Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Το Βυζαντινό έπος του Διγενή Ακρίτα

Όπως στη Δύση γύρω από τα ονόματα του Ρολάνδου και του Σιντ, έτσι και στην Ανατολή, γύρω στον 11ο αιώνα, δημιουργήθηκε ένας ολόκληρος επικός κύκλος γύρω από το όνομα ενός εθνικού ήρωα. Όπως και στη Δύση, η φήμη αυτού του ήρωα διαδόθηκε σε λαϊκά τραγούδια σ’ ολόκληρο τον κόσμο της Ανατολής, από την Καππαδοκία ως την Τραπεζούντα και από την Κύπρο ως τα βάθη της Ρωσίας περιλαμβάνεται κυρίως σε ένα μεγάλο έπος, του οποίου το παλαιότερο χειρόγραφο χρονολογείται από τον 14ο αιώνα, αλλά η προέλευσή του είναι χωρίς αμφιβολία παλαιότερη. Η ιστορία μας διηγείται τις περιπέτειες του Βασιλείου Διγενή Ακρίτη τον 10ο αιώνα […]

Σε αυτό το ηρωικό έπος δεν μας παρουσιάζεται ο κόσμος της πρωτεύουσας και της αυλής, αλλά η κοινωνία των ασιατικών επαρχιών, κοντά στα σύνορα, όπου οι μεγάλοι γαιοκτήμονες διεξάγουν στο όνομα του αυτοκράτορα τον αιώνιο αγώνα εναντίον των Μουσουλμάνων. Είναι η περιοχή των Ακριτών ή φυλάκων των συνόρων, των απελατών, πραγματικών Κλεφτών του μεσαίωνα, η περιοχή των μεγάλων μονομαχιών, των αιφνιδιασμών, των σφαγών, των πολεμικών και ερωτικών περιπετειών. […] Η ζωή του Διγενή Ακρίτη είναι μια ζωή φεουδαλικού ιππότη και αυτή η ζωή, που την έζησαν όπως αυτός  πολλοί μεγάλοι άρχοντες του 10ου αιώνα, είναι γεμάτη από γραφικές λεπτομέρειες για τα ήθη και τις ιδέες της εποχής.

Σελίδα από το «Έπος του Διγενή Ακρίτα»,
χειρόγραφο Αθηνών-Άνδρου.
[…] Ονομαζόταν Διγενής, λέει το τραγούδι, γιατί ήταν ειδωλολάτρης από τον πατέρα του, που καταγόταν από τη φυλή των Αγαρηνών και Έλληνας από τη Μητέρα του, που ανήκε στην οικογένεια των Δουκάδων. Ονομάστηκε Ακρίτης, γιατί ήταν φρουρός των συνόρων. Ο παππούς του ήταν ο Ανδρόνικος, της οικογένειας των Κιννάμων, που πέθανε εξόριστος με αυτοκρατορική διαταγή του μακαριότατου Ρωμανού. Γιαγιά του ήταν μια στρατήγισσα, της οικογένειας των Δουκάδων και θείοι του οι ένδοξοι αδελφοί της μητέρας του που, έπεσαν μαχόμενοι για την αδελφή τους, νίκησαν τον εμίρη πατέρα του.

Η ιστορία του γάμου των γονέων του Διγενή αποτελεί το θέμα ενός πρώτου άσματος, που αποτελεί σήμερα τις τρεις πρώτες ραψωδίες του ποιήματος. Βλέπουμε εκεί, πως ο εμίρης Μουσούρ, αφού απήγαγε σ’ ένα γιουρούσι την κόρη ενός Έλληνα στρατηγού, ερωτεύεται την αιχμάλωτή του και για να την παντρευτεί, ασπάζεται τον χριστιανισμό, πως σύμφωνα με τα λόγια του ποιητή «μια χαριτωμένη νέα, χάρη στη γοητευτική ομορφιά της, νίκησε τα φημισμένα στρατεύματα της Συρίας». […] Ανάμεσα στους δύο συζύγους βασίλεψε η πιο τέλεια ομόνοια, και από την ένωση του μουσουλμάνου με την κόρη των Δουκάδων γεννήθηκε ο θαυμαστός ήρωας οι περιπέτειες του οποίου γεμίζουν το έπος.  

Ας παραθέσουμε πρώτα την εικόνα του νεαρού άνδρα που δίνει το ποίημα. «Είχε ξανθά και σγουρά μαλλιά, μεγάλα μάτια, λευκό και ρόδινο πρόσωπο, πολύ μαύρα φρύδια, φαρδύ στήθος και λευκό σαν κρύσταλλο. Φορούσε ένα κόκκινο χιτώνα στολισμένο με χρυσά κεντήματα και μαργαριτάρια· τα κουμπιά του, από καθαρό χρυσάφι, έλαμπαν· τα πασούμια του ήταν στολισμένα με χρυσάφι και τα σπιρούνια του με πολύτιμες πέτρες. Καβαλούσε μια ψηλή φοράδα, άσπρη σαν περιστέρι, που η χαίτη του ήταν στολισμένη με τουρκουάζ. Φορούσε χρυσά πέταλα στολισμένα με πολύτιμα πετράδια, που έκαναν ένα χαριτωμένο και υπέροχο θόρυβο. Στα καπούλια της είχε ένα σκέπασμα από πράσινο και ροζ μετάξι που σκέπαζε τη σέλα και την προστάτευε από τη σκόνη· η σέλα και τα χαλινάρια ήταν χρυσοκέντητα και στολισμένα με σμάλτο και μαργαριτάρια. Ο Ακρίτης, επιδέξιος εκπαιδευτής αλόγων, έβαζε το υποζύγιό του να κάνει κύκλους. Κράδαινε στο δεξί του χέρι μια πράσινη λόγχη, αραβικής κατασκευής, σκεπασμένη με χρυσά γράμματα. Είχε γοητευτικό πρόσωπο, κομψό παράστημα και τέλειες αναλογίες. Και ανάμεσα στους ιπποκόμους του ο νέος έλαμπε σαν ήλιος».

Αυτός ήταν ο ήρωας. Ας δούμε τώρα τα πρώτα κατορθώματά του. Σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών, ονειρεύεται μόνο περιπέτειες. Στο κυνήγι, όπου συνοδεύει τον πατέρα του, σκοτώνει μια αρκούδα με μια γροθιά, σχίζει στα δύο μια ελαφίνα που την ξεπέρασε στο τρέξιμο, σκοτώνει ένα λιοντάρι με μια σπαθιά και οι σύντροφοί του, γεμάτοι θαυμασμό, αναγνωρίζουν σ’ αυτά τα κατορθώματα έναν ήρωα που τον βοηθάει ο Θεός. «Αυτός, λένε, δεν είναι άνθρωπος αυτού του κόσμου. Ο Θεός τον έστειλε για να τιμωρήσει τους απελάτες, που θα είναι ο τρόμος τους σ’ όλη του τη ζωή».

Ο Διγενής Ακρίτας και ο δράκος,
 βυζαντινό πιάτο του 12ου αιώνα από την Αθήνα.
Και πράγματι, όσο ο νέος μεγαλώνει, η δόξα των φημισμένων απελατών δεν τον αφήνει να ησυχάσει· φλέγεται από λαχτάρα να τους γνωρίσει, να τους νικήσει, να ξεπεράσει τα κατορθώματά τους. «Ω μάτια μου, φωνάζει αναστενάζοντας, πότε θα δείτε αυτούς τους ήρωες;» Ψάχνει να βρει ένα τρόπο για να γίνει απελάτης, και πηγαίνει τολμηρά να επισκεφτεί τον αρχηγό των ληστών «στο παράξενο και φοβερό καταφύγιό του». «Και βρήκε, λέει το τραγούδι, τον Φιλόπαππο ξαπλωμένο σ’ ένα κρεβάτι· πάνω και κάτω απ’ το κρεβάτι υπήρχαν πολλά δέρματα άγριων ζώων· και ο νεαρός Βασίλειος Διγενής υποκλίθηκε, τον χαιρέτησε και του ευχήθηκε καλημέρα. Και ο γέρος Φιλόπαππος του μίλησε έτσι: «Καλώς όρισες, νεαρέ, αν δεν είσαι προδότης». Τότε ο Βασίλειος του αποκρίθηκε: «Δεν είμαι προδότης, αλλά θέλω να γίνω απελάτης μαζί σας σ’ αυτή την ερημιά». Όταν ο γέρος τον άκουσε, του είπε: «Νεαρέ, αν έχεις τη φιλοδοξία να γίνεις απελάτης, πάρε αυτό το ρόπαλο και πήγαινε να φυλάξεις σκοπός. Αν μπορέσεις να μείνεις νηστικός δεκαπέντε μέρες και να διώξεις τον ύπνο από τα βλέφαρά σου, και μετά να πας να σκοτώσεις λιοντάρια, να φέρεις εδώ τα κουφάρια τους και μετά να ξαναγυρίσεις στη σκοπιά, τότε θα είσαι άξιος να μπεις ανάμεσά μας». Αντί για άλλη απάντηση, ο Διγενής αρπάζει το ρόπαλο από τη γερή λαβή του, επιτίθεται στους ίδιους τους απελάτες, τους αφοπλίζει και γυρίζοντας κοντά στον Φιλόπαππο: «Ορίστε, του λέει, τα όπλα όλων των απελατών σου. Και αν αυτό δεν σου αρέσει, θα σε μεταχειριστώ κι εσένα με τον ίδιο τρόπο». Μετά από αυτό το πρώτο κατόρθωμα, όλοι υποκλίνονται μπροστά στον νεαρό ήρωα και πολύ σύντομα με τη γενναιότητά του αποκτά λαμπρή φήμη σ’ όλη τη γειτονική περιοχή.

Μετά τις πολεμικές περιπέτειες, να τώρα και οι ερωτικές περιπέτειες.

Ο στρατηγός Δούκας, διοικητής μια από τις επαρχίες της αυτοκρατορίας, έχει μια κόρη, την Ευδοκία, ένα θαύμα ομορφιάς. «Η ομορφιά του προσώπου της, λέει ο ποιητής, θαμπώνει τα βλέμματα και κανείς δεν μπορεί να κοιτάξει στο πρόσωπο αυτή την κόρη του ήλιου. Μια αχτίδα λάμπει στη μέση του προσώπου της· έχει περήφανο βλέμμα, ξανθά μαλλιά, μαύρα φρύδια· το πρόσωπό της είναι χιονάτο με λίγο ρόδινο χρώμα όπως η πολύτιμη πορφύρα που αγαπούν να φορούν οι βασιλείς». Πολλοί ιππότες έχουν ήδη ζητήσει το χέρι της νέας. Όμως ο πατέρας της Ευδοκίας είναι ζηλότυπος και φοβερός άνθρωπος. Κλείνει την κόρη του στο γυναικωνίτη, […] Όλοι όσοι θέλησαν το χέρι της νέας και προσπάθησαν να την απαγάγουν πλήρωσαν την αψηφισιά τους με τη ζωή τους […] Ο Διγενής, όμως, επιχειρεί με τη σειρά του το τόλμημα. Και η πρώτη συνάντηση των δυο νέων είναι μια χαριτωμένη σκηνή. Κάτω από τα παράθυρα της ωραίας, ο Διγενής τραγουδάει περνώντας ένα ερωτικό τραγούδι και η Ευδοκία, γοητευμένη, μουρμουρίζει στην παραμάνα της: «Σκύψε από το παράθυρο, παραμάνα και κοίταξε αυτό τον χαριτωμένο νέο». Και όταν η παραμάνα της απάντησε: «Ο Θεός να δώσει, κυρία, να τον θελήσει ο πατέρας σας και κύριός μου για γαμπρό, γιατί δεν υπάρχει όμοιός του στον κόσμο», η νέα, που η καρδιά της έχει κιόλας κατακτηθεί – «γιατί η εξωτερική ομορφιά, λέει ο ποιητής, και το τραγούδι μπαίνουν από τα μάτια ως τα βάθη της ψυχής» - ξεχνιέται κοιτάζοντας από μια τρύπα του παράθυρου εκείνον που λάτρεψε με την πρώτη ματιά. Σε λίγο όμως ο Διγενής γίνεται πιο τολμηρός ξεγελώντας τους φρουρούς, βρίσκει τρόπο να μιλήσει στην Ευδοκία. «Σκύψε, της λέει, γλυκό μου φως, για να δω την ομορφιά σου και η αγάπη σου να μπει στην καρδιά μου. Είμαι νέος, το βλέπεις, και δεν ξέρω τι είναι αγάπη. Αλλά αν η αγάπη σου μπει στην ψυχή μου, ξανθή νέα, ο πατέρας και όλοι οι συγγενείς σου και όλοι οι υπηρέτες τους, ακόμη κι αν γίνουν βέλη και αστραφτερά σπαθιά, δεν θα μπορούν να με βλάψουν».

Σίγουρος για την καρδιά της Ευδοκίας, ο Διγενής αποφασίζει να απαγάγει την αγαπημένη του. Τη νύχτα, κάτω από το παράθυρό της, έρχεται να τραγουδήσει σιγανά συνοδεύοντας το τραγούδι του με την λύρα: […] Στο κάλεσμα της σερενάτας, η νέα παρουσιάζεται στο παράθυρο· διστάζει όμως ακόμη να ακολουθήσει τον Διγενή, […] Η Ευδοκία φοβάται τις συνέπειες της περιπέτειας για τον αγαπημένο της […] ωστόσο τελικά υποκύπτει στους όρκους του ιππότη που της ορκίζεται αιώνια αγάπη: «Και η νέα, λέει το ποίημα, σκύβει από το χρυσό παράθυρο και ο νέος την δέχεται όρθιος πάνω στο άλογό του. και ο νέος, φλεγόμενος από χαρά και θάρρος, σταματάει απέναντι στο παλάτι και φωνάζει με δυνατή φωνή: «Ευλόγησέ με, άρχοντα πεθερέ, και μαζί μου και την κόρη σου· και ευχαρίστησε τον Θεό που σου δίνει ένα τέτοιο γαμπρό».

Όταν η απαγωγή γίνεται αντιληπτή, φυσικά επικρατεί μεγάλη αναταραχή στο παλάτι. Ο στρατηγός και οι γιοί του μαζί με τους ένοπλους τους καταδιώκουν τον απαγωγέα. Αλλά ο Διγενής, μόλις τον πλησιάζουν, μάχεται σαν λιοντάρι, εξουδετερώνει τους αντιπάλους του και μετά απευθυνόμενος στον πατέρα της Ευδοκίας, του λέει ευγενικά: «Άρχοντα στρατηγέ, ευλόγησέ μας, την κόρη σου κι εμένα· συγχώρεσέ με και με κατακρίνεις. Οι άνθρωποί σου δεν ξέρουν τι θα πει μάχη· τους έδωσα ένα μικρό μάθημα που δεν θα το ξεχάσουν. Μη στεναχωριέσαι όμως· πήρες ένα καλό γαμπρό, δεν θα βρεις καλύτερο σ’ όλο τον κόσμο. Δεν είμαι από ταπεινή γενιά, ούτε είμαι δειλός· αν ποτέ είχες κάποια υπόθεση να μου αναθέσεις, θα βεβαιωνόσουν τι άνθρωπος είναι ο γαμπρός που έχεις». Ο στρατηγός σαν καλός ηγεμόνας, δίνει στον νέο το χέρι της κόρης του. και επειδή δεν θέλει να μπορούν να πουν ποτέ ότι ο Διγενής απήγαγε μια γυναίκα χωρίς προίκα – «πράγμα που, παρατηρεί, είναι ατίμωση στα μάτια όλων των φρονίμων ανθρώπων» - απαριθμεί την μεγαλοπρεπή προίκα της μνηστής, […]

Παρά τις υποσχέσεις του όμως, ο Διγενής – και αυτό το στοιχείο είναι χαρακτηριστικό – αμφιβάλλει για την ειλικρίνεια του στρατηγού και φοβάται κάποια απιστία εκ μέρους του. «Φοβάμαι λέει, πως κάποιος κίνδυνος με απειλεί, και πως θα πεθάνω με επονείδιστο τρόπο, γιατί σου φέρθηκα σαν εχθρός και προδότης». Προτιμάει λοιπόν να πάρει την Ευδοκία μαζί του για να κάνει το γάμο στο σπίτι των γονέων του και η επιστροφή του στο πατρικό σπίτι δίνει την ευκαιρία για μια περιγραφή μεγάλης πολυτέλειας […] «Και οι γάμοι, λέει ο ποιητής, διήρκεσαν τρεις ολόκληρους μήνες και η χαρά δεν σταματούσε καθόλου».

Ο Διγενής όμως δεν επαναπαύεται στην επιτυχία του. «Με την ωραία του και τους γενναίους του, πήγε στα σύνορα· κατέλαβε τους τόπους όπου κυβερνούσε ο πατέρας του και εξολόθρεψε εντελώς τους άτακτους. Έκανε επιδρομές στις κλεισούρες και στα σύνορα κι έτσι του έδωσαν το παρατσούκλι Ακρίτης. […] Και τότε η ρωμαϊκή χώρα όπου ζούσαν οι ορθόδοξοι μπόρεσε να απολαύσει την ειρήνη έχοντας αυτόν τον ήρωα για υπερασπιστή, φύλακα και προστάτη εναντίον των εχθρών». Πολύ σύντομα η φήμη του και η φήμη των υπηρεσιών που προσφέρει στην αυτοκρατορία φτάνει στην αυλή. Ο βασιλεύς έρχεται αυτοπροσώπως να τον επισκεφτεί στο μακρινό του φέουδο στον Ευφράτη· για να τον ανταμείψει για την ανδρεία του, τον ονομάζει πατρίκιο και μαργράβο και του επιστρέφει όλη την περιουσία που είχε κάποτε κατασχεθεί από τον παππού του, και γεμάτος θαυμασμό για τον αξιοθαύμαστο αυτό στρατιώτη αναφωνεί: «Μακάρι να έδινε ο Θεός να είχε η Ρωμανία τέσσερις άνδρες σαν αυτόν».

Από εδώ και πέρα η μια περιπέτεια διαδέχεται την άλλη στη ζωή του ιππότη. Σαν πραγματικός περιπλανώμενος ιππότης, διατρέχει ολόκληρο τον κόσμο και όπου εμφανίζεται και μόνο το όνομά του σκορπίζει τρόμο. […] Όπως ο Ζίγκφριντ, με τον οποίο μοιάζει σε πολλά σημεία, πολεμάει τον δράκοντα του οποίου τα τρία κεφάλια ξερνάνε φλόγες και αστραπές και που κάθε κίνησή του κλονίζει τη γη με ένα θόρυβο κεραυνού· κατατροπώνει τα λιοντάρια, τρέπει σε φυγή τους απελάτες, ζώντας μακρυά από τον κόσμο, μόνος με την πολυαγαπημένη του γυναίκα, σ’ ένα παραδείσιο τοπίο, γεμάτο φυλλώματα και τρεχούμενα νερά. […] Αλλά η λαμπρή ομορφιά της ευγενικής νέας έλαμπε περισσότερο από τα παγώνια και απ’ όλα τα λουλούδια».

Ωστόσο το μεγάλο πάθος που νιώθει ο Διγενής για την Ευδοκία δεν αποκλείει μερικές άλλες περιπέτειες. […]

Μια ημέρα που προχωρούσε καβάλα στο άλογό του στα σύνορα της Συρίας, συναντάει μια νεαρή Άραβα που ένας έλληνας ευγενής, αιχμάλωτος των απίστων, την είχε πλανέψει, απαγάγει και μετά εγκαταλείψει. Ο Διγενής την παρηγορεί, ίσως με κάποια υπερβολική συμπόνια. Η κοπέλα είναι όμορφη και ενώ, αφού την πήρε πάνω στο άλογό του, την οδηγεί στον εραστή της, νιώθει ανεπαίσθητα τον πόθο να τρυπώνει στην καρδιά του. […] « … χάρη στην επέμβαση του Σατανά και στην αμέλεια της ψυχής μου, παρ’ όλη την αντίσταση που πρόβαλε η νέα, συντελέστηκε μια από τις πιο ένοχες πράξεις και ο δρόμος λερώθηκε από ένα έγκλημα. Ο εχθρός, ο άρχοντας του σκότους, ο μανιασμένος εχθρός της φυλής μας μ’ έκανε να ξεχάσω τον Θεό και τη φοβερή ημέρα της κρίσεως». Χωρίς αμφιβολία, μετά το σφάλμα του, ο Ακρίτης είναι γεμάτος τύψεις· ωστόσο κρίνει προτιμότερο να αποσιωπήσει διακριτικά την περιπέτειά του. Σπεύδει να παντρέψει τη νέα με τον απαγωγέα της, «κρύβοντας όσα δεν έπρεπε να πει από φόβο μήπως ο νέος βρει σ’ αυτό αφορμή για σκάνδαλο»· και όταν γυρίζει κοντά στη γυναίκα του, σπεύδει ν’ αλλάξει τόπο εγκατάστασης, για να μη μάθει εκείνη τίποτα για την αθέτηση του όρκου πίστης που της είχε δώσει.

Όμως η σάρκα του ιππότη είναι αδύναμη και ο Σατανάς παραμονεύει για να βάλει τους ανθρώπους σε πειρασμό. Ο Διγενής το καταλαβαίνει όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με τη Μαξιμώ. Η Μαξιμώ είναι μια παρθένα πολεμίστρια, μια αδάμαστη αμαζόνα που οι νικημένοι από τον Διγενή απελάτες κάλεσαν σε βοήθεια εναντίον του ήρωα. «Ίππευε, λέει το τραγούδι, ένα άλογο λευκό σαν χιόνι, που τα πέταλά του ήταν βαμμένα πορφυρά. […] Αυτή η γυναίκα καταγόταν από τις γενναίες Αμαζόνες που ο βασιλιάς Αλέξανδρος έφερε από τη χώρα των Βραχμάνων. Είχε τη μεγάλη ενεργητικότητα της φυλής της και περνούσε τη ζωή της πολεμώντας». Όταν αυτή η Βαλκυρία ήρθε στην όχθη του Ευφράτη να προκαλέσει τον Διγενή σε μονομαχία, εκείνος, σαν ευγενικός ιππότης χαρίζεται φανερά στην ωραία αντίπαλό του. την πρώτη φορά αρκείται να σκοτώσει το άλογό της. Στη δεύτερη επίθεση την αφοπλίζει με ένα ελαφρό τραύμα· και η ηττημένη Μαξιμώ, γεμάτη για την ομορφιά και τη γενναιοδωρία του νικητή της, προσφέρει τον εαυτό της στον άνθρωπο που τη δάμασε, όπως η Βρουγχίλδη προσφέρεται στον Ζίγκφριντ. «Ορκίστηκα, λέει η πολεμίστρια, στον κύριο όλων των πραγμάτων να μην πλησιάσω ποτέ άνδρα και να μείνω παρθένα ωε την ημέρα που ένας άνδρας θα με νικήσει εντελώς και θα αποδειχθεί ανώτερός μου σε ανδρεία. Μέχρι σήμερα έχω μείνει πιστή στον όρκο μου». Σ’ αυτή τη δήλωση ο Διγενής αντιστέκεται στην αρχή· αλλά η κοπέλα είναι όμορφη, θωπευτική και τρυφερή: «Δεν ήξερα τι να κάνω, διηγείται ο ήρωας. Φλεγόμουν ολόκληρος. Έκανα κάθε προσπάθεια για να αποφύγω τον πειρασμό και έλεγα μέσα μου, ενώ αισθανόμουν τον πειρασμό και έλεγα μέσα μου, ενώ αισθανόμουν λαιμαργία […] το πνεύμα μου υπέκυψε στους εγκληματικούς πόθους της». Και πάλι αποφεύγει να διηγηθεί την περιπέτεια στη γυναίκα του. και όταν η Ευδοκία, ζηλιάρα τον κατηγορεί γιατί έμεινε πολύ κοντά στη Μαξιμώ, ο ήρωας, μ’ ένα έξυπνο ψέμα, καταπραΰνει τις υποψίες της αγαπημένης του. έμεινε τόσο πολύ γιατί βοήθησε την πληγωμένη εχθρά του: «γιατί δεν θέλω, λέει, να με προσβάλλουν αποκαλώντας με δολοφόνο γυναικών».

Αφού έκανε αυτά τα κατορθώματα και αφού η χώρα ελευθερώθηκε από τους εχθρούς, ο Ακρίτης έρχεται να αναπαυθεί και να χαρεί τη δόξα του στο υπέροχο παλάτι που έχει χτίσει στις όχθες του Ευφράτη. «Περνούσε εκεί ευτυχισμένες ώρες, […]» και με μια μόνο λύπη, ότι δεν είχε κληρονόμους του ονόματός του. Τότε τον βρήκε ξαφνικά ο θάνατος, σε ηλικία τριάντα τριών ετών, και τα τελευταία λόγια που ανταλλάσει στο κρεβάτι με τη γυναίκα του έχουν μέσα στη λεπτή τρυφερότητα τους, κάτι το μοναδικά συγκινητικό. Ο Βασίλειος θυμίζει στην Ευδοκία πόσο την αγάπησε: […] Μετά τη συμβουλεύει τρυφερά να μην απορροφηθεί από το πένθος της, αλλά να ξαναπαντρευτεί: «Δεν θα μπορέσεις να μείνει χήρα· το ξέρω μετά το θάνατό μου, θα πρέπει να πάρεις άλλο σύζυγο· η νεότητά σου θα σε αναγκάσει. Μόνο μην εξετάσεις την περιουσία ή την καταγωγή· διάλεξε έναν καλό ιππότη, γενναίο και τολμηρό· και μαζί του, όπως και πριν, θα συνεχίσεις να βασιλεύεις στον κόσμο, γλυκιά μου ψυχή». Η Ευδοκία όμως δεν θέλει ν’ ακούσει τίποτα· αν ο Διγενής πεθάνει, θέλει να πεθάνει μαζί του. και η Θεία Πρόνοια εισακούει την προσευχή της. «Οι δυο λαμπροί νέοι, λέει ο ποιητής, άφησαν την ίδια ώρα την ψυχή τους να φύγει, σαν από μια στενή συμπάθεια».

Η είδηση του θανάτου του ήρωα προκάλεσε γενικό πένθος. Από όλη την Ανατολή, οι μεγαλύτεροι άρχοντες τρέχουν κοντά στο νεκρικό κρεβάτι, […] Και το ποίημα τελειώνει με την περιγραφή της κηδείας όπου, σύμφωνα με το έθιμο, ένα μοιρολόι υμνεί τις αρετές, τη γενναιότητα και τη φήμη του πεθαμένου ήρωα. […]

Diehl Charles, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

(ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 2005, τόμος τέταρτος, σελ. 645-653)



***

[…] «Διγενής» είν’ εκείνος που προέρχεται από δυό γένη, από δυό λαούς, από δυό φυλές. Ο «Βασίλειος» του έπους, ο φρουρός – και ηγεμόνας – ακριτικού θέματος στον Ευφράτη ή στην Καππαδοκία (υπάρχουν και οι δυό εκδοχές) είναι, για τον ποιητή του Ι αιώνα, «Διγενής, είναι γιος ενός μουσουλμάνου εμίρη που για να παντρευτεί την Ελληνίδα μητέρα του ήρωα (κόρη αρχοντικής βυζαντινής γενιάς) δέχεται να γίνει Χριστιανός. Ο ήρως στέκεται πάνω από τις αντιθέσεις των φυλών, επάνω από την εχθρότητα των κρατών (οι αραβικοί πόλεμοι των Βυζαντινών που κράτησαν αιώνες είχαν οριστικά λήξει, όταν γράφτηκε το έπος). Και στέκεται ο ήρως στα σύνορα, στις «άκρες», όχι επικεφαλής στρατού που πολεμάει ξένους λαούς και κράτη εχθρικά, αλλά λίγο ή πολύ μόνος, ταγμένος να τα βάζει με όσους πήγαιναν να διαταράξουν την ειρήνη ασχέτως αν οι ταραχοποιοί ήταν χριστιανικές ληστρικές συμμορίες ή αλλόφυλοι. Μέγας σκοπός του Διγενή Ακρίτα είναι η ηρεμία, η τάξη, η ειρήνη, ως αγαθό ανθρώπινο, όχι φυλετικό ή κρατικό ιδανικό. Το πνεύμα του – σε θέματα θρησκείας ή φυλής – είναι πέρα για πέρα ανεκτικό. […]

Ύστερ’ από πολλούς αιώνες (βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς), που δεν έδωσαν καμμιά συνέχεια στο μέγα τούτο νόημα του παλαιού έπους, ήρθε και το πρόσεξε στις μέρες μας ο θαυμάσιος Άγγελος Σικελιανός. Στα τελευταία του χρόνια, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και την εμπειρία της κατοχής που την έζησε ως ανυπόταχτος υπερήφανος Έλλην, έγραψε την τραγωδία (την πέμπτη και τελευταία) «Ο θάνατος του Διγενή», με έντονη πρόθεση να ξαναζωντανέψει το πρόσωπο του ανεκτικού – εχθρού κάθε μισαλλοδοξίας – Διγενή, που όλους , «Έλληνες, Ιουδαίους, οχτρούς και φίλους», τους «κράζει στο πλευρό του», εν ονόματι του Χριστού «οπού άνοιξε τα χέρια για ν’ αγκαλιάσει τη γην όλη». […] Όπως παρατηρεί σωστά ο Μήτσος Λυγίζος στο δοκίμιο «Άγγελος Σικελιανός», ένας βάρδος του σύγχρονου Λυρισμού» («Νέα Εστία», 1 Ιουλίου 1966), το έργο του Σικελιανού είναι «σχηματικά» τοποθετημένο «στη Βυζαντινή περίοδο», αλλά «είναι εμπνευσμένο, απ’ τα τραγικά περιστατικά των χρόνων της κατοχής». Ο ποιητής είχε το δικαίωμα να ενώσει το παρελθόν με το παρόν.

Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος 

[Εκδόσεις Δ. ΓΙΑΛΛΕΛΗΣ, 1998, Τόμος 1, σελ. 69]   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου