Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Νικολό Μακιαβέλι: Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα

Αν θεωρήσουμε ότι ο Θωμάς ο Ακινάτης αποτελεί τον κλασικό εκπρόσωπο του καθολικισμού και τον τελευταίο υπερασπιστή της ενότητας εγκόσμιας θεϊκής εξουσίας στην πιο καθαρή και ακραία μορφή της, καθώς επίσης και τον υπερασπιστή της φεουδαρχικής τάξης πραγμάτων, παρουσιάζοντας πολύ σύντομα τις θεμελιακές του αντιλήψεις περί κράτους, θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα την τομή που αποτέλεσε η σκέψη του Ν. Μακιαβέλι στην πολιτική θεωρία και πιο ειδικά στη θεωρία του κράτους.

Ο Ακινάτης λοιπόν από τη μια ακολουθώντας τον Αριστοτέλη υποστήριζε ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον από την άλλη θεωρούσε ότι «ο θεός καθορίζει την πορεία του κόσμου και του κάθε ξεχωριστού ανθρώπου». […]

Βεβαίως μέχρι τον Μακιαβέλι αν και δεν αμφισβητήθηκε η παρέμβαση του θεού στα εγκόσμια υπήρξαν στοχαστές ιδιαίτερα οι νομιναλιστές που προσπάθησαν να διαχωρίσουν την κοσμική από τη θεϊκή εξουσία ή τουλάχιστον ν ’ αφήσουν ένα πεδίο ελεύθερης άσκησης της εγκόσμιας εξουσίας τουλάχιστον όσον αφορά στις πτυχές εκείνες της δημόσιας ζωής τις οποίες η θεϊκή δύναμη δεν πρόβλεψε και δε ρύθμισε. Ένας τέτοιος διαχωρισμός σήμαινε ταυτόχρονα κι ένα πρώτο διαχωρισμό της χριστιανικής ηθικής από την πολιτική.

Όμως κατά την άποψη μας ο Μακιαβέλι είναι αυτός που έσπασε με τον πιο ριζοσπαστικό τρόπο την ενότητα της θεϊκής με την εγκόσμια εξουσία, αυτός που πρώτος μαζί με τον Καμπανέλλα «άρχισε να βλέπει το κράτος με ανθρώπινο μάτι και να συναγάγει τους φυσικούς νόμους του με τη λογική και την εμπειρία και όχι με τη θεολογία».

Ο Μακιαβέλι δεν απαιτεί από τον Ηγεμόνα του να είναι ευσεβής για να κατακτήσει την αιώνια ζωή. Κάτι τέτοιο αφορά στη θεολογία και όχι στην πολιτική.

Ο Μακιαβέλι σπάει με την παράδοση που θέλει ν’ αξιολογεί αυτό που υπάρχει από την οπτική γωνία αυτού που θα έπρεπε ιδεατά να υπάρχει. Έτσι στον Μακιαβέλι η μέριμνα για το Καλό που κυριαρχούσε μέχρι τότε στην πολιτική σκέψη έρχεται ν’ αντικατασταθεί από τη μέριμνα της καθ’ αυτό πολιτικής αποτελεσματικότητας. Απορρίπτοντας τις ιδεαλιστικές ουτοπίες μιας ηθικής πολιτικής ακόρεστης από τη χριστιανική αρετή και το καλό, δεν αντιμετωπίζει την πολιτική παρά κάτω από το πρίσμα της αποτελεσματικότητας. […]

Η τομή λοιπόν του Μακιαβέλι ως προς τη σχέση πολιτικής και ηθικής δε συνίσταται στο διαχωρισμό τους αλλά στο διαχωρισμό της πολιτικής από την επικρατούσα μέχρι τότε ταύτιση της ηθικής με τη χριστιανική ηθική, με την ηθική στήριξης της φεουδαρχίας και την αντικατάσταση αυτής της τελευταίας από την ηθική της αποτελεσματικότητας ιδωμένης από τη σκοπιά των συμφερόντων της πρώιμης αστικής τάξης των ιταλικών πόλεων. […]

Την εποχή του Μακιαβέλι η Ιταλία ήταν χωρισμένη στο βασίλειο της Νάπολης, το δουκάτο του Μιλάνου, την αριστοκρατική δημοκρατία της Βενετίας, τη δημοκρατία της Φλωρεντίας και το παπικό κράτος.

Ο πάπας από τη μια ήταν ανίσχυρος να ενώσει την Ιταλία από την άλλη ήταν αρκετά ισχυρός για να εμποδίσει τους άλλους να το κάνουν. Όσον αφορά γενικότερα στη χριστιανοσύνη ο Μακιαβέλι πίστευε ότι οι χριστιανικές αρετές δημιουργούν δουλοπρεπείς χαρακτήρες σε αντίθεση με τις θρησκείες της αρχαιότητας που ευνοούσαν το μεγαλείο της ψυχής, τη σωματική ρώμη και όλα τα χαρακτηριστικά που κάνουν τους ανθρώπους τολμηρούς.

Παρ’ όλ’ αυτά δεν πρέπει να συγχέουμε αυτό το αντιχριστιανικό αίσθημα του Μακιαβέλι με μια απόρριψη από μέρους του, του ρόλου της θρησκείας. Αντίθετα μάλιστα αυτός θεωρούσε ότι «δε θα πρέπει ποτέ να καταπολεμάται η θρησκεία κι ότι φαίνεται να έχει σχέση με το Θεό, διότι αυτά τα πράγματα έχουν μεγάλη ισχύ στο μυαλό των ηλιθίων».

Όμως δίχως καμιά αμφιβολία το μεγάλο όραμα του Μακιαβέλι ήταν να ξεπεράσει η Ιταλία τον κατακερματισμό της και να διαμορφωθεί ένα ενιαίο και ισχυρό ιταλικό κράτος. Το έργο του και πιο ειδικά ο «Ηγεμόνας» απευθύνεται συνεπώς στους πολιτικούς ηγεμόνες της εποχής του που θα μπορούσαν να υλοποιήσουν αυτό του το όραμα. […]

Στις ιταλικές πόλεις-κράτη πρωτοεμφανίστηκαν και για ένα διάστημα κυριάρχησαν οι κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής πριν παλινορθωθεί η φεουδαρχία.

Ο Μακιαβέλι έγραφε το έργο του ακριβώς αυτήν την περίοδο της κατάρρευσης των πρώιμων αστικών σχέσεων, της ήττας των δημοκρατικών κινημάτων των ιταλικών πόλεων, της επικράτησης σ’ αυτές πριν την οριστική κατάρρευση τους των signorie, δηλαδή των ηγεμονικών δικτατορικών, νεόπλουτων εξουσιών στις οποίες κυριαρχούσαν μισθοφόροι, τυχοδιώχτες, τραπεζίτες ή έμποροι.

Ο θεωρούμενος ως κολοφώνας μιας σύγχρονης real-politic υπήρξε στην πραγματικότητα ο θεωρητικός εκφραστής της αδυναμίας των διαφόρων signorie να μετατραπούν σε μια εθνικού μεγέθους signoria που θ’ αγκάλιαζε αν όχι όλη την Ιταλία τουλάχιστον το κέντρο της. […]

Στο κοινωνικό επίπεδο δεν ήταν εκφραστής ούτε των συμφερόντων του λαού ούτε του παπισμού ούτε της αριστοκρατίας αλλά των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων του εμπορικού και βιοτεχνικού κόσμου των ιταλικών πόλεων και των τυχοδιωκτών ηγεμόνων τους.

Ο Μακιαβέλι θεωρούσε ότι τα συμφέροντα της αριστοκρατίας έρχονταν σε αντίθεση μ’ εκείνα της μοναρχίας και των μεσαίων τάξεων και ότι οι κυβερνήσεις έπρεπε να τα παραμερίζουν ή να τα καταπνίγουν. Αν λοιπόν αυτοί ήταν οι στόχοι και οι προοπτικές του Μακιαβέλι ας εξετάσουμε τώρα με ποιους τρόπους μας προτείνει την υλοποίησή τους.

Όπως πολύ εύστοχα έχει επισημανθεί όταν ο Μακιαβέλι απολύθηκε και εξορίστηκε «όλα χάθηκαν αλλά και όλα κερδίθηκαν. Ο Μακιαβέλι έχασε τη θέση του και εμείς κερδίσαμε τον Μακιαβέλι». Κι αυτό επειδή κατά την περίοδο ακριβώς της εξορίας του ο Μακιαβέλι έγραψε το έργο του.

Αυτό αποτελείται από τις «Διατριβές για την πρώτη Δεκαετία του Τίτου Λίβιου», την «Ιστορία της Φλωρεντίας», την «Πραγματεία της τέχνης του πολέμου», τον «Ηγεμόνα», καθώς επίσης μια κωμωδία και μια ρομαντική ιστορία.

Ο Μακιαβέλι ξεκινάει από την αντίληψη ότι η φύση του ανθρώπου παραμένει πάντοτε η ίδια κι οι αμετάβλητες ορμές και τα πάθη του ατόμου αποτελούν γι’ αυτόν το θεμελιακό ερμηνευτικό του υλικό.

Κι αυτή του η αντίληψη δε μεταβάλλεται όταν αποδέχεται ότι, όταν μεταβάλλονται οι συνθήκες, όταν η τάξη των πραγμάτων είναι διαφορετική, θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα και η συμπεριφορά των ανθρώπων ή και η μορφή του πολιτεύματος, διότι και τότε πρόκειται για τις ίδιες ορμές και πάθη που απλώς θα πρέπει να εκφράζονται με διαφορετική μορφή και τρόπο. […]

Και ναι μεν η απόσπαση της πολιτικής από μια αφηρημένη και ετεροκαθοριζόμενη χριστιανική ηθική μπορεί να θεωρηθεί ως θετικό βήμα προς την επιστημονική προσέγγιση της πολιτικής, όμως ο Μακιαβέλι καταλήγει σε μια «θεωρητική μελέτη της πολιτικής απαλλαγμένη από την ηθική» με την έννοια της έως τότε κρατούσας ηθικής και στο «αξίωμα της αυτοτελούς ερμηνείας της πολιτικής». […]

Το κράτος -έστω το ενιαίο εθνικό κράτος- μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, η υπηρέτησή του δίνει νόημα και προσφέρει την ευτυχία στην ανθρώπινη ζωή. Οι σκοποί του κράτους και συνεπώς του Ηγεμόνα του αγιάζουν όλα τα μέσα. Η ηθική του κράτους-αυτοσκοπού έρχεται ν’ αντικαταστήσει τη χριστιανική ηθική. Έτσι για παράδειγμα ενώ ο Μακιαβέλι θεωρεί ότι οι παιδαγωγικές λειτουργίες δεν πρέπει ν’ ασκούνται από την εκκλησία αλλά από το κράτος, αποδεχόμενος τη χριστιανική αντίληψη περί κακής ανθρώπινης φύσης -αντίληψη η οποία ξεκινάει από το μύθο του προπατορικού αμαρτήματος- καταλήγει στην αναγκαιότητα βίαιης χαλιναγώγησης της εγωιστικής ανθρώπινης φύσης από το κράτος.

Ενώ σ’ ένα γενικότερο επίπεδο ο Μακιαβέλι ξεκινάει από τη διαπίστωση ότι τα θεμέλια της κυβέρνησης είναι «οι καλοί νόμοι» και τα «καλά όπλα», επειδή θεωρεί ότι η δύναμη και ο εξαναγκασμός δημιουργούν τη νομιμότητα και όχι αντίστροφα, εξετάζει μόνον τον εξαναγκασμό. Εισάγει έτσι ως ένα από τα θεμελιακά συστατικά της κρατικής υπόστασης το στοιχείο του εξαναγκασμού και της βίας την οποία αυτός συνεπάγεται.

«Τα κύρια θεμέλια κάθε κράτους -νέου, παλιού ή μεικτού- είναι οι καλοί νόμοι και τα καλά όπλα. Αφού, όμως, δεν μπορούν να υπάρχουν καλοί νόμοι χωρίς καλά όπλα και όπου υπάρχουν καλά όπλα, εκεί πρέπει να υπάρχουν καλοί νόμοι, δε θα εξετάσω τους νόμους αλλά θα μιλήσω μόνον για όπλα».

Η πολιτική ζωή και η κρατική λειτουργία κινούνται ανάμεσα στους δυο πόλους έτσι όπως αυτοί αναδείχνονται μέσα από το μύθο του Αχιλλέα όπου ο Κένταυρος Χείρωνας εμφανίζεται ως μισός άνθρωπος και μισό άλογο. Και ναι μεν ο Μακιαβέλι τοποθετεί τη λειτουργία του Πρίγκιπα ανάμεσα στον άνθρωπο και το άγριο ζώο, ανάμεσα στη δύναμη και την πειθώ, την ηγεμονία και την κυριαρχία, τη βία και τον πολιτισμό, όταν όμως έρχεται η στιγμή να συγκεκριμενοποιήσει αυτόν το διττό χαρακτήρα στο πρόσωπο του Ηγεμόνα του, επιλέγει την αλεπού και το λιοντάρι, ολισθαίνει δηλαδή από το δίδυμο μισός άνθρωπος-μισό ζώο, στο δίδυμο μισό λιοντάρι-μισή αλεπού.

«Ο ηγεμόνας θα πρέπει να επιδιώκει να είναι ταυτόχρονα αλεπού και λιοντάρι, διότι αν είναι μόνο λιοντάρι δε θα μπορεί ν ’ αντιλαμβάνεται τις παγίδες, ενώ αν είναι μόνον αλεπού δε θα μπορεί να υπερασπίζει τον εαυτό του ενάντια στους λύκους. Συνεπώς έχει εξ ίσου ανάγκη να είναι αλεπού για ν ’ αναγνωρίζει τις παγίδες και λιοντάρι για να τρομάζει τους λύκους».

Ο Μακιαβέλι επιλέγει λοιπόν την πονηριά σε συνδυασμό με τη δύναμη, ως θεμελιακά στοιχεία του ιδανικού Ηγεμόνα του. Κι ενώ θεωρεί αρχικά ότι η δημοκρατία είναι η καλύτερη μορφή διακυβέρνησης στο βαθμό που είναι αναπτυγμένες στο λαό οι αρετές του πολίτη έχοντας υπόψη του το κλίμα διαφθοράς της εποχής γρήγορα στρέφεται υπέρ ενός ισχυρού, αυταρχικού κράτους, όπου για την επίτευξη των σκοπών του Ηγεμόνα όλα τα μέσα είναι επιτρεπτά δίχως κανένα ηθικό φραγμό, φτάνει αυτός ο ηγεμόνας να στοχεύει στην ανάπτυξη και την ισχύ του κράτους. […]

Στην κάθε περίπτωση το συναισθηματικό του δέσιμο με τις δημοκρατίες των ιταλικών πόλεων δεν τον εμπόδιζε ν ’ αντιμετωπίζει και τη δημοκρατία ως μια μορφή διακυβέρνησης όπου οι πραγματικοί άρχοντες θα ήταν ένας μικρός κύκλος ανθρώπων κι όπου οι παραδοσιακές ελευθερίες θα μπορούσαν να καταργηθούν, φθάνει να μη θίγεται η ιδιοκτησία και η οικογένεια των υπηκόων της. «Ένας ηγεμόνας μπορεί πάντοτε να εμπνέει φόβο και ν’ αποφεύγει το μίσος, αν δεν αγγίζει την ιδιοκτησία των υπηκόων και πολιτών και τις γυναίκες τους».

Στα πλαίσια αυτής της λογικής ενός κράτους-αυτοσκοπού ο λαός είτε πρέπει να προσεταιριστεί με την πονηριά της αλεπούς είτε πρέπει να συντρίβει με τη δύναμη του λιονταριού. Το πέρασμα από τη δημοκρατία στην απεριόριστη εξουσία ενός ηγεμόνα είναι στο έργο του Μακιαβέλι εντελώς ξεκάθαρο και το σηματοδοτεί συνολικά. Ακόμη παραπέρα ο Μακιαβέλι υποστηρίζει ότι κάθε μέσον -απάτη, βία, δολοφονίες, προδοσίες- είναι επιτρεπτό, φτάνει να ισχυροποιηθεί το κράτος.

Για τον Μακιαβέλι ένα λάθος του ηγεμόνα, λάθος που ως έννοια ανήκει στην κατηγορία της τεχνικής της άσκησης της εξουσίας, είναι πολύ πιο σοβαρό και όχι επιτρεπτό απ’ ό,τι ένα έγκλημα -έννοια ηθική- το οποίο όμως δε θα πρέπει να διστάζει να διαπράττει ο Ηγεμόνας φτάνει να ικανοποιεί τους σκοπούς του. Έτσι δεν είναι τυχαίος και ο θαυμασμός του Μακιαβέλι για τον Καίσαρα Βοργία στον οποίον «δεν έχει τίποτα αρνητικό να προσάψει» παρά το ότι δολοφόνησε το μεγαλύτερο αδελφό του, το σύζυγο της αδελφής του Λουκρητίας, πρόδωσε και δολοφόνησε διάφορους συνεργάτες του, ενώ όταν πέθανε ο πατέρας του πάπας Αλέξανδρος Ζ ', Ροδρίγος Βοργίας κατέρρευσε.

Για τον Ηγεμόνα «είναι καλό όταν τον κατηγορεί η πράξη και τον συγχωρεί το αποτέλεσμα». […]

Αν λάβουμε υπόψη μας ότι ο «Ηγεμόνας» με τις «Διατριβές» γράφτηκαν την ίδια περίοδο, τότε γίνεται ακόμα πιο σαφές ότι για τον Μακιαβέλι ο Ηγεμόνας θα πρέπει να στοχεύει στο κοινό συμφέρον, να διασφαλίζει όπως λέει τα συμφέροντα της «Δημοκρατίας» κι όταν συναντά εμπόδια σ’ αυτό του το στόχο να χρησιμοποιεί όλα τα μέσα. Συνεπώς η «ηθική» του Ηγεμόνα είναι η διασφάλιση του γενικού καλού και στ’ όνομα αυτού του καλού μπορεί αυτός να παίρνει όποια μέτρα κρίνει αναγκαία. Μ’ άλλα λόγια ο Ηγεμόνας του Μακιαβέλι δεν είναι ένας τύραννος που έχει σαν στόχο τη με κάθε μέσο διατήρηση της εξουσίας του αλλά ένας απόλυτος μονάρχης που με κάθε μέσον προσπαθεί να διασφαλίσει τα κοινά συμφέροντα. […]

Στο κλασικό ερώτημα: Αν είναι καλύτερο να σε αγαπούν ή να σε φοβούνται που απασχολεί τον ηγεμόνα η απάντηση του Μακιαβέλι είναι χωρίς περιστροφές. «Το καλύτερο θα ήταν ο Ηγεμόνας να είναι ταυτόχρονα αγαπητός και να προκαλεί φόβο. Επειδή όμως κάτι τέτοιο είναι δύσκολο είναι πιο σίγουρο ο ηγεμόνας να προκαλεί φόβο». Ταυτόχρονα «οι ηγεμόνες που πέτυχαν κάτι το αξιόλογο ήταν εκείνοι που παρέβησαν την πίστη τους και επιβλήθηκαν στους ανθρώπους με την πονηριά».

Αυτή ακριβώς η πανουργία, η δολιότητα του Πρίγκιπα καταγράφτηκε συχνά ως η πεμπτουσία της σκέψης του Μακιαβέλι και ταυτίστηκε με τον μακιαβελισμό. Βεβαίως θα ήταν λάθος να περιορίζαμε τη συμβολή του έργου του Μακιαβέλι σ’ αυτήν και μόνο την πτυχή. Είναι αλήθεια ότι ο συνδυασμός της δολιότητας με τη δύναμη είναι αυτά που συγκράτησαν από τον Μακιαβέλι διάφοροι αυταρχικοί ηγέτες όπως ο Ναπολέων Γ' οποίος κατά τον Βίκτωρα Ουγκό όταν βρισκόταν στη φυλακή του Χαμ «δε διάβαζε παρά μόνο ένα βιβλίο: τον Ηγεμόνα». Ή ο Μουσολίνι που δήλωνε ότι «η θεωρία του Μακιαβέλι είναι πιο ζωντανή σήμερα απ’ ό,τι εδώ και τέσσερις αιώνες». […]

[…] ο Μακιαβέλι κατορθώνει να εντοπίσει το συστατικό δίπολο κάθε σύγχρονου κράτους: τη βία και τη δολιότητα. Έτσι η συνεισφορά του δεν περιορίζεται στο: «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», αλλά συνίσταται κυρίως στο διαχωρισμό της πολιτικής από τη μέχρι τότε ηθική, στο συνδυασμό δολιότητας και βίας ως στοιχείων του κράτους, στην ανάδειξη του καταναγκασμού ως του κυρίαρχου στοιχείου της κρατικής εξουσίας.

Ακόμη δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Μακιαβέλι είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο κράτος αποδίδοντας του το σύγχρονό του περιεχόμενο παρ’ όλο που το θεσμό του κράτους δεν τον έβλεπε ακόμα ως αυτονομημένο από το πρόσωπο του Ηγεμόνα. […]


(Εκδόσεις Γκοβόστη, 1994, σελ. 29-40)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου