Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Η κλασική φροϋδική θεωρία των ενορμήσεων

Η αρχική θεωρία του Freud για την ανάπτυξη της προσωπικότητας ήταν ένα μοντέλο με βιολογικές καταβολές. Το μοντέλο αυτό υποστήριζε τον κεντρικό ρόλο των ενστίκτων στην ανθρώπινη εξέλιξη και θεωρούσε ότι η εξέλιξη είναι μια προοδευτική πορεία που συντελείται μέσω μιας διαδοχικής σειράς σωματικών ενασχολήσεων του ατόμου με στοματικά, πρωκτικά, φαλλικά και, στη συνέχεια, με γενετήσια ενδιαφέροντα. Επιπλέον, ο Freud υποστήριζε ότι κατά τη βρεφική και την πρώιμη παιδική ηλικία κυριαρχούν βασικά ζητήματα επιβίωσης, τα οποία, σε πρώτο στάδιο, βιώνονται μέσω των σωματικών αισθήσεων του βρέφους από τη διαδικασία της θρέψης και των άλλων δραστηριοτήτων της μητέρας πάνω στο σώμα του∙ τα ζητήματα αυτά βιώνονται αργότερα μέσω της φαντασιωσικής ζωής του παιδιού για θέματα που αφορούν τη γέννηση, το θάνατο και τη σεξουαλική σχέση ανάμεσα στους γονείς του.

Τα βρέφη -και, κατά συνέπεια, οι βρεφικές πτυχές της προσωπικότητας των ενηλίκων- θεωρήθηκε ότι αναζητούν ακατάπαυστα την ικανοποίηση, ενώ υπάρχουν και ορισμένες ατομικές διαφορές στην ισχύ των ενστίκτων. Διατυπώθηκε η άποψη ότι η κατάλληλη γονεϊκή φροντίδα ταλαντεύεται με ευαισθησία ανάμεσα στην επαρκή ικανοποίηση των ενστίκτων του παιδιού για τη δημιουργία συναισθηματικής ασφάλειας και ευχαρίστησης και στη ματαίωση της ικανοποίησης αυτής, η οποία όμως πραγματοποιείται με τρόπο αναπτυξιακά κατάλληλο ώστε το παιδί να αντικαθιστά την αρχή της ευχαρίστησης με την αρχή της πραγματικότητας. Σε γνωστικό επίπεδο ο ισχυρισμός «Θέλω να ικανοποιηθούν όλες οι ενορμήσεις μου, συμπεριλαμβανομένων όλων εκείνων που αναιρούνται μεταξύ τους, και μάλιστα το απαιτώ αυτή τη στιγμή!» αντικαθίσταται σταδιακά από τον ισχυρισμό «Μερικές ικανοποιήσεις είναι προβληματικές, ενώ για τις πιο σημαντικές αξίζει να περιμένει κανείς». Ο Freud δεν αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη συμβολή των γονέων στην ψυχοπαθολογία που είχαν αναπτύξει οι ασθενείς του. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες διερεύνησε την επίδραση των γονέων, είδε ότι αυτοί είχαν αποτύχει στο ρόλο τους είτε διότι είχαν επιδιώξει την υπερβολική ικανοποίηση των ενορμήσεων των παιδιών τους, ώστε αυτά τελικά να μην έχουν κίνητρο να προχωρήσουν στο επόμενο εξελικτικό επίπεδο, είτε επειδή είχαν προβεί σε υπερβολική αποθάρρυνση των ενορμήσεων, που είχε ως αποτέλεσμα την ανικανότητα των παιδιών να απορροφήσουν τα ματαιωτικά στοιχεία της πραγματικότητας. Έτσι θεώρησε ότι ο σωστός γονεϊκός ρόλος είναι η εξισορροπητική δράση του γονέα ανάμεσα στην ικανοποίηση της επιθυμίας του παιδιού και στην ανάσχεσή της -ένα μοντέλο που ήταν αυτονόητα λογικό για τους περισσότερους γονείς.

Σύμφωνα με τη θεωρία των ενορμήσεων, εάν σε ένα πρώιμο ψυχοσεξουαλικό στάδιο το παιδί βιώσει υπερβολικές ματαιώσεις ή, αντίθετα, καλύψει σε υπερβολικό βαθμό τις ενορμήσεις του (μέσω της αλληλεπίδρασης της ιδιοσυγκρασίας του παιδιού με την ανταπόκριση των γονέων), τότε θα «καθηλωθεί» στα κυρίαρχα ζητήματα αυτού του πρώιμου σταδίου. Βάσει του μοντέλου των ενορμήσεων, ο χαρακτήρας του κάθε ατόμου εκφράζει τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις αυτής της καθήλωσης: […]

Στις αρχές του ψυχαναλυτικού κινήματος επικρατούσε η άποψη ότι ένα άτομο διαθέτει στοματικό, πρωκτικό ή φαλλικό χαρακτήρα, ανάλογα με τα ζητήματα που ήταν σημαντικά για εκείνο. Αργότερα, καθώς η ψυχαναλυτική θεωρία εμπλουτίστηκε, οι αναλυτές άρχισαν να θέτουν και άλλες διαφοροποιήσεις, όπως, για παράδειγμα, εάν ο χαρακτήρας ενός ατόμου ήταν στοματικά εξαρτημένος ή στοματικά επιθετικός σύμφωνα με τις δύο πτυχές της στοματικής φάσης (δηλαδή του πιπιλίσματος και του δαγκώματος της θηλής αντίστοιχα), αν παρουσίαζε πρωκτική ενσωμάτωση ή πρωκτική αναβολή, αν ήταν πρώιμα ή αργοπορημένα στοματικός, πρωκτικός ή φαλλικός και ούτω καθεξής. […] 


H θεωρία των ενορμήσεων δεν προέκυψε ξαφνικά ως ολοκληρωμένο δημιούργημα, ούτε ξεπήδησε από την πυρετώδη φαντασία του Freud. Στην πραγματικότητα, στηρίχτηκε σε συσσωρευμένα στοιχεία που επηρέασαν και συνέτειναν σε αυτή την εξέλιξη, στοιχεία τα οποία συλλέχθηκαν όχι μόνο από τον Freud αλλά και από τους συναδέλφους του. Στο έργο του Wilhelm Reich, Character Analysis, η προσέγγιση της θεωρίας των ενορμήσεων στη διάγνωση της προσωπικότητας έφτασε στο απόγειό της. […] 

(Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2000, σ. 73 – 80)

Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Το χρέος του Σωκράτη

Το storyline της σειράς «Hannibal» είναι το πρίκουελ των γνωστών βιβλίων του Thomas Harris (Κόκκινος Δράκος, Η σιωπή των αμνών). Παρουσιάζει τη ζωή του περιβόητου serial killer Dr. Hannibal Lecter  (τον υποδύεται ο Δανός Mads Mikkelsen), όσο αυτός εργάζεται ως ψυχίατρος και συνεργάζεται με το FBI για την παρακολούθηση της ψυχικής κατάστασης του criminal profiler Will Graham, (τον υποδύεται ο βρετανός Hugh Dancy). 

Στο τέταρτο επεισόδιο της δεύτερης σεζόν ο Dr. Lecter συζητώντας με μια ετοιμοθάνατη καρκινοπαθή της αναφέρει το παράδειγμα του θανάτου του Σωκράτη:  


Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Ο φόβος του θανάτου

Πώς είναι δυνατόν η ίδια ταινία που συγκλονίζει ένα θεατή, να αφήνει παγερά αδιάφορο έναν άλλο; Άλλοι να θεωρούν ότι είδαν ένα μεγαλειώδες αριστούργημα, ύμνο στη μοναξιά και την απώλεια και άλλοι μια ανιαρή τσόντα; Αυτό συμβαίνει με την κινηματογραφική ταινία «Nymphomaniac» του Λαρς φον Τρίερ.

Όμως, ότι γνώμη όμως και να αποκόμισης συνολικά γι’ αυτήν την (σε δύο μέρη) ταινία δεν μπορείς να παραβλέψεις εύκολα τους «θησαυρούς» που έχουν ενσωματωθεί στην πλοκή της. Ένας απ’ αυτούς αφορά την επικούρεια θέση για τον θάνατο:

Δεν φοβάσαι;

Όχι. Όχι.

Πως μπορείς και δεν φοβάσαι;

[…] Υπάρχει αυτή η φράση του Επίκουρου για το φόβο του θανάτου: 

«Όταν υπάρχουμε, ο θάνατος είναι απών. Όταν είναι παρών δεν υπάρχουμε».


Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Αριστοτέλης: το εφικτό πολίτευμα

Στο ενδέκατο κεφάλαιο του βιβλίου Δ (1295a25-26) των Πολιτικών ο Αριστοτέλης θέτει το ερώτημα: «ποιο είναι το άριστο πολίτευμα και ο καλύτερος τρόπος συμβίωσης για τις περισσότερες πόλεις και τους περισσότερους ανθρώπους; […] Όχι το άριστο πολίτευμα ούτε ο άριστος βίος, απολύτως και γενικά∙ αυτό που εννοεί ο φιλόσοφος το επισημαίνει αμέσως στη συνέχεια: θέλει να ερευνήσει και να μιλήσει για την πολιτείαν, το πολίτευμα και το πολιτικόν βίον των ανθρώπων που δεν ξεχωρίζουν μήτε για την αρετή τους, που θα τους διέκρινε από τους συνηθισμένους ανθρώπους, μήτε για την παιδεία τους, ούτε ακόμα για το πολίτευμα που θα εύχονταν οι ίδιοι να έχουν. Έχει στο νου του ο Αριστοτέλης έναν τρόπο ζωής, που οι περισσότεροι από τους ανθρώπους θα μπορούσαν να συμμετάσχουν (κοινωνήσαι δυνατόν), και ένα πολίτευμα, το οποίο θα μπορούσαν να εφαρμόσουν οι περισσότερες πόλεις (ενδέχεται μετασχείν) (Δ11. 1295a26-31).

[…] Σκοπός του φιλοσόφου είναι να κρίνει όχι ποιο μπορεί να είναι το ιδανικό πολίτευμα, […] θέλει να εξετάσει εκείνο το πολίτευμα που μπορεί να βρει πρακτική εφαρμογή σ’ όλες γενικά τις πολιτείες (την δυνατήν [πολιτείαν]) (Πολιτ. Δ11. 1288b38). Η έρευνα, λοιπόν, για όλα αυτά τα θέματα θα στηριχθεί στις ίδιες βασικές αρχές, που ανέπτυξε στην ηθική του φιλοσοφία.[1] Σ’ αυτά που είχε αναπτύξει στην Ηθική του έρχεται τώρα στα Πολιτικά να προσθέσει ότι ευτυχισμένη ζωή είναι αυτή που κανένα εμπόδιο δεν την απομακρύνει από την αρετή και ότι η αρετή είναι μεσότητα, και επιπλέον ότι ο άριστος βίος είναι αυτός που συνίσταται σ’ ένα σωστό μέτρο, στη μεσότητα που κάθε φορά μπορεί να φθάσει κάποιος (Πολιτ. Δ11, 1295a36 κε.).

Αμέσως μετά, στη συνέχεια, αναλύει τη δομή του κοινωνικού σώματος των πόλεων: «σε όλες γενικά τις πόλεις υπάρχουν τρεις τάξεις πολιτών, όπως είναι γνωστό: οι πολύ πλούσιοι (εύποροι σφόδρα), οι πολύ φτωχοί (άποροι σφόδρα) και τρίτον αυτοί που βρίσκονται στο ενδιάμεσο, αυτοί που κατέχουν το μεσαίο χώρο ανάμεσα στα δύο άκρα (οι μέσοι τούτων). […]

Όπως είναι γνωστό, η πολιτική σκέψη των αρχαίων Ελλήνων ήταν προσανατολισμένη στην πράξη, παρά στις λεπτές θεωρητικές αναλύσεις που είχε επιχειρήσει να κάνει ο Πλάτων. Ο  Αριστοτέλης έθετε το ερώτημα βασικά, πως θα μπορούσαν να βελτιωθούν ή να αποκτήσουν πολιτική σταθερότητα τα υπάρχοντα πολιτικά καθεστώτα. Είναι επικριτής, ως γνωστόν, του ιδανικού κράτους της πλατωνικής Πολιτείας και αντιπαραθέτει την ευχομένην πολιτεία ή την δυνατήν πολιτεία προς την ιδανική πολιτεία του Πλάτωνα. Η δυσκολία, επισημαίνει, «δεν έγκειται στην επινόηση θεσμών, αλλά στην πρακτική εφαρμογή τους» (Πολιτ. Η12. 1331b19-21). […]

Τρία, λοιπόν, είναι τα σημεία, τα οποία αναδεικνύει ο Αριστοτέλης, όσον αφορά τους μέσους πολίτες η καλύτερα την πολιτική σημασία της έννοιας του μέσου πολίτη, της μεσαίας κοινωνική τάξεως. Και τα τρία τα θεωρεί ως ουσιωδέστατα στοιχεία πολιτικής σταθερότητας στις δημοκρατίες, στις οποίες όρος ουσίας και θεμέλιο (υπόθεσις) είναι η ελευθερία.[2]

Το πρώτο αφορά τους ανθρώπους-πολίτες και την πολιτική συμπεριφορά τους, δηλαδή την ομαλή συμβίωση μέσα στην πόλη. Αυτό είναι η πειθαρχία του θυμικού που χαρακτηρίζει τους μέσους πολίτες. Αυτή η μεσαία τάξη με ευκολία πειθαρχεί στα κελεύσματα του λόγου, πράττει δηλαδή και συμπεριφέρεται υπό τον έλεγχο του λόγου. Επομένως θωρείται η καλύτερη εγγύηση για την κοινωνική σταθερότητα της πόλεως. Αντίθετα, οι δύο άλλες κατηγορίες πολιτών, δηλαδή οι σφόδρα εύποροι και οι σφόδρα άποροι, δύσκολα πειθαρχούν στη λογική και δεν ελέγχουν το θυμικό τους, χαλεπόν τω λόγω ακολουθείν, λέει ο φιλόσοφος. Αυτό, βέβαια, έχει ως συνέπεια τις διαρκείς αναστατώσει και έριδες στις πόλεις και εν τέλει κοινωνική πολιτική αστάθεια (Πολιτ. Δ11. 1295b8-9).

Το δεύτερο στοιχείο αναφέρεται στην ομοιογένεια και την ποιοτική σύνθεση του πολιτικού/κοινωνικού σώματος, δηλαδή πως εξασφαλίζεται ένα ποιοτικό σύνολο πολιτών εξ ίσων και ομοίων, ώστε να μειώσουμε τις εσωτερικές αντιθέσεις και την πολιτική αστάθεια. Αυτή την δυνατότητα ο Αριστοτέλης την βλέπει κατ’ εξοχήν στη μεσαία τάξη […] Αυτοί οι πολίτες που συγκροτούν τη μεσαία κοινωνική διαστρωμάτωση των πόλεων έχουν ένα αίσθημα ασφαλείας και επομένως η δική τους βεβαιότητα αντανακλά στην πολιτική σταθερότητα και την ασφάλεια της πόλεως (Πολιτ. Δ11. 1295b29). Και επειδή ακριβώς βρίσκονται στο μέσον, συνιστούν το μέτρο και αντιπροσωπεύουν τη μετριοπάθεια, τόσο από την άποψη των πολιτικών παθών όσο και από την άποψη των κοινωνικών αντιθέσεων, διότι δεν προκαλούν το φθόνο των κατώτερων (των απόρων) ούτε τους επιβουλεύονται ανώτεροι (των πλουσίων). Αυτή η κοινωνική θέση τους εξασφαλίζει συνεπώς το αίσθημα ασφαλείας (Πολιτ. Δ11. 1295b33-34).

Η ψυχολογία και η νοοτροπία των μέσων πολιτών αποτελεί, άλλωστε, και από μια άλλη σκοπιά, στοιχείο πολιτικής σταθερότητας μέσα στις πόλεις. Δηλαδή η μετριοπάθεια που διακρίνει τους πολίτες αυτούς αντανακλάται και στη συμπεριφορά τους απέναντι στους άλλους, στους συμπολίτες τους, όπως είναι φυσικό: δεν επιθυμούν να πάρουν ή να σφετεριστούν τα ξένα πράγματα, τις περιουσίες των άλλων, όπως κάνουν ή σκέφτονται οι πένητες, αλλά ούτε και οι άλλοι επιθυμούν ν’ αρπάξουν τη δική τους περιουσία, μια και δεν είναι αξιοζήλευτη,  […] πράγμα που συμβαίνει με την περιουσία με την περιουσία των πλουσίων, την οποία ορέγονται συνεχώς οι φτωχοί (Πολιτ. Δ11. 1295b29-32). Απ’ αυτήν ακριβώς την νοοτροπία εκπορεύεται το ανεπιβούλευτον της ζωής και της περιουσίας τους και επομένως το αίσθημα ασφαλείας.

Το τρίτο στοιχείο που επισυνάπτει ο Αριστοτέλης στην έννοια των μέσων πολιτών αναφέρεται στην ιδιοκτησία, στα περιουσιακά στοιχεία των πολιτών, […] της μεσαίας τάξεως. Ο Αριστοτέλης μάλιστα βλέπει την έννοια της ιδιοκτησίας ως ανθρωπολογικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου, δηλαδή θεωρεί την ιδιοκτησία μέρος του Είναι και του ήθους του ανθρώπου και κατηγορεί τον Πλάτωνα που πρεσβεύει στην Πολιτεία του, όπως είναι γνωστό, την κοινοκτημοσύνη (Πολιτ. Β1. 1261a4 κ.ε.). Ο φιλόσοφος, μάλιστα, πιστεύει ότι είναι εύνοια της τύχης, αν οι πολιτευόμενοι έχουν μέτρια αλλά ικανή περιουσία∙ διότι και στην περίπτωση αυτή, δηλαδή σε όσους φιλοδοξούν να ασχοληθούν με τα κοινά, στους πολιτευόμενους, τόσο η μεγάλη περιουσία όσο και η μεγάλη ένδεια μπορούν να οδηγήσουν σε καταστάσεις ανώμαλες και από τις δύο πλευρές (Πολιτ. Δ11. 1295b39-40) […] Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο πιστεύει ότι οι πολιτευόμενοι που προέρχονται από τη μεσαία κοινωνική τάξη παρέχουν περισσότερα εχέγγυα από την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος […]

Απόσπασμα από την εισήγηση του Β. ΚύρκουἩ κοινωνία ἡ πολιτικὴ ἀρίστη ἡ διὰ τῶν μέσων.  Από τα πρακτικά του έκτου Πανελλήνιου συνεδρίου: Ο Αριστοτέλης και η σύγχρονη εποχή (Ιερισσός, 19-21 Οκτωβρίου 2001).






[1] Πολιτ. Δ11. 1295a35-36 ει γαρ καλώς εν τοις Ηθικοίς είρητε. Αναφέρεται, βέβαια, στα Ηθ. Νικ. Α11. 1101a14 κ.ε., όπου αναπτύσσει τις προϋποθέσεις του ευδαίμονος ανθρώπου και της ευδαιμονίας∙ και στις δύο περιπτώσεις η ευδαιμονία συνδέεται με την δραστηριότητα  του ανθρώπου/πολίτου μέσα στην κοινότητα κατ’ αρετήν τελείαν, χωρίς όμως να στερείται τα αναγκαία υλικά αγαθά.
[2] Όπως είναι, βέβαια, γνωστόν ο ακρογωνιαίος λίθος της (αθηναϊκής) δημοκρατίας, ήταν η ελευθερία και η ισονομία. Βλ. Πολιτ. Z2. 1317a40-41∙ πρβ. Δ4. 12191b34-35.

Κυριακή 4 Μαΐου 2014

"Η μνήμη είναι ο γραφέας της ψυχής"

Το μυθιστόρημα με τη μεγάλη διεθνή επιτυχία «The Βook Τhief» του Μάρκους Ζούσακ  γνωρίζει μια διασκευή για τον κινηματογράφο από τον Μπράιαν Πέρσιβαλ («Ο Πύργος του Ντάουντον»). «Η Κλέφτρα των Βιβλίων» δεν αναφέρεται σε μεθοδευμένες επιχειρήσεις κλοπής βιβλίων, όπως θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει από τον τίτλο, αλλά στο περιβάλλον καταπίεσης, ανελευθερίας και τρομοκρατίας που κυριαρχούσε στη Γερμανία του ’40...


Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Freud: Δομικά στοιχεία της προσωπικότητας

Σύμφωνα με τη θεωρία του Freud, ο ανθρώπινος ψυχισμός, η προσωπικότητα, αποτελείται από τρία αλληλεξαρτώμενα στρώματα: Το Εκείνο, το Εγώ και το Υπερεγώ

Το Εκείνοd) είναι το ασυνείδητο μέρος της ψυχικής ζωής και περιλαμβάνει τα ένστικτα, τις πρωτόγονες ορμές και τις απωθημένες επιθυμίες. Γνωρίζουμε το Εκείνο μόνο έμμεσα με τα όνειρα, τις παραδρομές της γλώσσας και με τον ελεύθερο συνειρμό. Το Εκείνο είναι το πρωτογενές, το πρωτόγονο μέρος της ψυχικής συσκευής- δεν έχει όρια, είναι άχρονο και άλογο, χωρίς συνέπεια. Κυρίαρχο κίνητρο στην περιοχή του είναι η libido.

Κατά τον Freud η libido είναι η γενετήσια ορμή, με την ευρύτερη έννοια του όρου, η ορμή για ευχαρίστηση που έχει σεξουαλικό χαρακτήρα, η ορμή για ηδονή. Αργότερα ο Freud πρόσθεσε στο Εκείνο ένα ακόμη κίνητρο, το ένστικτο της καταστροφής, εξηγώντας έτσι τη μανία αλληλοεξόντωσης που έδειξαν οι άνθρωποι στον παγκόσμιο πόλεμο. Το ένστικτο αυτό παράγει παρορμήσεις σκληρότητας, επιθετικότητας, καταστροφικότητας, ακόμη και αυτοκαταστροφής και αυτοτιμωρίας. Τα δύο αυτά αντιθετικά ένστικτα – το ένστικτο της ζωής και το ένστικτο του θανάτου - συνυπάρχουν στο Εκείνο και το καθένα απαιτεί άμεση ικανοποίηση. Το Εκείνο, για να ικανοποιήσει την ερωτική ορμή, επιδιώκει την απόλυτη κατοχή (κάθεξη) καθετί που ορέγεται και αγαπά. Ομοίως, για να ικανοποιήσει την επιθετικότητα, θέλει να βασανίζει και να καταστρέφει ό,τι βρει πρόσφορο. Η ικανοποίηση της libido ρυθμίζεται από το Εγώ. Το Εκείνο λειτουργεί με βάση την αρχή της ευχαρίστησης. Μοναδικός του σκοπός είναι να εκτονώνει ψυχική ενέργεια με την αχαλίνωτη ικανοποίηση των στιγμιαίων του παρωθήσεων, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις περιοριστικές συνθήκες της εξωτερικής πραγματικότητας.

Το Εγώ (Ego) είναι ο «πραγματικός» εαυτός μας, το συνειδητό μέρος της ψυχικής μας συσκευής, το οποίο αναπτύσσεται καθώς το άτομο μεγαλώνει και έρχεται σε επαφή με τον κόσμο γύρω του. Περιλαμβάνει τις διάφορες ικανότητες - αντιληπτικές, γνωστικές - με τις οποίες το άτομο γνωρίζει τον κόσμο γύρω του, σκέπτεται και ενεργεί.

Το Εγώ λειτουργεί με βάση την αρχή της πραγματικότητας και είναι ο ρυθμιστής της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Προσπαθεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του Εκείνο, αλλά με πραγματιστικούς και αποτελεσματικούς τρόπους. Το Εγώ διαδραματίζει ρόλο διαιτητή ανάμεσα στο Εκείνο και στο Υπερεγώ. Όταν οι απαιτήσεις του Εκείνο είναι εξωπραγματικές, το Εγώ είτε προσπαθεί να τις διοχετεύσει σε υποκατάστατες ενέργειες που είναι κοινωνικά αποδεκτές (π.χ. τη θέση μιας ανοικτής έκφρασης της ερωτικής ορμής παίρνει η καλλιτεχνική ενασχόληση και δημιουργία) είτε τις απωθεί στο ασυνείδητο (βλέπε σχήμα). Στις απωθημένες αυτές ανεκπλήρωτες επιθυμίες βρίσκεται ο πυρήνας των νευρώσεων.


Το Υπερεγώ (Superego) είναι η συνείδηση «περί του πρακτέου», των ηθικών επιταγών, του κοινωνικά αποδεκτού. Είναι το σύνολο των κανόνων που διέπουν τις πράξεις του ανθρώπου, όπως τους ορίζει η κοινωνία. Κατά τον Freud, το Υπερεγώ δημιουργείται κατά την παιδική ηλικία, τότε που το παιδί συναισθάνεται την αδυναμία του έναντι των μεγαλυτέρων και προσπαθεί να γίνει σαν αυτούς, υιοθετώντας τους τρόπους συμπεριφοράς τους. Η ψυχολογική αυτή διαδικασία, με την οποία το παιδί επιτυγχάνει να εξομοιώνεται με διάφορα πρότυπα συμπεριφοράς λέγεται ταύτιση. Η ταύτιση με το γονέα του ίδιου φύλου βοηθάει το παιδί να ξεπεράσει, όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, και το οιδιπόδειο σύμπλεγμα.

Το Εγώ είναι ο κεντρικός οργανωτικός πυρήνας της
 προσωπικότητας: Το Εγώ μεσολαβεί και επιλύει
 συγκρούσεις ανάμεσα στις εσωτερικές βιολογικές
 ανάγκες και στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος.
Τα τρία μέρη της προσωπικότητας - Εκείνο, Εγώ, Υπερεγώ - αντιστοιχούν στις τρεις πτυχές της ψυχικής ζωής: τη βιολογική, την ψυχολογική και την κοινωνική. Για να υπάρξει ψυχική ηρεμία και υγεία, θα πρέπει τα τρία αυτά στοιχεία να βρίσκονται σε αρμονική ισορροπία: το Εγώ να ικανοποιεί τις ανάγκες του Εκείνο με τρόπο λογικό και ηθικό, αποδεκτό από το Υπερεγώ (βλέπε σχήμα). Συχνά όμως οι πρωτόγονες ενστικτώδεις επιθυμίες και απαιτήσεις του Εκείνο συγκρούονται με τις επιταγές του Υπερεγώ ή/και με τις απαιτήσεις της πραγματικότητας. Πιστεύεται δηλαδή ότι τα στοιχεία της ψυχής συγκρούονται μεταξύ τους, ότι υπάρχει ενδοψυχική σύγκρουση. Η λύση που δίνει το Εγώ στις συγκρούσεις αυτές αποτελεί βασικό στοιχείο της ψυχικής υγείας. Οι νευρώσεις και οι άλλες ψυχικές διαταραχές έχουν τις ρίζες τους στην αδυναμία του ατόμου να δώσει ικανοποιητική λύση στις συγκρούσεις αυτές.

Ιωάν. Ν. Παρασκευόπουλος, Κλινική Ψυχολογία

(Ιδιωτική έκδοση, 1988, σ. 44-47)

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Πλάτων: η θεωρία των Ιδεών

Οι πυθαγόρειοι πίστευαν ότι, μολονότι οι αριθμοί και οι αριθμητικές σχέσεις ήταν αφηρημένες έννοιες (δεν μπορούσαν να βιωθούν μέσω των αισθήσεων), ήταν παρ’ όλα αυτά αληθινά δεδομένα και μπορούσαν να ασκήσουν επίδραση στον εμπειρικό κόσμο. Το αποτέλεσμα της επίδρασης, όμως, θεωρούνταν κατώτερο των αφηρημένων εννοιών που προκαλούσαν την επίδραση αυτή. […] Το Πυθαγόρειο θεώρημα ισχύει απολύτως όταν εφαρμόζεται σε αφηρημένα (φανταστικά) τρίγωνα, αλλά ποτέ δεν ισχύει απολύτως όταν εφαρμόζεται σε ένα τρίγωνο που υπάρχει στον εμπειρικό κόσμο (για παράδειγμα, ένα τρίγωνο σχεδιασμένο σε χαρτί). Αυτή η ασυμφωνία υπάρχει επειδή, στον εμπειρικό κόσμο, οι γραμμές που αποτελούν το τρίγωνο δεν θα είναι ποτέ ακριβείς.

Ο Πλάτων προχώρησε ένα βήμα ακόμη. Σύμφωνα με τη Θεωρία των Ιδεών, τα πάντα στον εμπειρικό κόσμο είναι εκδηλώσεις μια καθαρής Ιδέας που υπάρχει σε αφηρημένη μορφή. Κατά ταύτα, καθίσματα, άρματα, λίθοι, γάτες, σκύλοι και άνθρωποι είναι κατώτερες εκδηλώσεις (είδωλα ή μιμήματα) αμιγών Ιδεών. Αυτό ισχύει για κάθε αντικείμενο για το οποίο διαθέτουμε ένα όνομα. Αυτό που βιώνουμε μέσω των αισθήσεων προκύπτει από την αλληλεπίδραση της καθαρής Ιδέας με την ύλη· και επειδή η ύλη αλλάζει συνεχώς και βιώνεται μέσω των αισθήσεων, το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης πρέπει να είναι λιγότερο τέλειο απ’ ότι η καθαρή Ιδέα πριν από την αλληλεπίδρασή της με την ύλη.

Ο Πλάτων αντικατέστησε την ουσία που αναζητούσε ο Σωκράτης με την έννοια της Ιδέας ως την όψη της πραγματικότητας που ήταν διαρκής και, συνεπώς επιστητή. Δηλαδή ο Σωκράτης δεχόταν το γεγονός ότι ένας πλήρης ορισμός προσδιόριζε την ουσία ενός αντικειμένου ή μια έννοιας· ενώ, για τον Πλάτωνα, η ουσία ενός αντικειμένου ή μιας έννοιας εξισωνόταν με την Ιδέα της. Για τον Πλάτωνα, η ουσία (Ιδέα) είχε αυτόνομη ύπαρξη από τις ατομικές της εκδηλώσεις. Παρ’ ταύτα, ο Σωκράτης και ο Πλάτων συμφωνούσαν στο ότι η γνώση μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσω της νόησης.

B. R. HergenhahnΕισαγωγή στην Ιστορία της Ψυχολογίας

(Εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2008, σελ. 51)