Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

Η πρώτη επίθεση στον Διαφωτισμό

Παρά το γεγονός ότι ο Montesquieu και ο Hume κατέφεραν κάποια σχετικά πλήγματα στην όλη οπτική του Διαφωτισμού -ο μεν πρώτος αποδεικνύοντας πως τίποτα δεν είναι παντού το ίδιο, ο δε δεύτερος λέγοντας πως δεν υπάρχουν αναγκαιότητες, παρά μόνο πιθανότητες- δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι επέφεραν ριζικές αλλαγές στα πράγματα. […] Η επίθεση, ωστόσο, την οποία θα ήθελα να αναλύσω, προήλθε από μιαν εντελώς διαφορετική ομάδα ανθρώπων - τους Γερμανούς.

Η αλήθεια είναι ότι οι Γερμανοί, κατά τον δέκατο έβδομο και τον δέκατο όγδοο αιώνα, αποτελούσαν έναν κύκλο, τρόπον τινά, οπισθοδρομικό. Αν και οι ίδιοι δεν θα παραδέχονταν ποτέ αυτή την άποψη, ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός παραμένει εν τούτοις βάσιμος. Κατά τον δέκατο έκτο αιώνα, οι Γερμανοί, όσον αφορά τη συμβολή τους στον ευρωπαϊκό πνευματικό πολιτισμό, δεν υστέρησαν κανενός σε προοδευτικότητα, δυναμικότητα και γενναιοδωρία. Ο Dürer ήταν αναμφίβολα ένας από τους μεγαλύτερους Ευρωπαίους ζωγράφους της εποχής του, όπως και ο Λούθηρος υπήρξε μια από τις σημαντικότερες θρησκευτικές φυσιογνωμίες στην ευρωπαϊκή ιστορία. Αν όμως εξετάσετε τη Γερμανία του δέκατου έβδομου αιώνα και των αρχών του δέκατου όγδοου, τότε, ανεξαρτήτως λόγου και αιτίας, και εξαιρούμενης της απαράμιλλης φυσιογνωμίας του Leibniz, που υπήρξε αναμφίβολα ένας φιλόσοφος παγκόσμιας εμβέλειας, θα διαπιστώσετε ότι είναι πολύ δύσκολο να βρείτε έστω και έναν μεταξύ των Γερμανών της συγκεκριμένης εποχής, ο οποίος να άσκησε παγκοσμίως σημαντική επιρροή στη σκέψη ή στην τέχνη, και ειδικά κατά τα τέλη του δέκατου έβδομου αιώνα.

[..] Για κάποιον λόγο οι Γερμανοί δεν κατόρθωσαν να καθιδρύσουν ένα κράτος συγκεντρωτικό, όπως είχαν κάνει η Αγγλία, η Γαλλία ή και αυτή ακόμη η Ολλανδία. Κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα, εννοείται δε και κατά τον δέκατο έβδομο, οι Γερμανοί κυβερνούνταν από τριακόσιους πρίγκιπες και χίλιους διακόσιους πρίγκιπες-εκλέκτορες. Ο αυτοκράτορας είχε συμφέροντα στην Ιταλία και σε διάφορες άλλες χώρες, τα οποία, φαίνεται, τον εμπόδιζαν να δώσει τη δέουσα προσοχή στη Γερμανία. Πάνω απ' όλα όμως, επήλθε εκείνος ο βίαιος διαμελισμός του Τριακονταετούς Πολέμου, στη διάρκεια του οποίου διάφορα ξένα στρατεύματα, των γαλλικών μη εξαιρουμένων, κατέστρεψαν και σκόρπισαν τον θάνατο σε ένα πολύ μεγάλο τμήμα του γερμανικού πληθυσμού, πνίγοντας στο αίμα κάθε πιθανότητα πολιτισμικής ανάπτυξης. Αυτή η συμφορά δεν έχει όμοιά της στην ευρωπαϊκή ιστορία. Από την εποχή του Τζένγκις Χαν και μετά, ποτέ άλλοτε, όποιος κι αν ήταν ο λόγος, δεν είχε βρει τον θάνατο ένας τόσο μεγάλος αριθμός ανθρώπων. Για τη Γερμανία το πλήγμα ήταν συντριπτικό. Συνέτριψε το πνεύμα της σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε ο γερμανικός πολιτισμός κατέληξε να περιοριστεί και να διασπαστεί σε όλες εκείνες τις μικρές και αποπνικτικές επαρχιακές αυλές. Εδώ δεν υπήρχε Παρίσι, δεν υπήρχε κέντρο, ζωή, περηφάνια, αίσθηση ανάπτυξης, δυναμισμού ή δύναμης. Ο γερμανικός πνευματικός πολιτισμός προσανατολίστηκε, λοιπόν, είτε σε έναν ακραίο εκπαιδευτικό σχολαστικισμό λουθηρανικού τύπου -διεξοδική, αλλά και μάλλον στεγνή γνώση- είτε σε μιαν εξέγερση ενάντια σε αυτού του είδους τη γνώση, που είχε ως απώτερο στόχο την εσώτερη ζωή της ανθρώπινης ψυχής. […] Κατόπιν τούτου στη Γερμανία ρίζωσε μια μόνιμη αίσθηση λύπης και ταπείνωσης, την οποία μπορούμε να συναντήσουμε στις θλιμμένες γερμανικές μπαλάντες και στη λαϊκή λογοτεχνία του ύστερου δέκατου έβδομου αιώνα, καθώς και σε όλες τις τέχνες στις οποίες διέπρεψαν οι Γερμανοί […]

Σε αυτό το πλαίσιο, το κίνημα του πιετισμού, που αποτελεί την κατ' εξοχήν ρίζα του ρομαντισμού, προχώρησε βαθιά μες στην καρδιά της Γερμανίας. Ο πιετισμός ήταν παρακλάδι του λουθηρανισμού και συνίστατο στην προσεχτική μελέτη της Βίβλου και στον βαθύτατο σεβασμό για την προσωπική σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Δόθηκε, έτσι, ιδιαίτερη. έμφαση στην πνευματική ζωή· η μάθηση, τα τελετουργικά, η τυπικότητα, η επισημότητα και οι κάθε λογής τελετές παραμερίστηκαν με περιφρόνηση, ενώ τονίστηκε σε ύψιστο βαθμό η ατομική σχέση κάθε μίας πονεμένης ανθρώπινης ψυχής με τον πλάστη της. Ο Spener, ο Francke, ο Zinzendorf, ο Arnold - όλοι αυτοί οι θεμελιωτές του πιετιστικού κινήματος κατόρθωσαν να προσφέρουν την παρηγοριά και τη λύτρωση σε έναν μεγάλο αριθμό κοινωνικά συντετριμμένων και πολιτικά εξαθλιωμένων ανθρώπων. Επρόκειτο, θα λέγαμε, για ένα είδος απόσυρσης στα εσώτερα βάθη του ατόμου. […]. Αυτό ακριβώς συνέβη στην αρχαία Ελλάδα, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος άρχισε να καταστρέφει τις πόλεις-κράτη, και οι στωικοί και οι επικούρειοι άρχισαν να διακηρύσσουν μια νέα ηθική περί προσωπικής σωτηρίας, η οποία πήρε τελικά τη μορφή του ισχυρισμού ότι η πολιτική ήταν ασήμαντη, ότι η συμμετοχή στα κοινά ήταν ασήμαντη, ότι όλα τα μεγάλα ιδεώδη στα οποία πίστευαν ο Περικλής και ο Δημοσθένης, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, ήταν αμελητέα και μηδαμινά σε σχέση με την αδήριτη ανάγκη της προσωπικής σωτηρίας του ατόμου.

Τι πιο χαρακτηριστικό από το να υποτιμάς αυτό που δεν μπορείς να έχεις. Αν δεν μπορείς να πάρεις από τον κόσμο αυτό που πραγματικά θέλεις, πρέπει να μάθεις να μην το επιθυμείς. Αν δεν μπορείς να αποκτήσεις αυτό που θέλεις, πρέπει να μάθεις να θέλεις αυτό που μπορείς να αποκτήσεις. Πρόκειται για μια διόλου σπάνια μορφή πνευματικής απόσυρσης στα εσώτερα βάθη του ατόμου, σε ένα είδος ενδότερου κάστρου, όπου προσπαθεί κανείς να κλειστεί για να προστατευτεί απ' όλα τα φοβερά κακά του κόσμου. Ο βασιλιάς της επαρχίας μου -ο πρίγκιπας- κατάσχει τη γη μου: δεν θέλω να έχω γη στην ιδιοκτησία μου. Ο πρίγκιπας δεν μου δίνει αξιώματα: τα αξιώματα είναι ασήμαντα, καταφρονητέα. Ο βασιλιάς έκλεψε την περιουσία μου: οι περιουσίες είναι ανάξιες λόγου. Τα παιδιά μου πέθαναν από την ασιτία και τις αρρώστιες: τα επίγεια αγαθά, ακόμη και η αγάπη του γονέα για τα παιδιά του, είναι ένα τίποτα μπροστά στην αγάπη για τον Θεό. Και πάει λέγοντας. Σιγά σιγά υψώνεις ένα κυκλικό τείχος όσο πλησιέστερα σ' εσένα γίνεται, και προσπαθείς με αυτό να καλύψεις κάθε ευάλωτο σημείο σου - θέλεις να πληγωθείς όσο το δυνατόν λιγότερο. Έχουν μαζευτεί πάνω σου κάθε λογής πληγές, και θέλεις να συρρικνωθείς στον μικρότερο δυνατό χώρο, έτσι ώστε μόνον ένα ελάχιστο κομμάτι του εαυτού σου να μείνει εκτεθειμένο στα μελλοντικά πλήγματα.

Κάπως έτσι σκέφτονταν και ενεργούσαν οι Γερμανοί πιετιστές. Επακόλουθα αυτής της στάσης ήταν μια έντονη εσωτερική ζωή, ένα μεγάλο κύμα πολύ συγκινητικής και πολύ ενδιαφέρουσας, αλλά και εξαιρετικά προσωπικής και σφόδρα αισθηματικής λογοτεχνίας, ένα βαθύ μίσος για τη διάνοια και, προπάντων, για τη Γαλλία, για τις περούκες, για τις μεταξωτές κάλτσες, για τα σαλόνια, για τη διαφθορά, για τους στρατηγούς, για τους αυτοκράτορες, για όλες τις μεγάλες και μεγαλειώδεις φυσιογνωμίες του κόσμου τούτου, οι οποίες δεν είναι παρά ενσαρκώσεις του πλούτου, του κακού, του ίδιου του διαβόλου. Πρόκειται για μια φυσιολογική αντίδραση εκ μέρους ενός ευσεβούς και ταπεινωμένου πληθυσμού, η οποία έχει παρατηρηθεί έκτοτε και σε κάμποσα άλλα μέρη. Θα λέγαμε πως συνιστά μια συγκεκριμένη μορφή αντικουλτούρας, αντιδιανοητικότητας και ξενοφοβίας - στοιχεία στα οποία οι Γερμανοί, τη δεδομένη εκείνη στιγμή, ήταν κάτι περισσότερο από επιρρεπείς. Αυτός είναι ο τοπικισμός τον οποίο λάτρευαν και αγαπούσαν ορισμένοι Γερμανοί στοχαστές του δέκατου όγδοου αιώνα και στην καταπολέμηση του οποίου ο Goethe και ο Schiller αφιέρωσαν όλη τους τη ζωή.

[…] Αν θελήσετε να μάθετε ποιοι ήταν αυτοί οι Γερμανοί, ποιοι ήταν αυτοί οι στοχαστές του δέκατου όγδοου αιώνα που επηρέασαν περισσότερο τη Γερμανία, υπάρχει σχετικά με αυτούς ένα παράξενο κοινωνιολογικό δεδομένο, το οποίο και στηρίζει τον ισχυρισμό μου, ότι η όλη κατάσταση ήταν προϊόν μιας πληγωμένης εθνικής ευαισθησίας, μιας τρομαχτικής εθνικής ταπείνωσης, κι ότι αυτό ακριβώς είναι η ρίζα του ρομαντικού κινήματος από πλευράς Γερμανών. Αν θελήσετε να μάθετε ποιοι ήταν αυτοί οι στοχαστές, θα διαπιστώσετε ότι, σε αντίθεση με τους Γάλλους, προέρχονταν από ένα εντελώς διαφορετικό κοινωνικό περιβάλλον. Ο Lessing, ο Kant, ο Herder, ο Fichte, ήταν όλοι ταπεινής καταγωγής. Ο Hegel, ο Schelling, ο Schiller, ο Hölderlin ήταν μικροαστοί. Ο Goethe ήταν μεν πλούσιος αστός, αλλά πέρασε καιρός για να του απονεμηθεί ένας κανονικός τίτλος. Μόνον ο Kleist και ο Novalis θα μπορούσαν, με τα δεδομένα εκείνης της εποχής, να θεωρηθούν ευγενείς γαιοκτήμονες. […]

Αν, από την άλλη μεριά, σκεφτείτε τους Γάλλους της ίδιας περιόδου, όλους τους ριζοσπάστες, όλους τους αριστερούς, τους πιο ακραίους πολέμιους της ορθοδοξίας, της Εκκλησίας, της μοναρχίας, του status quo, θα δείτε πως όλοι τους προέρχονταν από έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο. Ο Montesquieu ήταν βαρόνος, ο Condorcet ήταν μαρκήσιος, ο Mably ήταν αββάς, ο Condillac ήταν αββάς, ο Buffon έγινε κόμης, ο Volney καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια. Ο d'Alembert ήταν ο κλεψίγαμος γιος ενός ευγενούς. Ο Helvétius δεν ήταν μεν ευγενής, αλλά ο πατέρας του ήταν ο προσωπικός γιατρός της Madame, εκατομμυριούχος, ενοικιαστής φόρων, και σύχναζε σε αυλικούς κύκλους. Ο βαρόνος Grimm και ο βαρόνος d'Holbach ήταν δυο Γερμανοί που ήρθαν να ζήσουν στο Παρίσι, ο ένας καταγόμενος από τη Βοημία, ο άλλος από τη Ρηνανία. […]. Ο ίδιος ο Voltaire ήταν μέλος της μικρής αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων. Μόνον ο Diderot και ο Rousseau ήταν κατά κυριολεξίαν άνθρωποι του λαού. […] Σύχναζαν σε σαλόνια, διακρίνονταν από λαμπρότητα, εξαιρετική φινέτσα, μεγάλη παιδεία, ένα εξαίσιο στυλ γραφής και μια γενναιόδωρη και αρχοντική στάση απέναντι στη ζωή.

Και μόνη η ύπαρξή τους εξερέθιζε, ταπείνωνε και εξόργιζε τους Γερμανούς. […]

Υπάρχει ένας άνθρωπος ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, ήταν αυτός που κατέφερε το πιο αποφασιστικό πλήγμα στον Διαφωτισμό και ξεκίνησε την όλη ρομαντική πορεία […]. Ήταν μορφή ταπεινή, μα οι ταπεινές μορφές έχουν ενίοτε εξαιρετικά μεγάλο αντίκτυπο. (Και ο Hitler, εξάλλου, ήταν ταπεινός για ένα διάστημα στη ζωή του.) Ο Johann Georg Hamann ήταν γιος πολύ ταπεινών γονέων ο πατέρας του ήταν λουτράρης στο Καίνιξμπεργκ. Μεγάλωσε στην Ανατολική Πρωσία, σε πιετιστικό περιβάλλον. Ήταν ένας ανεπρόκοπος· ανίκανος να βρει δουλειά, έγραφε πότε πότε λίγη ποίηση ή λίγη κριτική· κι ήταν μάλιστα πολύ καλός, μα όχι αρκετά ώστε να μπορέσει να ζήσει απ' αυτό. Έτυχε της υποστήριξης του γείτονα και φίλου του, Immanuel Kant, ο οποίος ζούσε στην ίδια πόλη και με τον οποίο δεν σταμιάτησε ποτέ να φιλονικεί καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του. Μια δεδομένη στιγμή, κάποιοι πλούσιοι έμποροι της Βαλτικής τον έστειλαν στο Λονδίνο με σκοπό να τακτοποιήσει μιαν υπόθεσή τους, καθήκον το οποίο ο Hamann δεν κατάφερε ποτέ να διεκπεραιώσει και, αντί γι' αυτό, άρχισε να πίνει, να χαρτοπαίζει και να βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στα χρέη.

Έπειτα από την περίοδο αυτή της παρεκτροπής, έφτασε στα πρόθυρα της αυτοκτονίας, μα στη συνέχεια βίωσε μια θρησκευτική εμπειρία, διάβασε την Παλαιά Διαθήκη, στην οποία ορκίζονταν κάποτε οι πιετιστικών πεποιθήσεων γονείς και παππούδες του, κι ένιωσε αίφνης το πνεύμα του να μεταμορφώνεται. […] Υπό την επίδραση της θρησκευτικής αυτής μεταμόρφωσης, επέστρεψε στο Καίνιξμπεργκ και άρχισε να γράφει. Ως συγγραφέας, παρέμεινε αφανής και σκοτεινός, υιοθετώντας πολλά ψευδώνυμα και έναν τρόπο γραφής που θεωρείται ακόμη και σήμερα εντελώς ακατάληπτος. Συγχρόνως όμως άσκησε έντονη και χαρακτηριστική επιρροή σε μια σειρά από άλλους συγγραφείς, οι οποίοι, με τη σειρά τους, επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Κέρδισε τον θαυμασμό του Herder, στον οποίο αναμφισβήτητα οφείλεται ένας ριζικός μετασχηματισμός του τρόπου γραφής της ιστορίας και ο οποίος, κατά μίαν έννοια, σήμανε την απαρχή της όλης στάσης απέναντι στις τέχνες που επικρατεί σήμερα. Επηρέασε επίσης τον Goethe, ο οποίος ήθελε να επιμεληθεί τα έργα του, μιας και τον θεωρούσε ένα από τα πλέον χαρισματικά και εμβριθή πνεύματα της εποχής του, και τον υποστήριζε εναντίον όλων των πιθανών αντιπάλων του. Επηρέασε τον Kierkegaard, που έζησε μετά τον θάνατο του Hamann και έλεγε πως ο τελευταίος ήταν ένας από τους πλέον βαθύνοες συγγραφείς που είχε διαβάσει ποτέ, κι ας μην ήταν πάντοτε τόσο εύληπτος - ακόμη και για τον ίδιο. Εν τούτοις, παρά τη δυσνόητη γραφή του, είναι πράγματι δυνατόν, αν δοθεί πολύ μεγάλη προσοχή (πράγμα που δεν θα μπορούσα να πω πως το συνιστώ ανεπιφύλακτα), να εξαγάγει κανείς ορισμένα σπέρματα σαφήνειας από τις παράξενες και περίπλοκες μεταφορές, τα ευφυϊστικά κομψολογήμιατα, τα αλληγορήματα και τις κάθε λογής άλλες εκφάνσεις του ποιητικού λόγου που χρησιμοποιεί στα αποσπασματικά κειμενά του -ποτέ δεν ολοκλήρωσε κάτι- ο Hamann. Η θεωρία την οποία διατύπωσε έχει σε γενικές γραμμές ως εξής.

Ξεκινώντας από τον Hume, διαπίστωσε πως ο Hume είχε δίκιο - πως αν αναρωτηθεί κανείς πώς γίνεται και γνωρίζει το σύμπαν, η απάντηση είναι ότι δεν το γνωρίζει χάρη στη διάνοια, μα λόγω πίστης. Ο Hume υποστήριζε πως δεν μπορούσε ούτε καν να φάει ένα αυγό ή να πιει ένα ποτήρι νερό, δίχως αυτό να αποτελεί μιαν ορισμένη ομολογία πίστης, την οποία η λογική δεν μπορούσε διόλου να στηρίξει, και το γεγονός αυτό, όπως είναι ευνόητο, γίνεται ακόμη πιο έντονο σχεδόν για κάθε άλλη, κάπως πιο περίπλοκη, εμπειρία μας. Αυτό, ασφαλώς, που ήθελε να πει ο Hamann ήταν πως η πίστη του στον Θεό και στη Δημιουργία, από τη μια μεριά, και η πίστη του Hume στο αυγό του και στο ποτήρι του με το νερό, από την άλλη, στηρίζονταν στο ίδιο ακριβώς επιχείρημα. […]

Το συμπέρασμα, ένα συμπέρασμα μπερξονικών αποχρώσεων, που συνήγαγε ο Hamann απ' όλα αυτά ήταν ότι η ζωή είναι ένα ρεύμα και ότι κάθε προσπάθεια ανατομικής ανάλυσης του ρεύματος αυτού δεν θα κατάφερνε παρά να το νεκρώσει. Με τις επιστήμες δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα: ήταν επαρκέστατες, λαμβανομένων υπόψη των προθέσεών τους. Αν ήθελες να μάθεις να καλλιεργείς φυτά (χωρίς όμως ιδιαίτερες αξιώσεις)· αν ήθελες να μάθεις κάποιες γενικές αρχές, κάποιες γενικές ιδιότητες - φυσικές, χημικές- των σωμάτων εν γένει· αν ήθελες να μάθεις ποιο κλίμα ευνοούσε το τάδε ή το δείνα είδος καλλιέργειας, και ούτω καθ’ εξής· τότε, αναμφίβολα, οι επιστήμες ήταν κάτι παραπάνω από επαρκείς. Μα δεν ήταν αυτή η βασική επιδίωξη των ανθρώπων. Αν αναρωτιόσουν τι επιζητούσαν οι άνθρωποι, τι ήθελαν πραγματικά, θα διαπίστωνες πως αυτό που ήθελαν δεν είχε καμία απολύτως σχέση με αυτό που θεωρούσε ο Voltaire πως ήθελαν. Ο Voltaire πίστευε πως οι άνθρωποι ήθελαν την ευτυχία, την ικανοποίηση, την ειρήνη, όμως αυτό ήταν λάθος. Αν ήθελαν κάτι οι άνθρωποι, μ' όλες τους τις δυνάμεις, ήταν να παίζουν - και μάλιστα να παίζουν κατά τον πλουσιότερο και σφοδρότερο τρόπο. Αν ήθελαν κάτι οι άνθρωποι ήταν να δημιουργούν, να παράγουν, κι αν αυτό ήταν κάτι που θα τους οδηγούσε σε συγκρούσεις, σε πολέμους, σε μάχες και αγώνες, γεγονός παρέμενε εν τούτοις πως όλα αυτά δεν ήταν παρά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης μοίρας. Ένας άνθρωπος κλεισμένος σε έναν βολταιρικό κήπο, καλοσυντηρημένο, περιποιημένο, ένας άνθρωπος που θα μεγάλωνε στο πλάι ενός πολυμαθούς philosophe, αποκτώντας γνώσεις φυσικής, χημείας, μαθηματικών και όλων των επιστημών που συνιστούσαν κάποτε οι Εγκυκλοπαιδιστές - ο άνθρωπος αυτός θα αποτελούσε μια μορφή θανάτου εν ζωή.

Οι επιστήμες, πίστευε, αν αποκτούσαν ισχύ στους κόλπους της ανθρώπινης κοινωνίας, θα οδηγούσαν σε μια τρομαχτική γραφειοκρατικοποίηση. Ο Hamann ήταν κατά των επιστημόνων, των γραφειοκρατών, των ανθρώπων που ήθελαν να τακτοποιούν το καθετί, των ήσυχων λουθηρανών κληρικών, των ντεϊστών, όλων εκείνων που ήθελαν να κλείνουν τα πράγματα μέσα σε κουτιά, […]. Ως εκ τούτου θεωρούσε πως η θεωρία του Διαφωτισμού στο σύνολό της θανάτωνε καθετί ζωντανό μέσα στον άνθρωπο, προέβαλλε ένα ισχνό υποκατάστατο της δημιουργικής ενέργειας του ανθρώπου, ένα σαθρό υποκατάστατο του πλούσιου κόσμου των αισθήσεων, δίχως τον οποίο είναι αδύνατον να ζήσει κανείς, είναι αδύνατον να φάει, να πιει, να χαρεί, να συναναστραφεί με άλλους ανθρώ-πους και να ενδώσει στα χίλια δυο εκείνα πράγματα χωρίς τα οποία μαραζώνει κανείς και πεθαίνει. Πίστευε πως ο Διαφωτισμός δεν έδινε καμία έμφαση σε αυτό, στο γεγονός δηλαδή ότι ο άνθρωπος, όπως τον απεικόνιζαν οι στοχαστές του Διαφωτισμού, ήταν, αν όχι ένας «οικονομικός άνθρωπος», πάντως σίγουρα κάτι σαν ένα ψεύτικο παιγνίδι, ένα άψυχο μοντέλο, που δεν είχε καμία σχέση με το είδος των ανθρώπων τους οποίους συναντούσε και με τους οποίους ήθελε να συναναστρέφεται κάθε μέρα της ζωής του ο Hamann. […]

Κάπως έτσι ξεκίνησε ο Hamann. Επιτρέψτε μου όμως τώρα να παραθέσω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα που θα με βοηθήσουν να διασαφηνίσω την όλη προσέγγισή του.

Η μακαριότητα της ανθρώπινης ψυχής, λέει ο Hamann, δεν ταυτίζεται διόλου με αυτό που νομίζει ο Voltaire, την ευτυχία. Η μακαριότητα της ανθρώπινης ψυχής έχει τις ρίζες της στην απρόσκοπτη υλοποίηση των δυνάμεών της. Όπως ο άνθρωπος είναι πλασμένος κατ' εικόνα του Θεού, έτσι και το σώμα είναι μια εικόνα της ψυχής. Πολύ ενδιαφέρουσα άποψη. Το σώμα είναι μια εικόνα της ψυχής, γιατί όταν συναντάς κάποιον και αναρωτιέσαι «Πώς ακριβώς είναι;» δεν κρίνεις παρά από το πρόσωπό του. Κρίνεις από το σώμα του. Η ιδέα δε ότι υπάρχουν μια ψυχή και ένα σώμα που μπορούν να αποκοπούν το ένα από το άλλο και να αναλυθούν, ότι το πνεύμα και η σάρκα είναι διαφορετικά μεταξύ τους, ότι υφίσταται μεν το σώμα, αλλά υπάρχει και κάτι άλλο μέσα στον άνθρωπο, ένα πνεύμα που πάλλεται μέσα σε αυτήν τη μηχανή και που είναι εντελώς διαφορετικό από τον άνθρωπο εννοημένο ως σύνολο, ως ενιαίο σύνολο, αποτελεί μια τυπική ανατομική γαλλική θεώρηση. […]

Στις αρχές του δέκατου όγδοου αιώνα, ο αββάς Dubos έλεγε: «Ό,τι μπόρεσε κανείς να αισθανθεί και να σκεφτεί σε μία γλώσσα μπορεί να το εκφράσει εξίσου ωραία και απλά και σε οποιαδήποτε άλλη». Αυτό, για τον Hamann, ήταν ο απόλυτος παραλογισμός. Η γλώσσα είναι το μέσο με το οποίο εκφραζόμαστε. Δεν έχουμε τη σκέψη από τη μια μεριά και τη γλώσσα από την άλλη. Δεν είναι η γλώσσα ένα γάντι που φοράμε πάνω από τη σκέψη μας. Όταν σκεφτόμαστε, σκεφτόμαστε με σύμβολα, σκεφτόμαστε με λέξεις, γι' αυτό και κάθε μετάφραση είναι κατ' αρχήν αδύνατη. Αυτοί που σκέφτονται, σκέφτονται χρησιμοποιώντας συγκεκριμένα σύμβολα, κι είναι τα σύμβολα αυτά που δημιουργούν εντυπώσεις στις αισθήσεις και στη φαντασία των ανθρώπων στους οποίους μιλούμε. Μπορεί όντως να βρει κανείς τρόπους για να προσεγγίσει τις άλλες γλώσσες, αν θέλει όμως να έρθει πραγματικά σε επαφή με τους ανθρώπους, αν θέλει πραγματικά να κατανοήσει τι σκέφτονται, τι νιώθουν και τι είναι, τότε πρέπει να κατανοήσει κάθε χειρονομία τους, κάθε απόχρωση της ομιλίας τους, να παρατηρήσει τα μάτια τους, να παρακολουθήσει την κίνηση των χειλιών τους, να ακούσει τα λόγια τους, να κατανοήσει τον γραφικό τους χαρακτήρα· τότε και μόνο τότε θα γνωρίσει από πρώτο χέρι τις πραγματικές πηγές της ζωής. Οτιδήποτε λιγότερο απ' αυτό, η προσπάθεια μετάφρασης της γλώσσας ενός ανθρώπου σε μιαν άλλη, η προσπάθεια κατάταξης των πολλών και διαφορετικών του κινήσεων με τη βοήθεια ενός ανατομικού ή φυσιογνωμικού κριτηρίου, η προσπάθεια εγκλεισμού του στο ίδιο κουτί μαζί με έναν σωρό άλλους ανθρώπους και η συγγραφή, έπειτα, ενός περισπούδαστου βιβλίου που θα τον κατατάσσει απλώς στο τάδε είδος, στον δείνα τύπο, είναι ο μόνος σίγουρος τρόπος για να απομακρυνθεί κανείς από κάθε μορφής γνώση, για να επιφέρει τον θάνατο, για να επιβάλει γενικές ιδέες και κατηγορίες, κενούς καλάθους, στη σφύζουσα, ξεχωριστή, ασύμμετρη, ακατάτακτη σάρκα της ζωντανής ανθρώπινης εμπειρίας.

Αυτή σε γενικές γραμμές είναι η θεωρία του Hamann· κι είναι επίσης η θεωρία που κληροδότησε στους οπαδούς του. Η κατάργηση της ιδιορρυθμίας ή της ιδιοτυπίας της τέχνης, έλεγε, είναι κάτι που θα έκανε ένας «δολοφόνος», ένας εχθρός της τέχνης, της ζωής, της τιμής. Πάθος: αυτό διακρίνει την τέχνη. Πάθος: κάτι που δεν μπορεί ούτε να περιγραφεί ούτε να καταταχθεί. […]

Ο Goethe είπε για τον Hamann: «Προκειμένου να κατορθώσει το αδύνατον, τείνει το χέρι του προς άπαντα τα στοιχεία». Και συνόψισε τη θεώρηση του Hamann με τα λόγια αυτά: «Ό,τι αναλαμβάνει να κάνει ο άνθρωπος... πρέπει να εκπηγάζει από τη συνένωση των δυνάμεών του· κάθε διαχωρισμός είναι απορριπτέος».

Isaiah Berlin, Οι ρίζες του ρομαντισμού
[Εκδόσεις Scripta, 1999, σελ. 73 -88]



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου