά βασίζεται σε μια προϋπάρχουσα πραγματικότητα, που μπορεί μεν να την τροποποιήσει αλλά όχι να την εκμηδενίσει.

Πού βρίσκεται το δίκιο; Δύσκολο ερώτημα, στο οποίο είναι αδύνατο να απαντήσουμε στα στενά πλαίσια ενός δοκιμίου. Εύλογο, αλλά συνάμα οπορτουνισιικό και παραπλανητικό θα ήταν να πούμε ότι το δίκιο βρίσκεται και στις δύο πλευρές. Με μια πρώτη προσέγγιση, εάν αποδεχτούμε ότι η κρατική συνιστώσα εκεί που υπερισχύει –πράγμα όμως που δεν αληθεύει στην περίπτωση πολλών εθνών, λόγου χάρη στους Κορσικανούς, τους Βρετόνους, τους Γαλάτες, τους Βάσκους, τους Κούρδους και τους Λατινοαμερικανούς Μάγια- προϋποθέτει ούτως ή άλλως μια προγενέστερη εθνοτική συνιστώσα, τότε θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι η εθνική θεωρία εμφανίζεται ως ορθότερη από την κρατική, παρότι η τελευταία τη διορθώνει επωφελώς σε πολλά σημεία.

Δεν βρίσκεται όμως εδώ κατά τη γνώμη μου το ουσιαστικότερο φιλοσοφικό σημείο του ζητήματος. Ανεξάρτητα από το πού βρίσκεται το δίκιο, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι το έθνος εμφανίστηκε, είτε με εθνική είτε με κρατική θεμελίωση, σε μια παρελθούσα στιγμή (προκαπιταλιστική ή πρωτοκαπιταλιστική), επομένως σήμερα η έννοιά του στερείται εγκυρότητας. Εδώ λοιπόν βρίσκεται η ουσία, διότι ενώ η γέννηση πάντα και σε κάθε περίπτωση είναι ειδική, η εγκυρότητα είναι καθολική, προφανώς επειδή η γέννηση δομήθηκε ως εύλογη συνιστώσα μιας πραγματικής αλήθειας. Ο Ιησούς της Ναζαρέτ δραστηριοποιήθηκε σ’ ένα εντελώς ιδιόμορφο ιστορικό πλαίσιο, που σήμερα είναι ολότελα ξεπερασμένο, η εγκυρότητα όμως του μηνύματος του δεν εξαντλείται μέσα σ’ εκείνη την ιδιάζουσα ιστορική στιγμή αλλά εμπεριέχει μια διαχρονική αλήθεια. Ας αναφέρουμε επίσης το παράδειγμα του φιλελευθερισμού, της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού. Από ιστορική άποψη, αυτές οι τρεις παραδόσεις έχουν μια συγκεκριμένη αφετηρία, την αστική (ο φιλελευθερισμός), τη μικροαστική (η δημοκρατία), την εργατική και προλεταριακή (ο σοσιαλισμός). Η ιδιαίτερη ιστορική γέννηση τους, λοιπόν, και στις τρεις περιπτώσεις αποκτά καθολική εγκυρότητα, όχι σε όλες τις ιστορικές συνιστώσες, αλλά μόνο σ’ αυτές που η λογική ορθότητα επικυρώνει και επιβεβαιώνει.

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την πραγματικότητα της εθνικής ταυτότητας, είτε είναι εθνοτικής είτε είναι κρατικής θεμελίωσης. […]

COSTANZO PREVE, ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΑΧΥ, ΑΘΗΝΑ 2001, σελ. 13-17)

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Το πνεύμα του Καπιταλισμού και ο Βενιαμίν Φραγκλίνος

[…] Αν μπορεί να βρεθεί κάποιο αντικείμενο, στο οποίο ο όρος αυτός να μπορεί να εφαρμοστεί με κάποια εύληπτη έννοια, δεν μπορεί πάρα να είναι ένα ιστορικό άτομο, […]

Για το σκοπό αυτό θα στραφούμε σε ένα ντοκουμέντο, αυτού του «πνεύματος», που περιέχει αυτό που ζητάμε σε σχεδόν κλασική καθαρότητα, και ταυτόχρονα έχει το πλεονέκτημα να είναι απαλλαγμένο από κάθε άμεση σχέση με τη θρησκεία, όντας έτσι, για τους σκοπούς μας, απαλλαγμένο από προκαταλήψεις.

«Να θυμάσαι πως ο χρόνος είναι χρήμα. Όποιος μπορεί να κερδίσει με τη δουλειά του δέκα σελίνια την ημέρα κι αντί γι' αυτό πάει περίπατο ή κάθεται άπραγος τη μισή μέρα, έστω κι αν δεν ξοδεύει πάρα πέντε πένες κατά τη διασκέδαση ή την τεμπελιά του, ας μη νομίζει πως αυτά είναι τα μόνα του έξοδα στην πραγματικότητα ξόδεψε, ή μάλλον πέταξε, πέντε σελίνια.

»Να θυμάσαι πως η πίστωση είναι χρήμα. Αν κάποιος αφήσει τα λεφτά του στα χέρια μου πέρα από τη στιγμή που πρέπει να του τα δώσω, μου δίνει τους τόκους ή όσα μπορώ να βγάλω από αυτά σε αυτό το διάστημα. Κι αυτό σημαίνει ένα σημαντικό ποσό όταν ένας άνθρωπος έχει καλή και μακροπρόθεσμη πίστωση και ξέρει να την αξιοποιήσει.

»Να θυμάσαι πως τα λεφτά έχουν γόνιμες, αναγεννητικές ιδιότητες. Τα λεφτά γεννούν λεφτά, κι αυτά πάλι καινούργια λεφτά και πάει λέγοντας. Τα πέντε σελίνια γίνονται έξι, τα έξι γίνονται επτά και τρεις πένες, και ούτω καθεξής, ώσπου γίνονται εκατό λίρες. Όσο πιο πολλά είναι, τόσο πιο πολλά παράγει κάθε ανακύκληση, κι έτσι τα κέρδη αυξάνουν όλο και πιο γρήγορα. Όποιος σκοτώνει μια γουρούνα, καταστρέφει όλους τους γόνους της ως τη χιλιοστή γένια. Όποιος σκοτώνει ένα νόμισμα των πέντε σελινιών, καταστρέφει όλα όσα θα μπορούσε να παραγάγει, ολόκληρους σωρούς από λίρες.

»Να θυμάσαι το ρητό πως: “Ο καλοπληρωτής είναι κύριος του πορτοφολιού των όλων”. Όποιος είναι γνωστός πως πληρώνει με συνέπεια και ακρίβεια στην προθεσμία που υπόσχεται, μπορεί οποτεδήποτε και με οποιαδήποτε ευκαιρία να μαζέψει όλα τα λεφτά που μπορούν να εξοικονομήσουν οι φίλοι του. Αυτό μερικές φορές είναι πολύ χρήσιμο. Μετά την εργατικότητα και τη λιτότητα, τίποτα στον κόσμο δεν συμβάλει περισσότερο στην άνοδο ενός νέου ανθρώπου από τη συνέπεια και την ευθύτητα σε όλες του τις υποθέσεις. Γι' αυτό ποτέ μην κρατάς δανεικά χρήματα ούτε μια ώρα παραπάνω από όσο υποσχέθηκες, αλλιώς η απογοήτευση θα σου κλείσει για πάντα το πορτοφόλι των φίλων σου.

»Και οι πιο ασήμαντες πράξεις που επηρεάζουν τη φερεγγυότητα ενός ανθρώπου πρέπει να προσέχονται. Ο ήχος του σφυριού σου στις πέντε το πρωί ή στις οχτώ το βράδυ, που τον ακούει ο δανειστής σου, τον κάνει πρόθυμο να σου δώσει έξι μήνες παραπάνω προθεσμία· όταν όμως σε βλέπει στο τραπέζι του μπιλιάρδου ή ακούει τη φωνή σου στην ταβέρνα την ώρα που θα έπρεπε να δουλεύεις, στέλνει να σου ζητήσουν τα λεφτά του την άλλη μέρα· τα ζητάει όλα πριν μπορέσεις να του τα επιστρέψεις. Αυτό άλλωστε δείχνει πως θυμάσαι το χρέος σου· σε παρουσιάζει σαν προσεκτικό όσο και τίμιο άνθρωπο, κι αυτό μεγαλώνει ακόμα περισσότερο τη φερεγγυότητά σου.

»Πρόσεχε να μη θεωρείς δικά σου όλα όσα κατέχεις και να μη ζεις ανάλογα. Είναι ένα λάθος στο οποίο πέφτουν πολλοί άνθρωποι που παίρνουν πίστωση. Για να το αποφύγεις αυτό, κράτησε για ένα διάστημα ακριβή λογαριασμό των εξόδων και των εσόδων σου. Μπορεί στην αρχή να μπεις στον κόπο να καταγράφεις μικρολεπτομέρειες, αυτό όμως θα έχει το έξης θετικό αποτέλεσμα: θα ανακαλύψεις πως τα μικρά, μηδαμινά έξοδα συσσωρεύονται σε μεγάλα ποσά και θα αντιληφθείς τι θα μπορούσε να είχε εξοικονομηθεί. Και μπορεί να εξοικονομηθεί στο μέλλον, χωρίς να προκαλέσει καμία μεγάλη φασαρία.

»Με έξι λίρες το χρόνο μπορείς να διαχειρίζεσαι εκατό λίρες, με την προϋπόθεση πως είσαι άνθρωπος με γνωστή σύνεση και τιμιότητα.

»Όποιος ξοδεύει άσκοπα τέσσερις πένες την ημέρα, ξοδεύει άσκοπα έξι λίρες το χρόνο, που είναι το αντίτιμο για τη διαχείριση εκατό λιρών.

»Όποιος κάθε μέρα χάνει χρόνο που αξίζει τέσσερις πένες, χάνει το προνόμιο να χρησιμοποιεί κάθε μέρα εκατό λίρες.

»Όποιος χάνει άσκοπα χρόνο που αξίζει πέντε σελίνια, χάνει πέντε σελίνια, και θα έκανε εξίσου καλά να πετάξει πέντε σελίνια στη θάλασσα.

»Όποιος χάνει πέντε σελίνια, δεν χάνει μόνον αυτό το ποσό, αλλά και όλα τα οφέλη που θα μπορούσε να του αποφέρει με την ανακύκλησή του στις συναλλαγές και που, ώσπου να γεράσει ένας νέος άνθρωπος, θα μεταφράζονταν σε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό».

Αυτός που μας δίνει τούτες τις συμβουλές είναι ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, […] Κανένας δεν θα αμφισβητήσει πως αυτό που μιλάει εδώ με τόσο χαρακτηριστικό τρόπο είναι το πνεύμα του Καπιταλισμού, [..]

Ας σταματήσουμε μια στιγμή για να εξετάσουμε αυτό το απόσπασμα, τη φιλοσοφία του οποίου ο Κύρνμπεργκερ συνοψίζει με τα λόγια «Βγάζουν ξίγκι από τη μύγα και λεφτά από τους ανθρώπους». Η ιδιορρυθμία αυτής της «φιλοσοφίας της φιλαργυρίας» φαίνεται να είναι το ιδανικό του τίμιου ανθρώπου με την αναγνωρισμένη φερεγγυότητα, και πάνω από όλα η ιδέα του καθήκοντος του ατόμου να αυξάνει το κεφάλαιό του, ιδέα που εμφανίζεται σαν αυτοσκοπός. Πραγματικά, αυτό που κηρύσσεται εδώ δεν είναι απλώς ένας τρόπος για να ανοίξει κάνεις το δρόμο του στη ζωή, αλλά μια ιδιόμορφη ηθική. Η παράβαση των κανόνων της αντιμετωπίζεται όχι σαν ανοησία, αλλά σαν επιλησμoσύνn του καθήκοντος. Αυτή είναι η ουσία του ζητήματος. Δεν πρόκειται μόνο για επιχειρηματική πονηρία, αυτό το πράγμα είναι αρκετά συνηθισμένο, αλλά πρόκειται για ένα ήθος. Αυτή είναι η ιδιότητα που μας ενδιαφέρει. […]

Πορτραίτο του Βενιαμίν Φραγκλίνου 
Όλες, λοιπόν, οι ηθικές αντιδράσεις του Φραγκλίνου χρωματίζονται από τον ωφελιμισμό. Η τιμιότητα είναι χρήσιμη, γιατί εξασφαλίζει πιστώσεις το ίδιο κι η συνέπεια, η φιλοπονία, η λιτότητα, κι αυτός είναι ο λόγος που είναι αρετές. Ένα λογικό συμπέρασμα από αυτό θα ήταν, για παράδειγμα, πως όταν η επίφαση της τιμιότητας εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό, αυτό φτάνει, κι ένα περιττό πλεόνασμα αυτής της αρετής θα φαινόταν προφανώς στα μάτια του Φραγκλίνου σαν αντιπαραγωγική σπατάλη.

Και πραγματικά, η ιστορία της μύησής του σε αυτές τις αρετές που μας την αφηγείται στην αυτοβιογραφία του ή η ανάλυση της αξίας που έχει η αυστηρή διαφύλαξη της επίφασης της μετριοφροσύνης, η επιμελής σμίκρυνση της αξίας κάποιου προκειμένου να κερδίσει αργότερα γενική αναγνώριση επιβεβαιώνουν αυτή την εντύπωση. […]

Πραγματικά, το «υπέρτατο αγαθό» αυτής της ηθικής, να κερδίζει κάνεις όλο και περισσότερα χρήματα, σε συνδυασμό με την αυστηρή αποφυγή όλων των αυθόρμητων απολαύσεων της ζωής, είναι πάνω από όλα ολότελα απαλλαγμένο από κάθε ευδαιμονιστική, για να μην πούμε ηδονιστική, πρόσμειξη. Θεωρείται σε τέτοιο βαθμό αυτοσκοπός, ώστε από τη σκοπιά της ευτυχίας ή της χρησιμότητας για το μεμονωμένο άτομο φαίνεται ολότελα υπερβατικό κι απόλυτα ανορθολογικό. Ο άνθρωπος κυριαρχείται από την απόκτηση χρημάτων, από την απόκτηση γενικά σαν υπέρτατο σκοπό της ζωής του. Η οικονομική απόκτηση δεν είναι πια υποταγμένη στον άνθρωπο σαν μέσο για την ικανοποίηση των υλικών αναγκών του.

Τούτη η αντίστροφη αυτού που θα ονομάζαμε φυσική σχέση, τόσο παράλογη από απλοϊκή σκοπιά, είναι ολοφάνερα μια τόσο βασική αρχή του Καπιταλισμού όσο είναι ξένη σε όλους τους λαούς που δεν βρίσκονται κάτω από την καπιταλιστική επιρροή. Ταυτόχρονα εκφράζει ένα είδος αισθήματος που συνδέεται στενά με ορισμένες θρησκευτικές ιδέες. Έτσι, στο ερώτημα «γιατί να βγαίνουν λεφτά από τους ανθρώπους», ο ίδιος ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, μόλο που ήταν ένας άχρωμος ντεϊστής, απαντάει στην αυτοβιογραφία του με ένα εδάφιο από τη Βίβλο, που ο αυστηρός καλβινιστής πατέρας του του σφήνωνε διαρκώς στο μυαλό όταν ήταν μικρός: «ὁρατικὸν ἄνδρα καὶ ὀξὺν ἐν τοῖς ἔργοις αὐτοῦ βασιλεῦσι δεῖ παρεστάναι καὶ μὴ παρεστάναι ἀνδράσι νωθροῖς.»[1] (Παροιμίες, κβ', 29).

Η απόκτηση χρημάτων μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης οικονομικής τάξης πραγμάτων, όταν γίνεται νόμιμα, είναι το αποτέλεσμα και η έκφραση της αρετής και της επιδεξιότητας σε ένα επάγγελμα· κι αυτή η αρετή κι επιδεξιότητα είναι, όπως εύκολα βλέπουμε τώρα, το αληθινό άλφα και ωμέγα της ηθικής του Φραγκλίνου, όπως εκφράζεται στα αποσπάσματα που παραθέσαμε, καθώς και σε όλα τα έργα του χωρίς εξαίρεση.


(Ειδική έκδοση για την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 2010, σελ. 39-44)




[1] Είδες άνθρωπο επιτήδειον στα έργα του; Αυτός θα παρασταθεί μπροστά σε βασιλιάδες· δεν θα παρασταθεί μπροστά σε μηδαμινούς.