Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Νίτσε: Διαβαίνοντας τον Ρουβίκωνα

Το 1888 ήταν η χρονιά που ο Νίτσε έβγαινε από τη στενωπό όπου βρισκόταν τόσα χρόνια. Επρόκειτο για μια αξιοσημείωτα παραγωγική χρονιά, κατά την οποία ολοκλήρωσε πέντε βιβλία: Η περίπτωση Βάγκνερ, Το λυκόφως των ειδώλων, Ο Αντίχριστος, Ίδε ο άνθρωπος και Νίτσε εναντίον Βάγκνερ. Η δημόσια αναγνώριση, την οποία τόσο πολύ είχε επιδιώξει, άρχισε επιτέλους να γίνεται πραγματικότητα. Ο Δανός λόγιος Georg Brandes έδωσε μια σειρά διαλέξεις με αντικείμενο τη φιλοσοφία του Νίτσε -για πρώτη φορά στον ευρωπαϊκό χώρο- που γνώρισαν πρωτοφανή επιτυχία: τις παρακολούθησαν πάνω από τριακόσια άτομα κατακλύζοντας τη μικρή αίθουσα διαλέξεων. Από τη μια μέρα στην άλλη το όνομα του Νίτσε συζητιόταν σε όλη την Κοπεγχάγη. Την ίδια περίπου περίοδο ο Νίτσε ξεκίνησε εντατική αλληλογραφία με τον Σουηδό δραματουργό Αύγουστο Στρίντμπεργκ, ο οποίος απέκτησε τη συνήθεια να υπογράφει όλα τα γράμματά του με τη σύσταση «Διαβάστε Νίτσε!». Από όλες τις χώρες του κόσμου ρωτούσαν συνέχεια για τη φιλοσοφία του. […]  Ακόμη και η εκδοτική τύχη του Νίτσε, η οποία ως τότε ήταν θλιβερή (σπανίως τα βιβλία του πουλούσαν περισσότερα από εκατό αντίτυπα και συχνά ο Νίτσε έπρεπε να καταβάλλει ο ίδιος μέρος των εξόδων της έκδοσης), άρχισε ν' αλλάζει προς το καλύτερο.

Η απροσδόκητη αυτή επιτυχία δημιούργησε στον Νίτσε μια περίεργη ευφορία, που είναι έκδηλη στην αλληλογραφία του. Υποτιμημένος και καταφρονεμένος σε όλη του τη συγγραφική ζωή, ο Νίτσε ένιωθε ότι η διάνοια του είχε αναγνωριστεί με μεγάλη καθυστέρηση. Στο μυαλό του, ασήμαντες λεπτομέρειες της καθημερινής του ζωής στο Τορίνο άρχιζαν ν' αποκτούν κοσμοϊστορική σημασία. Υποστήριζε, για παράδειγμα, ότι οι κάτοικοι του Τορίνου, από όλα τα κοινωνικά στρώματα, άρχισαν να του δείχνουν μέγιστο σεβασμό, ενώ πλήθαιναν τα σημάδια αναγνώρισης. Όταν ο Νίτσε δειπνούσε σ' ένα εστιατόριο, οι σερβιτόροι τού έδιναν την καλύτερη και μεγαλύτερη μερίδα κρέατος - και με έκπτωση μάλιστα! Η εντεινόμενη μεγαλομανία του Νίτσε -συγκινητική αλλά και θλιβερή ταυτόχρονα- διακρίνεται πολύ καθαρά σ' ένα από τα γράμματα που έστειλε στη μητέρα του τον Δεκέμβριο του 1888:

Σε γενικές γραμμές, ο άνθρωπος που γνωρίζετε ως γιο σας είναι σήμερα ξακουστός... Στους θαυμαστές μου συγκαταλέγονται πραγματικές ιδιοφυΐες - κανένας άλλος δεν χαίρει σήμερα τόσο μεγάλης εκτίμησης και υπόληψης όσο εγώ. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη επιτυχία: χωρίς να έχω τρανό όνομα, τίτλο ή πλούτο, όλοι εδώ μου συμπεριφέρονται σαν να είμαι ένας μικρός πρίγκιπας, μέχρι και η γυναίκα που μου προμηθεύει τρόφιμα, η οποία δεν ησυχάζει μέχρι να βρει για μένα τα πιο γλυκά σταφύλια.

Σχεδόν αμέσως μετά από αυτό το γράμμα, η μεγαλομανία του Νίτσε έγινε ανεξέλεγκτη και ξεπέρασε κάθε όριο. Σ' ένα γράμμα προς την αδελφή του υποστήριζε ότι κρατούσε «σχεδόν κυριολεκτικά, το μέλλον της ανθρωπότητας στην παλάμη του χεριού μου». Στον μουσικολόγο Carl Fuchs δήλωσε ότι, αφού ο παλαιός Θεός αποσύρθηκε, «στο εξής θα κυβερνώ εγώ τον κόσμο». Στον Franz Overbeck, έναν παλιό του φίλο και πρώην συνάδελφο στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας, έγραψε: «ετοιμάζω ένα υπόμνημα για τις αυλές της Ευρώπης με σκοπό τη συγκρότηση μιας αντιγερμανικής συμμαχίας, θέλω να δημιουργήσω ασφυκτικές συνθήκες για το Ράιχ και να το εξωθήσω σε έναν απελπισμένο πόλεμο». Την Πρωτοχρονιά του 1888 έγραψε στον συνθέτη Peter Gast, κάνοντας σαφή νύξη στην κατάσταση της διανοητικής του υγείας, ότι είχε διαβεί «τον περιβόητο Ρουβίκωνα».  Ακολούθησε μια κάρτα στον Στρίντμπεργκ, στην οποία ο Νίτσε δήλωνε ότι συγκαλούσε μια διάσκεψη πριγκίπων στη Ρώμη και είχε κανονίσει την εκτέλεση του νεαρού Γερμανού αυτοκράτορα. (Η απάντηση του Στρίντμπεργκ ήταν: « Αγαπητέ Δόκτωρ! Τι απόλαυση να είναι κανείς τρελός!») Έχοντας εν μέρει επίγνωση της παραφροσύνης του, ο Νίτσε υπέγραφε αυτά τα τελευταία παρανοϊκά μηνύματα ως «Διόνυσος» και «Ο Εσταυρωμένος».

Τότε ήρθε η δραματική τελική κρίση. Το πρωί της 3ης Ιανουαρίου 1889 ο Νίτσε, βγαίνοντας από το δωμάτιό του στο Τορίνο, είδε έναν αμαξά να χτυπάει αλύπητα το άλογό του στην πλατεία Κάρλο Αλμπέρτο. Σπεύδοντας να προστατεύσει το άλογο, ο Νίτσε λιποθύμησε και έπεσε στο οδόστρωμα. Ο Overbeck, που μόλις είχε λάβει ένα ακόμη αλλοπρόσαλλο γράμμα από τον Νίτσε (στο οποίο ο Νίτσε δήλωνε ότι θα διέταζε την εκτέλεση όλων των αντισημιτών), έσπευσε στο Τορίνο για να φροντίσει τον φίλο του. Φτάνοντας εκεί, βρήκε τον Νίτσε κουβαριασμένο σε μια γωνία του δωματίου του, να κρατάει σφιχτά τα χειρόγραφα του Νίτσε εναντίον Βάγκνερ, τρέμοντας σύγκορμος. Βλέποντάς τον, ο Νίτσε σηκώθηκε να αγκαλιάσει τον φίλο του, άρχισε να κλαίει υστερικά και έπειτα κατέρρευσε. Τότε ο Overbeck, βαθιά ταραγμένος από την έκδηλη επιδείνωση της κατάστασης του φίλου του, έχασε κι αυτός τον έλεγχο.

Τι ήταν αυτό που έσπρωξε τον Νίτσε στον γκρεμό; Οι ιατρικές διαγνώσεις της εποχής του υποστήριζαν ότι ο Νίτσε έπασχε από σύφιλη προχωρημένου βαθμού. Αλλά την εποχή εκείνη ήταν σύνηθες να παρερμηνεύουν συμπτώματα σαν του Νίτσε, η δε αρχική διάγνωση δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ οριστικά. Είναι πολύ πιθανό ότι υπήρχαν σοβαροί οργανικοί λόγοι που ο Νίτσε «διάβηκε τον Ρουβίκωνα», όπως τόσο διορατικά είπε ο ίδιος. Αλλά ο Νίτσε ήταν και θύμα της μεγαλομανίας του. Το σύνδρομο καταδίωξης που τον κατάτρυχε σε ολόκληρη τη ζωή του -κάποτε προφήτεψε ότι οι διδασκαλίες του θα γίνονταν κατανοητές μόνο ύστερα από πενήντα χρόνια- απλώς μετεξελίχθηκε σε παραλήρημα μεγαλομανίας.

Ο Νίτσε πίστευε ότι ήταν ένας νέος προφήτης ή ένας νέος σωτήρας με την κυριολεκτική σημασία του όρου. Δεν έβλεπε τα γραπτά του ως «λογοτεχνικά έργα», αλλά ως μια «κήρυξη πολέμου» κατά της διάχυτης πνευματικής κρίσης της Ευρώπης. Έβλεπε τον εαυτό του ως ένα «πεδίο μάχης» όπου θα κρίνονταν τα επόμενα διακόσια χρόνια της ευρωπαϊκής ιστορίας. Γι' αυτόν, ο Ζαρατούστρα και ο Διόνυσος δεν ήταν συμβολικές φιγούρες. Ο ίδιος ο Νίτσε ήταν ο Ζαρατούστρα και ο Διόνυσος, οι προφήτες του «Υπερανθρώπου» και της «αιώνιας επιστροφής». Ακόμη και το σύνδρομο του θεού που εκδήλωσε ο Νίτσε τις τελευταίες μέρες του στο Τορίνο (όπως έγραψε στον Μπούρκχαρντ, «για την ακρίβεια θα προτιμούσα να ήμουν ένας καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας παρά ο Θεός, αλλά δεν τόλμησα να ικανοποιήσω τον προσωπικό μου εγωισμό σε τέτοιο βαθμό ώστε να αρνηθώ τελικά να δημιουργήσω τον κόσμο στο όνομά του») δεν διέφερε ιδιαίτερα από τους τυπικούς υπερβολικούς αυτοχαρακτηρισμούς του κατά τη δεκαετία του 1880. Περίμενε ότι θα τον παρανοούσαν, θα τον διαπόμπευαν και θα τον σταύρωναν, αυτή ήταν η μοίρα του, αν και στο τέλος αυτή η διορατικότητα του δεν τον βοήθησε ιδιαίτερα στο να υπομείνει τη μοίρα του. Τελικά, αυτή η τεράστια απόσταση ανάμεσα στις μεγαλομανείς προσδοκίες του και την απλή αδιαφορία για το έργο του («Μιλούν όλοι για μένα... αλλά κανείς δεν με σκέφτεται! Αυτή είναι η νέα σιωπή που διδάχθηκα- ο θόρυβος που κάνουν για μένα απλώνει ένα πέπλο σκότους πάνω από τις ιδέες μου») αποδείχθηκε αβάσταχτη. Συνέθλιψε το πνεύμα του και τον οδήγησε στην τραγική, τελική κατάρρευση.

Richard Wolin, Η γοητεία του ανορθολογισμού  

[Εκδόσεις Πόλις, 2007, σελ. 65-70]


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου