Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Το δίκαιο των ισχυρών


Οι Μήλιοι ήταν οι μόνοι κυκλαδίτες οι οποίοι είχαν αρνηθεί να προσχωρήσουν στη Συμμαχία της Δήλου, γεγονός που τους επέτρεψε να απολαύσουν όλα τα οφέλη της Αθηναϊκής Ηγεμονίας χωρίς να πληρώσουν το τίμημα. Οι ίδιοι ήταν Δωριείς και άποικοι των Σπαρτιατών […] Οι Αθηναίοι δεν ανέχονταν για μεγάλο διάστημα η βούλησή τους και η εξουσία τους να περιφρονούνται από ένα μικρό κυκλαδίτικο νησί. Οι Μήλιοι βασιζόταν στην ιδιαίτερη σχέση τους με τη Σπάρτη για την ασφάλειά τους […]

Έχοντας προσκρούσει στην Πελοπόννησο στη δύναμη των σπαρτιατικών όπλων και στον βορρά στην αποτελεσματικότητα της διπλωματίας τους, οι Αθηναίοι θα πρέπει να ένιωθαν την ανάγκη να αποδείξουν πως στη θάλασσα, τουλάχιστον, οι Σπαρτιάτες ήταν ανίκανοι να βλάψουν τα συμφέροντά τους. […] Προτού αρχίσουν να λεηλατούν τα χωράφια των Μηλίων, οι Αθηναίοι τους έστειλαν πρεσβεία για να ζητήσουν την παράδοσή τους. […] Ο στόχος των Αθηναίων ήταν να πείσουν τους Μηλίους να παραδοθούν αμαχητί, κάτι το οποίο είχαν μεγαλύτερες ελπίδες να επιτύχουν με τις απειλές παρά με οποιοδήποτε άλλο μέσο. […] Η σκληρή, απερίφραστη γλώσσα που χρησιμοποίησαν οι Αθηναίοι απέναντι στους Μηλίους δεν συνιστά μοναδικό συμβάν στην ιστορία των πολιτικών τους τοποθετήσεων. Σε δημόσιες αγορεύσεις του, τόσο ο Περικλής όσο και ο Κλέων δεν είχαν διστάσει να αποκαλέσουν την Αθηναϊκή Ηγεμονία «τυραννία», ενώ ο Αθηναίος αντιπρόσωπος που μίλησε το 432 στη Σπάρτη είχε χρησιμοποιήσει παρεμφερή γλώσσα με αυτήν που συναντά κανείς στο διάλογο των Αθηναίων με τους Μηλίους, όπως τον παραθέτει ο Θουκυδίδης:

«Δεν έχουμε διαπράξει τίποτε το αξιοπερίεργο ή το αντίθετο προς την ανθρώπινη φύση, εάν μια κυριαρχία που μας προσφέρθηκε την αποδεχθήκαμε και αρνηθήκαμε κατόπιν να την αποδώσουμε, έχοντας υπερνικηθεί από τα τρία ισχυρότερα κίνητρα – την τιμή, τον φόβο και το συμφέρον. Και ούτε είμαστε οι πρώτοι που συμπεριφερθήκαμε κατ’ αυτόν τον τρόπο, γιατί ίσχυε πάντοτε ο κανόνας οι αδύναμοι να υποκύπτουν στους ισχυρούς» (1.76.2).  

Οι Μήλιοι, ωστόσο, αρνούνταν να ενδώσουν, τόσο επειδή πίστευαν πως έχουν το δίκιο με το μέρος τους και άρα οι θεοί θα απέτρεπαν την ήττα τους, όσο και επειδή ήταν βέβαιοι πως οι Σπαρτιάτες θα τους συμπαρασταθούν. Οι Αθηναίοι αψήφησαν την απειλή σπαρτιατικής βοήθειας με την ίδια ευκολία με την οποία απέρριψαν το ενδεχόμενο θεϊκής παρέμβασης. Οι Σπαρτιάτες, καθώς επισήμαναν στους Μηλίους, «πιστεύουν – πιο κραυγαλέα από οποιονδήποτε άλλο λαό γνωρίζουμε – πως ότι τους είναι ευχάριστο είναι σωστό, και ότι τους συμφέρει, δίκαιο» (5.105.4). Οι Σπαρτιάτες δεν ενεργούσαν παρά μόνο όταν διέθεταν υπεροπλία, και έτσι «δεν είναι πιθανό να διεκπεραιωθούν σε νησί όσο εμείς παραμένουμε θαλασσοκράτορες» (5.109).

Οι Αθηναίοι βάλθηκαν να πολιορκούν την πόλη τους μέχρι που η πείνα, η αποθάρρυνση και ο φόβος προδοσίας ανάγκασε τελικά τους Μηλίους να παραδοθούν. Οι Αθηναίοι αποφάσισαν με ψήφισμα τους να θανατώσουν όλους τους άνδρες και να υποδουλώσουν τα γυναικόπαιδα τους. […] Οι Αθηναίοι είχαν πλέον εγκαταλείψει τελείως τη μετριοπαθή πολιτική του Περικλή ως αποτυχημένη και επέλεξαν τη σκληρότερη γραμμή του Κλέωνα, ελπίζοντας να αποτρέψουν μελλοντικές αποστασίες και εξεγέρσεις.


(ΩΚΕΑΝΙΔΑ, 2004, σελ. 359-361)

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Η αλληγορία του πλατωνικού σπηλαίου


Ο ίδιος ο Πλάτων περιέγραψε τη σχέση ανάμεσα στη φιλοσοφία και στην πολιτική μέσα από τη στάση του φιλοσόφου απέναντι στην πόλιν. Η περιγραφή αυτή δίνεται στην παραβολή της σπηλιάς, η οποία αποτελεί τον πυρήνα της πολιτικής φιλοσοφίας, όπως και του έργου του Πολιτεία.

Η αλληγορία, μέσα από την οποία ο Πλάτων θέλει να αποδώσει ένα είδος περιεκτικής βιογραφίας του φιλοσόφου, εκτυλίσσεται σε τρία στάδια, κάθε ένα από τα οποία ορίζει ένα κρίσιμο σημείο, μια αποφασιστική καμπή, ενώ και τα τρία μαζί συνιστούν την περιαγωγή όλης της ψυχής, τη μεταστροφή ολόκληρου του ανθρώπινου όντος, που για τον Πλάτωνα αποτελεί την ίδια την διαδικασία διαμόρφωσης του φιλοσόφου.

Η πρώτη μεταστροφή λαμβάνει χώρα μέσα στη σπηλιά, ο μελλοντικός φιλόσοφος απελευθερώνεται από τα δεσμά με τα οποία είναι αλυσοδεμένα “τα πόδια και οι λαιμοί” των κατοίκων της σπηλιάς, έτσι ώστε να “βλέπουν μόνο μπροστά τους”, με το βλέμμα τους κολλημένο σε ένα προπέτασμα, στο οποίο εμφανίζονται σκιές και εικόνες των πραγμάτων. Όταν στρέφει για πρώτη φορά το κεφάλι του, βλέπει στο πίσω μέρος της σπηλιάς μια τεχνητή φωτιά που ρίχνει το φως της στα πράγματα της σπηλιάς και τα δείχνει όπως ακριβώς είναι. Αν θέλαμε να αναλύσουμε κι άλλο την ιστορία, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η πρώτη περιαγωγή είναι εκείνη του επιστήμονα, ο οποίος δεν αρκείται στα όσα λένε οι άλλοι για τα πράγματα, αλλά “στρέφει το βλέμμα του” για να διαπιστώσει πως είναι στ’ αλήθεια τα πράγματα, ανεξάρτητα από τις γνώμες του πλήθους. Γιατί, για τον Πλάτωνα, οι εικόνες πάνω στο προπέτασμα ήταν οι διαστρεβλώσεις της δόξας και χρησιμοποίησε μόνο μεταφορές που είχαν να κάνουν αποκλειστικά με την όραση και την αντιληπτική ικανότητα, επειδή η λέξη δόξα, σε αντίθεση με τη δική μας λέξη “γνώμη”, υποδηλώνει έντονα το ορατό. Οι εικόνες που εμφανίζονται στο προπέτασμα, στο οποίο έχουν καρφωμένο το βλέμμα τους οι κάτοικοι της σπηλιάς, είναι αι δόξαι τους, δηλαδή το τι και το πώς τους φαίνονται τα πράγματα. Για να δουν τα πράγματα όπως είναι στην πραγματικότητα, πρέπει να στρέψουν το κεφάλι τους, δηλαδή να αλλάξουν θέση, επειδή, όπως είδαμε πριν, κάθε δόξα εξαρτάται από και αντιστοιχεί στη θέση που έχει κάποιος στον κόσμο.

Μια ακόμα πιο αποφασιστική καμπή στη βιογραφία ενός φιλοσόφου προκαλείται όταν αυτός ο μοναχικός εξερευνητής δεν ικανοποιείται με την φωτιά στην σπηλιά και με τα πράγματα, που τώρα εμφανίζονται όπως είναι στην πραγματικότητα, αλλά θέλει να ανακαλύψει την προέλευση της φωτιάς και τις αιτίες των πραγμάτων. Και πάλι στρέφει το κεφάλι του και βρίσκει μια έξοδο από τη σπηλιά, μια σκάλα που τον οδηγεί στον καθαρό ουρανό, σε ένα τοπίο χωρίς πράγματα και ανθρώπους. Εδώ εμφανίζονται οι ιδέες, οι αιώνιες ουσίες των φθαρτών πραγμάτων και των θνητών ανθρώπων, που φωτίζονται από τον ήλιο, την ιδέα των ιδεών, η οποία δίνει τη δυνατότητα στον παρατηρητή να δει και στις ιδέες να λάμψουν. Αυτό είναι σίγουρα το αποκορύφωμα στη ζωή ενός φιλοσόφου και από αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινά η τραγωδία. Όντας ακόμα θνητός, δεν ανήκει εδώ, ούτε και μπορεί να παραμείνει, αλλά πρέπει να επιστρέψει στην σπηλιά, στο σπίτι του στη γη, όμως ούτε και στη σπηλιά δε θα αισθάνεται πλέον άνετα.

Κάθε μια από αυτές τις μεταστροφές συνοδεύτηκε από απώλεια της αντίληψης και του προσανατολισμού. Το βλέμμα, το οποίο ήταν συνηθισμένο στις σκιές που εμφανίζονταν στο προπέτασμα, τυφλώνεται από την φωτιά που καίει στο πίσω μέρος της σπηλιάς. Το βλέμμα, που προσαρμόστηκε στο χαμηλό φως της τεχνητής φωτιάς, τυφλώνεται από το φως του ήλιου. Όμως το χειρότερο απ’ όλα είναι η απώλεια του προσανατολισμού που πλήττει εκείνους των οποίων το βλέμμα κάποια στιγμή προσαρμόστηκε στο λαμπερό φως που έλαμπε κάτω από τον ουρανό των ιδεών και οι οποίοι τώρα πρέπει να βρουν το δρόμο τους μέσα στο σκοτάδι της σπηλιάς. Η μεταφορά που ακολουθεί εκφράζει τον λόγο για τον οποίο οι φιλόσοφοι δεν ξέρουν τι είναι καλό γι’ αυτούς - και τον τρόπο με τον οποίο αποξενώθηκαν από τις ανθρώπινες υποθέσεις: Δεν μπορούν πλέον να δουν μέσα στο σκοτάδι της σπηλιάς - έχασαν την αίσθηση του προσανατολισμού, έχασαν αυτό που αποκαλούμε κοινή λογική. Όταν επιστρέφουν και προσπαθούν να διηγηθούν στους κατοίκους της σπηλιάς όσα είδαν έξω από αυτήν, κανείς δεν τους καταλαβαίνει, για τους κατοίκους της σπηλιάς όλα όσα τους λέει ηχούν στ’ αυτιά τους σαν να “γύρισε ανάποδα” ο κόσμος (Χέγκελ). Ο φιλόσοφος που επέστρεψε στη σπηλιά κινδυνεύει επειδή έχει χάσει την κοινή λογική που χρειάζεται για να προσανατολιστεί σε έναν κόσμο κοινό σε όλους και, επιπλέον, επειδή όλα όσα σκέφτεται έρχονται σε αντίφαση με την κοινή λογική του κόσμου.

Στην αλληγορία της σπηλιάς αποτελεί μυστήριο το γεγονός ότι ο Πλάτων παρουσιάζει τους κατοίκους της ως κοκαλωμένους, δεμένους μπροστά σε ένα προπέτασμα, χωρίς την παραμικρή δυνατότητα να κάνουν κάτι ή να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Όντως, οι δύο σημαντικότερες, από πολιτική άποψη, λέξεις που καθορίζουν την ανθρώπινη δραστηριότητα, η ομιλία και η πράξη (λέξις και πράξις) απουσιάζουν χαρακτηριστικά από την όλη ιστορία. Η μοναδική ενασχόληση των κατοίκων της σπηλιάς είναι η παρατήρηση του προπετάσματος, προφανώς βρίσκουν ευχάριστη την ίδια την διαδικασία της παρατήρησης, ανεξάρτητα από κάθε πρακτική ανάγκη[1]. Με άλλα λόγια, παρουσιάζει τους κατοίκους της σπηλιάς ως κανονικούς ανθρώπους, που όμως διαθέτουν εκείνο το ξεχωριστό χαρακτηριστικό των φιλοσόφων: Παρουσιάζονται ως δυνητικοί φιλόσοφοι, που μέσα στο σκοτάδι και στην άγνοια της σπηλιάς ασχολούνται με το μοναδικό πράγμα που απασχολεί τον φιλόσοφο στο φως και στην πλήρη γνώση. Άρα, η αλληγορία της σπηλιάς είναι σχεδιασμένη όχι τόσο για να περιγράψει πως φαίνεται η φιλοσοφία από την πλευρά της πολιτικής, αλλά πως φαίνεται η πολιτική, η σφαίρα των ανθρωπίνων υποθέσεων από την πλευρά της φιλοσοφίας. Και σκοπός είναι να ανακαλύψει κανείς στη σφαίρα της φιλοσοφίας τις αρχές εκείνες που αρμόζουν σε μια πόλη με κατοίκους όπως εκείνοι της σπηλιάς, όμως παράλληλα είναι κατάλληλες και για τους κατοίκους που, μέσα στο σκοτάδι και στην άγνοια, έχουν διαμορφώσει γνώμες σχετικά με τα ίδια θέματα που απασχολούν και τον φιλόσοφο.

Επειδή η ιστορία είναι σχεδιασμένη γι’ αυτούς τους πολιτικούς σκοπούς, ο Πλάτων δε μας λέει τι είναι εκείνο που διαχωρίζει το φιλόσοφο από εκείνους που επίσης αγαπούν την παρατήρηση ή τι είναι εκείνο που τον κάνει να ξεκινήσει τη μοναχική του περιπλάνηση και τον ωθεί να σπάσει τα δεσμά με τα οποία είναι δεμένος στο προπέτασμα της ψευδαίσθησης. Και πάλι, στο τέλος της ιστορίας, ο Πλάτων αναφέρει παρεμπιπτόντως τους κινδύνους που περιμένουν το φιλόσοφο που επιστρέφει στη σπηλιά, και από τους κινδύνους αυτούς καταλήγει στο συμπέρασμα ότι – παρ’ όλο που ο φιλόσοφος δεν ενδιαφέρεται για τις ανθρώπινες υποθέσεις – πρέπει να αναλάβει την ηγεσία μόνο και μόνο από φόβο μην τυχόν τον κυβερνήσουν οι αδαείς. Δε μας λέει όμως για πιο λόγο δεν μπορεί να πείσει τους συμπολίτες του, οι οποίοι έτσι κι αλλιώς είναι ήδη κολλημένοι στο προπέτασμα, και ως εκ τούτου είναι, κατά κάποιο τρόπο, έτοιμοι να δεχτούν «ανώτερα πράγματα», όπως τα αποκαλούσε ο Χέγκελ, να ακολουθήσουν το παράδειγμά του και να βρουν το δρόμο που οδηγεί έξω από τη σπηλιά.  

Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, πρέπει να θυμηθούμε δύο φράσεις του Πλάτωνα που δεν απαντούν στην αλληγορία της σπηλιάς, όμως χωρίς τις οποίες η αλληγορία αυτή παραμένει ασαφής και τις οποίες θα μπορούσε να πει κανείς, λαμβάνει ως δεδομένες. Η πρώτη εμφανίζεται στον Θεαίτητο (155d) – ένα διάλογο σχετικά με τη διαφορά ανάμεσα στην επιστήμη (γνώση) και στη δόξα (γνώμη) – όπου ο Πλάτων δίνει τον ορισμό της φιλοσοφίας: μάλα γαρ φιλοσόφου τούτο το πάθος, το θαυμάζειν· ου γαρ άλλη αρχή φιλοσοφίας η αυτή (το βασικό χαρακτηριστικό του φιλοσόφου είναι η απορία· γιατί μόνο από την απορία ξεκινά η φιλοσοφία …). Και η δεύτερη φράση απαντά στην Επιστολή Ζ (341c), στο σημείο που ο Πλάτων μιλά για τα πράγματα που ο ίδιος θεωρεί τα πιο σοβαρά (περί ων εγώ σπουδάζω), δηλαδή, όχι και τόσο τη φιλοσοφία όπως την αντιλαμβανόμαστε όσο το αιώνιο αντικείμενο και το σκοπό της. Λέει σχετικά με αυτό, ρητόν γαρ ουδαμώς έστιν ως άλλα μαθήματα, αλλ’ εκ πολλής συνουσίας γιγνομένης … οίον απώ πυρός πηδήσαντος εξαφθέν φως (είναι εν γένει αδύνατο να μιλήσουμε γι’ αυτό όπως για άλλα πράγματα που μαθαίνουμε· σε κάποιο βαθμό, επειδή είμαστε συνεχώς μαζί του … ένα φως ανάβει όπως από μια ξαφνική φωτιά). Σε αυτές τις δύο φράσεις έχουμε την αρχή και το τέλος της ζωής του φιλοσόφου, τα οποία παραλείπονται στην ιστορία της σπηλιάς.  


(ΚΕΔΡΟΣ, 2009, σελ. 77-82)




[1] Προβλ. Αριστοτέλη, Μετά τα Φυσικά, 980a 22-25

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

Η καλύτερη χώρα του κόσμου


Η αμερικανική τηλεοπτική σειρά  The Newsroom παρακολουθεί τον τηλεοπτικό αστέρα των ειδήσεων του φανταστικού τηλεοπτικού σταθμού Atlantis Cable News (ACN), Will McAvoy. Στο πρώτο επεισόδιο της σειράς (We Just Decided To) ο Will συμμετέχει σε ένα πάνελ όπου καλείται, μεταξύ άλλων, να απαντήσει στην ερώτηση μιας “ξανθιάς” φοιτήτριας:

Φοιτήτρια: Γιατί οι ΗΠΑ είναι η καλύτερη χώρα του κόσμου;

Will: Στην περίπτωση που βρεθείς κατά λάθος σ’ ένα εκλογικό τμήμα μια μέρα, πρέπει να γνωρίζεις μερικά πράγματα, κι αυτά είναι:

Δεν υπάρχει κάτι που να στηρίζει ότι είμαστε η καλύτερη χώρα του κόσμου. Είμαστε 7οι στον αλβαβητισμό, 27οι στα μαθηματικά, 22οι στις επιστήμες, 49οι στο μέσο όρο ζωής, 178οι στη βρεφική θνησιμότητα, 3οι στο μέσο οικογενειακό εισόδημα, 4οι στο εργατικό δυναμικό και στις εξαγωγές.

Έχουμε την πρώτη θέση στον κόσμο μόνο σε τρεις τομείς: κατακεφαλήν αριθμό φυλακισμένων, αριθμός ενηλίκων που πιστεύουν στην ύπαρξη αγγέλων, και στις αμυντικές δαπάνες όπου ξοδεύουμε περισσότερο από το άθροισμα δαπανών 26 χωρών, 25 από τις οποίες είναι σύμμαχοι.

Τίποτα απ’ αυτά δεν οφείλεται σε μια εικοσάχρονη φοιτήτρια, αλλά όπως και να’ χει, είσαι χωρίς αμφιβολία ένα μέλος της χειρότερης γενιάς που υπήρξε ποτέ. Οπότε όταν ρωτάς τι είναι αυτό που μας κάνει την καλύτερη χώρα του κόσμου, δεν έχω ιδέα τι παπαριές μου τσαμπουνάς.


Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Επικοινωνία και Αισθητική


Η επικοινωνία έχει ως αρχή ότι τίποτε δεν είναι επιπόλαιο και ότι τα σημαντικότερα θέματα διακυβεύονται στην επιφάνεια: η ιδέα που έχουν οι άλλοι για εσάς εξαρτάται από αυτό που αφήνεται να φανεί, και λιγότερο από αυτό που είστε, ενώ μια από τις αποστολές της επικοινωνίας είναι να πράξει τα δέοντα ώστε η εμφάνιση να προσεγγίζει όσον το δυνατόν περισσότερο την ουσία και η αισθητική να συμμορφώνεται με την ηθική.

Μια ηθική αισθητική: πως να δεχτούμε αυτήν την πρόκληση; Κατ’ αρχάς συνειδητοποιώντας ότι τίποτε από αυτά που βλέπουμε και από αυτά που ακούμε, ότι κανένα από τα σημεία που μας κατακλύζουν και μας κάνουν να φαινόμαστε με συγκεκριμένο τρόπο, δεν είναι τυχαίο. Τίποτε δεν είναι σύμπτωση, όλα είναι σημάδια και για να αναφερθούμε στον Βίκτωρα Ουγκώ, η μορφή δεν είναι παρά «το βαθύ περιεχόμενο που έρχεται στην επιφάνεια». Όλοι έχουμε ένα πρόβλημα επικοινωνίας, που τις περισσότερες φορές δεν είναι παρά ζήτημα εμφάνισης. Ας προσέξουμε λοιπόν τη μορφή και το περιεχόμενο θα ακολουθήσει. Ας γίνουμε μετρ της Αισθητικής. Είναι η προϋπόθεση, όχι μόνο για μια εντύπωση που δίνει στους άλλους την αίσθηση ενός καλού οιωνού, αλλά και για μια σωστότερη θεώρηση των ανθρώπων και των πραγμάτων. Λέμε στα αγγλικά: «The better you look, the more you see». Αυτό το λογοπαίγνιο που είναι αδύνατον να μεταφραστεί, όπως και κάθε λογοπαίγνιο, εκφράζει την αναγκαιότητα να έχουμε καλύτερη εμφάνιση για να κατανοούμε καλύτερα. Όλα ξεκινούν από την αισθητική.

Αισθητική σημαίνει κατ’ αρχάς ισορροπία: σεβασμός στην αρμονία των μορφών και των δυνάμεων, σωστές αναλογίες γραμμών, αυστηρότητα ήχων και σχεδίων.

Αισθητική σημαίνει χάρη: διακριτικότητα, υπόμνηση που μάλλον υποβάλλει παρά επιβάλλει, ελαφρότητα κίνησης, πνεύμα που αποχωρίζεται την ύλη όπως ο ήχος του βιολιού ή η γαλήνη του ύπνου.

Αισθητική σημαίνει αυστηρότητα: όλα είναι δουλειά, προσπάθεια, όλα είναι δύναμη της θέλησης και διαρκής απαίτηση. Δεν υπάρχει ομορφιά που να μένει στο περιθώριο.

Τέλος, είναι απλοϊκό αλλά ας το αναγνωρίσουμε: είναι πιο ευχάριστο να ζούμε σε έναν όμορφο κόσμο. Το ίδιο ισχύει για ένα προϊόν η μια διαφημιστική καταχώρηση. Τίποτε δεν μας καταδικάζει στην ασχήμια.

Η αισθητική στη διαφήμιση είναι γαλλικό χαρακτηριστικό. Η γαλλική διαφήμιση δίνει μεγάλη σημασία στην ομορφιά, στο «νόστιμο» και στην αισθητική. Ίσως για να της συγχωρεθούν οι αμαρτίες και σίγουρα επειδή το ωραίο αποφέρει περισσότερα από το άσχημο.


(ΤΟ ΒΗΜΑγνώση, 2007, σελ. 15-16)

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Καπιταλισμός και ανθρώπινη φύση


Θεωρούμε στο εξής βέβαιο πως ο καπιταλισμός αποτελεί ένα βασικό και καθοριστικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης, που είναι έμφυτη, ουσιαστική για κάθε άνθρωπο η ιδιότητα του «κεφαλαιούχου», και πως αν πάψει να είναι τέτοιος σημαίνει πως βγαίνει απλούστατα απ’ την ανθρώπινη φύση και αξιοπρέπεια. Αυτό έχει οριστικά κατακτηθεί χάρη στη σύγχρονη βιολογία. Κάθε θεωρία, σε οποιονδήποτε τομέα κι αν αναφέρεται, θα αυτοκαταγγελόταν σαν αντίθετη προς την ανθρώπινη φύση αν ήταν «apriori» αντικαπιταλιστική. […]

Ο καπιταλισμός και η ανθρώπινη ελευθερία βρίσκονται μέσα στο ίδιο το ερευνητικό βιολογικό ένστικτο που διακρίνει κατά τρόπο αναμφισβήτητο τον άνθρωπο από το ζώο. Το ζώο ερευνά κι εκείνο, αλλά το πεδίο της εξερεύνησής του περιορίζεται στην επιβίωσή του και την αναπαραγωγή του. Όπως το ζώο, ο άνθρωπος διαλέγει ανάμεσα σ’ εκείνο που του είναι χρήσιμο κι εκείνο που του είναι βλαβερό. Όμως επεκτείνει απεριόριστα το πεδίο του χρήσιμου και του βλαβερού, γιατί προωθεί τις σκοπιμότητές του ως το άπειρο: οι επιλογές του αφορούν συχνά αφιλοκερδείς σκοπούς, διαλέγει ανάμεσα σε ότι του φαίνεται αληθινό και ψεύτικο, ωραίο κι άσχημο, καλό και κακό, χωρίς καν αυτές οι διακρίσεις να τον αφορούν προσωπικά. Αυτό αποτελεί μια θαυμαστή ιδιαιτερότητα σε σύγκριση με το ζώο. Το κριτήριό του για το χρήσιμο και το βλαβερό μπορεί να βρίσκεται χρονικά πολύ πιο πέρα απ’ αυτόν.   Ο άνθρωπος μπορεί να πει ψέματα. […]

Χάρη στο γενετικό του «κεφάλαιο», το ζώο και γενικά κάθε τι ζωντανό, είναι ικανό να αναπτύσσεται και να αναπαράγεται πριν τη μοιραία φθορά. Πέρα όμως απ’ αυτό, το γενετικό κεφάλαιο που κατέχει, όπως κάθε ζωντανό πράγμα, ο άνθρωπος είναι «προγραμματισμένος για να καταλαβαίνει»: έχει λοιπόν κι αυτός ένα γενετικό κεφάλαιο, αλλά προσανατολισμένο προς τη γνώση του σύμπαντος και του κάθε είναι γενικά, χωρίς περιορισμό αντικειμένου.

Ο σκίουρος που μαζεύει φουντούκια στην κουφάλα ενός δένδρου για να εξασφαλίσει τη χειμερινή του επιβίωση, είναι ένας συλλέκτης, ένας αποθησαυριστής, όχι όμως ένας «κεφαλαιούχος», γιατί το σχέδιό του δεν πάει πέρα από τη συντήρησή του. Η προμήθειά του είναι μια μικρή αποθήκη, ένα απόθεμα τροφίμων, δεν είναι «κεφάλαιο». Έτσι κι ο νομάδας που πηγαίνει το κοπάδι του από βοσκή σε βοσκή, ανάλογα με τους καιρούς και τις βροχές, δεν είναι κεφαλαιούχος, τουλάχιστον από αυτήν την άποψη. Παίρνει αλλά δεν δημιουργεί, δεν παράγει.

Όμως εκείνος που πρώτος θέρισε σιτηρά, τα χτύπησε, ξεχώρισε τους σπόρους και τους έβαλε κατά μέρος για να τους σπείρει την επόμενη άνοιξη, σε ένα έδαφος που θα έχει προηγουμένως σκάψει και ετοιμάσει για να τους δεχτεί, αυτός, μάλιστα, έκανε μια πράξη φανερά καπιταλιστική. Η αποθησαύριση των σπόρων έχει τελείως διαφορετική έννοια από τη συλλογή φουντουκιών από τον σκίουρο. Είναι ένα σχέδιο που επεκτάθηκε και πέρασε από το βραχυπρόθεσμο σο μακροπρόθεσμο. Ο πρώτος γεωργός είχε κιόλας προβλέψει τις μελλοντικές σοδειές, ήξερε πως θα ξεπεράσει τις δικές του ανάγκες και τις άμεσες προϋποθέσεις της συντήρησής του. […] Ο άνθρωπος υπήρξε «κεφαλαιούχος» εκατομμύρια χρόνια πριν από την εμφάνιση του χρήματος και του νομίσματος, που είναι εφευρέσεις σχετικά πρόσφατες.  Και ο καπιταλισμός υπήρξε και μάλιστα με επιτυχία, το μόνιμο κίνητρο των προόδων της ανθρωπότητας σε όλους τους τομείς, εκατομμύρια χρόνια πριν εμφανισθεί αυτή η κοινωνική τάξη, η σχετικά πρόσφατη (Δυτική Ευρώπη) που ονομάστηκε «αστική». Το καθαρό και αναμφισβήτητο συμπέρασμα είναι ότι η ταύτιση του καπιταλισμού πρώτα με το χρήμα και κατόπιν με την αστική τάξη είναι απόλυτα εσφαλμένη, καταχρηστική και με δύο λέξεις ανόητη. Είναι κάτι που υποβιβάζει πνευματικά όλους εκείνους που το υποστηρίζουν. […] Πρόκειται για μια απάτη, που βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με όλα όσα ξέρουμε για την φύση του ανθρώπου, τη βιολογία του και τη σχετικά μακρόχρονη ιστορία της ανθρωπότητας. […] Η σύγχυση που έχει γίνει ανάμεσα στον καπιταλισμό από τη μια μεριά και το χρήμα και τον αστικό κόσμο από την άλλη, είναι ένα από τα χειρότερα αίσχη της εποχής μας. [...]

Πρέπει να παρατηρήσουμε ως πιο σημείο η ιδιοκτησία συνδέεται με τον καπιταλισμό, δηλαδή σε τελευταία ανάλυση με την παραγωγή. Το ίδιο το κεφάλαιο, η ίδια η παραγωγή δικαιολογούν την ιδιοκτησία, και όχι το αντίστροφο. Ο πρώτος άνθρωπος που μάγεψε και ξεχώρισε σπόρους άγριου σιταριού, που τους φύλαξε για να τους σπείρει, ήταν κιόλας ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης αυτού του σωρού των σπόρων, ακριβώς επειδή ήταν σπόροι κι ήταν ο μόνος που αποτελούσε τον σύνδεσμο ανάμεσα σε αυτούς τους σπόρους και την παραγωγή της σοδειάς. Πάντα με το ίδιο σχέδιο στο κεφάλι, ο άνθρωπος διάλεξε ένα κομμάτι γης, το έσκαψε με τα εργαλεία του και ξερίζωσε τα αγριόχορτα. Έπειτα έσπειρε. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα έβαλε κάποια όρια σ εκείνο το χωράφι, ίσως ένα φράχτη, λιγότερο εναντίον των άλλων ανθρώπων και περισσότερο εναντίον των ζώων. Δεν υπερασπίζονταν τόσο τη γη όσο τη μελλοντική του σοδειά, την παραγωγή του, πάντως όμως έβαλε όρια στη γη. Η οικειοποίηση αυτής της γης φάνηκε στον ίδιο και σ’ όλους τους γύρω του απόλυτα νόμιμη, γιατί, μ’ αυτή την οικειοποίηση, προστάτευε, εκτός από την μελλοντική του σοδειά, την εργασία που είχε ήδη κάνει και την παραγωγική του ιδιοφυία. […]

Ο άνθρωπος «οριοθετεί το έδαφός του» για λόγους που ξεπερνούν πολύ τη βιολογική ικανοποίηση, προπαντός για τη χαρά της εξερεύνησης, της δημιουργίας, της παραγωγικής διαδικασίας. Αν δεν το προσέξει κανείς αυτό, του ξεφεύγει το ουσιώδες στοιχείο της αυστηρά ανθρώπινης «ιδιοκτησίας». Αυτό το σφάλμα διαπράχθηκε σ’ όλη τη διάρκεια της Αστικής Εποχής. Και το ’καναν, φυσικά, κι οι σοσιαλιστές και κομμουνιστές που μένουν μ’ επιμονή μέσα στα όρια της αστικής λογικής. Η μυθολογία της εθνικοποίησης εκφράζει πιστά αυτό το σφάλμα. Νομίζουν ότι αρπάζουν μια ιδιοκτησία όταν αρπάζουν τα μέσα παραγωγής. Σήμερα αυτή η σκέψη είναι παιδαριώδης. […]

Όμως, πρέπει ασφαλώς να μεταφέρει κανείς τον καπιταλισμό πολύ πιο πίσω από αυτή την πρώτη σιταποθήκη κι αυτές τις πρώτες σπορές: ο καπιταλισμός είναι στην πραγματικότητα σύγχρονος με τον άνθρωπο. Δεν είναι κανείς άνθρωπος αν δεν είναι κατά κάποιο τρόπο κεφαλαιούχος, αν δεν είναι προσανατολισμένος προς κάποια παραγωγή. Ο άνθρωπος που έφτιαξε το πρώτο εργαλείο από ξύλο ή από πέτρα κατασκεύασε ένα όργανο με καθορισμένο σκοπό: να σκάψει, να σκαλίσει, ν’ ανάψει φωτιά κλπ. Ο άνθρωπος που δημιούργησε το πρώτο τόξο και το πρώτο βέλος κι εκείνος που έφτιαξε το πρώτο αγκίστρι για ψάρεμα, κεφαλαιοποίησαν κι οι δύο ένα μέσο παραγωγής με σκοπό το κυνήγι και το ψάρεμα. […] Παράλληλα προς το εργαλείο, ο ίδιος άνθρωπος είχε δημιουργήσει την τεχνική που χρειαζόταν για να κατασκευάζει το εργαλείο και να το χρησιμοποιεί: ήταν ένας «κεφαλαιούχος». Ήδη το χέρι αποτελεί το πρώτο εργαλείο του ανθρώπου, που βρίσκεται στη διάθεση του εγκεφάλου του. […] Όπως μου το ’γραψε ο Λού Σαλλερόν: «Ο άνθρωπος είναι ζώο που κεφαλαιοποιεί, προνόμιο μοναδικό στο ζωικό βασίλειο. Κεφαλαιοποιεί τα αγαθά του, κι αυτό ονομάζεται καπιταλισμός. Κεφαλαιοποιεί τις κατακτήσεις του πνεύματός του, κι αυτό ονομάζεται πολιτισμός». […] Δεν βγαίνει κανείς από τον καπιταλισμό χωρίς να ξαναπέσει στη βαρβαρότητα. […] Όλα αυτά έχουν πολύ σημαντικές συνέπειες. Η πρώτη είναι ότι η άρνηση του καπιταλισμού, του κεφαλαίου, της κεφαλαιοποίησης, ισοδυναμεί με άρνηση της ανταλλαγής των αγαθών (ακόμα και των πνευματικών) οδηγεί σε ένα αφάνταστο ανθρώπινο κατάντημα. […]

D. L. Bruckberger, Ο καπιταλισμός

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΟΕΣ, 1985, σελ. 30-38)

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Πλάτων: η εικόνα του σπηλαίου


Στο τέλος του έκτου Βιβλίου της Πολιτείας, ο Σωκράτης συνοψίζει συμπερασματικά τους τέσσερις αναβαθμούς της γνώσης. Η κάθε ψυχή, σε κάθε της μετενσάρκωση, φτάνει σ’ ένα από τα σκαλοπάτια της γνώσης, που παραστατικά παρομοιάζονται με τις διάφορες θέσεις, στις οποίες μπορεί να βρεθεί η ψυχή αυτή, από το βάθος του συμβολικού σπηλαίου ως το καθαρό φως του «άνω τόπου».


Σωκράτης. Λοιπόν, είπα, ύστερ’ απ’ αυτά, παρομοίωσε με μια εικόνα σαν κι αυτή την ανθρώπινη φύση αναφορικά με την παιδεία και την απαιδευσία. Φαντάσου δηλαδή ανθρώπους σε υπόγειο οίκημα με μορφή σπηλιάς, που έχει την είσοδό του ανοιχτή προς το φως της μέρας, που το μάκρος της πιάνει πέρα πέρα όλη τη πρόσοψη της σπηλιάς· και να βρίσκονται εκεί απ’ την παιδική τους ηλικία αλυσοδεμένοι και στα σκέλη και στον αυχένα, ώστε να μένουν με το σώμα τους ακίνητο, έτσι που να μη βλέπουν παρά μόνο ότι είναι μπροστά τους, ενώ δεν έχουν τη δυνατότητα, εξαιτίας της αλυσίδας, να περιφέρουν ολόγυρα το κεφάλι τους. Και πίσω τους, σε αρκετή απόσταση, σ’ επίπεδο ψηλότερο απ’ αυτούς ν’ ανάβει φως από φωτιά· και στο ενδιάμεσο, ανάμεσα στη φωτιά και τους δεσμώτες, δρόμος ανηφορικός και παράλληλα μ’ αυτόν να ’ναι χτισμένος μαντρότοιχος, να, σαν τα χαμηλά διαφράγματα που τοποθετούν οι ταχυδακτυλουργοί μπροστά τους θεατές, πάνω απ’ τα οποία δείχνουν τα ταχυδακτυλουργικά τους.

ΓΛΑΥΚΩΝ. Βλέπω, είπε ο Γλαύκων.

ΣΩ. Βλέπε λοιπόν ανθρώπους να κουβαλούν, παράλληλα μ’ αυτό τον μαντρότοιχο, σκεύη κάθε λογής, υψωμένα πάνω απ’ τον μαντρότοιχο, και ανδριάντες και άλλα ομοιώματα ανθρώπων και ζώων, λίθινα και ξύλινα, φιλοτεχνημένα με κάθε τρόπο· κι όπως θα περίμενε κανείς, άλλους απ’ τους διερχόμενους αχθοφόρους να μιλούν, άλλους να σιωπούν.

ΓΛ. Παράξενη εικόνα περιγράφεις, είπε, και παράξενους δεσμώτες.

ΣΩ. Ολόιδιους με μας, αποκρίθηκα· γιατί πιστεύεις ότι οι άνθρωποι σε τέτοια κατάσταση πρώτα πρώτα θα έχουν δει τίποτ’ άλλο εκτός απ’ τις σκιές του εαυτού τους και των συνδεσμωτών τους, που σχηματίζει η λάμψη της φωτιάς στον απέναντι απ’ αυτούς τοίχο της σπηλιάς;

ΓΛ. Μα γίνεται να δουν τίποτ’ άλλο, είπε, εφόσον είναι αναγκασμένοι να έχουν το κεφάλι τους ακίνητο σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους;

ΣΩ. Και τι θα ’χουν δει απ’ εκείνους τους διερχόμενους αχθοφόρους; Τίποτ’ άλλο, εκτός απ’ τις σκιές τους;

ΓΛ. Μόνο αυτές, βέβαια.

ΣΩ. Λοιπόν, αν είχαν τη δυνατότητα να κουβεντιάζουν μεταξύ τους, δεν έχεις τη γνώμη ότι θα νόμιζαν πως οι σκιές που βλέπουν είναι πραγματικά αντικείμενα;

ΓΛ. Οπωσδήποτε.

ΣΩ. Και τι νομίζεις, αν απ’ τα βάθη του δεσμωτηρίου η ηχώ αναμετάδιδε τις φωνές, κάθε φορά που κάποιος απ’ τους διερχομένους θα μιλούσε, πιστεύεις ότι θα φανταζόταν ότι κάτι άλλο βγάζει φωνή κι όχι οι σκιές των διερχομένων;

ΓΛ. Μα τον Δία, όσο για μένα, τίποτ’ άλλο.

ΣΩ. Λοιπόν, είπα, άνθρωποι σ’ αυτή την κατάσταση θα πίστευαν ως πραγματικό μόνο τις σκιές των αντικειμένων που εμφανίζονται και τίποτ’ άλλο;

ΓΛ. Σίγουρα, μόνο τις σκιές.

ΣΩ. Σκέψου λοιπόν, είπα τι λογής θα μπορούσε να είναι η απολύτρωση και η γιατρειά τους απ’ τα δεσμά και την άγνοιά τους, αν με φυσική ακολουθία συνέβαιναν πράγματα σαν τούτα: κάθε φορά που κάποιος θα λυνόταν απ’ τα δεσμά του και θα ᾿νιωθε ξαφνικά την ανάγκη να σηκωθεί όρθιος και να περιστρέφει τον αυχένα του και να βαδίζει και να υψώνει το βλέμμα του προς το φώς, και κάνοντας αυτές τις κινήσεις θα ᾿νιωθε πόνο και, θαμπωμένος απ’ το φως, θ’ αδυνατούσε ν’ αντικρίζει εκείνα που προηγουμένως έβλεπε τις σκιές τους· λοιπόν, τι κατά τη γνώμη σου θ’ απαντούσε αυτός, αν κάποιος του έλεγε ότι εκείνα που έβλεπε τότε ήταν ανοησίες, τώρα όμως βλέπει κάτι που βρίσκεται κάπως πιο κοντά στην αλήθεια και το βλέμμα του έχει στραφεί σε πράγματα πιο αληθινά –βλέπει λοιπόν πιο σωστά; Και βέβαια, αν δείχνοντας του ξεχωριστά, ένα προς ένα, αυτά που περνούν μπροστά του, τον ανάγκαζε ν’ απαντήσει στις ερωτήσεις του, τι να ᾿ναι αυτά, τι θ’ αποκρινόταν; δεν πιστεύεις ότι θα τα ᾿χε χαμένα και θα θεωρούσε πως βρίσκονται πιο κοντά στην αλήθεια τα όσα έβλεπε τότε απ’ αυτά που του δείχνουν τώρα;

ΓΛ. Θ’ αποκρινόταν, είπε, ότι ναι, εκείνα βρίσκονται πιο κοντά στην αλήθεια.

ΣΩ. Λοιπόν, κι αν τον υποχρέωνε να στρέψει το βλέμμα του προς το ίδιο το φως, δε θα ᾿νιωθε πονόματο και δε θα προσπαθούσε να τα’ αποφύγει, στρέφοντας το βλέμμα του προς εκείνο που χωρίς δυσκολίες αντικρίζει και δε θα νόμιζε ότι τωόντι είναι πιο ξεκάθαρα απ’ αυτά που του δείχνουν;

ΓΛ. Ναι, αυτό θα νόμιζε, είπε.

ΣΩ. Κι αν, είπα, κάποιος τον έσερνε βίαια απ’ τη σπηλιά μέσα απ’ την τραχιά και απότομη ανάβαση, και δεν τον άφηνε πριν τον σύρει έξω, στο φως του ήλιου, άραγε δεν θα ᾿ταν μαρτύριο γι’ αυτόν και δε θ’ αγαναχτούσε που τον σέρνουν μ’ αυτόν τον τρόπο; Και, όταν θα ᾿φτανε στο φως, έχοντας τα μάτια πλημμυρισμένα απ’ τη λάμψη του ήλιου, θα μπορούσε να βλέπει τίποτε, έστω κι ένα, απ’ αυτά που τώρα λέγονται αληθινά;

ΓΛ. Αποκλείεται, έτσι ξαφνικά.

ΣΩ. Αν όμως είχε σκοπό να δει όσα βρίσκονται εκεί ψηλά, θα έπρεπε να εξοικειωθεί· έτσι θα ᾿βλεπε στην αρχή πιο εύκολα τις σκιές, κι ύστερ’ απ’ αυτές τα είδωλα και των ανθρώπων και των αντικειμένων, όπως αντικατοπτρίζονται μες στο νερό, κι ύστερα τ’ αντικείμενα αυτά καθαυτά· κατόπι θα ύψωνε τη ματιά του και θ’ αντίκριζε ευκολότερα, τη νύχτα, τα όσα βρίσκονται στον ουρανό και το ίδιο το στερέωμα τ’ ουρανού, αντικρίζοντας το φως των άστρων και της σελήνης ευκολότερα απ’ ότι τη μέρα τον ήλιο και το φως του ήλιου.

ΓΛ. Οπωσδήποτε.

ΣΩ. Και τέλος τέλος, πιστεύω, τον ήλιο, όχι μες στα νερά ούτε το είδωλο του, όπως αντανακλάται από άλλη θέση, αλλά θα μπορούσε να τον αντικρύσει αυτόν καθαυτόν στη φυσική του θέση, και να παρατηρήσει πως είναι.

ΓΛ. Αυτό επιβάλλει η ανάγκη, είπε.

ΣΩ. Και κατόπι θα κατέληγε πια στο συμπέρασμα ότι αυτός είναι που κάνει τις εποχές και τα έτη και που εποπτεύει όλα όσα βρίσκονται στο πεδίο της όρασής μας. Και κατά κάποιο τρόπο είναι αίτιος για όλα όσα εκείνοι έβλεπαν στη σπηλιά.

ΓΛ. Είναι φανερό ότι σ’ αυτό το συμπέρασμα θα κατέληγε ύστερ’ απ’ τα παραπάνω.

ΣΩ. Τι λοιπόν; δεν πιστεύεις ότι αυτός, ανακαλώντας στη μνήμη του την πρώτη κατοικία του και τη γνώση, που είχαν εκεί αυτός και οι συγκρατούμενοί του εκείνο τον καιρό, θα μακάριζε τον εαυτό του για την αλλαγή και θα ᾿νιωθε οίκτο για τους άλλους;

ΓΛ. Και με το παραπάνω.

ΣΩ. Και νομίζεις ότι, για τις τιμητικές διακρίσεις και για τους επαίνους που απένειμαν αναμεταξύ τους οι δεσμώτες και για τις αμοιβές εκείνου που διέκρινε με μοναδική οξυδέρκεια τις σκιές των όσων περνούσαν μπροστά τους και συγκρατούσε καλύτερα την κανονικότητα με την οποία οι σκιές εμφανίζονταν πρώτες ή τελευταίες ή σύγχρονα με τις άλλες, ώστε αξιοποιώντας αυτή την ικανότητά του να βρισκόταν σε προνομιακότερη θέση να κάνει προβλέψεις, ποια σκιά θα παρουσιαζόταν σε μια ορισμένη στιγμή – τι λες; θα ένιωθε λαχτάρα γι’ αυτά και θα ζήλευε τους συνδεσμώτες του που έπαιρναν τιμές κι είχαν επιρροή ανάμεσά τους ή θα βρισκόταν στην κατάσταση που λέει ο Όμηρος ότι βρέθηκε ο Αχιλλέας και θα επιθυμούσε μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του:
Κάλλιο στη γης να ξενοδούλευα ξωμάχος, ρογιασμένος σ’ αφέντη που ᾿χασε τον κλήρο του κι είναι το βιός του λίγο και να ξεπέσει σ’ οποιαδήποτε άλλη κατάσταση, παρά να πιστεύει εκείνα και να ζει μια τέτοια ζωή. (Οδύσσεια λ 489-491)
ΓΛ. Κι εγώ αυτό πιστεύω, είπε· θα προτιμούσε να ξεπέσει σ’ οποιαδήποτε κατάσταση παρά να ζει μ’ εκείνο τον τρόπο.

ΣΩ. Και κάνε και την εξής υπόθεση, του είπα. Αν ένας τέτοιος άνθρωπος κατέβαινε ξανά εκεί κάτω και έπαιρνε την προηγούμενη θέση του, άραγε δε θα τύλιγε τα μάτια του πυκνό σκοτάδι, έτσι που ξαφνικά γύρισε απ’ τον ήλιο;

ΓΛ. Σίγουρα είπε.

ΣΩ. Κι αν υποχρεωθεί λοιπόν αυτός ο άνθρωπος να λέει τη γνώμη του για κείνες τις σκιές που διαβαίνουν και να διαγωνιστεί μ’ εκείνους που δεν έπαυσαν ποτέ να είναι δεσμώτες, όσο τον ταλανίζει το πρόβλημα που θα έχει στα μάτια του, πριν αυτά εξοικειωθούν (κι ο χρόνος αυτής της εξοικείωσης δε θα είναι και τόσο λίγος), θα προξενούσε λοιπόν τα γέλια και δε θα ᾿λεγαν γι’ αυτόν ότι, με το ανεβεί εκεί πάνω, να ᾿τον που γύρισε με χαλασμένα τα μάτια, κι ότι δεν αξίζει καν τον κόπο να επιχειρήσει κανείς την ανάβαση εκεί ψηλά· και, αν με κάποιο τρόπο μπορούσαν να βάλουν στο χέρι τους και να σκοτώσουν όποιον θα επιχειρούσε να τους λύσει απ’ τα δεσμά τους και να τους οδηγήσει επάνω, στο φως, δε θα ήταν ικανοί να τον σκοτώσουν.

ΓΛ. Δίχως άλλο, είπε.

ΣΩ. Λοιπόν, αγαπητέ μου Γλαύκων, αυτή την αλληγορική εικόνα πρέπει να τη συσχετίσουμε μ’ αυτά που λέγαμε πρωτύτερα: το οίκημα του δεσμωτηρίου είναι αυτός ο κόσμος, που αντικρίζουμε με την όρασή μας· το φως της φωτιάς που φωτίζει τη σπηλιά είναι η ενέργεια του ήλιου· κι αν παραβάλουμε την ανάβαση εκεί ψηλά  και τη θέαση των όσων βρίσκονται εκεί με την άνοδο της ψυχής στο νοητό τόπο, θα ᾿χεις εύστοχα κατανοήσει ποιες είναι οι προσδοκίες μου …

Τώρα δική μας υπόθεση είναι, είπα, των ιδρυτών της πολιτείας, τους χαρισματικούς πολίτες να τους οδηγήσουμε αναγκαστικά στο μάθημα, που προηγουμένως είπαμε ότι είναι το μέγιστο, και ν’ αντικρύσουν το αγαθόν και να επιχειρήσουν εκείνη την ανάβαση, κι όταν τέλος ανεβούν, να μη τους επιτρέπεται αυτό που τους επιτρέπεται τώρα.

ΓΛ. Τι ακριβώς;

ΣΩ. Το να μένουν συνεχώς εκεί πάνω και να μη θέλουν να κατέβουν και να γυρίσουν σ’ εκείνο το σπήλαιο των δεσμωτών και να μοιράζονται μ’ εκείνους τους μόχθους και τις τιμητικές διακρίσεις τους, είτε αυτές είναι κατώτερες είτε σημαντικότερες.

ΓΛ. Αν καταλαβαίνω καλά, είπε, θα τους αδικήσουμε και θα τους υποχρεώσουμε να ζουν χειρότερα, την ώρα που οι άνθρωποι θα μπορούσαν να ζουν καλύτερα.

ΣΩ. Φίλε μου ξέχασες και πάλι, ότι ο νόμος δε νοιάζεται γι’ αυτό, πως μια κατηγορία πολιτών θα απολαμβάνει εξαιρετική ευτυχία, αλλά κινεί τους μηχανισμούς ώστε το αγαθό αυτό να τ’ απολαύσει όλη η πόλη, οδηγώντας τους πολίτες με πειθώ και μ’ εξαναγκασμό σε σύμπνοια· υποχρεώνοντάς τους να μεταδίδουν ο ένας στον άλλο την ωφέλεια που ο καθένας τους θα είναι σε θέση να προσφέρει στα κοινά. Κι ο ίδιος νόμος επιδιώκει ν’ αναδείξει τέτοιους άνδρες στην πόλη, όχι για να τους δώσει το ελεύθερο να στραφεί ο καθένας τους όπου θέλει, αλλά για να τους αξιοποιεί στο έπακρο για να δεθεί η πόλη με δεσμούς φιλίας.

Πλάτων, Μύθοι (Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Ηλίας Σ. Σπυρόπουλος)

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΖΗΤΡΟΣ, 2003, σελ. 275-289)

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

Η ερμηνευτική των ονείρων του Φρόυντ


Η ερμηνευτική των ονείρων του Φρόυντ βασίζεται στην ίδια αρχή που υπογραμμίζει ολόκληρη την ψυχολογική του θεωρία: την έννοια ότι μπορούμε να έχουμε τάσεις και αισθήματα και επιθυμίες που αποτελούν κίνητρα για τις πράξεις μας και που ωστόσο δεν έχουμε την επίγνωσή τους. Αποκαλούμε αυτές τις τάσεις «ασυνείδητες» και με αυτό εννοεί ότι όχι μόνο δεν έχουμε επίγνωση γι’ αυτές, αλλά και ότι ένας πανίσχυρος «έλεγχος» μας προστατεύει από το να αποκτήσουμε την επίγνωσή τους. Για έναν οποιοδήποτε αριθμό αιτίων, που ο σπουδαιότερος απ’ αυτούς είναι ο φόβος μήπως χάσουμε την επιδοκιμασία γονιών και φίλων, απωθούμε τις επιθυμίες αυτές, που η επίγνωσή τους θα μας έκανε να νιώθουμε ένοχοι ή να φοβόμαστε τιμωρία. Ωστόσο το ν’ απωθούμε τις επιθυμίες αυτές από τη συνείδησή μας, δε σημαίνει ότι παύουν να υπάρχουν. Στην πραγματικότητα συνεχίζουν να υπάρχουν τόσο έντονα, που βρίσκουν έκφραση σε πολυάριθμες μορφές αλλά με τέτοιο τρόπο, που δεν αντιλαμβανόμαστε ότι έχουν τρυπώσει από την πίσω πόρτα. Το συνειδησιακό μας σύστημα πιστεύει ότι έχει ξεφορτωθεί τα τέτοια ανεπιθύμητα αισθήματα και επιθυμίες και τρομοκρατείται με την ιδέα ότι μπορεί να βρίσκονται μέσα μας. Έτσι όταν πραγματικά επανεμφανίζονται και δείχνουν την παρουσία τους, είναι παραμορφωμένα και μασκαρεμένα σε τέτοια έκταση, που η συνειδητή μας νόηση δεν είναι σε θέση να τα αναγνωρίσει. Με αυτόν τον τρόπο ο Φρόυντ εξηγεί τα νευρωσικά συμπτώματα.
[…]

Τα όνειρα είναι ένα άλλο μέρος της συμπεριφοράς που ο Φρόυντ εξηγούσε σαν έκφραση ασυνείδητων επιθυμιών. Θεωρούσε ότι όπως στο νευρωτικό σύμπτωμα ή στο λάθος, το όνειρο δίνει έμφαση στις ασυνείδητες επιθυμίες που δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να αντιληφθεί και έτσι δε φτάνουμε στην επίγνωση τους όταν έχουμε τον πλήρη έλεγχο της σκέψης μας. Οι απωθημένες αυτές ιδέες και τα αισθήματα ζωντανεύουν και βρίσκουν την έκφρασή τους στον ύπνο μας, και αυτό το αποκαλούμε όνειρο.

Από τη γενική αυτή αντίληψη σχετικά με τα όνειρα προκύπτει μια σειρά από ειδικές υποθέσεις:

Οι κινητήριες δυνάμεις στην ονειρική ζωή μας είναι οι παράλογες επιθυμίες μας. Στον ύπνο μας παίρνουν ζωή παρορμήσεις που την ύπαρξή τους δεν θέλουμε ή δεν τολμάμε να αναγνωρίσουμε όταν είμαστε ξύπνιοι. […] Ο Φρόυντ θεωρεί ότι όλοι μας έχουμε μέσα μας τέτοιες παράλογες επιθυμίες, που τις έχουμε απωθήσει χάρη στις επιταγές της κοινωνίας, αλλά από τις οποίες δεν μπορούμε να απαλλαγούμε οριστικά. Στη διάρκεια του ύπνου ο συνειδητός μας έλεγχος εξασθενεί και οι επιθυμίες μας παίρνουν ζωή και γίνονται ακουστές στα όνειρά μας. Ο Φρόυντ προχωράει ένα ακόμα βήμα. Συνδέει τη λειτουργία των ονείρων με τη λειτουργία του ύπνου. […] Αν νιώθουμε αυτές τις έντονες επιθυμίες στον ύπνο μας, θα μας διαταράξουν και ενδεχόμενα θα ξυπνήσουμε. Έτσι οι επιθυμίες αυτές θα εκδηλωθούν ενάντια στη βιολογική ανάγκη να παραμείνουμε κοιμισμένοι. Τι κάνουμε λοιπόν για να διατηρήσουμε τον ύπνο μας; φανταζόμαστε ότι οι επιθυμίες μας έχουν εκπληρωθεί, και έτσι έχουμε μείνει περισσότερο με το αίσθημα της ικανοποίησης παρά με το αίσθημα της διάψευσης που προκαλεί αναταραχές. Έτσι ο Φρόυντ φτάνει στην υπόθεση ότι η ουσία των ονείρων είναι η ψευδαίσθηση της εκπλήρωσης των παράλογων επιθυμιών. Αποστολή τους είναι διατήρηση του ύπνου. […] Ας υποθέσουμε ότι κάποιος έφαγε ένα πολύ αλμυρό φαγητό πριν κοιμηθεί και αισθάνεται έντονη δίψα τη νύχτα. Μπορεί να ονειρευτεί ότι ζητάει νερό, βρίσκει ένα πηγάδι και πίνει μεγάλη ποσότητα από το δροσιστικό και ευχάριστο νερό του. Αντί να ξυπνήσει από τον ύπνο του για να ικανοποιήσει τη δίψα του, δίνει στον εαυτό του μια απατηλή ικανοποίηση με τη φαντασία - πως πίνει νερό στον ύπνο του - και αυτό του επιτρέπει να κοιμάται. […]   

Μια δεύτερη υπόθεση που κάνει ο Φρόυντ σχετικά με τη φύση των ονείρων είναι ότι αυτές οι παράλογες επιθυμίες που εκφράζονται σα να έχουν εκπληρωθεί στο όνειρο, έχουν τις ρίζες τους στην παιδική μας ηλικία, ότι κάποτε ήταν ζωντανές όταν ήμασταν παιδιά, ότι συνέχισαν να υπάρχουν σε μια παράνομη ύπαρξη και προβάλουν τη ζωή στα όνειρά μας. Η υπόθεση αυτή βασίζεται στη γενική υπόθεση του Φρόυντ για το παράλογο του παιδιού. 
                                                           
[…]

Ως τώρα δείξαμε μια άποψη της θεωρίας των ονείρων του Φρόυντ. Τα όνειρα θεωρούνται η παρανοϊκή εκπλήρωση των επιθυμιών και ιδιαίτερα των σεξουαλικών επιθυμιών που δημιουργούνται στην πρώιμη παιδική ηλικία μας και δεν έχουν μετασχηματιστεί ολοκληρωτικά σε σχηματισμούς αντίδρασης ή μετουσιώσεις. Οι επιθυμίες αυτές εκφράζονται σα να έχουν εκπληρωθεί όταν ο συνειδητός μας έλεγχος εξασθενεί, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του ύπνου. Πάντως, αν επιτρέπαμε στους εαυτούς μας να νιώσουν την εκπλήρωση αυτών των παράλογων επιθυμιών στα όνειρά μας, τα όνειρα δε θα ήταν τόσο αινιγματικά και δε θα μας δημιουργούσαν τόση σύγχυση. Σπάνια ονειρευόμαστε ότι δολοφονούμε κάποιον, γινόμαστε αιμομίκτες ή κάποιου άλλου είδους εγκληματίες. Και ακόμα και στην περίπτωση που το κάνουμε αυτό, δε χαιρόμαστε για την εκπλήρωση αυτών των επιθυμιών στα όνειρά μας. Για να εξηγήσει το φαινόμενο αυτό, ο Φρόυντ υποθέτει ότι στην ένυπνη ζωή μας ο ηθικός έλεγχος που υπάρχει μέσα μας είναι και αυτός μισοκοιμισμένος. Έτσι επιτρέπει στις σκέψεις και στις φαντασίες να εισέλθει στην ένυπνη συνείδησή μας, ενώ διαφορετικά αυτό θα τους απαγορευόταν ολότελα. Αλλά ο έλεγχος είναι μόνο μισοκοιμισμένος. Και είναι αρκετά ξύπνιος ώστε να κάνει αδύνατο να εμφανιστούν καθαρά και αλάθητα οι απαγορευμένες σκέψεις. Αν η αποστολή του ονείρου είναι να διατηρήσει τον ύπνο μας, οι ανάλογες επιθυμίες που εμφανίζονται στο όνειρο πρέπει να είναι καμουφλαρισμένες σε σημαντικό βαθμό για να εξαπατήσουν τον έλεγχο. Όπως τα νευρωτικά συμπτώματα είναι ένας συμβιβασμός ανάμεσα στις απωθητικές δυνάμεις του εκείνου και την απωθητική δύναμη του υπερεγώ που ασκεί τον έλεγχο. Μερικές φορές συμβαίνει, ο μηχανισμός αυτός αναμόρφωσης να μην λειτουργεί κανονικά, και το όνειρο μας γίνεται πάρα πολύ καθαρό ώστε να μην μπορεί να το παραβλέψει ο έλεγχος – και έτσι ξυπνάμε. Κατά συνέπεια η υπόθεση του Φρόυντ είναι ότι το κύριο χαρακτηριστικό της ονειρικής γλώσσας είναι η διαδικασία μεταμφίεσης και παραμόρφωσης των παράλογων επιθυμιών που μας επιτρέπει να κοιμηθούμε αδιατάραχτα.

Η ιδέα αυτή άσκησε μια σημαντική επίδραση στην έννοια του Φρόυντ για το συμβολισμό. Πιστεύει ότι κύρια λειτουργία του συμβόλου είναι να μεταμφιέζει και να παραμορφώνει την επιθυμία που υπάρχει στον τομέα αυτό. Η συμβολική γλώσσα νοείται σα «μυστικός κώδικας». Και η ερμηνεία των ονείρων σαν την εργασία αποκρυπτογράφησης του.


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΠΟΥΚΟΥΜΑΝΗ, 1975, σελ. 56-62, 74-75)