Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Το πρόβλημα της αμερικανοποίησης του πλανήτη

Επισημάναμε ότι η πιο μισητή κι επικίνδυνη όψη της σημερινής ιστορικής κατάστασης είναι η πρωτοφανής δυσαναλογία της στρατιωτικής και πολιτισμικής δύναμης των ΗΠΑ σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα κράτη του πλανήτη. Η δυσαναλογία όμως αυτή δεν ισχύει στο καθαρά οικονομικό πεδίο και για το λόγο αυτό βρισκόμαστε μπροστά σε μια εν μέρει κυκλική φάση επανόδου, στην οποία παρατηρείται ένας πραγματικός ιμπεριαλιστικός πολυκεντρισμός. […]

Εν τούτοις είναι εξίσου λανθασμένο να χαρακτηρίσουμε τις ΗΠΑ ως τον κύριο εχθρό, όπως κάνει (όχι εντελώς αδικαιολόγητα) ένα μέρος της κουλτούρας της λεγόμενης ευρωπαϊκής «νέας δεξιάς» — Ο κύριος εχθρός είναι ακριβώς ο τίτλος ενός βιβλίου του Alain de Benoist, ενός από τους οξυδερκέστερους διανοούμενους του χώρου αυτού. Σε μια ιστορική προοπτική δημοκρατίας, αλληλεγγύης και ελευθερίας όμως, δεν μπορεί ποτέ να υπάρχει ένας μεταφυσικός κύριος εχθρός, ιδιαίτερα όταν αυτός ταυτίζεται με μια εθνική κουλτούρα. Βεβαίως, στην τρέχουσα ιστορική συγκυρία είναι εντελώς κατανοητό και θεμιτό οι Άραβες και οι Λατινοαμερικάνοι να θεωρούν το βορειοαμερικανικό ιμπεριαλιστικό κράτος ως τον κύριο πολιτικό και στρατιωτικό εχθρό τους. Κι έτσι είναι πράγματι. Όμως, σε μια παγκόσμια πολιτισμική προοπτική, δεν ωφελεί να υποδείξουμε έναν υποτιθέμενο «κύριο εχθρό», διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο ανοίγεται ο δρόμος σ’ ένα είδος πολιτισμικής παράνοιας, εξαιρετικά παρεκκλίνουσας.

Το βορειοαμερικανικό έθνος παρουσιάζει ιδιαιτερότητες εντελώς ξεχωριστές. Έθνος μεταναστών χωρίς καμία παράδοση γιακωβινισμού, άρα πρόθυμο να αναγνωρίζει την πολιτισμική αυτονομία των διάφορων εθνοτήτων που το απαρτίζουν, συγκροτήθηκε εν τούτοις πάνω σ’ ένα αγγλοσαξονικό πουριτανικό αρχικό καλούπι, απ’ όπου κληρονόμησε την ενοχλητική ψευδαίσθηση ότι κατέχει τα πρωτεία της ηθικής στον κόσμο και κατά συνέπεια είναι φορέας ενός «ξεχωριστού πεπρωμένου». Όποιος γνωρίζει την ιστορία ξέρει καλά ότι αυτή η ενοχλητική ψευδαίσθηση ανωτερότητας έχει τις ρίζες της σε μια συγκεκριμένη αγγλική πουριτανική ιδεολογία του 17ου αιώνα, που όμως στερείται κάθε εγκυρότητας, δεδομένου ότι η γένεση μιας ιδέας αποκτά εγκυρότητα μόνο και εφόσον είναι λογικά και οντολογικά καθολικεύσιμη, κάτι που εδώ ασφαλώς δεν ισχύει. Η ενοχλητική αξίωση του ξεχωριστού πεπρωμένου ενσαρκώθηκε το 19ο αιώνα σ’ ένα υποτιθέμενο δικαίωμα καθυπόταξης των Ινδιάνων της Αμερικής και προσάρτησης των επί δύο αιώνες μεξικανικών και ισπανόφωνων εδαφών, ενώ στον 20ό αιώνα σ’ έναν καθαρά ιμπεριαλιστικό ρόλο μεταμφιεσμένο σε θρησκευτική και πολιτική ηθικότητα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, παράλληλα με αυτά τα επικίνδυνα στοιχεία, το αμερικανικό έθνος έχει παραγάγει και πολλά θετικά, κυρίως σε επιστημονικό, λογοτεχνικό, μουσικό, πολιτιστικό επίπεδο, στοιχεία που δεν πρέπει ν’ απορρίπτονται μέσα από μια γενικευμένη και a priori αντιαμερικανική ιδεολογία, την οποία απευχόμαστε έντονα.

Άρα, μακριά από εμάς κάθε είδους a priori πολιτιστικός και πολιτισμικός αντιαμερικανισμός. Παράλληλα όμως είναι απαραίτητη η πιο σθεναρή αντίσταση απέναντι στην απρεπή αξίωση της παγκόσμιας αμερικανικής κουλτούρας ν’ αποτελεί το μοντέλο αναφοράς σε μια επικείμενη και παγκοσμίως ενοποιημένη κουλτούρα, αξίωση που καταντά χυδαία όταν στηρίζεται σε μια επιχειρηματολογία περί «ξεχωριστού» πεπρωμένου εκ θεού εκπορευόμενου. Συχνά αυτή η αντίσταση δεν είναι εύκολη, καθώς ο αμερικανισμός δεν φανερώνεται άμεσα και καθαρά, αντιθέτως παίρνει τη μορφή της ανιδιοτελούς προάσπισης των «ανθρώπινων δικαιωμάτων» οπουδήποτε αυτά παραβιάζονται. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο υπεισέρχεται το εθνικό ζήτημα, διότι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός αποκτά το κυρίαρχο δικαίωμα ν’ αποφασίζει ποια έθνη δικαιούνται να υπάρχουν και ποια όχι με βάση την εκλογική επιρροή των διάφορων lobbies. […]

Ας ανοίξουμε εδώ μια παρένθεση στο ζήτημα της αγγλικής γλώσσας, ως μοναδικής σύγχρονης παγκόσμιας γλώσσας, και στη σχέση ανάμεσα στον ιδεολογικό και πολιτισμικό αμερικανισμό και την αγγλοφωνία. Η επικράτηση της αγγλικής ως προνομιακής γλώσσας παγκόσμιας επικοινωνίας, δεν είναι κατά τη γνώμη μου αντιστρέψιμη σ’ αυτήν την ιστορική στιγμή, και κάθε απόπειρα αντίστασης δεν είναι μόνο καταδικασμένη σε αποτυχία αλλά και ουσιαστικά λανθασμένη και επιζήμια. Είναι αλήθεια ότι, θεωρητικά, ως γλώσσες διεθνούς επικοινωνίας θα ήταν προτιμότερα τα λατινικά ή η εσπεράντο, καθώς δεν δίνουν κανένα πλεονέκτημα σε όσους έχουν τα αγγλικά ως μητρική ή ως πρώτη γλώσσα εκμάθησης (όπως συμβαίνει σε εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους χώρες, όπως στις Φιλιππίνες, στην Ινδία ή στη Σουηδία). Αυτό όμως παραμένει μια φρούδα επιθυμία. Τα αγγλικά ως γλώσσα διεθνούς επικοινωνίας έχουν πλέον οριστικά υπερισχύσει έναντι των γαλλικών, των γερμανικών ή των ρωσικών. Πρέπει λοιπόν να κάνουμε μια προσεκτική διάκριση ανάμεσα στη γλωσσική εκμάθηση των αγγλικών ως διεθνούς εργαλείου και την άθλια και υποταγμένη μόδα της αγγλοφωνικής μονογλωσσίας σαν να επρόκειτο για το «γλωσσικό πεπρωμένο» μιας αμερικανοποιημένης ανθρωπότητας[…] 

Το βορειοαμερικανικό έθνος οφείλει λοιπόν να το σέβεται κανείς σαν ένα οποιοδήποτε έθνος ανάμεσα στα άλλα, που δεν διαθέτει κάποια θεϊκή αποστολή ή κάποιο ξεχωριστό πεπρωμένο. Άλλα μεγάλη έθνη αγγλοσαξονικής καταγωγής, όπως ο Καναδάς και η Αυστραλία, ακολουθούν τον «κανονικό» δρόμο και αντιμετωπίζουν με πραγματική προθυμία και με ορθό τρόπο τα λεπτά ζητήματα της αναγνώρισης των ντόπιων εθνοτήτων τους — αν δεν απατώμαι, τα προβλήματα των Εσκιμώων και των Ινδιάνων στον Καναδά ή των ιθαγενών στην Αυστραλία επιλύονται με σωστό και δημοκρατικό τρόπο. Και πάλι, η σωστή αναγνώριση των «εσωτερικών» εθνικών ζητημάτων συνιστά προϋπόθεση για ν’ αποποιηθούμε τη μεγαλομανή αξίωση να είμαστε «ιδιαίτερο» έθνος, πιο «ίσο» από τα άλλα, σύμφωνα με τον Όργουελ.

COSTANZO PREVE, ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΑΧΥ, ΑΘΗΝΑ 2001, σελ. 41-45)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου