Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Οι νόμοι της αγοράς του Adam Smith

Οι νόμοι της αγοράς του Adam Smith είναι βασικά απλοί. Μας λένε ότι ένας συγκεκριμένος τρόπος συμπεριφοράς σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο θα επιφέρει απολύτως συγκεκριμένα και προβλεπτά αποτελέσματα. Ειδικότερα, μας δείχνουν πώς το κίνητρο του προσωπικού συμφέροντος μέσα σ' ένα περιβάλλον ατόμων υποκινούμενων από παρόμοια συμφέροντα θα καταλήξει στον ανταγωνισμό. Και επιπλέον, δείχνουν πώς ο ανταγωνισμός θα έχει σαν αποτέλεσμα την παραγωγή εκείνων ακριβώς των αγαθών που επιθυμεί η κοινωνία, και σε τιμές που η κοινωνία είναι διατεθειμένη να πληρώσει. Ας δούμε πως συμβαίνει αυτό.

Κατά πρώτο λόγο, αυτό συμβαίνει διότι το προσωπικό συμφέρον δρα ως κινητήρια δύναμη για να κατευθύνει τους ανθρώπους προς εκείνες τις εργασίες για τις οποίες είναι διατεθειμένη να πληρώσει η κοινωνία. «Δεν περιμένουμε το φαγητό μας να προέλθει από την καλοσύνη του χασάπη, του ζυθοποιού, ή του φούρναρη», λέει ο Smith, «αλλά από μέριμνα για το προσωπικό τους συμφέρον. Απευθυνόμαστε όχι στην ανθρωπιά τους αλλά στη φιλαυτία τους, και ποτέ δεν τους μιλάμε για τις δικές μας ανάγκες, αλλά για τα δικά τους οφέλη».

Όμως το προσωπικό συμφέρον είναι η μισή εικόνα. Αυτό ωθεί τους ανθρώπους σε δράση. Κάτι άλλο ασφαλώς υπάρχει που αποτρέπει τα άπληστα άτομα από το να εκβιάζουν την κοινωνία απαιτώντας υπέρογκα λύτρα: μια κοινωνία που δραστηριοποιείται μόνο από το προσωπικό συμφέρον θα ήταν μια κοινωνία ανηλεών κερδοσκόπων. Ο ρυθμιστής, λοιπόν, είναι ο ανταγωνισμός, η σύγκρουση μεταξύ ιδιοτελών παραγόντων στο πεδίο της αγοράς. Γιατί καθένας που προσπαθεί να επιτύχει το καλύτερο για τον εαυτό του χωρίς να σκέφτεται τις κοινωνικές συνέπειες, αντιμετωπίζει μια ομάδα ατόμων με αντίστοιχα κίνητρα που μοιράζονται ακριβώς την ίδια επιδίωξη. Γι' αυτό, ο καθένας είναι προθυμότατος να επωφεληθεί από την απληστία του γείτονά του. Ο άνθρωπος που επιτρέπει στο προσωπικό του συμφέρον να υπερβεί τα όρια θα ανακαλύψει ότι οι ανταγωνιστές του καραδοκούν να του κλέψουν τη δουλειά. Αν πουλά ακριβά τα προϊόντα του ή αν αρνείται να πληρώσει όσο και οι άλλοι τους εργάτες του, θα βρεθεί χωρίς αγοραστές στη μια περίπτωση και χωρίς εργάτες στην άλλη. Έτσι, όπως και στη Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων, τα εγωιστικά κίνητρα των ανθρώπων μεταλλάσσονται λόγω αλληλεπίδρασης και οδηγούν στο πιο απρόσμενο αποτέλεσμα: την κοινωνική αρμονία. […]

Αλλά οι νόμοι της αγοράς δεν περιορίζονται μόνο στην επιβολή ανταγωνιστικών τιμών για τα προϊόντα. Έχουν επίσης σαν αποτέλεσμα να συμμορφώνονται οι παραγωγοί με τις απαιτήσεις της κοινωνίας ως προς τις ποσότητες των αγαθών που επιθυμεί. Ας υποθέσουμε ότι οι καταναλωτές αποφασίζουν ότι θέλουν περισσότερα γάντια απ' όσα παράγονται και λιγότερα παπούτσια. Το κοινό λοιπόν θα σκοτώνεται για το απόθεμα των γαντιών ενώ η βιομηχανία παπουτσιών θα βαρά μύγες. Το αποτέλεσμα θα είναι ότι οι τιμές των γαντιών θα τείνουν να ανέβουν καθώς οι καταναλωτές θα προσπαθούν να αγοράσουν περισσότερα απ' όσα υπάρχουν διαθέσιμα, ενώ οι τιμές των παπουτσιών θα σημειώσουν πτωτική τάση εφόσον οι καταναλωτές θα προσπερνούν τα υποδηματοπωλεία. Αλλά όσο ανεβαίνουν οι τιμές των γαντιών, θα ανεβαίνουν και τα κέρδη της βιομηχανίας γαντιών. Και καθώς θα πέφτουν οι τιμές των παπουτσιών, θα μειώνονται και τα κέρδη στη βιομηχανία παπουτσιών. Και πάλι το προσωπικό συμφέρον θα επέμβει για να αποκαταστήσει την ισορροπία. Εργάτες θα απολυθούν απ' τον κλάδο της βιομηχανίας παπουτσιών καθώς οι βιομηχανίες παπουτσιών θα μειώσουν την παραγωγή τους και θα μεταπηδήσουν στην παραγωγή γαντιών, η οποία ανθεί. Το αποτέλεσμα είναι προφανές: η παραγωγή γαντιών θα αυξηθεί και η παραγωγή παπουτσιών θα μειωθεί.

Αυτό ακριβώς επιθυμούσε η κοινωνία. Καθώς στην αγορά εμφανίζονται περισσότερα γάντια για να ικανοποιήσουν τη ζήτηση, η τιμή των γαντιών θα επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα. Καθώς παράγονται λιγότερα παπούτσια, το πλεόνασμα παπουτσιών σύντομα θα εξαφανιστεί και οι τιμές τους θα ανέβουν και πάλι σε φυσιολογικά επίπεδα. Μέσω του μηχανισμού της αγοράς, η κοινωνία θα έχει αλλάξει την κατανομή των στοιχείων της παραγωγής έτσι ώστε αυτή να εναρμονιστεί με τις καινούργιες επιθυμίες της. Κι όμως κανείς δεν χρειάστηκε να εκδώσει κάποια εντολή και καμιά εξουσία υπεύθυνη σχεδιασμού δεν επέβαλε πρόγραμμα παραγωγής. Το προσωπικό συμφέρον και ο ανταγωνισμός, δρώντας το ένα εναντίον του άλλου, πέτυχαν τη μετάβαση.

Και ένα τελευταίο επίτευγμα: Όπως ακριβώς η αγορά ρυθμίζει τόσο τις τιμές όσο και τις ποσότητες των αγαθών με επιδιαιτητή τη δημόσια ζήτηση, έτσι καθορίζει και τα εισοδήματα εκείνων που συνεργάζονται για την παραγωγή αυτών των αγαθών. Εάν τα κέρδη σ' έναν τομέα παραγωγής είναι εξαιρετικά υψηλά, θα υπάρξει συρροή από άλλους επιχειρηματίες προς αυτό τον τομέα, ωσότου ο ανταγωνισμός μειώσει τα πλεονάσματα. Αν οι μισθοί είναι πολύ υψηλοί σε ένα είδος εργασίας, θα υπάρξει συρροή ανθρώπων προς την προνομιούχο αυτή απασχόληση, μέχρι που να πληρώνει τους ίδιους μισθούς με αντίστοιχες εργασίες που απαιτούν τον ίδιο βαθμό δεξιότητας και κατάρτισης. Αντιστρόφως, εάν τα κέρδη ή οι μισθοί είναι πολύ χαμηλοί σε κάποιον τομέα της οικονομίας, θα σημειωθεί απομάκρυνση κεφαλαίων και εργατικού δυναμικού, ωσότου η προσφορά να προσαρμοστεί καλύτερα προς τη ζήτηση.

Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται στοιχειώδη. Αλλά αναλογιστείτε τι έκανε ο Adam Smith με το κίνητρο του προσωπικού συμφέροντος και τον ανταγωνισμό στο ρόλο του ρυθμιστή. Πρώτον, εξήγησε πώς συγκρατούνται οι τιμές, ώστε να μην απομακρύνονται αυθαίρετα από το κόστος παραγωγής του προϊόντος. Δεύτερον, εξήγησε πώς μπορεί η κοινωνία να προτρέπει τους παραγωγούς αγαθών να της παρέχουν ό,τι απαιτεί. Τρίτον, κατέδειξε γιατί οι υψηλές τιμές είναι μια αυτοθεραπευόμενη ασθένεια, με το να προκαλούν την αύξηση της παραγωγής στο συγκεκριμένο τομέα. Και, τέλος, εξήγησε γιατί υπάρχει μια γενική ομοιομορφία των εισοδημάτων σε κάθε επίπεδο των μεγάλων παραγωγικών στρωμάτων ενός έθνους: Με λίγα λόγια, βρήκε στο μηχανισμό της αγοράς ένα αυτορυθμιζόμενο σύστημα για τον τακτικό εφοδιασμό της κοινωνίας.

Σημειώστε τη λέξη «αυτορυθμιζόμενο». Το έξοχο συνεπακόλουθο της αγοράς είναι ότι η ίδια είναι και προστάτης του εαυτού της. Εάν η παραγωγή ή οι τιμές ή ορισμένα είδη αμοιβών ξεφύγουν από τα επίπεδα που καθορίζει η κοινωνία, ενεργοποιούνται δυνάμεις που τα επαναφέρουν στη θέση τους. Είναι περίεργο το παράδοξο που προκύπτει κατ' αυτό τον τρόπο: η αγορά, η οποία είναι το αποκορύφωμα της ατομικής οικονομικής ελευθερίας, είναι ταυτόχρονα το πιο σκληρό αφεντικό. Μπορείς να κάνεις έφεση κατά της απόφασης μιας Επιτροπής Σχεδιασμού ή να εξασφαλίσεις μια ειδική ρύθμιση από κάποιον υπουργό. Αλλά δεν υπάρχει προσφυγή, ούτε ειδική ρύθμιση, στις ανώνυμες πιέσεις του μηχανισμού της αγοράς. Άρα η οικονομική ελευθερία είναι πιο απατηλή από ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει στην αγορά. Αλλά αν κάποιος θελήσει να κάνει αυτό που η αγορά αποδοκιμάζει, το τίμημα της ατομικής ελευθερίας είναι η οικονομική καταστροφή.

Έτσι, πράγματι, λειτουργεί ο κόσμος; Ως ένα μεγάλο βαθμό, έτσι λειτουργούσε την εποχή του Adam Smith. Ακόμα και στην εποχή του, φυσικά, υπήρχαν ήδη συντελεστές που παρενέβαιναν στην ελεύθερη λειτουργία του συστήματος της αγοράς. Υπήρχαν συμμαχίες βιομηχάνων που ανέβαζαν τις τιμές τεχνητά και εργατικά σωματεία που αντιστέκονταν στις πιέσεις του ανταγωνισμού όταν αυτό σήμαινε τη μείωση των αμοιβών τους. Και ήδη μπορούσε να διακρίνει κανείς και άλλα ανησυχητικά σημεία. Το εργοστάσιο των αδελφών Lombe ήταν κάτι περισσότερο από ένα θαύμα της μηχανολογίας και αντικείμενο θαυμασμού για τον επισκέπτη: προμήνυε την έλευση της μεγάλης βιομηχανίας και την ανάδειξη εργοδοτών οι οποίοι ήταν εκπληκτικά δυνατοί και ανεξάρτητοι παράγοντες διαμόρφωσης της αγοράς. Τα παιδιά στα κλωστήρια δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να θεωρηθούν εξίσου δυνατοί συντελεστές της αγοράς με τους εργοδότες που τα κοίμιζαν, τα τάιζαν και τα εκμεταλλεύονταν. Πάντως, παρ' όλες τις αποκλίσεις απ' τη συνταγή, η Αγγλία του 18ου αιώνα έμοιαζε, έστω κι αν δεν ταυτιζόταν πλήρως, με το μοντέλο που ο Adam Smith είχε στο μυαλό του. Οι επιχειρήσεις ήταν ανταγωνιστικές, το μέσο εργοστάσιο ήταν μικρό, οι τιμές ανέβαιναν κι έπεφταν καθώς αυξανόταν ή μειωνόταν η ζήτηση, και οι μεταβολές στις τιμές όντως προκαλούσαν μεταβολές στην παραγωγή και την απασχόληση.

Ο κόσμος του Adam Smith αποκλήθηκε ο κόσμος του ατομικιστικού ανταγωνισμού: ένας κόσμος στον οποίο κανένας συντελεστής του παραγωγικού μηχανισμού, είτε από την πλευρά του κεφαλαίου είτε από την πλευρά της εργασίας, δεν ήταν αρκετά ισχυρός ώστε να παρέμβει ή να αντισταθεί στις πιέσεις του ανταγωνισμού. Ήταν ένας κόσμος στον οποίο κάθε συντελεστής ήταν αναγκασμένος να κυνηγά το προσωπικό του συμφέρον σ' έναν τεράστιο κοινωνικό καβγά.

Και σήμερα; Λειτουργεί ακόμα ο ανταγωνιστικός μηχανισμός της αγοράς; Αυτό δεν είναι ένα ερώτημα στο οποίο μπορεί να δοθεί μια απλή απάντηση. Η φύση της αγοράς έχει υποστεί τεράστιες αλλαγές από το 18ο αιώνα. Έχουμε πάψει να ζούμε σ' έναν κόσμο ατομικιστικού ανταγωνισμού στον οποίο κανένας δεν μπορεί να κολυμπήσει αντίθετα στο ρεύμα. Ο σημερινός μηχανισμός της αγοράς χαρακτηρίζεται από το τεράστιο μέγεθος των συμμετεχόντων: οι γιγάντιες επιχειρήσεις και τα ισχυρά εργατικά συνδικάτα προφανώς δεν συμπεριφέρονται σαν να είναι μεμονωμένοι ιδιοκτήτες και εργάτες. Το μέγεθος τους είναι αυτό που τους δίνει τη δυνατότητα να αντιστέκονται στις πιέσεις του ανταγωνισμού, να αγνοούν τα μηνύματα των τιμών και να υπολογίζουν ποιο θα είναι το συμφέρον τους με μακροπρόθεσμη προοπτική και όχι κάτω από την άμεση πίεση των καθημερινών αγοραπωλησιών.

Είναι προφανές ότι όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν εξασθενίσει την πρωταρχική καθοδηγητική λειτουργία της αγοράς. Αλλά, παρά τα ειδικά γνωρίσματα της σύγχρονης οικονομικής κοινωνίας, οι μεγάλες δυνάμεις του προσωπικού συμφέροντος και του ανταγωνισμού, όσο κι αν αποδυναμώνονται ή παρακάμπτονται, εξακολουθούν να παρέχουν τους βασικούς κανόνες συμπεριφοράς τους οποίους κανένας από τους συμμετέχοντες στο σύστημα αγοράς δεν μπορεί να αγνοήσει ολοκληρωτικά. Δεν είναι ο κόσμος του Adam Smith αυτός στον οποίο ζούμε σήμερα, αλλά, αν μελετήσουμε τη λειτουργία της αγοράς, οι νόμοι της είναι ακόμα ευδιάκριτοι.

Robert  L. Heilbroner, Οι φιλόσοφοι του οικονομικού κόσμου 

(Εκδόσεις Κριτική, 2000, σελ. 38- 41)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου