Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

Η σκέψη του Ζίγκμουντ Φρόιντ

Περίπου στα 30 του χρόνια, ο Ζ. Φρόιντ επινοεί την ψυχανάλυση. Ορίστε πως αφηγείται τα γεγονότα η Ιστορία.

Αφότου ειδικεύτηκε στη νευροπαθολογία αφιερώνεται στην υστερία και στη σημασία που έχει στις πνευματικές ασθένειες η συγκινησιακή πλευρά του ασθενούς. Εφαρμόζει αρχικά την ύπνωση, αλλά δεν αντιλαμβάνεται τα όριά της και δηλώνει: «Δεν είναι αυτό που θέλω».

Έτσι, μαζί με τον δόκτορα Μπρόιερ, ένα συνάδελφο που βάζει τους ασθενείς να αφηγούνται τις συγκινήσεις, τις αναμνήσεις και τα τραύματα που συνδέονται με την ασθένεια, πετυχαίνοντας την υποχώρηση κάποιου συμπτώματος, αισθάνεται ότι είναι στο σωστό δρόμο, αλλά δηλώνει ξανά: «Δεν είναι αυτό που θέλω».

Εμβαθύνει στις τεχνικές του Μπρόιερ, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι τα νευρωτικά συμπτώματα προέρχονται από μια ποσότητα «μετατοπισμένης» ψυχικής ενέργειας, δηλαδή μια ψυχική παρόρμηση που μετατρέπεται σε σωματικό σύμπτωμα. Εξετάζει την «περίπτωση της Άννας Ο», μιας συμπαθητικής και νεαρής ασθενούς, η οποία μετά το θάνατο του πατέρα της είχε εμφανίσει μια σειρά από νευρωτικές διαταραχές. Διαισθάνεται ότι στη βάση υστερικού συμπτώματος υπάρχει μια απομάκρυνση του οδυνηρού συμβάντος, ένας στοιχειώδης μηχανισμός άμυνας που απωθεί το δυσάρεστο γεγονός σε ένα ημιυπόγειο της ψυχής που ονομάζει «υποσυνείδητο»· νιώθει ότι είναι κοντά στη λύση, αλλά δηλώνει: «Δεν είναι αυτό που θέλω».

Τότε εμβαθύνει σ’ εκείνο που κατά τη γνώμη του είναι ένας από τους πιο βασικούς αρχιτέκτονες του υποσυνείδητου, δηλαδή το όνειρο. Αναλύει τη λογική της ονειρικής διαδικασίας και εντοπίζει τις δυο βασικές λειτουργίες που επιτελεί το υποσυνείδητο, δηλαδή τη «συμπύκνωση», όπου οι φευγαλέες σκέψεις αντιπροσωπεύονται από ένα «κεντρικό» στοιχείο, και τη μετατόπιση», χάρη στην οποία η συγκινησιακή ένταση μερικών στοιχείων του ύπνου μεταφέρεται σε άλλα για να αποφευχθεί η λογοκρισία και να ξεπερεστούν τα εμπόδια. Ικανοποιημένος δηλώνει: «Αρχίζει να είναι αυτό που θέλω». Οπότε, αφοσιώνεται στις διαδικασίες που η ονειρική εργασία αναδημιουργεί διαμέσου μιας ψευδαίσθησης και καθορίζει ότι υπάρχουν απωθημένες παιδικές επιθυμίες. Πράγματι το όνειρο είναι ένας σημαντικότατος φύλακας του ύπνου, επειδή προσφέρει στις υποσυνείδητες επιθυμίες τη δυνατότητα έκφρασης και ικανοποίησης που αν δεν την είχαμε, θα αναγκαζόμαστε να βιώνουμε το αιώνιο ανικανοποίητο πολλών ανεκπλήρωτων επιθυμιών.   

Πραγματικά ικανοποιημένος, περνά στην επεξεργασία μιας θεωρίας του υποσυνείδητου που θα δικαιολογεί το όνομα του. Σύμφωνα με την άποψή του, υπάρχει μια σειρά από ωθήσεις που αντιπροσωπεύουν την ψυχική έκφραση της σεξουαλικής ενέργειας. Η δήλωσή του αυτή εκκινεί από την πεποίθηση ότι η προέλευση της ζωής προέρχεται από μια μοναδική ενέργεια, ένα πρωταρχικό ένστικτο που […] αποκαλεί «λίμπιντο», το οποίο δίνει δύναμη σε όλες τις εκδηλώσεις του και δεν είναι μια «ενστικτώδης» ενέργεια ίδια μ’ εκείνη των ζώων, αλλά μια τάση που μπορεί να θέσει σε ενέργεια διαφορετικές δυνάμεις και ανάλογα με την περίπτωση να ελευθερώνεται ή να καταπιέζεται. Η λίμπιντο έχει μια πηγή, δηλαδή μια ερωτογενή ζώνη του σώματος που συνδέεται με ζωτικές λειτουργίες, την οποία όμως παρακολουθεί, ξεκινώντας έτσι την πρόσφατη διαφωνία για τις ερωτογενείς ζώνες […] Και επιτέλους αναφωνεί: «Ορίστε, αυτό είναι εκείνο που θέλω!».

Δηλώνει, λοιπόν, ότι η λίμπιντο υπόκειται σε διάφορα στάδια εξέλιξης που καθιστούν τα παιδιά υποθετικούς έκφυλους: το στοματικό στάδιο από 0 ως 18 μηνών […]· ένα πρωκτικό στάδιο από τους 18 μήνες ως τα τρία χρόνια, […] και το φαλλικό στάδιο, από 3 ως 5 χρόνων […]

Σε αυτό το στάδιο αναπτύσσεται […] το οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Το πήρε από τον αρχαίο ελληνικό μύθο, όπου εκείνος ο άμοιρος σκοτώνει, δίχως να το γνωρίζει, τον πατέρα του Λάιο και παντρεύεται τη μητέρα του Ιοκάστη. Πέρα από το μύθο, αναφέρεται σ’ εκείνο το σύνολο των ερωτικών και εχθρικών συναισθημάτων που το παιδί νιώθει απέναντι στους γονείς του, αρχίζοντας να τους «κρυφοκοιτάζει» από την κλειδαρότρυπα, και θέτοντας σε λειτουργία τη θεωρία της «παιδικής αποπλάνησης», το οποίο είναι ένα τραύμα που δεν το ζούμε, αλλά το φανταζόμαστε. Η ανάπτυξη της λίμπιντο μπορεί να εξελιχθεί φυσιολογικά ή να διακοπεί από την προκατάληψη ή από την οπισθοδρόμηση που σταματούν την εξέλιξη και προκαλούν νευρωτικά συμπτώματα, όπως το να βυζαίνεις το δάκτυλο στη διάρκεια επαγγελματικών συναντήσεων. 

Στην πιο ώριμη φάση της θεωρίας του ο Φρόιντ επεξεργάστηκε ένα διαχωρισμό της ψυχής σε τρία μέρη: το Εκείνο, δηλαδή το σύνολο των λιμπιντικών ωθήσεων· το Υπερεγώ, δηλαδή το σύνολο των απαγορεύσεων που έχουν ενσταλαχτεί στον άνθρωπο από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, το οποίο θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «ηθική συνείδηση»· και το Εγώ, δηλαδή η προσωπικότητα που προκύπτει από την επισφαλή ισορροπία των δύο προηγούμενων στοιχείων. […]

Στην ύστερη συστηματοποίηση της θεωρίας του, […] ο Φρόιντ παρεμβάλλει άλλες δύο αντιτιθέμενες αρχές: έρως και θάνατος, που γίνονται πρωταγωνιστές μιας νέας αντίληψης για τη λίμπιντο. Δεν είναι πια η Ηδονή η πρωταρχική ώθηση της ζωής, αλλά υπάρχει κι άλλη μια, ακόμη πιο αρχαία, αυτοκαταστροφική και με μελαγχολικές τάσεις, που μας σπρώχνει να μη χαιρόμαστε ό,τι κατακτούμε στη ζωή, δηλαδή ο Θάνατος· η μάχη ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο Τιτάνες αποτελεί την πιο βαθιά και αμφίσημα μορφή της ανθρώπινης ύπαρξης. Ολόκληρη η πορεία της ανθρωπότητας θα σημαδευόταν από την αλληλοδιαδοχή αυτών των σημαντικών ωθήσεων: ο αέναος αγώνας ανάμεσα στο Μίσος και στην Αγάπη, που ήδη πριν από 2500 χρόνια κάποιος Εμπεδοκλής από τον Ακράγαντα είχε προβλέψει με σαφήνεια […] Ετούτη η πληθώρα αρχών και αντιπαραθέσεων επιτρέπει στον Φρόιντ να διευρύνει την ψυχαναλυτική θεωρία του στην ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων και στο πεπρωμένο του πολιτισμού μας, φτάνοντας προς το τέλος της ζωής του να στραφεί σε μια απαισιόδοξη κατεύθυνση: όσο περισσότερο ερευνώνται οι αιτίες της ενόχλησης, τόσο αναδύεται η πολύμορφη δομή της προσωπικότητας μας και η ευθραυστότητα της· όσο περισσότερο αποκαλύπτονται τα ανήσυχα γεγονότα των εμπειριών μας τόσο η ψυχανάλυση γίνεται κριτική.

Τέλος πάντων, συγκεφαλαιώνοντας, η θεωρία του Φρόιντ είναι μια θεωρία που αποτελείται από τεχνάσματα όπου εμείς τα ανθρώπινα πλάσματα δεν παρουσιάζουμε πολύ ωραία εικόνα: από μικροί είμαστε έκφυλοι που θέλουν να πλαγιάσουν με τη μαμά ενώ ο μπαμπάς είναι στη δουλειά – αντίθετα, τα κοριτσάκια τον περιμένουν με λάγνα αγωνία. Χρόνια σεξουαλικά πεινασμένα που από μικρά θέλουμε να ερεθιστούμε από το στόμα, από τον κώλο και από τα γεννητικά όργανα και, μόλις αναπτυχθούμε, ως ανεύθυνοι δειλοί, αρνούμαστε να αποκτήσουμε αυτογνωσία για να μην αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες της ζωής· βρομιάρηδες που, αντί να μαζέψουμε τα άπλυτά μας και να τα πλύνουμε μπροστά σε όλους, προτιμούμε να τα βάλουμε στο πατάρι και/ή στο υπόγειο, αφήνοντας τα για χρόνια να μουχλιάσουν από την ντροπή: με δυο λόγια, άθλιοι, ηλίθιοι, ορθά καταπιεσμένοι από τόση ανυπαρξία, που δε βλέπουμε την ώρα να πάμε στο κρεβάτι τουλάχιστον για να ονειρευτούμε ό,τι δε θα μπορέσουμε ποτέ να πραγματοποιήσουμε, γεγονός που, μεταξύ άλλων, δεν είμαστε ελεύθεροι να πράξουμε επειδή μας εμποδίζουν μια σειρά μηχανισμών ελέγχου που αρνούνται κάθε μορφή αυτονομίας.  Δε μας απομένει παρά να πούμε: σκέτη καταστροφή. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, με δεδομένη την παράλογη βάση της φροϋδικής σκέψης, που απωθεί το δυαδισμό ανάμεσα σε Ψυχή και Σώμα, δε μας αφήνει ούτε την ελπίδα ότι η Ψυχή μπορεί να είναι κάτι κυρίως αξιοπρεπές και λίγο αργότερα θα μπορεί να μας κάνει να δοκιμάσουμε κάποιο άλλο σύμπαν και/ή κατάσταση.

Βέβαια δεν πρέπει να μας εκπλήσσει ότι, σύμφωνα μ’ αυτή την παρουσίαση μας […] φαίνεται ότι το χειρότερο που μπορεί να μας συμβεί είναι να αποκτήσουμε αυτογνωσία και να καταλάβουμε τι πραγματικά είμαστε: κάτι που προφανώς προσέχουμε πολύ να μην κάνουμε, προσπαθώντας όσο είναι δυνατόν να περιορίσουμε τις ζημιές και να επιβιώσουμε. Δηλαδή, δεν έχουμε κανένα λόγο να περηφανευόμαστε. Σας ευχαριστούμε θερμά, μίστερ Φρόιντ.

Υπέροχη σκέψη Α: «Το να γνωρίζουμε τους φόβους μας είναι η καλύτερη μέθοδος για να αμβλύνουμε εκείνους των άλλων».

Υπέροχη σκέψη Β: «Η λέξη “πιστεύω” έχει δύσκολη σημασία. Εγώ πρέπει να έχω πάντα δίκιο για να πιστέψω. Ακόμη όμως και αν γνωρίζω κάτι, δεν είναι δεδομένο ότι πρέπει να το πιστέψω».

Zap Mangusta, Το φλιπεράκι των φιλοσόφων

[Μοντέρνοι Καιροί, 2009, σελ. 130-136]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου