Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συντηρητισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συντηρητισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

Οι τρεις τύποι ανθρώπων

Στο «American Sniper» (Ελεύθερος σκοπευτής), ο Κλιντ Ίστγουντ επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη για να μας διηγηθεί την ιστορία του Κρις Κάιλ, ενός πρώην καουμπόι του ροντέο, ο οποίος θα γίνει ο πιο φονικός ελεύθερος σκοπευτής στην αμερικανική στρατιωτική ιστορία, με εντυπωσιακή δράση στο Ιράκ. Τα επιβεβαιωμένα θύματά του στη διάρκεια της θητείας του είναι 160, ενώ ο πραγματικός αριθμός ίσως ξεπερνά τα 250 άτομα.

Σε μια από τις πιο “δυνατές” σκηνές της ταινίας, γύρω από το οικογενειακό τραπέζι, ο αρχηγός της οικογένειας αναπτύσσει μια από τις βασικές ιδεολογικές αρχές του αμερικανικού συντηρητισμού που αφορά τον διαχωρισμό των ανθρώπων σε τρεις κατηγορίες:  

Υπάρχουν τρεις τύποι ανθρώπων σε αυτόν τον κόσμο. Πρόβατα, λύκοι και τσοπανόσκυλα.

Μερικοί άνθρωποι προτιμούν να πιστεύουν. Το κακό δεν υπάρχει στον κόσμο... Ακόμα και αν ερχόταν στο κατώφλι τους, δεν θα ήξεραν πως να προστατευτούν. Αυτοί είναι τα πρόβατα.

Έπειτα υπάρχουν και τα αρπακτικά. Χρησιμοποιούν βία για να λυμαίνονται τα αδύναμα. Είναι λύκοι. 

Έπειτα υπάρχουν και εκείνοι που είναι ευλογημένοι με το ταλέντο της επιθετικότητας και σε ώρα ανάγκης προστατεύουν το ποίμνιο. Πρόκειται για μια σπάνια ράτσα που ζει για να αντιμετωπίζει τους λύκους... Αυτοί είναι τα τσοπανόσκυλα


Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Ρομαντισμός και εθνικισμός

[…] ο εθνικισμός ήταν, εν μέρει, παιδί της Γαλλικής Επανάστασης. Συνδεόταν στενά επίσης με το πνευματικό κίνημα που αποκλήθηκε «ρομαντισμός». Ο ρομαντισμός ήταν τόσο ευρύς και ποικίλος ώστε αποκλείει τον ορισμό του, ίσως και την ανάλυσή του. Εκείνο ίσως που μπορούμε να πούμε είναι ότι υπήρξε αντίδραση εναντίον του ρασιοναλισμού, του διαφωτισμού του 18ου αιώνα: στη λογική του 18ου αιώνα οι ρομαντικοί αντιπαρέθεσαν την πίστη τους στο συναίσθημα. Οι διαφωτιστές του 18ου αιώνα θεωρούσαν το νου ως «άσπρο χαρτί», που αποκτούσε τη γνώση από εντυπώσεις που αποτύπωνε σ’ αυτό μέσω των αισθήσεων ο εξωτερικός κόσμος. Παρ’ όλο που και οι ρομαντικοί πίστευαν στη σημασία της, υποστήριζαν ότι η έμφυτη ευαισθησία –που συνιστούσε την ιδιαίτερη προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου- ήταν κληρονομική και, κατά συνέπεια παρούσα στο νου από τη γέννησή του. Η γνώση, συνεπώς, για τους ρομαντικούς ήταν προϊόν τόσο έμφυτων αισθημάτων, όσο και εξωτερικών αντιλήψεων. Ο ρομαντισμός έτσι έδινε έμφαση στον ατομικισμό και την ατομική δημιουργικότητα που προερχόταν από την αλληλεπίδραση της μοναδικής προσωπικότητας με την εξωτερική εμπειρία. Ταυτόχρονα, υπογραμμίζοντας την κληρονομικότητα στις νοοτροπίες, απέτιε φόρο τιμής στο παρελθόν. Αυτός ακριβώς ο φόρος τιμής ήταν ο συνδετικός κρίκος με τον εθνικισμό.

Ο ρομαντισμός και ο εθνικισμός συνδεόταν μεταξύ τους με την κοινή πεποίθηση ότι το παρελθόν θα έπρεπε να λειτουργεί ως μέσο κατανόησης του παρόντος και σχεδιασμού του μέλλοντος. Η αντίληψη αυτή βρήκε στη Γερμανία την πληρέστερη ανάπτυξή της και την πιο ενθουσιώδη υποδοχή. Ένας από τους πρώτους Γερμανούς ρομαντικούς με μεγάλη επιρροή ήταν ο Χέρντερ (Johann von Herder, 1744-1803), προτεστάντης πάστορας και θεολόγος. Το ενδιαφέρον του για τους παλιούς πολιτισμούς τον οδήγησε, να εκθέσει τις απόψεις του […] σε μια εμπεριστατωμένη πραγματεία με τίτλο Ιδέες για μια φιλοσοφία της ανθρώπινης ιστορίας. Ο Χέρντερ παρακολούθησε την εξέλιξη της ευρωπαϊκής κοινωνίας από την εποχή της αρχαίας Ελλάδας μέχρι την εποχή της Αναγέννησης. Πίστευε ότι ο πολιτισμός δεν ήταν προϊόν μιας τεχνητής διεθνούς ελίτ –κριτική εναντίον της σκέψης του Διαφωτισμού- αλλά των κοινών ανθρώπων του λαού. […] Απέρριψε ολοκληρωτικά την αρχή του διαφωτισμού, κατά την οποία όλοι οι άνθρωποι αντιδρούν στις ίδιες συνθήκες κατά τον ίδιο τρόπο περίπου∙ όπως απέρριψε και την υπόθεση ότι η αξία της ιστορίας βρίσκεται απλώς στη διδασκαλία μέσω του παραδείγματος […]

Ο Άγγλος ρομαντικός ποιητής και φιλόσοφος Κόλεριτζ (Samuel Taylor Coleridge, 1772-1834) επιχειρηματολόγησε εναντίον του ωφελιμιστικού κράτους και υπέρ της απόδοσης […] στην εθνική εκκλησία, μεγαλύτερου ρόλου στη διαμόρφωση της κοινωνίας.

Ο Γάλλος συντηρητικός Σατωβριάνδος (1768-1848) ανέπτυξε την ίδια επιχειρηματολογία στην πραγματεία του Η ιδιοφυία του Χριστιανισμού, που δημοσιεύτηκε το 1802. Το παρελθόν είναι συνυφασμένο στο παρόν δεν μπορεί να ξηλωθεί απ’ αυτό χωρίς να καταστρέψει την υφή της κοινωνίας του έθνους. Η θρησκεία, τόσο ως ατομική εμπειρία, όσο και ως έκφραση εθνικής κληρονομιάς, έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ρομαντική σκέψη.

Η θεωρία της οργανικής εξέλιξης της κοινωνίας και του κράτους, βρήκε την πληρέστερη ανάπτυξή της στα γραπτά του Γερμανού μεταφυσικού Έγελου (Georg Wilhelm Hegel, 1770-1831), καθηγητή της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, που προσέλκυσε πολλούς οπαδούς. Ο Έγελος έβλεπε την ιστορία ως εξέλιξη. Οι κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί ωριμάζαν, εκπλήρωναν τους σκοπούς τους και παραχωρούσαν τη θέση τους σε άλλους. Ωστόσο, το νέο ποτέ δεν αντικαθιστούσε τελείως το παλιό, επειδή η αλλαγή γινόταν με βάση ένα «διαλεκτικό» σχήμα. Όταν νέοι θεσμοί αμφισβητούσαν τους παλιούς, εκδηλωνόταν σύγκρουση «θέσης» και «αντίθεσης» που παρήγαγε μια «σύνθεση», μια αναδιοργάνωση δηλαδή της κοινωνίας, που διατηρούσε στοιχεία από το παρελθόν, ενώ παράλληλα προσαρμοζόταν στο παρόν. […]  

Οι θεωρίες αυτές της ιστορίας και της ιστορικής εξέλιξης που είχαν διαμορφώσει οι ρομαντικοί, είχαν άμεση σχέση με την ιδέα του εθνικισμού που είχε διαμορφωθεί την ίδια περίοδο. Η Γαλλική Επανάσταση είχε παράσχει ένα παράδειγμα για το τι μπορούσε να επιτύχει ένα έθνος […] οι Γερμανοί ιδιαίτερα είχαν αφυπνιστεί σε βαθμό να κατανοήσουν το δικό τους ιστορικό πεπρωμένο. Τα έργα του φιλοσόφου Φίχτε (J.G. Fichte, 1762-1814) είναι παράδειγμα αυτής της αφύπνισης. […] Το 1808 ο Φίχτε συνέταξε μια σειρά Ομιλίες προς το γερμανικό έθνος, όπου διακήρυσσε την ύπαρξη ενός γερμανικού πνεύματος, όχι απλώς ίσου ανάμεσα σε άλλα εθνικά πνεύματα, αλλά ανώτερου από εκείνα. […]

Οι αδελφοί Γκριμ (Grimm), εκδότες των ομώνυμων παραμυθιών (1812), ταξίδεψαν σε όλη τη Γερμανία για να μελετήσουν τις τοπικές διαλέκτους και για να συγκεντρώσουν παραμύθια, που εξέδωσαν ως τμήμα της εθνικής κληρονομιάς. Ο ποιητής Σίλερ (Johann Schiller, 1759-1805) έγραψε το δράμα Ουλιέλμος Τέλος (1804), με βάση το θρύλο του Ελβετού ήρωα, που έγινε πολεμική κραυγή της γερμανικής εθνικής συνείδησης. Στη Βρετανία, ο σερ Ουόλτερ Σκωτ (Wulter Scott, 1771-1832) επανέλαβε σε πολλά μυθιστορήματα του τη λαϊκή ιστορία της Σκωτίας, ενώ ο ποιητής Ουόρντσγουορθ (William Wurdworth, 1770-1850), συνειδητά προσπάθησε να εκφράσει την απλότητα και την αρετή του αγγλικού λαού, σε συλλογές όπως οι Λυρικές μπαλάντες (1798). Σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, όλες οι χώρες συγκέντρωναν και ταξινομούσαν με επιμέλεια τα ενθύμια του ιστορικού παρελθόντος τους, μέσω θεσμών όπως η επιθεώρηση Monumento Germaniae Historiae, που ιδρύθηκε το 1826, η γαλλική Ecole des Chartes (1821) και το αγγλικό Public Record Office (1838). Στη Γαλλία, η νεοκλασική τεχνοτροπία, που είχε τυποποιηθεί με τους πίνακες του Δαβίδ και χρησιμοποιήθηκε από τον Ναπολέοντα για να εξάρει την προσωπικότητα του, παραχώρησε τη θέση της στον ταραχώδη ρομαντισμό του Ντελακρουά (Delecroix), του οποίου ο πίνακας Η ελευθερία οδηγώντας το λαό στα οδοφράγματα (1830) ήταν μια διακήρυξη, όχι μόνο υπέρ της ελευθερίας αλλά και του θάρρους του γαλλικού λαού.

Η μουσική επίσης εξέφραζε εθνικούς πόθους αν και όχι πριν περάσει μια γενιά από το 1815. Πολλές από τις τις όπερες του Βέρντι (Giuseppe Verdi, 1813-1901), για παράδειγμα ο Τροβαδούρος (Trovatore), περιείχαν μουσικές διακηρύξεις πίστης στην πιθανότητα μιας ιταλικής παλιγγενεσίας, μιας ανάστασης του ιταλικού πνεύματος. Οι όπερες του Βάγκνερ (Richard Wagner, 1813-1883) –εκείνες ιδιαίτερα που βασίζονται στο γερμανικό έπος Τραγούδι του Νιμπερλούγκεν- κατάφεραν να ανυψώσουν το σεβασμό για τους μύθους των βόρειων θεών σε επίπεδο έκστασης […] Όλη αυτή η δημιουργική δραστηριότητα ήταν αποτέλεσμα της αυθόρμητης και ενθουσιώδους ανταπόκρισης καλλιτεχνών και συγγραφέων στο ρομαντικό κίνημα. Σύντομα όμως οι πολιτικοί αντιλήφθησαν πως ο ιστορικός ρομαντισμός θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τους εθνικιστικούς τους στόχους. Κατάλαβαν πως ένα συγκεκριμένο έργο τέχνης, ανεξάρτητα από το αν ήταν πίνακας, τραγούδι, θεατρικό έργο ή κτήριο, μπορούσε να μετατραπεί σε εθνικό σύμβολο∙ και δεν δίστασαν να συντελέσουν σε τέτοιες μετατροπές όποτε το έκριναν σκόπιμο.  

Όσο και αν ο ρομαντισμός συνέβαλε, από κοινού με τον εθνικισμό, στην καλλιέργεια της αφοσίωσης στο παρελθόν, οι ρομαντικοί δεν ήταν αναγκαστικά εθνικιστές. Αντίθετα, ο ρομαντισμός ήταν σαφώς διεθνιστικός όσον αφορά τον εκθειασμό της φύσης και, πάνω απ’ όλα, της ατομικής δημιουργικότητας. Οι ρομαντικοί διακήρυσσαν ότι η φύση γινόταν καλύτερα αντιληπτή από τις αισθήσεις, παρά από τη λογική […] Οι άνθρωποι είχαν ανακηρυχθεί ελεύθεροι να ερμηνεύσουν τη φύση –καθώς και τη ζωή- σύμφωνα με τις ατομικές τους αντιδράσεις προς αυτήν και όχι με βάση ένα σύστημα γενικών λογικών κανόνων. […] Η ανθρώπινη εμπειρία, πίστευαν οι ρομαντικοί, δεν συνδεόταν, με καμιά ξεχωριστή εθνική παράδοση και κανένα εθνικό χαρακτήρα. […] Οι ρομαντικοί ήταν διεθνιστές επειδή απολάμβαναν την ελευθερία χωρίς κανένα περιορισμό –μεταφυσικό ή πολιτικό– που θα έτεινε να περιορίζει την ικανότητα ενός ανθρώπου να πραγματώσει τις δυνατότητές του […]

Οι ρομαντικοί, ως λάτρεις της ατομικότητας, λάτρευαν την «ιδιοφυία», ένα πνεύμα που δεν ήταν δυνατό ν’ αναλυθεί και έπρεπε να έχει το δικαίωμα να θέτει τους δικούς του κανόνες […]

Η ελευθερία και το πρόβλημα της αυτοαναγνώρισης υπήρξαν τα κυριότερα θέματα των δύο γιγάντων του ρομαντικού κινήματος: του συνθέτη Μπετόβεν (Ludwig van Beethoven, 1770-1827) και του συγγραφέα Γκαίτε (Wolfgang von Goethe, 1749-1832). Το πιο αξιοθαύμαστο χαρακτηριστικό των συνθέσεων του Μπετόβεν είναι η μοναδικότητα και η ατομικότητά τους. Στην Πέμπτη του συμφωνία, ο Μπετόβεν φθάνει στο απόγειο της συμφωνικής λογικής∙ η Έκτη είναι ύμνος της φύσης∙ η Εβδόμη, ένα διονυσιακό ξεφάντωμα∙ η Όγδοη αποτελεί μια χαρμόσυνη σύνθεση που απεικονίζει το πνεύμα της μουσικής συμφωνίας του 18ου αιώνα. Στα τελευταία του χρόνια και αφού είχε χάσει την ακοή του, ο Μπετόβεν ξεκίνησε για το τελευταίο του μουσικό ταξίδι: πέντε σονάτες για πιάνο, πέντε κουαρτέρτα εγχόρδων, την Ενάτη συμφωνία και τη μεγάλη λειτουργία, Missa Solemnis, που αποτελούν την τελευταία του κληρονομιά. Γεμίζουν τον ακροατή με δέος, […] επειδή εκφράζουν απεριόριστη ατομική θέληση για δύναμη.

Η αφοσίωση του Γκαίτε στην ιδέα της ατομικής ελευθερίας ήταν, εν μέρει, προϊόν της γέννησης και της ανατροφής του στην ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη της Φρανκφούρτης. Η Φρανκφούρτη ήταν διεθνές εμπορικό και πνευματικό κέντρο, ανοιχτό στους πολιτιστικούς ανέμους κάθε κατεύθυνσης […] Η ίδια του η «ιδιοφυία» τον έσπρωξε πρώτα στη μελέτη των νομικών, σε συνέχεια της ιατρικής και τέλος των καλών τεχνών και των φυσικών επιστημών […] Επηρεασμένος από τον Χέρντερ, ο Γκαίτε είχε ήδη δημοσιεύσει ρομαντικών τάσεων έργα του, που περιλάμβαναν το εξαιρετικά δημοφιλές Πάθη του Βέρθερου […]

Το 1790 ο Γκαίτε δημοσίευσε το πρώτο μέρος του αριστουργήματος του, Φάουστ, έμμετρο θεατρικό δράμα, που ολοκλήρωσε ένα χρόνο πριν πεθάνει, το 1831. Το έργο επαναλαμβάνοντας το γερμανικό θρύλο του ανθρώπου που είχε πουλήσει την ψυχή του στο διάβολο με αντάλλαγμα τη γνώση των πάντων, καθρεπτίζει τη ρομαντική απροθυμία περιορισμού του πνεύματος· […]

Ο ρομαντισμός και ο εθνικισμός έχουν την ίδια σχέση μεταξύ τους στην ιστορία της Ευρώπης του 19ου αιώνα, όπως και στη σκέψη των στοχαστών που μόλις εξετάσαμε. Σε μερικές χώρες, π.χ. στην Αγγλία, έδειχναν να ακολουθούν διαφορετικές πορείες,. Σε άλλες, π.χ. στη Γερμανία που η ιστορία της βρισκόταν στο κέντρο της ιστορίας τόσο του ρομαντισμού, όσο και του εθνικισμού.


(ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2006, σελ. 602-614)

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Ο συντηρητισμός από τη σκοπιά ενός φιλελεύθερου

[…] Ο καθαυτό συντηρητισμός είναι μια θεμιτή, ενδεχομένως αναγκαία και σίγουρα διαδεδομένη στάση αντίθεσης στη ραγδαία αλλαγή. Επί ενάμιση αιώνα, από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ευρωπαϊκή πολιτική. Μέχρι την άνοδο του σοσιαλισμού, το αντίθετο του συντηρητισμού ήταν ο φιλελευθερισμός. […] Ο συντηρητισμός, από την ίδια του τη φύση, δεν μπορεί να προσφέρει μια εναλλακτική λύση έναντι της κατεύθυνσης στην οποία κινούμαστε. Μπορεί με την αντίστασή του στις τρέχουσες τάσεις να επιβραδύνει τις ανεπιθύμητες εξελίξεις, αλλά, εφόσον δεν υποδεικνύει κάποιαν άλλη κατεύθυνση, δεν μπορεί να εμποδίζει τη συνέχιση των εξελίξεων. […] Η διελκυστίνδα ανάμεσα στους συντηρητικούς και τους προοδευτικούς μπορεί να επηρεάσει την ταχύτητα, αλλά όχι και την κατεύθυνση των σύγχρονων εξελίξεων. […] Αυτό που οφείλει ο φιλελεύθερος να ρωτά, πρώτα απ’ όλα, είναι όχι πόσο μακριά, αλλά προς τα πού πρέπει να κινηθούμε. Στην πραγματικότητα ο φιλελεύθερος διαφέρει πολύ περισσότερο από το σημερινό κολεκτιβιστή ριζοσπάστη απ’ όσο διαφέρει ο συντηρητικός. […]  

Η εικόνα που κατά κανόνα δίνεται ως προς τη σχετική θέση των τριών κομμάτων μάλλον συσκοτίζει παρά διαφωτίζει τις αληθινές τους σχέσεις. Αυτές παρουσιάζονται συνήθως ως διαφορετικές θέσεις πάνω σε μία γραμμή, στην οποία οι σοσιαλιστές τοποθετούνται αριστερά, οι συντηρητικοί δεξιά και οι φιλελεύθεροι κάπου στη μέση. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο παραπλανητικό. Αν θέλουμε ένα διάγραμμα, θα ήταν σωστότερο να τους διατάξουμε σε ένα τρίγωνο, όπου οι συντηρητικοί κατέχουν μία γωνία, οι σοσιαλιστές θα έλκουν προς τη δεύτερη γωνία, και φιλελεύθεροι προς την Τρίτη. Καθώς όμως για μεγάλο διάστημα οι σοσιαλιστές ήταν ικανοί να έλκουν δυνατότερα, οι συντηρητικοί είχαν την τάση να ακολουθούν μάλλον τη σοσιαλιστική παρά τη φιλελεύθερη κατεύθυνση, και κατά διαστήματα υιοθέτησαν τις ιδέες εκείνες που ριζοσπαστική προπαγάνδα έκανε αξιοσέβαστες. Ήταν συχνά οι συντηρητικοί που συμβιβάστηκαν με το σοσιαλισμό και οικειοποιήθηκαν τις ιδέες του. […] Επομένως η θέση που μπορεί δικαίως να περιγραφεί ως συντηρητική σε μια δεδομένη στιγμή εξαρτάται από την κατεύθυνση των εκάστοτε τάσεων. […] Το κύριο όμως ζήτημα με το φιλελευθερισμό είναι ότι θέλει να πάει αλλούκαι όχι να μείνει ακίνητος.

[…] Ο θαυμασμός όμως των συντηρητικών για την ελεύθερη ανάπτυξη αφορά κατά κανόνα μόνο το παρελθόν. Τους λείπει χαρακτηριστικά το θάρρος να υποδεχτούν θετικά την ίδια ασχεδίαστη αλλαγή, από την οποία θα ξεπηδήσουν νέα εργαλεία για τους ανθρώπινες προσπάθειες.

Αυτό με οδηγεί στο πρώτο ζήτημα στο οποίο η συντηρητική και η φιλελεύθερη στάση διαφέρουν ριζικά. Όπως αναγνωρίζουν συχνά οι συντηρητικοί συγγραφείς, ένα από τα θεμελιώδη γνωρίσματα της συντηρητικής στάσης είναι ο φόβος για την αλλαγή, η άτολμη δυσπιστία για το καινούργιο αυτό καθαυτό, ενώ η φιλελεύθερη θέση βασίζεται στο θάρρος και στην εμπιστοσύνη, στην ετοιμότητα να αφήσει την αλλαγή να ακολουθήσει την πορεία της, ακόμα και αν δεν μπορούμε να προβλέψουμε που θα οδηγήσει. Δεν θα βρίσκαμε πολλά σημεία να διαφωνούμε αν οι συντηρητικοί απλώς αποδοκίμαζαν την υπερβολικά ραγδαία αλλαγή στους θεσμούς και στη δημόσια πολιτική· εδώ οι λόγοι για σύνεση και για μια βραδεία διαδικασία είναι πραγματικά ισχυροί. Όμως οι συντηρητικοί έχουν την τάση να χρησιμοποιούν τις εξουσίες της κυβέρνησης για να εμποδίσουν την αλλαγή ή για να περιορίζουν το ρυθμό της σε ένα ρυθμό που ταιριάζει σε ένα πιο άτολμο νου. […] Είναι πράγματι μέρος της φιλελεύθερης στάσης να θεωρεί κανείς ότι ιδιαίτερα στο οικονομικό πεδίο, οι δυνάμεις αυτορύθμισης της αγοράς θα επιφέρουν με κάποιο τρόπο τις απαιτούμενες προσαρμογές στις νέες συνθήκες, αν και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πως θα γίνει αυτό στην εκάστοτε συγκεκριμένη περίπτωση. […] Ο συντηρητικός νιώθει ασφαλής και ικανοποιημένος αν είναι σίγουρος ότι κάποια ανώτερη σοφία παρατηρεί και επιβλέπει την αλλαγή, μόνο αν γνωρίζει ότι κάποια αρχή είναι επιφορτισμένη με το να διατηρεί την αλλαγή «τακτοποιημένη».

Αυτός ο φόβος να εμπιστευτεί ο συντηρητικός τις μη ελεγχόμενες κοινωνικές δυνάμεις συνδέονται στενά με δύο ακόμη χαρακτηριστικά του – την αγάπη του για την εξουσία και την έλλειψη κατανόησης του οικονομικών δυνάμεων […]

Γενικά μπορεί πιθανόν να ειπωθεί ότι ο συντηρητισμός δεν αντιτίθεται στον εξαναγκασμό ή την αυθαίρετη εξουσία εφόσον αυτά μέσα χρησιμοποιούνται για ότι ο ίδιος θεωρεί ως τους σωστούς σκοπούς. […] Εφόσον είναι ουσιαστικά οπορτουνιστής και στερείται αρχών, η κύρια ελπίδα του είναι ότι θα κυβερνήσουν οι σοφοί και οι καλοί. […]

Όταν λέω ότι ο συντηρητικός στερείται αρχών, δεν εννοώ ότι στερείται ηθικών πεποιθήσεων. Πράγματι, ο χαρακτηριστικός συντηρητικός είναι συνήθως ένας άνθρωπος με πολύ ισχυρές ηθικές πεποιθήσεις. Αυτό που εννοώ είναι ότι δεν έχει πολιτικές αρχές που να του επιτρέπουν να εργάζεται με ανθρώπους των οποίων οι ηθικές αξίες διαφέρουν από τις δικές του, αποσκοπώντας σε μια πολιτική τάξη πραγμάτων στην οποία και οι δύο μπορούν να ακολουθούν τις πεποιθήσεις τους […]

Πιστεύω όμως ότι οι συντηρητικοί αυταπατώνται όταν κατηγορούν τη δημοκρατία για τα δεινά της εποχής μας […] Οι εξουσίες που διαθέτει η σύγχρονη δημοκρατία θα ήταν ακόμα πιο ανυπόφορες στα χέρια κάποιας μικρής ελίτ. […] Για μένα το πρόβλημα δεν είναι ποιος κυβερνά, αλλά τι έχει δικαίωμα να κάνει η κυβέρνηση.

Το ότι η εναντίωση των συντηρητικών στον υπερβολικό κυβερνητικό έλεγχο δεν είναι ζήτημα αρχής, αλλά αφορά τους συγκεκριμένους σκοπούς της κυβέρνησης, φαίνεται καθαρά στο οικονομικό πεδίο. Οι συντηρητικοί συνήθως αντιτίθενται σε κολεκτιβίστικα και ντιρεκτιβίστικα μέτρα στο βιομηχανικό πεδίο, και εδώ ο φιλελεύθερος θα βρει συμμάχους ανάμεσά τους. Όμως ταυτόχρονα οι συντηρητικοί τίθενται συνήθως υπέρ του προστατευτισμού και έχουν συχνά υποστηρίξει σοσιαλιστικά μέτρα στη γεωργία. […] Και στις προσπάθειες τους να αμφισβητήσουν την ελεύθερη επιχειρηματική δράση, πολλοί συντηρητικοί ηγέτες φτάνουν να συναγωνίζονται τους σοσιαλιστές.

[…] Προσωπικά θεωρώ ότι το πλέον αποδοκιμαστέο γνώρισμα της συντηρητικής στάσης είναι η ίδια η τάση της να απορρίπτει πραγματικά τεκμηριωμένες νέες γνώσεις επειδή δυσαρεστείται από μερικές από τις συνέπειες που φαίνεται να απορρέουν από αυτές. […]

Με αυτή τη δυσπιστία του συντηρητισμού για το καινούργιο και το άγνωστο συνδέεται τόσο η εχθρότητα του απέναντι στο διεθνισμό όσο και η ροπή του προς έναν οξύ εθνικισμό. […] Μόνο από πρώτη ματιά μπορεί να φαίνεται παράδοξο το ότι ο αντιδιεθνισμός του συντηρητικού συνδέεται τόσο συχνά με τον ιμπεριαλισμό. Όμως, όσο περισσότερο δυσαρεστείται κάποιος με το ξένο και θεωρεί ότι οι δικοί του τρόποι ζωής είναι ανώτεροι, τόσο περισσότερο τείνει να θεωρεί αποστολή του να «εκπολιτίσει» τους άλλους - όχι μέσω της εθελούσιας και ανεμπόδιστης αλληλεπίδρασης ευνοεί ο φιλελεύθερος, αλλά φέρνοντας στους άλλους τις «ευλογίες» της αποτελεσματικής διακυβέρνησης […] 

[Στο θέμα της θρησκείας] ο φιλελεύθερος κατέχει μια ενδιάμεση θέση ανάμεσα στο σοσιαλιστή και το συντηρητικό: Απέχει εξίσου από τον ακατέργαστο ορθολογισμό του σοσιαλιστή, ο οποίος θέλει να ανοικοδομήσει όλους τους κοινωνικούς δεσμούς σύμφωνα με το πρότυπο που ορίζει η ατομική του λογική, όσο και από το μυστικισμό στον οποίο τόσο συχνά είναι υποχρεωμένος να καταφεύγει ο συντηρητικός. Αυτό που περιέγραψα ως τη φιλελεύθερη θέση συμμερίζεται με το συντηρητισμό μια δυσπιστία ως προς τη λογική, στο βαθμό που ο φιλελεύθερος συνειδητοποιεί πολύ καλά ότι δεν γνωρίζουμε όλες τις απαντήσεις και δεν είναι βέβαιος ότι οι απαντήσεις που διαθέτει είναι σίγουρα οι σωστές, ή ότι μπορούμε έστω να βρούμε όλες τις απαντήσεις. Επίσης δεν απαξιοί να αναζητήσει βοήθεια από τους όποιους μη ορθολογικούς θεσμούς ή τις συνήθειες, που έχουν αποδείξει την αξία τους. Ο φιλελεύθερος διαφέρει από το συντηρητικό ως προς τη προθυμία του να αντιμετωπίζει κατά πρόσωπο αυτή την άγνοια και να παραδέχεται πόσα λίγα πραγματικά γνωρίζουμε, χωρίς να διεκδικεί την αυθεντία υπερφυσικών πηγών γνώσης εκεί όπου τον εγκαταλείπει η λογική του. Πρέπει να παραδεχτούμε, ότι από μερικές απόψεις ο φιλελεύθερος είναι ένας σκεπτικιστής. […] Ο αληθινός φιλελευθερισμός δεν έχει καμιά διαμάχη με τη θρησκεία […] Αυτό που διαφοροποιεί το φιλελεύθερο από το συντηρητικό ως προς αυτό το πεδίο είναι ότι, όσο βαθιές και αν είναι οι πνευματικές του πεποιθήσεις, ο φιλελεύθερος δεν θα θεωρήσει ποτέ ότι έχει το δικαίωμα να τις επιβάλλει σε άλλους, και ότι γι’ αυτόν το πνευματικό και το κοσμικό είναι διαφορετικά πεδία που δεν πρέπει να συγχέονται.    


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ  ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ, 2008, σελ. 535-548)

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

Παράδοση και πρωτοτυπία στον Πλάτωνα

Ο Αθηναίος στους Νόμους, ο κύριος ομιλητής του διαλόγου, ισχυρίζεται ότι οι Έλληνες έχουν πολλά να μάθουν από τον τρόπο που οι Αιγύπτιοι κωδικοποίησαν τις διάφορες καλλιτεχνικές τεχνοτροπίες και έμειναν πιστοί σε αυτές, σε αντίθεση με τη δίψα για πρωτοτυπία και νέες τεχνοτροπίες που κυριαρχούσε στην ελληνική τέχνη της εποχής του.

Πλάτων, Νόμοι 656d – 657a:

ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Κάποτε τον παλιό καιρό, έγινε σ’ αυτούς [στους Αιγυπτίους] γνωστός ο λόγος που τον συζητούμε τώρα εμείς, ότι δηλαδή οι νέοι των πόλεων πρέπει να συνηθίσουν να χρησιμοποιούν ωραίες στάσεις και ωραίες μελωδίες. Αφού δε καθόρισαν ποια και τι είδους είναι αυτά, τα εκθέσανε σαν υπόδειγμα στους ναούς και δεν επέτρεπαν ούτε στους ζωγράφους, ούτε σε άλλους που φτιάχνουν οποιαδήποτε σχήματα, να καινοτομούν, ούτε να επινοούν κάποια άλλα διαφορετικά από τα πατροπαράδοτα. Και σήμερα ακόμη αυτό απαγορεύεται στον τομέα που είπαμε, αλλά και σε όλη γενικά τη μουσική μόρφωση. Αν δεν υπολογίζεις, θα βρεις εκεί ζωγραφισμένα ή λαξευμένα σχήματα ηλικίας δέκα χιλιάδων χρόνων –και το δέκα χιλιάδες δεν είναι τρόπος που λέγειν, αλλά πραγματικότητα- τα οποία δεν είναι ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα από τα σημερινά, αλλά φτιαγμένα με την ίδια τέχνη.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ: Αυτό που λες είναι αξιοθαύμαστο. 

ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Ασφαλώς, αποτελεί ένα εξαιρετικό προϊόν νομοθετικής και πολιτική τέχνης.

[…] αυτό θέλει να υποστηρίξει [ο Πλάτων]: η καθιερωμένη μορφοποίηση στην τέχνη είναι προτιμότερη από την καλλιέργεια μιας παράδοσης που δίνει αξία στην πρωτοτυπία.


(Ελληνικά γράμματα, 2006, σελ. 17-18)


Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Ο συντηρητισμός ως ιστορικό φαινόμενο

Του Π. Κονδύλη

Η ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ένταξη του συντηρητισμού ως κοινωνικοπολιτικού και ιδεολογικού φαινομένου στο συνολικό φάσμα των Νέων Χρόνων σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι αυτός δεν συνιστά ιστορική ή ανθρωπολογική σταθερά, παρά ένα συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο, που συνδέεται με ορισμένη εποχή και με ορισμένο τόπο και που παρέρχεται μαζί μ’ αυτήν την εποχή ή και πριν ακόμη από το τέλος της· δεύτερον, ότι δεν μπορεί να κατανοηθεί με αφετηρία την εχθρότητα του προς τη γαλλική Επανάσταση, αλλά ότι το καλύτερο είναι να ξεκινήσουμε από την αντιπαράθεση του με ορισμένα ειδοποιά γνωρίσματα των Νέων Χρόνων εν γένει, τα οποία οι συντηρητικοί θεώρησαν ως επαναστατικά.

Ακόμα όμως κι αν επικρατούσε συμφωνία πάνω σε τούτη τη διπλή θέση, έτσι χοντρικά διατυπωμένη, και πάλι δεν θα είχαμε κερδίσει πολλά πράγματα από άποψη περιεχομένου εφ’ όσον δεν θα έχουν προσδιορισθεί με την αναγκαία σαφήνεια τα κρίσιμα για τον προβληματισμό μας χαρακτηριστικά της εποχής, μέσα στην οποία ο συντηρητισμός διαμορφώνεται, δραστηριοποιείται και τελικά αποσυντίθεται -και επί πλέον, εφ’ όσον δεν θα έχει δοθεί ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα ποιες είναι οι έσχατες πηγές της συντηρητικής σκέψης μέσα στην ιστορία της κοινωνίας και των ιδεών. […]

Έτσι, στην σχεδόν αξιωματικά εκφερόμενη θέση όλων των πλευρών, ότι δηλ. ο συντηρητισμός γεννήθηκε ως αντίδραση ενάντια στη γαλλική Επανάσταση ή ήδη εναντίον του Διαφωτισμού, έμμεσα και στρεβλά αντικατοπτρίζεται η συντηρητική αντίληψη για τον χαρακτήρα του συντηρητικού ανθρώπου, σύμφωνα με την οποία τούτος εδώ ούτε επιζητεί ούτε αρχίζει πρώτος τις συγκρούσεις, παρά αντίθετα είναι ο κατ’ εξοχήν ειρηνόφιλος και ειρηνοποιός επειδή ζει όπως παραγγέλλει η φυσική ή θεία επιταγή της ευλαβικής συντήρησης των παραδεδομένων μόνον η ενεργός παραβίαση της επιταγής αυτής από μέρους άλλων ξανάβει εντός του την ορμή προς δράση.

Ωστόσο -αν αφήσουμε στην άκρη τις αξιολογικές προτιμήσεις- δεν κατανοεί κανείς γιατί αυτό συνιστά ειδοποιό γνώρισμα της συντηρητικής συμπεριφοράς. Κανένας άνθρωπος δεν αντιδρά εχθρικά στους ερεθισμούς του περιβάλλοντος για όσο διάστημα τίποτε δεν παρακωλύει την αυτοσυντήρηση του ή την επιδίωξη ισχύος από μέρους του. Οι επαναστάτες θα συμπεριφέρονταν κι αυτοί απολύτως ειρηνικά, αν οι άλλοι δεν τους πρόβαλαν αντίσταση παρά εκπλήρωναν ευγενέστατα όλες τους τις επιθυμίες. Εδώ δεν λειτουργεί κάποια δεδομένη εξ υπαρχής ψυχική-ανθρωπολογική καταβολή, παρά καθοριστική παραμένει η σχετική θέση των εκάστοτε υποκειμένων, δηλ. η συγκεκριμένη ισχύς τους σε σχέση με τους εκάστοτε άλλους. Μονάχα σ’ αυτήν την προοπτική καταλαβαίνουμε γιατί ο επαναστάτης, αφού πια νικήσει, μεταβάλλεται αιφνίδια σε θερμό υπερασπιστή της υφιστάμενης τάξης πραγμάτων και γιατί ο νικημένος ή φοβούμενος την ήττα συντηρητικός ερωτοτροπεί με τη βία ή και την ασκεί απροκάλυπτα. Δεν υπάρχει λόγος για να υποθέσουμε ότι τούτος ο αναπροσανατολισμός της πολιτικής συμπεριφοράς ταλαιπωρεί ψυχικά τις συντηρητικές συνομαδώσεις περισσότερο απ’ ό,τι άλλες κοινωνικές δυνάμεις.

Το φεουδαλικό δικαίωμα αντιστάσεως και η «τυραννοκτονία», η εξέγερση των αριστοκρατών εναντίον του θρόνου, κατά το παράδειγμα της Fronde, και η δικτατορία αποτελούν, είναι, όπως θα δούμε, ιστορικά τεκμηριωμένες και μάλιστα τυπικές μορφές του συντηρητικού ακτιβισμού.

Ο συντηρητισμός και ο ακτιβισμός δεν συνιστούν λοιπόν αγεφύρωτη αντίθεση, αν δούμε τα δεδομένα της ιστορικής πραγματικότητας και δεν έχουμε διάθεση να πάρουμε τοις μετρητοίς την εκ των υστέρων και για πολεμικούς σκοπούς κατασκευασμένη αυτοπροσωπογραφία των συντηρητικών. Ο ανθρώπινος τύπος, ο οποίος τάχα αφοσιώνεται ευλαβικά και οιονεί ενατενιστικά στην υπερατομική παράδοση και στις ανώτερες δυνάμεις που διέπουν το Σύμπαν, ρυθμίζοντας αντίστοιχα τη συμπεριφορά του, δεν υπήρξε ποτέ σε ιστορικά αξιόλογη έκταση. […]

Ενάντια στην ψυχολογική-ανθρωπολογική θεωρία για τον συντηρητισμό μπορεί λοιπόν να παρατηρηθεί γενικά πως ούτε το ψυχόρμητο της συντήρησης ούτε το ψυχόρμητο της ανατροπής χαρακτηρίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά στο σύνολο της παρά η επιδίωξη της αυτοσυντήρησης ή της επίτασης της οικείας ισχύος· αυτόν τον υπέρτατο σκοπό τον υπηρετεί άλλοτε η συντήρηση και άλλοτε η ανατροπή. Επί πλέον, η αποδοχή μιας συντηρητικής ροπής του ανθρώπου δεν έχει καμμιάν αξία για τη θεώρηση και την κατανόηση ιστορικών φαινομένων. Στον τομέα αυτό γόνιμες είναι μονάχα έννοιες, οι οποίες μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε το συγκεκριμένο περιεχόμενο ορισμένης στάσης και συμπεριφοράς ακόμα κι όταν ο φορέας της δεν κατονομάζεται. […]

Μια σύλληψη του συντηρητικού φαινομένου ανταποκρινόμενη στα πράγματα απαιτεί επί πλέον τον παραμερισμό μιας δεύτερης σοβαρής και διαδεδομένης πλάνης, […] Πρόκειται για την αντίληψη ότι οι συντηρητικοί αποστρέφονται τις διανοητικές κατασκευές καθ’ εαυτές και καταφεύγουν στη θεωρία μονάχα αντιστεκόμενοι σε θεωρητικολογούντες αντιπάλους.

Η αντίληψη αυτή ταιριάζει στην εξιδανικευμένη εικόνα του συντηρητικού, ο οποίος, ακολουθώντας τις φυσικές του προδιαθέσεις, ζει με σιγουριά και πίστη μέσα στην παράδοση και δεν στοχάζεται ούτε σχεδιάζει έξω από το πλαίσιο της — όμως ελάχιστη σχέση έχει με τα ιστορικά δεδομένα. […] Τα θεολογικά, αλλά και πολιτικά συστήματα, τα οποία διατυπώθηκαν στον Μεσαίωνα μέσα σε τέτοιες συγκρούσεις και προσπάθειες νομιμοποίησης, δεν υστερούν απέναντι στις ανάλογες διανοητικές κατασκευές των Νέων Χρόνων ούτε ως προς την επιχειρηματολογική εκλέπτυνση ούτε ως προς την συστηματική πολυμέρεια και ως προς την αξίωση καθολικής ισχύος.

Ο κοσμοθεωρητικός πυρήνας, αλλά και πολλές κεντρικές ιδέες της κυριαρχικής και νομιμοποιητικής ιδεολογίας της societas civilis διασώθηκαν περνώντας στη συντηρητική θεωρία, η οποία διατυπώθηκε ως απάντηση προς τον Διαφωτισμό και την Επανάσταση - και μάλιστα όχι περιθωριακά, αλλά επιτελώντας τη λειτουργία ιδεατού άξονα, γύρω από τον οποίο στρεφόταν στο εξής η συντηρητική σκέψη. […] Η πλούσια παραγωγή συντηρητικών έργων, η οποία άρχισε χωρίς καθυστέρηση, απέδειξε ότι τα θεωρητικά χαρίσματα των συντηρητικών διόλου δεν ήσαν μικρότερα από εκείνα των εχθρών τους, αφού υπεισήλθαν διεξοδικά σε όλα τα τότε επίμαχα ζητήματα, κάνοντας μάλιστα ορισμένες γενικές πιστοποιήσεις που αποτέλεσαν μόνιμο κέρδος για τη διαμορφούμενη σύγχρονη κοινωνική επιστήμη.

Η κεκηρυγμένη τους απέχθεια εναντίον των αφαιρέσεων της θεωρητικής σκέψης δεν έχει απολύτως καμμία σχέση με το ζήτημα του θεωρητικού τους ταλάντου και με τον συγκεκριμένο από μέρους τους χειρισμό των όπλων της θεωρίας· ήταν απέχθεια καθαρά πολεμική, δηλ. πήγαζε από την ιδιαίτερη περιωπή της θεωρίας μέσα στο οπλοστάσιο του εχθρού. […] αν οι επαναστάτες εμφανίζονταν στο προσκήνιο απορρίπτοντας κάθε θεωρία, οι συντηρητικοί θα βρίσκονταν αναγκασμένοι να πάρουν υπό την προστασία τους τον Λόγο και τη θεωρία - εν πάση περιπτώσει υπεράσπισαν την έννοια του πολιτισμού και την εκ φύσεως ύπαρξη της κοινωνίας όποτε η επαναστατική ιδεολογία φορούσε το ντύμα του ρουσσωισμού κτλ. Η αναγκαστική εχθρότητα των συντηρητικών απέναντι στη θεωρία έπρεπε - ακριβώς επειδή νοούνταν πολεμικά και, όχι κυριολεκτικά- να αρθρωθεί πειστικά προκειμένου να ασκήσει δημόσια επίδραση, οπότε πήρε κι η ίδια θεωρητική μορφή· άλλωστε μόνο θεωρητικά μπορούσε να επιχειρηθεί η εξιδανικευμένη περιγραφή μιας «υγιούς» και «οργανικής» κοινωνίας, η οποία δεν δημιουργείται από αφηρημένες θεωρίες ούτε και τις χρειάζεται.

[…] Εξ ίσου επιπόλαια είναι η αντίληψη ότι η δήθεν έμφυτη εχθρότητα του συντηρητισμού προς τη θεωρία απηχείται αυτόματα στην (διόλου αξιόμεμπτη, από συντηρητική σκοπιά) αδυναμία του να αναπτύξει μια συστηματική και ενιαία θεωρία. Όμως δεν είναι δυνατό ν’ αρνηθούμε τον συστηματικό χαρακτήρα της συντηρητικής θεωρίας αν μ’ αυτόν εννοούμε (όπως και πρέπει να εννοούμε) ότι ξεκινά από ορισμένες, αποδεκτές απ’ όλους τους συντηρητικούς γενικές προτάσεις, από τις οποίες αντλούνται οι τοποθετήσεις απέναντι στα επί μέρους ζητήματα ή στις οποίες μπορούν να αναχθούν τούτες οι τελευταίες.

Η έλλειψη απόλυτης θεωρητικής συνοχής και η σχεδόν απεριόριστη ποικιλομορφία στα επί μέρους σημεία, ανάλογα με τον τόπο και τον χρόνο, δεν συνιστούν χαρακτηριστικό γνώρισμα της συντηρητικής θεωρίας, παρά φυσιολογικό συμπαρακολούθημα της ιστορικής ζωής όλων των μεγάλων πολιτικών -και όχι μόνον πολιτικών- ιδεολογιών. Για τον γνώστη της διεθνούς ιστορίας του φιλελευθερισμού και της δημοκρατίας ή του σοσιαλισμού δεν αποτελεί μυστικό η απροσμέτρητη ποικιλία των μορφών τους από χώρα σε χώρα και, μπορούμε να πούμε, από δεκαετία σε δεκαετία. Μέσα σ’ όλα αυτά όμως παραμένουν ευδιάκριτες ορισμένες θεμελιώδεις αντιλήψεις και στάσεις, οι οποίες δικαιολογούν την ενιαία σύλληψη και παρουσίαση του εκάστοτε ιδεολογικού φαινομένου. Έτσι έχουν τα πράγματα και ως προς τον συντηρητισμό, όμως αυτό μπορεί να γίνει φανερό μονάχα όταν προσδιορισθεί σαφώς το ιστορικό του περιεχόμενο και έτσι τεθεί τέρμα στην αυθαίρετη χρήση της έννοιας, τουλάχιστον σε επιστημονικές αναλύσεις.

[…] Είναι λοιπόν ανάγκη να εξετάσουμε προσεκτικότερα μερικά κεντρικά λήμματα του συντηρητικού λεξιλογίου για να ανιχνεύσουμε την -καθοριστική- πολεμική τους διάσταση και έτσι να συνειδητοποιήσουμε τις ιστορικές τους εξαρτήσεις. Με τη φιλάρεσκη εχθρότητα των συντηρητικών προς τη θεωρία (φιλάρεσκη επειδή αξιώνει για τον εαυτό της μια πνευματική ανωτερότητα) συναρτάται η διακηρυγμένη τους προτίμηση για το «εμπειρικά δεδομένο» και το «συγκεκριμένο». […]

Η γενική αρχή του συντηρητισμού, ότι η «υγιής» πολιτική οφείλει να ξεκινάει από τις πραγματικές συνθήκες και κατά το δυνατόν να προσαρμόζεται σ’ αυτές, είναι κατά βάση εξ ίσου κενή (από λογική άποψη) και πολεμική (αν τη δούμε λειτουργικά) όσο και η συναφής συνηγορία υπέρ της εμπειρίας και του συγκεκριμένου. Γιατί κάθε πολιτική -τόσο η επαναστατική όσο και η συντηρητική- πρέπει να γνωρίζει επακριβώς τις δεδομένες συνθήκες και να προσανατολίζεται στη γνώση αυτή, αν θέλει να έχει επιτυχία. Με τη στοιχειώδη αυτή έννοια, ο ρεαλισμός δεν αποτελεί συντηρητικό μονοπώλιο (αλλιώς οι συντηρητικοί δεν θα είχαν χάσει καμμιά μεγάλη πολιτική μάχη), αλλά ανήκει στις αυτονόητες ιδιότητες του πολιτικά προικισμένου ατόμου ή συλλογικού σώματος κάθε τάσης, ακριβώς όπως και σε όλες τις παρατάξεις υπάρχουν οι φαντασιόπληκτοι και όσοι ορμούν στα τυφλά. Όταν λοιπόν οι συντηρητικοί διατυπώνουν την παραπάνω αρχή, δεν την εννοούν στην ονομαστική της αξία, αλλά στην πραγματικότητα τη φορτίζουν σιωπηρά με ορισμένες κανονιστικές προεκτάσεις και απ’ αυτόν τον πλάγιο δρόμο προσπαθούν να αντλήσουν από την (πολιτική) επιταγή της ρεαλιστικής στάθμισης των υφισταμένων συνθηκών και πρακτικών δυνατοτήτων την (ηθική) επιταγή του σεβασμού της δεδομένης πραγματικότητας, αποδίδοντας έτσι το προσόν του νηφάλιου ρεαλισμού αποκλειστικά σε ορισμένη πολιτική, δηλ. στη δική τους. Όμως το αποφασιστικό ζήτημα μέσα στην πολιτική δεν είναι το αν οφείλουν να λαμβάνονται υπ’ όψη οι πραγματικές συνθήκες ή όχι (αφού η πρώτη δουλειά κάθε πολιτικής, αν θέλει να θεωρείται πρακτικά σοβαρή, είναι να κάνει ακριβώς αυτό), αλλά το εξής: με ποιον σκοπό κατά νου λαμβάνονται υπ’ όψη;

Οι συντηρητικοί διαπράττουν το λογικό σφάλμα (το οποίο ωστόσο έχει τα ιδεολογικά του πλεονεκτήματα) ότι συγχέουν τους δικούς τους σκοπούς με τον ρεαλισμό εν γένει. […] Η φρόνιμη προσαρμογή στις (νέες) συνθήκες, για την οποία τόσο πολύ περηφανεύονται κάποτε οι συντηρητικοί, επιτελείται κατά κανόνα υπό την πίεση του εχθρού, ο οποίος, εν μέρει τουλάχιστον, κατάφερε να ωθήσει τους συντηρητικούς στην υιοθέτηση μιας αμυντικής ή καλόβολης στάσης ακριβώς επειδή αρχικά τους έλειπε η φρόνηση εκείνη της ρεαλιστικής προσαρμογής, για την οποία καυχιούνται εκ των υστέρων - αν έχουν επιβιώσει. […]

Τα παραπάνω παραδείγματα δείχνουν ότι πίσω από τους συντηρητικούς κοινούς τόπους δεν βρίσκονται αυτονόητες και ακράδαντες αλήθειες, αλλά ζητήματα ερμηνείας, τα οποία ως εκ της φύσεως τους είναι ζητήματα ισχύος.

Τούτο αληθεύει εξ ίσου και ως προς τις βασικές εκείνες συντηρητικές έννοιες, οι οποίες από πρώτη όψη φαίνονται ν’ αντλούν το περιεχόμενο τους από την ίδια την ιστορία, χωρίς άλλη διαμεσολάβηση. Σ’ αυτές ανήκει πρώτα-πρώτα η «παράδοση». Ως έννοια, η «παράδοση» θα ήταν αυτόματα ευκρινής (με αντίτιμο βέβαια να είναι άχρωμη και ιδεολογικά άχρηστη) αν περιλάμβανε, χωρίς εξαίρεση και επιλογή, όλα τα ιστορικά δεδομένα. Όμως μέσα στην ιστορία δεν εμφανίζεται τίποτε δίχως να συνοδεύεται ή να ακολουθείται από το αντίθετο του - ούτε η υπακοή δίχως την εξέγερση, ούτε η συνέχεια χωρίς τη ριζική ρήξη, ούτε η ορθοδοξία και η ευλογία χωρίς την αίρεση και την κατάρα. Οι ιστορικές μαρτυρίες είναι αψευδείς, και ακριβώς επειδή η ιστορία ως όλο κλείνει εντός της κάθε εκδήλωση, αντινομία και δυνατότητα του ανθρώπου, οι παραδόσεις δεν μπορούν παρά να συγκροτηθούν επιλεκτικά, οπότε η επιλογή ανήκει στις αρμοδιότητες του (τωρινού ή κάποτε και του ανερχόμενου) κυριάρχου. Για τον λόγο τούτο «παράδοση» δεν σημαίνει οπωσδήποτε ό,τι εννοούν με τον όρο οι συντηρητικοί· ευθύγραμμες και αδιάλειπτες «επαναστατικές» ή «δημοκρατικές» παραδόσεις συρράπτονται κι αυτές στο άψε σβήσε, αν αυτό φαίνεται σκόπιμο στην ή σε μιαν βαρύνουσα μερίδα της κοινωνίας. Παρόμοια μπορεί να καταδειχθεί ότι η ειδικά συντηρητική «παράδοση» αποτελεί κατασκεύασμα, ανεξάρτητα από το αν τα δεδομένα που επικαλείται είναι ιστορικώς μαρτυρημένα και γνήσια ή όχι: γιατί, αν πάρουμε την ιδεώδη περίπτωση, η παραποίηση έγκειται στην αναπόφευκτη γενίκευση και απολυτοποίηση τμηματικών επόψεων των ιστορικών δρωμένων.

Οι θεσμικές τάξεις γεννιούνται και διαδέχονται η μία την άλλη μέσα στην ιστορία όπως και οι παραδόσεις· γι’ αυτό και η έννοια της τάξης καθ’ εαυτήν είναι το ίδιο ανήμπορη να δικαιώσει τον συντηρητισμό όσο και η έννοια της παράδοσης από μόνη της. Για τους συντηρητικούς, οι οποίοι εμφανίζονται ως οι αληθινοί φύλακες της απαραίτητης για την κοινωνική ζωή θεσμικής τάξης, αποτέλεσε πάντοτε τραγική ειρωνεία το γεγονός ότι οι επιτυχημένοι εχθροί τους μετά από λιγότερο ή περισσότερο χρόνο κατάφεραν να στήσουν μια λίγο-πολύ λειτουργική θεσμική τάξη. Τούτη εδώ βέβαια δεν αναγνωρίζεται ποτέ από τους συντηρητικούς ως «γνήσια» και φυσική, και η πραγματική της ύπαρξη ερμηνεύεται με το επιχείρημα ότι και οι εχθροί του συντηρητισμού, εφ’ όσον θέλουν να καθιδρύσουν ή καθιδρύουν μια πάγια θεσμική τάξη, πρακτικά ενστερνίζονται τη συντηρητική άποψη σ’ ένα νευραλγικό σημείο. Όμως από την ιστορικά μαρτυρημένη ικανότητα μη συντηρητικών ως προς τη συγκρότηση θεσμικών τάξεων μπορεί κανείς να βγάλει και το αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλ. η ζωή συνεχίζεται και χωρίς συντηρητικούς ή συντηρητισμό. Ό,τι συνήθως συνδέουν οι συντηρητικοί με την έννοια της τάξης ευδοκιμεί και όταν, ή προ παντός όταν, φύγουν οι ίδιοι από τη μέση, γιατί και ο εχθρός τους, καθώς αγωνίζεται για τη στερέωση της δικής του κυριαρχίας, μεριμνεί για την τήρηση των νόμων, της ιεραρχίας (της ανισότητας) και της (νομικά ή έμπρακτα διασφαλισμένης) ιδιοκτησίας - βεβαίως με διαφορετικά πρόσημα και με διαφορετικό περιεχόμενο. Αυτό ακριβώς φαίνεται απίστευτο στους συντηρητικούς: ότι κάποιος άλλος, και μάλιστα ο εχθρός τους, αναλαμβάνει το έργο να δημιουργήσει και να διαφυλάξει την αναγκαία, όπως αυτοί οι ίδιοι ισχυρίζονται, για την κοινωνική ζωή τάξη, αφού έχει παραμερίσει ή και εκμηδενίσει τη συντηρητική παράταξη. Δεν πρόκειται λοιπόν για την τάξη καθ’ εαυτήν και εν γένει, όπως υποθέτουν και ισχυρίζονται οι συντηρητικοί, αλλά για ένα συγκεκριμένο ζήτημα ερμηνείας και ισχύος: ποιος ενσαρκώνει την τάξη, ποιος υπαγορεύει τους κανόνες της και ποιος είναι ο φύλακας της;

Η λογικά επισφαλής, όσο και ιδεολογικά απαραίτητη, ταύτιση μιας ορισμένης τάξης με την τάξη καθ’ εαυτήν γίνεται έκδηλη και όταν η αντίληψη περί τάξεως εκτείνεται πέραν του κοινωνικοπολιτικού πεδίου προσλαμβάνοντας διαστάσεις ανθρωπολογικές ή και κοσμικές. Η κεκηρυγμένη εχθρότητα των συντηρητικών προς τις θεωρίες ποτέ δεν τους εμπόδισε να εντρυφήσουν σε κατασκευές για τους αιώνιους νόμους του κόσμου, την αιώνια τάξη κτλ. καθώς και για τον συναγόμενο απ’ αυτά τα μεγέθη προορισμό του ανθρώπου. Αλλά ακριβώς επειδή πίσω από τέτοιες κατασκευές βρίσκονται ζητήματα ερμηνείας, οι εχθροί των συντηρητικών έσπευσαν από την πλευρά τους να υιοθετήσουν έννοιες όπως λ.χ. η «αιώνια τάξη» και να τις φορτίσουν με το αρεστό στους ίδιους κανονιστικό περιεχόμενο. Έτσι, οι συντηρητικοί και οι επαναστάτες κηρύσσουν εξ ίσου την πίστη τους στο «φυσικό δίκαιο», αν και συνδέουν μαζί του ριζικά διαφορετικές παραστάσεις, και τούτη η κοινή ομολογία πίστεως θέτει αμφότερους μπροστά σε παρόμοιες, αν και αντίστροφες, θεωρητικές δυσκολίες: όπως οι συντηρητικοί ποτέ δεν μπόρεσαν να εξηγήσουν ικανοποιητικά πώς κατάφεραν οι επαναστάτες να ανατρέψουν μιαν εντελώς «φυσική» ή και «θεία» τάξη κι έτσι να φανούν ισχυρότεροι από τούτην, έτσι και οι επαναστάτες οπαδοί του φυσικού δικαίου δεν έδωσαν ίσαμε τώρα πειστική απάντηση στο ερώτημα πώς στάθηκε δυνατό να παραβιασθούν οι επιταγές της φύσης σε τόση έκταση και διάρκεια μέσω της καταπίεσης, της βίας και της αλλοτρίωσης.

Όσα είπαμε δεν σκόπευαν να «ανασκευάσουν» τον συντηρητισμό από τη σκοπιά κάποιας ανταγωνιστικής ιδεολογίας, αφού μάλιστα εμείς πιστεύουμε ότι από καιρό είναι νεκρός. Όμως, χωρίς την πλήρη αναγωγή των συντηρητικών κοινών τόπων στο πολεμικό τους περιεχόμενο και την πολεμική τους λειτουργία δεν μπορεί ν’ ανοίξει ο δρόμος για την ιστορική σύλληψη του συντηρητικού φαινομένου. Με άλλα λόγια, ο συντηρητισμός γίνεται ορατός ως φαινόμενο ιστορικό, δεμένο σε τόπο και χρόνο, μονάχα όταν τα μεγέθη εκείνα, τα οποία στη δική του αυτοκατανόηση εμφανίζονται ως οντολογικές ή ανθρωπολογικές κατηγορίες, νοηθούν και αναλυθούν στη συγκεκριμένη τους λειτουργία κατά την επιδίωξη πολιτικής ισχύος. Ως επιστήμονες πρέπει να μάθουμε να μιλάμε για τον συντηρητισμό ως λίγο-πολύ συνεκτική και χαρακτηριζόμενη από ειδοποιά γνωρίσματα ενότητα μέσα στην ιστορία της πολιτικής και των ιδεών, ακριβώς όπως κάνουμε σήμερα όταν γίνεται λόγος για τη «Μεταρρύθμιση» ή τον «Διαφωτισμό». Με την αυστηρά ιστορική σημασία ο συντηρητισμός ορίζεται ως το ιδεολογικό και κοινωνικοπολιτικό εκείνο ρεύμα, σκοπός του οποίου ήταν η διατήρηση της societas civilis και της κυριαρχικής θέσης των ανώτερων στρωμάτων της.

Ιδιαίτερα ως προς την ιδεολογική του έποψη, ο συντηρητισμός αντλεί το βασικό σώμα των θεωριών του από τον θεολογικό και κοινωνικοφιλοσοφικό κύκλο ιδεών της societas civilis, κι επομένως προηγείται χρονικά από τον ορθολογισμό των Νέων Χρόνων και μάλιστα του Διαφωτισμού, μολονότι η αντιπαράθεση με τον τελευταίο αποτελεί σημαντική —και ίσαμε σήμερα την καλύτερα γνωστή, αν όχι τη μόνη γνωστή— φάση της εξέλιξης του. Από την κοινωνικοπολιτική άποψη, πάλι, ο συντηρητισμός σημαίνει την αντίσταση (των ανώτερων στρωμάτων) της societas civilis ενάντια στην αποσύνθεση της, η οποία άρχισε με τη μορφή του νεότερου χωρισμού κράτους και κοινωνίας και αργότερα συμπληρώθηκε με τον παραμερισμό του πρωτείου της γεωργίας από το πρωτείο της βιομηχανίας. Η ολοκλήρωση αυτής της μακράς και πολύπλοκης διαδικασίας σημαίνει και το τέλος του συντηρητισμού· το ιστορικό περιεχόμενο του συντηρητισμού εξαντλείται, με άλλα λόγια, στις κοσμοθεωρητικά, κοινωνικοφιλοσοφικά ή ανθρωπολογικά αιτιολογημένες τοποθετήσεις απέναντι σε τούτη τη διαδικασία και στη συγκεκριμένη κοινωνικοπολιτική δραστηριότητα των κυρίαρχων στρωμάτων της societas civilis προκειμένου να την αντιμετωπίσουν.

Έξω από αυτό το πλαίσιο της κοινωνικής ιστορίας και της ιστορίας των ιδεών για συντηρητισμό μπορεί να γίνει λόγος μόνον μεταφορικά ή με πολεμική-απολογητική πρόθεση. Μαζί με τον φιλελευθερισμό και τη (ριζοσπαστική ή κοινωνική) δημοκρατία, ο συντηρητισμός ανήκει στα μεγάλα συνθήματα και κινήματα της μακράς εποχής, την οποία χαρακτηρίζει η παραπάνω διαδικασία. Ενώ όμως ο συντηρητισμός είχε πρακτικά ξοφλήσει όταν επιβλήθηκε σε όλη τη γραμμή ο χωρισμός κράτους και κοινωνίας (δηλ. του σύγχρονου συγκεντρωτικού και ενιαία διοικούμενου κράτους και της κυριαρχούμενης από την αστική τάξη, γοργά εκβιομηχανιζόμενης κοινωνίας), ο φιλελευθερισμός και η κοινωνική δημοκρατία (ο σοσιαλισμός) ζυγώνουν προς το τέλος τους και χάνουν το νόημα τους ως πολιτικές έννοιες καθώς ο χωρισμός κράτους και κοινωνίας αίρεται εκ νέου — όχι όμως επειδή άρχισε η επιστροφή στην προβιομηχανική societas civilis, αλλά εξ αιτίας της νίκης του κράτους (δηλ. όσων κοινωνικών ομάδων θεωρούν το κράτος ως το σπουδαιότερο εργαλείο τους ή προστάτη δικών τους συμφερόντων) πάνω στην (κυριαρχούμενη από την αστική τάξη) κοινωνία. Η πληθωρική και άκρως συγκεχυμένη χρήση όλων αυτών των εννοιών στις ημέρες μας, έτσι ώστε η κάθε μια τους περνάει στην άλλη και καμμία τους δεν είναι ακριβής, αποτελεί σημείο ευκρινέστατο του γεγονότος ότι εν μέρει ζυγώνει και εν μέρει ήρθε κιόλας το τέλος της ιστορικής εκείνης εποχής, από την κοινωνικοπολιτική και πνευματική ζωή της οποίας άντλησαν μερικά ή ολικά το περιεχόμενο τους.

Δημοσιεύτηκε στο 15ο τεύχος του περιοδικού ΛΕΒΙΑΘΑΝ.

Ηλεκτρονική πηγή: kondylis.wordpress.com

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Η πολιτική σκέψη της Αγκάθα Κρίστι

Του Τάκη Μίχα

«Η απόλυτη λογική των γεγονότων είναι εντυπωσιακή και αποπνέει τάξη»                       Ηρακλής Πουαρό

Συνήθως, όταν σκεφτόμαστε πολιτικοποιημένη λογοτεχνία η σκέψη μας πάει σε νουβέλες και συγγραφείς που προέρχονται κυρίως από το χώρο της Αριστερός (Γκράχαμ Γκριν, Γκορ Βιντάλ, Χάρολντ Πίντερ, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες κ.ά.).

Όμως τα βιβλία της πιο πολυδιαβασμένης συγγραφέως στον κόσμο ανή­κουν σε ένα διαφορετικό είδος και εκ­φράζουν μια εντελώς άλλη πολιτική σκέψη. Είναι αστυνομικά μυθιστορή­ματα και διαπνέονται από τη συντηρη­τική κοσμοαντίληψη. Πρόκειται για τα βιβλία της γνωστής Αγγλίδας συγγραφέως Αγκάθα Κρίστι, […] Για τον Άγγλο κριτικό και δημοσιογράφο Τζον Χάρι, η Αγκάθα Κρίστι ήταν μια «ακού­ραστη πολιτική στοχάστρια». Από την πλευρά του, ό γνωστός Γάλλος κριτι­κός της λογοτεχνίας Μισέλ Χούλεμπεκ θεωρεί ότι το έργο της έχει «μια βαθιά θεωρητική σχέση» με τον συ­ντηρητισμό.

Σύμφωνα με τον Χάρι, η ηθική και πο­λιτική διαπαιδαγώγηση βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε βιβλίου της Κρίστι. Η ει­κόνα του κόσμου που προβάλλει από τα βιβλία της είναι της αυτορρυθμιζόμενης τάξης που αντιστέκεται σε κάθε είδους διαταραχή και αποκαθιστά στο τέλος τη βουκολική γαλήνη. Για την Κρίστι υπάρχει μια φυσική τάξη πραγ­μάτων που πάντοτε κινδυνεύει από το «κακό» -την πλεονεξία, την πονηριά, την πολιτική φιλοδοξία.

Κάθε τμήμα του έργου της εκφράζει τον πολιτικό συντηρητισμό. Σ' αυτό το πνεύμα βρίσκονται και οι παρατηρή­σεις της για τη δικαιοσύνη. Σύμφωνα με την Κρίστι, η δικαιοσύνη δεν είναι το παράγωγο του κράτους, όπως υπο­στηρίζει η μηχανιστική αντίληψη του νομικού σοσιαλ-θετικισμού, αλλά, αντί­θετα, ξεπηδάει από τα σπάργανα της κοινωνίας. Τη δικαιοσύνη αναζητά ένας εκκεντρικός ντετέκτιβ (Ηρακλής Πουαρό) ή μια έξυπνη μοναχική γερο­ντοκόρη (Μις Μαρπλ).

Ιδιαίτερα η κεντρική ηρωίδα πολλών έργων της, η Μις Μαρπλ, ενσαρκώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το φιλοσοφικό συντηρητισμό. Από μια πλευρά η ηλικία της (άνω των 100;) αντιπροσωπεύει την ενσωματωμένη σοφία των θεσμών που άντεξαν στο πέρασμα του χρόνου. Ούτε χρειάστηκε ποτέ να κάνει ταξίδια στον κόσμο για να «διευρύνει τους ορίζοντές της». Έφτασε στο απόγειο της σοφίας χωρίς να μετακινηθεί από το χωριό της στην Αγγλία όπου ζει μια μοναχική ζωή. Η σοφία δεν βρίσκεται στο εξαιρετικό: Βρίσκεται στην καθημερινότητα και στο πέρασμα του χρόνου.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο του συντηρητισμού της Κρίστι είναι η απόλυτη απέχθειά της προς τον πεφωτισμένο ορθολογισμό, για όλα τα κινήματα με οράματα «μετασχηματισμού της κοινωνίας». Για την Κρίστι κάθε πολιτικός οραματιστής αντιπροσωπεύει τους «ιδεολόγους που θέλουν να μας κάνουν με το ζόρι ευτυχείς», όπως συνήθιζε να λέει. Από τη στιγμή που κάποιος χαρακτηρίζεται στα έργα της ως «οραματιστής» ή «ιδεολόγος», έχει αποκαλυφθεί ως ο δολοφόνος.

Η δυσπιστία της προς την ορθολογική κριτική της φυσικής τάξης των πραγμάτων την έκανε να βρίσκεται σε αντίθεση με κάθε κοινωνικό κίνημα που στόχευε σε κοινωνικές αλλαγές. Ακόμα και όταν ο στόχος ήταν η διόρθωση μιας προφανούς αδικίας, η Κρίστι, συνεπής με τις συντηρητικές αξίες της, επικεντρωνόταν περισσότερο στις μη προβλέψιμες αρνητικές συνέπειες της διορθωτικής επέμβασης και λιγότερο στα ευγενή κίνητρα των μεταρρυθμιστών. Γ αυτό ακολουθούσε πιστά την απαισιοδοξία του Ντοστογιέφσκι, σύμφωνα με τον οποίο «ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις».

Αυτή ακριβώς η στάση της εξηγεί την αντίθεσή της στον φεμινισμό. Η θέση απέναντι στο κίνημα χειραφέτησης των γυναικών ήταν η ίδια όπως απέναντι σε κάθε ορθολογικό κίνημα που προσπαθεί να αλλάξει την κοινωνία. Το αντιμετωπίζει ως έναν κίνδυνο που έχει στόχο να υπονομεύσει τη φυσική τάξη των πραγμάτων και να επιφέρει αλλαγές που δεν πρόκειται να ωφελήσουν τα πρόσωπα στο όνομα των οποίων μιλάει -δηλαδή τις γυναίκες. Σε μια συνέντευξή της σε ένα ιταλικό περιοδικό τη δεκαετία του '60, καταδίκασε τις προσπάθειες των γυναικών να καταξιωθούν στον εργασιακό χώρο ως «ανοησία των γυναικών, που εγκαταλείπουν την προνομιακή θέση που απέκτησαν διά μέσου των αιώνων. Οι γυναίκες στις πρωτόγονες φυλές δουλεύουν συνεχώς. Οι φεμινίστριες μας προτείνουν να επανέλθουμε σ' αυτή την κατάσταση με τη θέλησή μας».

Πάντως, είναι γεγονός ότι «ιερά τέρατα» της Αριστερός στο χώρο της λογοτεχνικής κριτικής, όπως οι Ρόλαντ Μπαρθ και Ουμπέρτο Εκο, δεν δίστασαν να περιγράφουν το έργο της ως «εκπληκτικό» και «εξαιρετικό». Και παρά την απέχθειά της για τα κοινωνικά κινήματα, πολλές φορές το έργο της αποτέλεσε πηγή έμπνευσης σε δύσκολες στιγμές. Στο γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μπούχενβαλντ οι Εβραίοι φυλακισμένοι ανέβασαν το έργο της  «Δέκα Μικροί Νέγροι». Πιο πρόσφατα οι αντάρτες Τουπαμάρος της Αργεντινής, που απήγαγαν τον Βρετανό πρέσβη το 1970, είχαν ως σύμβολό τους τη Μις Μαρπλ, για την οποία πίστευαν ότι αντιπροσώπευε τη δικαιοσύνη.

Δημοσιεύτηκε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (03/11/03)


Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Εθνικισμός και δημιουργία εθνικών κρατών

Αν η ιστορία της Βρετανίας και της Γαλλίας του 19ου αιώνα μπορεί να μελετηθεί στο πλαίσιο του αστικού φιλελευθερισμού, η ιστορία μεγάλου μέρους της υπόλοιπης Ευρώπης κατά την ίδια περίοδο πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με ένα πολυπλοκότερο συνδυασμό του φιλελευθερισμού, του εθνικισμού και της δημιουργίας εθνικών κρατών.

Θα ορίσουμε τον εθνικισμό ως συναίσθημα που προκύπτει από ένα ευρύ φάσμα ιστορικών, γεωγραφικών, γλωσσικών και πολιτιστικών περιστάσεων. Χαρακτηρίζεται από τη συνείδηση των μελών μιας ομάδας ότι ανήκουν σε μια παράδοση που απορρέει από αυτές τις περιστάσεις και διαφέρει από τις παραδόσεις άλλων ομάδων. Η δημιουργία εθνικών κρατών είναι η πολιτική εφαρμογή του εθνικισμού, ο μετασχηματισμός του συναισθήματος σε εξουσία.

Οι άνθρωποι στη Βρετανία και στη Γαλλία κατά τον 19ο αιώνα καλλιεργούσαν τόσο εθνικιστικά, όσο και φιλελεύθερα συναισθήματα. Όταν ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, λόρδος Πάλμερστον, διακήρυξε το 1850 ότι οποιοσδήποτε Βρετανός υπήκοος σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου δεν έχει παρά να διακηρύξει, όπως ένας πολίτης της αρχαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, «Civis Romanus Sum» (είμαι Ρωμαίος πολίτης), για να σπεύσουν σε βοήθειά του οι απαραίτητες δυνάμεις, προκειμένου να τον προστατέψουν από ξένες επιβολές, απηχούσε την υπερηφάνεια των συμπατριωτών του για την ισχύ του έθνους τους. Όταν οι Γάλλοι πανηγύρισαν το 1840 την επιστροφή των λειψάνων του αυτοκράτορα Ναπολέοντα από την Αγία Ελένη σε ένα πολυτελές μαυσωλείο στο Παρίσι, ξαναζούσαν τους θριάμβους που υπήρξαν μέρος της εθνικής τους κληρονομιάς. Το καύχημα του Πάλμερστον και τα οστά του Ναπολέοντα ήταν και τα δύο εκφράσεις εθνικών παραδόσεων και συναισθημάτων δεμένων με τη ζωή των Άγγλων και των Γάλλων.

Ο εθνικισμός του 19ου αιώνα σε άλλες περιοχές της Ευρώπης επρόκειτο να εκδηλωθεί ως δυναμικότερο φαινόμενο από όσο στη Βρετανία ή στη Γαλλία, που υπήρχαν από αιώνες ως ιδιαίτερες γεωγραφικές, πολιτιστικές και πολιτικές ενότητες. Αλλού, οι κοινές παραδόσεις και αξίες ήταν λιγότερο καθαρά διατυπωμένες, επειδή η πολιτική ενότητα που θα συντελούσε στον καθορισμό τους, δεν υπήρχε. […]

Ούτε ο εθνικισμός ούτε η δημιουργία εθνικών κρατών βρισκόταν σε αναγκαία αντίθεση με το φιλελευθερισμό· αντίθετα, στο βαθμό που ο εθνικισμός τιμούσε τα επιτεύγματα ενός συγκεκριμένου απλού λαού ως ανώτερα εκείνων κάποιας κοσμοπολίτικης αριστοκρατικής ηγετικής τάξης, αντανακλούσε την απέχθεια του φιλελευθερισμού προς τα παραδοσιακά προνόμια. Ωστόσο, στην προθυμία του φιλελευθερισμού ν’ αποδεχτεί το καινούργιο, ο εθνικισμός απαντούσε με την εκτίμηση, αν όχι λατρεία, του παρελθόντος.  

Ακόμα, στην επίμονη προσήλωση των φιλελευθέρων στην αξία και στη σημασία του ατομικισμού, οι δημιουργοί των εθνικών κρατών απαντούσαν ότι το ζωτικό έργο τους απαιτούσε ίσως τη θυσία ενός μέρους της ελευθερίας κάθε πολίτη. Η επιτυχία της δημιουργίας εθνικών κρατών στηρίχθηκε στα θεμέλια μια γενικής ισορροπίας διεθνούς ισχύος, που επιτεύχθηκε από τα ευρωπαϊκά κράτη στη διάρκεια των πενήντα χρόνων που ακολούθησαν το 1815. Η εμφάνιση νέων εθνικών κρατών –της ενοποιημένης Ιταλίας και της Γερμανίας- θα απαιτούσε αναπροσαρμογές αυτής της ισορροπίας. Αλλά ο συμβιβασμός παρέμεινε για καιρό εφικτός, και ασήμαντες μόνο αψιμαχίες διατάρασσαν τη σταθερότητα της διευθέτησης που είχε επιτευχθεί στο Συνέδριο της Βιέννης.



(ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2006, σελ. 599-601)

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

Οι απαρχές του εθνικισμού

Τι είναι αυτό που καθιστά την ύπαρξη των εθνών τόσο σημαντική; Κατά καιρούς εμφανίζονται μέσα στην ανθρώπινη ιστορία ποικίλες μορφές ομάδων και συσσωματώσεων που διαφοροποιούν το «εμείς» και το «αυτοί» με βάση διάφορα κριτήρια. 

Μια από αυτές είναι το έθνος. Αρκετά εκατομμύρια άνθρωποι έχουν σκοτωθεί εν ονόματι του έθνους τους, όπως συνέβη στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους του 20ου  αιώνα, τον πλέον βάναυσο ίσως αιώνα που γνώρισε η ανθρωπότητα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που καθιστούν τόσο σημαντική την κατανόηση του τι είναι το έθνος: της τάσης της ανθρωπότητας, με άλλα λόγια, να χωρίζεται σε σαφώς διακριτά, και συχνά συγκρουόμενα σύνολα.

Υπάρχουν ιστορικές μαρτυρίες για ανθρώπους που δημιούργησαν ευρείες και γεωγραφικά διακριτές κοινωνίες από την αυγή κιόλας του πολιτισμού. 

Γραπτά τεκμήρια των Σουμερίων, ενός πολιτισμού που άνθησε στην περιοχή του Τίγρη και του Ευφράτη περίπου το 2.500 π. Χ., μαρτυρούν απόψεις που διαφοροποιούσαν εκείνους που προέρχονταν από τη σουμεριακή «σπορά», «των αδελφών των υιών του Σουμέρ», από τους ξένους και αλλοφύλους.

Οι Αιγύπτιοι το 16ο αιώνα π. Χ. διαχώριζαν σαφώς τον εαυτό τους από τους «Ασιατικούς» στα ανατολικά και τους Νούβιους στα νότια.

Εγώ [ο αιγύπτιος Φαραώ Ka-more] επιθυμώ να γνωρίζω τι στόχο εξυπηρετεί η δύναμή μου … κάθομαι εδώ [στις Θήβες] ενώ ένας Ασιανός και ένας Νούβιος κατέχουν ο καθένας ένα κομμάτι από την Αίγυπτο … κανείς δεν μπορεί να κατοικήσει ήσυχος όταν οι φόροι των αγρίων τον απογυμνώνουν … Θα παλέψω μαζί τους και θα τους ξεκοιλιάσω. Θέλω να σώσω την Αίγυπτο και να συντρίψω τους Ασιανούς.
Λόγος του Φαραώ Ka-mose (1553-1550 π. Χ.)

Γραπτές πηγές από την αρχαία Κίνα προχωρούσαν, αρκετά καθαρά, στη διάκριση μεταξύ της ανωτερότητας των Κινέζων κι εκείνων των λαών που πιστεύονταν ότι ήταν κάτι λιγότερο από άνθρωποι και τους οποίους οι πηγές ονομάζουν Di και Rohn.

Το δέκατο κεφάλαιο του βιβλίου της Γενέσεως αναγνωρίζει τις γεωγραφικές και γλωσσικές διαφοροποιήσεις της ανθρωπότητας κάτω από τον όρο goyim.

Ούτοι υιοί Σημ, εν τοις φυλές αυτών, κάτα γλώσσας αυτών, εν τοις χώραις αυτών, και εν τοις έθνεσιν [goyim] αυτών. Αύται αι φυλαί υιών Νώε κατά γενέσεως αυτών, κατά έθνη [goyim] αυτών.
Γένεσις Ι΄ 31-32

Τον 5ο αιώνα π. Χ. ο Ηρόδοτος διακήρυξε την ύπαρξη ενός κοινού αισθήματος ανάμεσα στους Έλληνες.

Μοιραζόμαστε όλοι μας την ιδιότητα του Έλληνα: έχουμε το ίδιο αίμα και την ίδια γλώσσα· αυτά τα μνημεία των θεών ανήκουν σε εμάς από κοινού, τόσο στους Λακεδαιμονίους όσο και στους Αθηναίους, και οι θυσίες από κοινού, και έχουμε έθιμα που δημιούργησε η κοινή μας ανατροφή.
Ηροδότου, Ιστορίαι

Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης διαχώριζαν τους ανθρώπους σε Έλληνες και Βαρβάρους. Ο όρος «Βάρβαρος», ως συλλογικός προσδιορισμός, αφορμάται μάλλον από τις ακατάληπτες για τους Έλληνες γλώσσες που μιλούσαν οι λαοί της Μικράς Ασίας. Όμως μετά τους Περσικούς πολέμους ο όρος αυτός απέκτησε ένα υποτιμητικό νόημα που κρατάει μέχρι σήμερα. Στην ιδανική πολιτεία του Πλάτωνα υπάρχει η αναφορά στο κοινό αίσθημα που ένωνε όλους όσοι είχαν γεννηθεί Έλληνες σαν να ήταν μέλη μιας και της αυτής οικογένειας. Ο Πλάτων βασικά υποστήριζε ότι οι Βάρβαροι δεν ήταν μόνο ξένοι για τους Έλληνες αλλά και εχθροί τους κατά φύση.

Λέω δηλαδή πως η ελληνική φυλή είναι συγγενής και έχει την ίδια καταγωγή, ενώ είναι ξένη προς τους βαρβάρους και αλλογενείς. Θα πούμε λοιπόν πως οι Έλληνες πολεμούν στη μάχη προς τους βαρβάρους και από τη φύση είναι εχθροί και την έχθρα αυτή πρέπει να την ονομάσουμε πόλεμο.
Πλάτωνος, Πολιτεία Ε΄, 470c 1-7

Με τον όρο γένος ο Πλάτων αναφέρεται στο κοινό αίσθημα όλων όσοι είχαν γεννηθεί Έλληνες. Ποιος είναι άραγε ο χαρακτήρας αυτών των κοινωνιών που προσδιορίζονται από τέτοιου είδους όρους, όπως ο βιβλικός goy και ο ελληνικός γένος; Κατά κύριο λόγο οι κοινωνίες αυτές είχαν να κάνουν με τα στοιχεία της γέννησης, του γεωγραφικού χώρου και μιας κάποιου είδους συγγένειας.

Steven Grosby, Εθνικισμός

(ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, 2006, σελ. 1-3)

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

Η «μικρά αλλ’ έντιμος Ελλάς»

Στην «Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» του Βενιζελισμού, ο Αντιβενιζελισμός θα αντιτάξει την «μικράν αλλ’ έντιμον Ελλάδα» στην μοιραία εκλογική αναμέτρηση της 1ης Νοεμβρίου 1920. Κατεξοχήν έγκυρος εκφραστής του Αντιβενιζελικού ρομαντισμού, ο Γ. Α. Βλάχος υποδέχεται την Όλγα, χήρα του Γεωργίου Α΄, που επιστρέφει στην Ελλάδα τις παραμονές των εκλογών (Καθημερινή, 12 Οκτωβρίου 1920):

Καλώς ώρισες,
των καλών ημερών μας Βασίλισσα. Εις τον τόπον αυτόν, όπου έφθασες άλλοτε νύμφη ευτυχής, δια να συζήσεις μαζί του, τόσα έτη χαράς, τόσας ώρας πικρίας, περνά τώρα βαρύς της ατυχίας ο τυφών. Δεν είναι πλέον εκείνος που εγνώρισες ο τόπος αυτός, Βασίλισσα· είναι μεγαλύτερος, ναι· πλουσιώτερος, βέβαια· η Ελλάς του 1868, την οποία εγνώρισες, γωνίαν μόλις του μεγάλου, υπόδουλου Ελληνισμού, έγινεν η «Ελλάς του 1920», η οποία λούεται εις τα νερά του Βοσπόρου και περνά της Μικράς Ασίας τα παράλια· η μικρά πρωτεύουσα, της οποίας συνεσπειρούντο τότε αι ταπειναί ολόλευκοι οικοδομαί γύρω από τον βράχο του Παρθενώνος, έχει τώρα μυριάδας κατοίκων, εκπλήσσει εις κίνησιν, θαμβώνει εις φώτα και οι απλοί, αγαθοί άνθρωποι, τα λείψανα του αγώνος, οι μικροί νοικοκυραίοι, οι ευέξαπτοι πατριώται και «η νεολαία η χρυσή» έχουν λείψει. Άνθρωποι έφθασαν εκ πάσης γωνίας, οι ξένοι ως Έλληνες, οι Έλληνες ως ξένοι, και έγιναν αυτοί θερμοί της Πατρίδας υπερασπισταί και προδόται ημείς και ωνομάσθημεν ημείς τυχοδιώκται και δημιουργοί της χώρας αυτοί, και τα έτη των πικριών, και τα έτη των μόχθων, και αι γενεαί των παλαιών Σου γνωρίμων ελησμονήθησαν, και η μνήμη των εσυκοφαντήθη, και ωνομάσθησαν απάτριδες και κλέπται και ανόητοι υπό των νεωτέρων οι παλαιοί, […]

Και επειδή εμεγαλύνθη η εθνική μας οικοδομή, διηρέθει το εσωτερικόν της εις Πρυτανείον και Δεσμωτήρια, εις αυθέντας και δούλους, εις διώκοντας και διωκόμενους, εις θύτας και θύματα. Και εκυριάρχησε υπό την στέγην της το ψεύδος και η συκοφαντία και η Αδικία και η Κλοπή και η Βία του ισχυρού κατά του αόπλου και η ιταμή των κρατούντων κατά της ελευθερίας των πολιτών επιβουλή.

Ω Συ. Η Οποία ωνειρεύθης, μαζί με τας περασμένας γενεάς, την Ελλάδα Μεγάλη, […], θα ησθάνθης κάποτε την βλάσφημον ευχήν «της μικράς αλλ’ εντίμου Ελλάδος»· θα ενοστάλγησες ίσως, όπως ημείς, την καλήν εποχήν, όπου τα σύνορά μας ήσαν στενά, αλλ’ απέραντος η αγάπη των Ελλήνων προς την Ελλάδα, κατά την οποίαν δεν εφθάναμεν εις τον Βόσπορον, αλλά δεν εδολοφονούμεθα εις τους δρόμους της πρωτευούσης, κατά την οποίαν ήτο μικρά η Ελλάς, αλλά πατρίς των Ελλήνων, και όχι μεγάλη, αλλά φέουδον ξενικόν …

Η «μικρά αλλ’ έντιμος Ελλάς» δεν ήταν πάντως περιστασιακό σύνθημα, αλλά συμπύκνωση της ρομαντικής αντίδρασης που ενσάρκωνε ο Αντιβενιζελισμός. Στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση των δύο παρατάξεων του Διχασμού, ο Γ. Α. Βλάχος επιστρέφει και πάλι νοσταλγικά στο «Παρελθόν» που κατέστρεψε ο Βενιζέλος (Καθημερινή, 5 Νοεμβρίου 1926):

Διότι έπρεπε να είναι αυτός, όχι άλλος. Και ήρχισε να χτυπά: Παραδόσεις, ονόματα, έθιμα, γλώσσαν, […]. Έπρεπε όλα να πέσουν. Έπρεπε όλα να διαρραγούν. Έπρεπε ότι είχε επί της γης υψωθή να καταπέση εις λίθους, δια να γίνουν οι λίθοι των βάθρον του ιδίου αγάλματος. Έπρεπε οι απόγονοι των Υψυλαντών ν’ αποδειχθώσι προδόται, έπρεπε οι Κουμουνδούροι να κλεισθούν εις τας φυλακάς, […], έπρεπε όλοι, γόνοι πατέρων και γενεών, οι οποίοι εμόχθησαν δια τον τόπον αυτόν, ν’ αποδειχθώμεν εχθροί της Πατρίδος, […]

Και το εγχείρημα κατωρθώθη. Η πυγμή, την οποίαν είχε χειροκροτήσει ανύποπτος η Ελλάς, εγίνετο καταπέλτης. Δεξιά, αριστερά, παντού εσωρεύοντο εις όγκους τα θύματά της. Εκκλησία, Θρόνος, Στρατών, Κοινοβούλιον, όλα κατέπιπτον. Κατέπιπτεν η Συνέχεια, η Παράδοσις, η Γαλήνη. […]

Η Ελλάς, η πτωχή και μικρά, η οποία έδωσε δέκα δεκαετηρίδων λατρείαν εις το όνειρον της Μεγάλης Πατρίδος, καλεί τώρα τους Έλληνας τους σημερινούς να στρέψουν από το βάθος των ερειπίων των το βλέμμα των προς το παρελθόν. Εκεί, με την συνείδησην των βοηθόν, χωρίς πάθη, θ’ αντικρύσουν την σωτηρίαν. Εκεί, εις το παρελθόν, το οποίον δεν είχεν εγγίσει η κατάρα του καταπέλτου, το οποίον δεν είχε γνωρίσει του νέους ανθρώπους, θα ευρεθή ως ανάμνησις μία Ελλάς ευτυχής, ηνωμένη. Την Ελλάδα αυτήν την είχομεν δημιουργήσει ημείς. Την Ελλάδα αυτήν κατέστρεψεν ο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Γίνεται εδώ φανερό ότι η νοσταλγία για το παρελθόν είναι και νοσταλγία για τη χαμένη κυριαρχία της κρατική αστικής τάξης.



(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΝΤ. Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑ, 1982, σελ. 90-92)

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Ο συντηρητισμός του Βίσμαρκ

Η πολιτική του Βίσμαρκ πράγματι αντέστρεψε στην Κεντρική Ευρώπη την μέχρι τότε κυρίαρχη τάση προς τον φιλελευθερισμό. Αξιοποιώντας τη στρατιωτική ισχύ της Πρωσίας, κατόρθωσε να πραγματοποιήσει τον μεγαλύτερο πολιτικό άθλο της νεώτερης γερμανικής ιστορίας, την εθνική ενοποίηση. Και το έκανε με τρόπο που χάριζε όλο το γόητρο της επιτυχίας στις συντηρητικές ελίτ της Πρωσίας, παγιώνοντας έτσι την ισχύ τους πάνω σ’ ένα έθνος το οποίο, στην αυγή του 20ου αιώνα, ήταν το πιο βιομηχανικό όλης της Ευρώπης.

Η Γερμανία έγινε λοιπόν το πρώτο ισχυρό βιομηχανικό κράτος όπου κυριαρχούσαν θεσμοί και αξίες που πήγαζαν από το προ-φιλελεύθερο και προ-βιομηχανικό της παρελθόν. Αυτό από μόνο του ανάστησε τη δύναμη και των υπολοίπων ευρωπαίων συντηρητικών, που ως τότε έφθινε, καθώς απέδειξε ότι ο εθνικισμός και η εκβιομηχάνιση δεν ευνοούσαν κατ’ ανάγκη τους φιλελεύθερους […]

Ο Γουλιέλμος Α διόρισε τον Βίσμαρκ πρωθυπουργό της Πρωσίας, τον Σεπτέμβριο του 1862, όχι για να αλλάξει την εξωτερική πολιτική αλλά για να αναχαιτίσει την αυξανόμενη απειλή του φιλελευθερισμού στην ίδια τη χώρα και στην πρωσική βουλή. […] Στις εκλογές του 1861 οι φιλελεύθεροι σάρωσαν, […] Εκλέχτηκαν 256 φιλελεύθεροι βουλευτές έναντι 15 συντηρητικών. […]

Η φιλελεύθερη πλειοψηφία στην πρωσική βουλή ήθελε να έχει πραγματικό λόγο στη κυβερνητικές αποφάσεις πράγμα που σήμαινε ότι η συνταγματική αντιπαράθεση ήταν αναπόφευκτη. Ο μονάρχης και οι υποστηρικτές του είχαν σαφή άποψη για το πώς έπρεπε να δουλεύει το σύνταγμα: ο βασιλιάς θα δήλωνε τις επιθυμίες του στους υπουργούς του· αυτοί με τη σειρά τους θα έπρεπε να αναθέτουν στην βουλή την εκτέλεση της βασιλικής βούλησης. Αν τυχόν ένας υπουργός διαφωνούσε με την εντολή του βασιλιά, θα έπρεπε να παραιτηθεί· αν ένα μέλος της βουλής αμφισβητούσε τα λόγια ενός υπουργού, η κατάλληλη απάντηση θα ήταν η μονομαχία. Κάθε συζήτηση ήταν μάταιη· η ανυπακοή ισοδυναμούσε με προδοσία. […]

Σε αντίθεση με τους αντιδραστικούς συνεργάτες του, ο Βίσμαρκ γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να κυβερνά ενάντια στην αυξανόμενη δύναμη των φιλελεύθερων και του λαού. Αν όμως μπορούσε να αποδείξει την ανωτερότητα των συντηρητικών θεσμών και απόψεων στους αντιπάλους του, και γενικά στους γερμανούς, τότε θα πετύχαινε ίσως να μετατρέψει τη βουλή σε όργανο της βασιλικής βούλησης. Δεν θα μπορούσε να το κάνει αυτό, βέβαια, με φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις· αν όμως κατόρθωνε να αφαιρέσει από τον εθνικισμό τις φιλελεύθερες πινελιές του και να τον μετατρέψει σε υπόθεση του συντηρητισμού, τότε θα μπορούσε να κερδίσει τη συντριπτική λαϊκή υποστήριξη για τους παλαιούς πρωσικού θεσμούς. […]

Ο Βίσμαρκ σωστά διέβλεψε ότι ο εθνικισμός, ακόμα και για τους περισσότερους φιλελεύθερους, είχε το προβάδισμα έναντι των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων. Έτσι, χρησιμοποίησε την αστυνομία και τη λογοκρισία για να φιμώσει τις διαμαρτυρίες τους για την αντισυνταγματική του συμπεριφορά, ενώ ταυτόχρονα έπειθε τους αντιδραστικούς ότι τυχόν σύγκρουση με την Αυστρία θα ήταν για το δικό τους καλό. Η εξωτερική πολιτική, έτσι, έγινε το μέσο με το οποίο ο Βίσμαρκ θα απέφευγε την εσωτερική μεταρρύθμιση. Το 1864 ο πρωσικός στρατός νίκησε τη Δανία και της αφαίρεσε εδάφη που ζούσαν γερμανικοί πληθυσμοί. Η Αυστρία, που φοβόταν τόσο την πρωσική επέκταση όσο και τη γερμανική ενοποίηση υπό την ηγεσία της Πρωσίας, εύκολα σύρθηκε στον πόλεμο. […] Ο πρωσικός στρατός τους νίκησε το 1866, μέσα σε λίγες εβδομάδες. [...] Οι φιλελεύθεροι γερμανοί που κάποτε σιχαίνονταν τον Βίσμαρκ, τώρα έγιναν θαυμαστές του […] Ο Βίσμαρκ έγινε αντικείμενο λαϊκής λατρείας όταν, […] χειρίστηκε επιδέξια τον Ναπολέοντα Γ, παρασύροντας τον στον Γαλλοπρωσικό πόλεμο του 1870. […]

Η ανάγκη να ικανοποιήσει τα επιχειρηματικά συμφέροντα των φιλελευθέρων, ώθησαν τον Βίσμαρκ να αγνοήσει τις διαμαρτυρίες της παλαιάς δεξιάς και να ευνοήσει νομοθετικά την βιομηχανική ανάπτυξη […] Οι συντηρητικοί γαιοκτήμονες επίσης δεν παραμελήθηκαν. Κέρδισαν και από την προστασία των δικών τους προϊόντων από τον ανταγωνισμό των φτηνών εισαγόμενων τροφίμων. […]

Παρ’ όλες τις προσπάθειες του ωστόσο ο Βίσμαρκ βρισκόταν αντιμέτωπος με μια βουλή την οποία ολοένα δυσκολότερα μπορούσε να χειραγωγήσει. […] Ο καγκελάριος άρχισε να σκέπτεται το πραξικόπημα. […] Καθώς τώρα η Γερμανία ήταν μια ισχυρή και χορτασμένη δύναμη, η κραυγή «Η πατρίς κινδυνεύει!», που παλαιότερα ήταν τόσο χρήσιμη στις προεκλογικές περιόδους για να σπρωχτούν οι αστοί προς τα δεξιά, τώρα ηχούσε κενή περιεχομένου. Ωστόσο το πραξικόπημα αποφεύχθηκε. Το 1888 ο νέος κάιζερ, ο Γουλιέλμος Β, ήθελε να ανεξαρτητοποιηθεί από τον Καγκελάριο του οποίου το τεράστιο γόητρο έκανε αδύνατο κάθε συμβιβασμό μαζί του […] το 1890 ο Κάιζερ έκανε δεκτή την παραίτησή του.   

Μολαταύτα, η πολιτική κληρονομιά του Βίσμαρκ έμεινε ουσιαστικά ανέπαφη μέχρι το 1914, και αργότερα. Στο Δεύτερο Ράιχ, η επιτυχημένη συντηρητική συμμαχία προνομιούχων και πλουσίων παρέμεινε κυρίαρχη. Τη Γερμανία κυβερνούσε μια τάξη αριστοκρατών, στρατηγών και γραφειοκρατών, που αντάλλασαν θέσεις μεταξύ τους […]


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΘΥΡΑΘΕΝ, 2009, σελ. 100-111)