Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Σωκράτης: Η γνώση είναι (η) ηθική

Η στάση του Σωκράτη είναι μια γνωσιοθηρία με περιεχόμενο ηθικό. Στον Ελάσσονα Ιππία ο διάλογος πλέκεται γύρω από το θέμα του ψεύδους. Οι ομηρικοί ήρωες Οδυσσέας και Αχιλλέας είναι η αφορμή, γρήγορα όμως η επαγωγή φέρνει στην αριθμητική, τη γεωμετρία και την αστρονομία. Ποιος μπορεί να πει ψέματα με τη γλώσσα των αριθμών; Ο μαθς ες λογισμος, πού δεν γνωρίζει να διακρίνει το ορθό από το λάθος και καταντά να λέει αλήθεια ενώ θα ήθελε να πει ψέματα, ή ο σοφός, πού γνωρίζει πραγματικά τί ακριβώς θέλει και πώς πρέπει να το κάνει (367a); H ίδια απορία μπορεί να απλωθεί σε όλο το πεδίο της ηθικής και η απόκριση, μία και οριστική, δεν είναι άλλη από το πρωτείο της γνώσης. Μονάχα ο γνώστης της γεωμετρίας μπορεί σκόπιμα -τότε μόνο έχει νόημα το ψέμα- να κάνει ένα άστοχο σχήμα· μονάχα ο γνώστης της αστρονομίας ξέρει πώς λαθεύει ένας αστρονομικός λογισμός.

Το θετικό προαπαιτεί τη γνώση τού αρνητικού· αδιάφορο, λοιπόν, σε τί περιορίζεται το φέρσιμο του καθενός ανθρώπου· κάθε χαρακτηρισμός (καλός ή κακός) πού του αποδίδουμε, προϋποθέτει τον αντίθετο του. Η εκδοχή ότι ο Αχιλλέας ενσαρκώνει την αλήθεια και ο Οδυσσέας το ψέμα, αν δεν συμπληρωθεί, θα είναι μια πρόταση μισερή (ε ψευδς δυσσες ν, κα ληθς γίγνεται, κα ε ληθς χιλλεύς, κα ψευδής, κα ο διάφοροι λλήλων ο νδρες οδ ναντίοι, λλ μοιοι; 369 b). Σαν τούς ανάπηρους, o αμαθής δεν μπορεί να φανεί ούτε ηθικός ούτε ανήθικος· πάσχει από τη βαρύτερη ασθένεια, καταπώς κρίνει ο Σωκράτης: το ακαταλόγιστο. Για να γιατρευτεί, του χρειάζεται η γνώση - θεραπεία πού αξίζει περισσότερο απ’ όλα τα φάρμακα του σώματος.

Μεταφερμένο στο δίκαιο, το ίδιο κριτήριο δίνει ένα αποτέλεσμα προκλητικό: αυτός πού αδικεί σκόπιμα, άρα με γνώση, πρέπει να προτιμηθεί από τον αθέλητα δίκαιο. Αυτός, καθώς παραδέρνει τυχαία από τη μια πράξη στην άλλη, σε σύγκριση με τον εκούσια άδικο, πού γνωρίζει να διακρίνει και να διαλέγει, μοιάζει με τυφλό. Σπρώχνοντας τον συλλογισμό ως τα άκρα και κάνοντας ακόμη πιο εκπληκτικό το συμπέρασμα, ο Σωκράτης πιστεύει πώς μονάχα ο αγαθός μπορεί αληθινά, δηλαδή εμπρόθετα, να αδικήσει. Γνώστης των διαφορών, μόνο αυτός έχει την ικανότητα να σηκώσει την ευθύνη της πράξης και της απραξίας του. «Τί είναι η  επιστήμη; Άραγε η πιο σοφή ψυχή δεν είναι η πιο δίκαιη και η αμαθέστερη η πιο άδικη;» (375 eΟ άγραφος νόμος, η εθιμική ηθική, η τάξη της καρδιάς δεν απασχολούν τον Σωκράτη· το πρωτείο ανήκει αποκλειστικά στη γνώση, όπου δεν διστάζει να υπαγάγει το σύνολο της ανθρώπινης συμπεριφοράς - ως και τον έρωτα και τη φιλία.

Τα ερωτήματα στον Λύσι -περί φιλίας, μαιευτικός-, λίγο παράταιρα στην αρχή, δεν ξεφεύγουν τελικά από τη γνωστική γραμμή πού έχει χαραχτεί. Οι στίχοι και τα τραγούδια πού γράφει ο Ιπποθάλης για τον μικρό του εραστή αφήνουν αδιάφορο τον Σωκράτη. Εκείνο πού πραγματικά τον ερεθίζει είναι η σκέψη πού οδηγεί το φέρσιμό του (αλλά της διανοίας δέομαι ακούσαι ίνα ειδώ τίνα τρόπον προσφέρει προς τα παιδικά, 205 b), μολονότι o λόγος για την ερωτική φιλία, τα αισθήματα και οι συγκινήσεις πάνε κατά μέρος. Δεν λείπουν, βέβαια, οι αναφορές στις εκδηλώσεις του άλογου μέρους της ψυχής, πουθενά όμως δεν εκφράζονται ξέχωρα από τον έλλογο έλεγχο. «Απάντησέ μου, Ιπποθάλη, πότε ένας άνθρωπος αγαπά κάποιον άλλο; Όταν αγαπά ή όταν τον αγαπούν (ο φιλών του φιλουμένου, ή ο φιλούμενος του φιλούντος);» Η φύση τού έρωτα θα ιδωθεί από πολλές μεριές: φίλοι είναι οι όμοιοι, ενώ οι κακοί δεν μπορούν να αγαπηθούν· αλλάζοντας σκοπιά, φίλοι είναι οι αντίθετοι, συμπέρασμα πού παρευθύς θ’ αναποδογυρίσει, δείχνοντας το αδιέξοδο της επαγωγής (ιλιγγιώ υπό της του λόγου απορίας).

Εκείνο πού λείπει είναι η αρχή, ο κανόνας πού θα βεβαιώνει το συμπέρασμα και, αντί να μας συνεπαίρνει σε μια άπειρη κίνηση, θα προσφέρει τον σταθμό ως αρχικό θεμέλιο. Ανίσως αγαπούμε κάτι επειδή είναι αντίθετο σε κάτι άλλο, τότε η επιθυμία μας δεν στρέφεται προς αυτό καθ' εαυτό το πράγμα, παρά το πλησιάζει μέσα από συσχετισμούς. Το αγαθό: αν ο λόγος πού το αναζητούμε είναι το αντίθετο του  (διά το κακόν ταγαθόν φιλούμεν και αγαπώμεν), τότε δεν έχει καμιά αυτονομία, γιατί, αν αφανιστεί το αντίθετό του, αφανίζεται και το ίδιο. Η αντίθεση, στο βάθος, έχει νόημα συστηματικής αλληλεγγύης, μια και τα αντίθετα ανήκουν στην ίδια τάξη. Άσχετα, λοιπόν, με την κατακλείδα του Λύσι(δ)ος, αμφίβολη καθώς και όλων περίπου των σωκρατικών διαλόγων, η πιεστική ανάγκη να βρεθεί μια αρχή (αφικέσθαι επί τινα αρχήν) πού να αυτοθεμελιώνεται και να κρατάει θέση επακτής κατάληξης, είναι πια ολοφάνερη. Κάθε ορισμός προαπαιτεί το ου ένεκα, το είδος του πράγματος πού πρέπει να οριστεί. Μπορεί η γνώση να είναι αρετή και η αρετή να είναι γνώση· ποιά αρχή, όμως, θεμελιώνει την καθεμιά τους και ποιά η ουσία τους;

Το πρωτείο της γνώσης

Τον νόμο (δίκαιο - άδικο), την ηθική (αγαθό - κακό) και τη διάκριση του καλού από το αισχρό, ο Σωκράτης πρώτα ζητάει να τούς δώσει ένα υπερεμπειρικό περιεχόμενο, μια ειδολογική σύσταση, και κατόπιν να δείξει την αδιαχώριστη συνάφειά τους (Τ δ ε κακαλς κα δικαίως τι τατόν στιν, μένει  ο μένει; Μένει, Κρίτων, 48 b). Ό δίκαιος -η ανάγκη το επιβάλλει- είναι καλός και αγαθός, όπως και ο ξεπεσμός στην αισχρότητα υπονοεί την αδικία και την κακία. Τριπλό αυτό το κατηγόρημα (αγαθός - καλός - δίκαιος), συνιστά μια τριμερή ενότητα αδιάσπαστη για τον Σωκράτη, πού το νόημά της ολοκληρώνεται με την τελική της αναγωγή στη γνώση. Όλοι οι χωρισμοί (ηθικοί, νομικοί, πολιτικοί) λογαριάζονται με μέτρο τη γνώση ή την άγνοια, τη μάθηση ή την αμάθεια. Για να κάνω κάτι, πρέπει να το γνωρίζω - άποψη πού ταυτίζει τη βουλητική ελευθερία με την ελευθερία πού χαρίζει ή γνώση.

Η περίφημη συγκεφαλαίωση της σωκρατικής ηθικής (ουδείς εκών κακός), μολονότι τονίζει το εκών, ουσιαστικά εκείνο πού αποθεώνει είναι το γνωστικό πρωτείο. Όσο κι αν αυτή η συνολική αναγωγή της ηθικής στη γνώση φαίνεται ασαφής και επικίνδυνη, για τούς κατοπινούς αιώνες θα αποτελέσει το πρότυπο της ηθικο-πολιτικής στάσης. Αντιμετωπίζοντας την παραβίαση του νόμου σαν αμάρτημα, δηλαδή σαν λογικό λάθος, η σωκρατική θεωρία φτάνει στο συμπέρασμα ότι κανείς γνώστης των διαφορών δεν λαθεύει· από τη φύση του ο άνθρωπος δεν παραδίνεται στο κακό, παρεκτός αν το αγνοεί. Η αδυναμία της βούλησης, ο διχασμός της ανθρώπινης φύσης, η τυραννία των παθών, προβλήματα πού θα βασανίσουν τη χριστιανική ηθική, για τον Σωκράτη λύνονται με την αμέριστη εμπιστοσύνη στη γνώση και στη δύναμή της. Έτσι, αποτελειώνει αρμονικά τη σκέψη πού ξεκίνησε στον Ελάσσονα Ιππία: επειδή ακριβώς γνωρίζει, ο αγαθός μπορεί να αδικήσει· ωστόσο, αυτός πού αληθινά γνωρίζει ποτέ δεν αδικεί. Η γνώση διαφωτίζει και συνάμα υποχρεώνει, αναγκάζει και σώζει. Πάνω από τις ηθικο-νομικές θέσεις, σαν στέγαστρο, στήνεται η διάκριση της γνώσης από την άγνοια, πού δηλώνει την απόλυτη πίστη στη λογική ψυχή.

Την ίδια σκέψη, ανοίγοντας το πρόβλημα της διδαχής της αρετής, θα συνεχίσει ο Πρωταγόρας. Η αρετή δεν διδάσκεται, θα υποστηρίξει ο Σωκράτης στο ξεκίνημα, μιλώντας στην ίδια μελωδική γραμμή πού ακούγονται ορισμένες αράδες της Απολογίας (19 d)- O άνθρωπος δεν έχει τρόπο να ξεκορμίσει από τον εαυτό του, καθώς επίσης και η αρετή -δηλαδή η γνώση- δεν μεταγγίζεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, σάμπως να είναι υγρό πού χύνεται από το ένα αγγείο στο άλλο (Πρωταγόρας, 314 bΑπόδειξη, ότι πολλοί πατεράδες, ανάμεσά τους και ο Περικλής, ανάστησαν παιδιά αν όχι φαύλα, τουλάχιστον όχι αντάξιά τους. Η ίδια σκέψη επιβάλλει το επιχείρημα ότι, αν η, αρετή είναι κάτι συμπτωματικό πού γεννιέται από του αυτομάτου, ο νόμος δεν μπορεί να έχει διαφορετική τύχη· ξεπέφτει, όπως και κάθε έννοια παίδευσης και αγωγής, αφήνοντας τη ζωή αφρόντιστη, σε εκείνο ακριβώς πού δεν της αρμόζει (πας γαρ ο βίος των ανθρώπων ευρυθμίας τε και ευαρμοστίας δείται, 326 b).

Με τρόπο διαλεκτικό, κάθε πλατωνικός διάλογος πασχίζει να λύσει το αρχικό δέσιμο, την αντιγνωμία των συνομιλητών. Αντιγνωμία και αντίφαση (αντιφάσκω) πού, μέσα στον Πρωταγόρα, παρουσιάζεται ιδιότροπα, γιατί φαίνεται να ενθαρρύνει μια διπλή ανακολουθία. Μολονότι πρόθεσή του είναι να δείξει ότι αρετή σημαίνει γνώση, άρα κατιτί αναγκαστικά μεταδόσιμο, ο Σωκράτης φτάνει να λέει ότι η αρετή είναι αμετάδοτη. Από την άλλη μεριά ο Πρωταγόρας, πού γνώμη του έχει το διδακτόν της αρετής, προσπαθεί να στηρίξει τη σκέψη του στο γεγονός ακριβώς ότι η αρετή δεν είναι γνώση (361 a-c). Λέγοντας και ξελέγοντας οι δύο συνομιλητές κυνηγούν μάταια τον ορισμό, όπως τα παιδιά τις σιταρήθρες (τούς κορύδους), πού τούς ξεγλιστρούν μέσα από τα χέρια (Ευθύδημος, 291 b) και οδηγούν τον διάλογο σε ένα τέρμα πού κρατάει την αντίφαση μετέωρη, μια και ορισμός δεν δίνεται. Μονάχα τα επιμέρους φωτίζονται- πού, κατοπινά, θα ενισχύσουν την κεντρική ανάπτυξη της πλατωνικής σκέψης: π.χ., το πρόβλημα της ενότητας της αρετής, πού είναι το ίδιο μ’ εκείνο της ενότητας της έννοιας.

Εφόσον στο νόημα της αρετής δεν αναγνωρίζει την ενότητα της γνώσης, ο σοφιστής Πρωταγόρας έχει την ευχέρεια να εκθέτει ολόκληρη σειρά αρετών δίχως να νοιάζεται να γνωρίσει την αρετή αυτή καθ' αυτή (360 c). Προτιμά να επιμείνει στον μύθο της θεόσταλτης αιδούς και δικαιοσύνης (320 d-322 d), αποκλείοντας έτσι κάθε περίπτωση συμφωνίας.

Αντίκρυ στον εμπειρισμό του σοφιστή και στη μυθολογική του προτίμηση, με έμμονο μάθημα την έγνοια για την ενότητα, o Σωκράτης θα υψωθεί πάνω από την εμπειρία, για να ζητήσει την ιδέα του αγαθού πού καμιά αντικειμενική εμπειρία δεν την περιλαμβάνει. Έρχεται, έτσι, ή ειδολογική αντίληψη αντιμέτωπη στον άμεσο εμπειρισμό. Απ’ εδώ κρατάει η ανώτερη κατάκτηση και, μαζί, η πιο σοβαρή έλλειψη της σωκρατικής διδασκαλίας. Ενώ η μέθοδός της είναι διπλοκίνητη (επαγωγή - ορισμός), η επαγωγή, πάντα σταθερή στον δρόμο της, ποτέ δεν καταλήγει να ορίσει. Είναι ένα χάσμα, ιδιαίτερα αισθητό στην κατακλείδα των σωκρατικών διαλόγων, πού, εμπόδιο στον ορισμό, χαρίζει και το ειρωνικό τους στοιχείο. Ό Σωκράτης προσπέφτει στον καθένα για να φωτιστεί: ίνα αύτώ φοιτητήν προξενήσης έμέ, Αλκιβιάδης, 109 d· Μαθητής επιθυμώ γενέσθαι σος, Ευθύφρων, 5 c· Ελεήσας μου την απειρίαν και απαιδευσίαν, Ιππίας Μείζων, 293 d. Η ειρωνεία παίζει με τα πάντα, το ίδιο της το παιχνίδι όμως έχει ένα στοιχείο σοβαρότητας και απόγνωσης, όταν αναγκάζεται να ομολογεί, παίζοντας πάλι, ότι τα ίδια τα λόγια, ακατάληκτα καθώς είναι, χλευάζουν αυτούς πού τα είπαν (η άρτι έξοδος των λόγων κατηγορείν τε και καταγελάν). Σύμφωνοι με το ουδέν οίδα, οι διάλογοι φαίνεται πώς άρχισαν για να μην τελειώσουν.

Κλωθογυρίζει γύρω από την εικόνα της καλής παρθένου, αυτού πού αρμόζει σε κάθε πράγμα, αυτού πού κάνει τα πράγματα καλά, τη χρησιμότητα και το ωφέλιμο στον Μείζονα Ιππία η απορία τι εστιν το καλόν, για να σκοντάψει τελικά μπρος στο κατώφλι του ορισμού. Στον απαιτητικό συνομιλητή τα λόγια του Σωκράτη φαίνονται ξέφτια και ξεσκλίδια (κνήσματα και περιτμήματα των λόγων). Στον Λάχη, πάλι, η έξοχη μεθοδικότητα της συζήτησης δεν γλιτώνει από την ίδια αναστολή· ο ορισμός της ανδρείας δεν δίνεται. Και στον Ευθύφρονα ο ορισμός της οσιότητας δεν θα δοθεί· παρόλο πού διατυπώνεται το πρόβλημα της ουσίας και διαφαίνεται ότι δικαιοσύνη και οσιότητα δεν χωρίζονται, η επωδός μιλά μια γλώσσα δισταχτική και ειρωνική, γνήσια δηλαδή σωκρατική. Η διαφορά, τόσο φανερή, ανάμεσα στον επακτό και τον οριστικό Σωκράτη δεν επιτρέπει να λέμε ότι η σωκρατική επαγωγή οδηγεί στον ορισμό. Μπορεί να τον αναζητεί, βέβαια -αυτή, άλλωστε, είναι και η ουσία της διδασκαλίας του-, η ανακάλυψή του όμως ανήκει πέρα για πέρα στην πλατωνική σκέψη της πρώτης περιόδου, πού αρχίζει με τον Φαίδωνα. Γι’ αυτό, τρία ερωτήματα κρατούν ανοιχτό τον κύκλο της σωκρατικής ηθικής:

α) Ποιά είναι η ανθρώπινη φύση;

β) Τί συνιστά την ανθρώπινη ψυχή;

γ) Τί θεμελιώνει τον ορισμό και τον νόμο;

Με τον τρόπο του, βέβαια, έχει αποκριθεί σε όλες αυτές τις ερωτήσεις[1], αλλά, αφού η θεωρία των ιδεών αχνά εμφανίζεται για την ώρα, η αληθινή τάξη των λόγων δεν έχει τεθεί ακόμη (πάντα ταύτα καθορών άνω κάτω ταραττόμενα δεινώς) και οι αποτελεσματικές αποκρίσεις θα δοθούν αργότερα, όταν πια ο δάσκαλος, πειθήνια, θα γίνει απολογητής τού μαθητή του.

Κωστή ΠαπαγιώργηΣωκράτης. Ο νομοθέτης που αυτοκτονεί
[Εκδόσεις Καστανιώτη, 1995, σελ. 21-28]











[1] Βλ. Αλκιβιάδης Μείζων, ή περί ανθρώπου φύσεως, μαιευτικός..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου