Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Εισαγωγή στο μακεδονικό ζήτημα


Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του δέκατου ενάτου αιώνα κανένα ζήτημα δεν κυριάρχησε στις εξωτερικές σχέσεις των Βαλκανίων όσο το Μακεδονικό. Είναι αδύνατον να οροθετηθεί με ακρίβεια η περιοχή η οποία αναφέρεται στη νεότερη εποχή ως Μακεδονία. Κατά την τουρκοκρατία δεν αποτελούσε ενιαία διοικητική περιφέρεια, αλλά αποτελούνταν από τρία βιλαέτια: της Θεσσαλονίκης, του Μοναστηρίου και του Κοσυφοπεδίου. Δύσκολη είναι και η οριοθέτησή των γεωγραφικών συνόρων της, καθώς δεν υπάρχουν τοπογραφικά χαρακτηριστικά που να δημιουργούν μια συνεκτική ενότητα χώρου. Θα μπορούσαμε […] να ορίσουμε γεωγραφικά τη Μακεδονία ως το έδαφος που οριοθετείτε από τις λίμνες Οχρίδα και Πρέσπες στα δυτικά, τις οροσειρές του Σκάδρου, της Ρίλας και Ροδόπης και της Τσέρνα Γκόρα στα Βόρεια, τον ποταμό Νέστο (Μέτσα) στα ανατολικά και την οροσειρά της Πίνδου, το όρος Όλυμπος και το Αιγαίο πέλαγος στα νότια. […]

Δεν υπήρχε εκεί μια μοναδική ή εθνοτική ομάδα, η κατανομή της οποίας θα μπορούσε να χρησιμεύσει ώστε μια συγκεκριμένη περιοχή να οροθετηθεί ως Μακεδονία. Επί αιώνες η περιοχή ήταν πατρίδα Εβραίων, μουσουλμάνων και ορθοδόξων χριστιανών, και μιλούσαν σεφαρδίτικα, ελληνικά, σερβικά και ρουμανικά. Ήταν τόσο πολλές και διαφορετικές οι ομάδες οι οποίες ζούσαν στη Μακεδονία, ώστε τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη, και ειδικότερα στη Γαλλία, επινοήθηκε ο όρος «μακεδονία» («macedoine») ο οποίος περιέγραφε μια σαλάτα με πολλά και διάφορα λαχανικά ή φρούτα.

Εκείνο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι ότι η περιοχή, όσο ασαφώς και κι αν ορίζεται, είναι από τις σημαντικότερες των Βαλκανίων. Η Μακεδονία περιλαμβάνει κάποιες από τις πλουσιότερες καλλιεργήσιμες γαίες σε μια περιοχή του κόσμου όπου τα αρόσιμα εδάφη σπανίζουν. Γεωγραφικά, είναι η νότια πύλη των Βαλκανίων και κατά συνέπεια της κεντρικής Ευρώπης. Βρίσκεται επίσης στο σταυροδρόμι των βασικότερων χερσαίων δικτύων μεταφορών που συνδέουν την Ασία με την Ευρώπη. Στην περιοχή ανήκε ένα από τα σπουδαιότερα εμπορικά και μεταποιητικά κέντρα της Ανατολικής Μεσογείου, η Θεσσαλονίκη. […] Από την αρχαιότητα ως σήμερα η Μακεδονία αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου.

Κατά τον απελευθερωτικό αγώνα του 1821, μερικοί Έλληνες ηγέτες ήλπιζαν βαθιά ότι όταν θα κέρδιζαν τον πόλεμο, στον πυρήνα του νέου κράτους θα βρισκόταν η Μακεδονία και πρωτεύουσα θα ήταν η Κωνσταντινούπολη ή, αν δεν απελευθερωνόταν η Κωνσταντινούπολη, την τιμή αυτή θα είχε η Θεσσαλονίκη. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Παρότι πολλοί κάτοικοι της περιοχής έλαβαν μέρος στην επανάσταση, στο τέλος του πολέμου δεν υπήρχαν σοβαρές πιθανότητες να συμπεριληφθεί η Μακεδονία στη Συμφωνία. Στα μέσα του αιώνα υπήρξαν περίοδοι ταραχών, συνήθως άμεσα συνδεδεμένων με τη δράση Ελλήνων ληστών στη μεθόριο Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά καμιά δεν αποτέλεσε σοβαρή απειλή για την οθωμανική επικυριαρχία στην περιοχή.

Παρ’ όλα αυτά, υπήρξαν κάποιες σημαντικές εξελίξεις στη διάρκεια αυτής της περιόδου. Η πρώτη ήταν η επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης της Θεσσαλονίκης. Η πόλη μεγάλωσε θεαματικά σε μέγεθος, ο όγκος της εμπορικής κίνησης μέσω του λιμανιού της αυξήθηκε πολύ και ξεκίνησε η εκβιομηχάνιση. Η δεύτερη ήταν η αυξημένη μετανάστευση στην περιοχή Ελλήνων από το Βασίλειο. Κάποιοι από αυτούς ήταν αγρότες που αναζητούσαν χωράφια να καλλιεργήσουν και άλλοι ήταν άτακτοι που αναζητούσαν λάφυρα. Σχεδόν όλοι τους ήταν δια ποτισμένοι με το πνεύμα του ελληνικού αλυτρωτισμού. Η ένταση ανάμεσα στους ελληνόφωνους και τους σλαβόφωνους κλιμακώθηκε. Μια σοβαρή συνέπεια ήταν τα πολυάριθμα αιτήματα των ηγετών της σλαβικής κοινότητας προς τον Πατριάρχη και την Υψηλή Πύλη να τους δοθεί άδεια να χρησιμοποιούν στην Εκκλησία τη Βουλγαρική γλώσσα. Τα αιτήματα αυτά αποκρούονταν ως το 1870. Το έτος αυτό, ένα φιρμάνι του σουλτάνου ίδρυε Βουλγαρική Εκκλησία, την οποία ονόμαζε Εξαρχία, και προέβλεπε επιπλέον ότι η ιεραρχία της Εξαρχίας μπορούσε να ιδρύει εκκλησίες σε οποιανδήποτε κοινότητα στην οποία τα δύο τρίτα των κατοίκων εξέφραζαν πίστη στον νέο θεσμό. Μαζί με τις νέες εκκλησίες, ασφαλώς θα έρχονταν νέα βουλγαρόφωνα σχολεία. Πολύ σύντομα, το Ορθόδοξο Πατριαρχείο απάντησε κηρύττοντας σχισματική τη νέα Εκκλησία. Έτσι ανάμεσα στην Εξαρχία, στο Πατριαρχείο και, σε κάποιες περιοχές στη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία ξεκίνησε ένας πόλεμος για την καρδιά και τον νου των Μακεδόνων ορθοδόξων. Σε όλη την περιοχή οι άνθρωποι αναγκάζονταν να επιλέγουν κάποια από τις αντίπαλες Εκκλησίες και μέσα από αυτή την επιλογή τους άρχισαν να αποκτούν μια συγκεκριμένη εθνοτική ταυτότητα. Πολύ γρήγορα το διακύβευμα αυτής της επιλογής έγινε πολύ μεγαλύτερο.

Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877-78 […] είχε πολύ ευρύτερη σημασία η οποία υπερέβαινε το θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων. Μαζικές εξεγέρσεις ξέσπασαν επίσης στη Σερβία, τη Βουλγαρία και τη Μακεδονία. Η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, που όχι απλώς ίδρυε την αυτόνομη ηγεμονία της Βουλγαρίας αλλά επιπλέον, της παραχωρούσε τη μερίδα του λέοντος από τη Μακεδονία, συνετάραξε τον ελληνικό κόσμο. Η αναθεωρημένη συμφωνία που επιβλήθηκε με τη μεταγενέστερη Συνθήκη του Βερολίνου επανάφερε το μεγαλύτερο μέρος της νότιας Μακεδονίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Συνέβαλε όμως και στην κλιμάκωση των εχθροπραξιών ανάμεσα στα αντίπαλα χριστιανικά κινήματα.

Ο Παύλος Μελάς, επιφανής Έλληνας εθνικιστής που έχασε τη ζωή του πολεμώντας στη Μακεδονία, συμπύκνωνε τα αισθήματα πολλών συμπατριωτών του όταν δήλωνε ότι η Μακεδονία ήταν ο πνεύμονας του σώματος του ελληνικού έθνους: χωρίς αυτήν ο ελληνισμός θα εξέπνεε. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 19ου αιώνα σκληρές εχθροπραξίες ξέσπασαν ανάμεσα σε ομάδες ανταρτών, όπως η Ελληνική Εθνική Εταιρία, και στις φιλο βουλγαρικές και αυτονομιστικές μακεδονικές ομάδες, όπως η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ). Σε έναν αγώνα για την κουλτούρα, τη γλώσσα και την ταυτότητα, η κάθε πλευρά προσπαθούσε να «εξελληνίσει» ή να «εκσλαβίσει» τους κατοίκους της περιοχής. Επιχείρησαν να εξασφαλίσουν όσο το δυνατόν περισσότερες περιοχές στις οποίες να μπορούν να ισχυριστούν ότι η ομάδα τους κυριαρχούσε αριθμητικά. Ο σκοπός τους ήταν στη συνέχεια να παρουσιάσουν χάρτες που να δείχνουν την κατανομή εθνοτικών ομάδων στον χώρο, κάτι που θα ενίσχυε τις αξιώσεις της κάθε πλευράς για την περιοχή.

Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι η διαδικασία της διαμόρφωσης ταυτότητας στη Μακεδονία ήταν περίπλοκη και η επιλογή μιας από τις ανταγωνιζόμενες μεταξύ τους ταυτότητες εξαρτιόταν από μια σειρά παραγόντων. Δεδομένης της έντασης των συναισθημάτων που συνόδευαν τον αγώνα αυτό, δεν είναι παράξενο που συχνά ξέσπαγαν βιαιότητες. Οι ανοιχτές συμπλοκές ανάμεσα στις αντίπαλες ομάδες εξαπλώνονταν όλο και περισσότερο και μετά από το 1897 οι βιαιοπραγίες σε βάρος των τοπικών κοινοτήτων γίνονταν όλο και πιο αποτρόπαιες.

Ο ολέθριος πόλεμος του ελληνικού βασιλείου κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η ευμετάβλητη στάση των μεγάλων δυνάμεων στην εξωτερική πολιτική άνοιξαν μια ευκαιρία στις φιλοβουλγαρικές και τις αυτονομιστικές ομάδες της Μακεδονίας, οι οποίες σύντομα την άδραξαν. Η ΕΜΕΟ και οι εξαρχικές ομάδες ενέτειναν τις προσπάθειές τους να κερδίσει η δική τους πλευρά όλες τις περιοχές. Μόλις διορίστηκε Μητροπολίτης Καστοριάς το 1900, ο Γερμανός Καραβαγγέλης ηγήθηκε των προσπαθειών του Πατριαρχείου να ανακόψει την αντίπαλη πλευρά. Η κατάσταση στην περιοχή ωστόσο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μια απλή σύγκρουση μεταξύ πατριαρχικών και εξαρχικών. Υπήρχαν εσωτερικές διαφωνίες στις εξαρχικές ομάδες για το κατά πόσο η Μακεδονία θα έπρεπε να είναι αυτόνομη ή να προσαρτηθεί στη Βουλγαρία, και ο διχασμός αυτός ενίοτε γινόταν ανοιχτή σύγκρουση. Από την άλλη, κάποιοι πατριαρχικοί θεμελίωναν το όραμα τους σε αντιλήψεις που προέρχονταν από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, ενώ άλλοι ασπάζονταν μια θεώρηση που προέρχονταν από την Αθήνα. Εξεγέρθηκαν και αλβανικές εθνικιστικές ομάδες, η δράση των οποίων περιέπλεξε ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Οι τελικοί παίχτες ασφαλώς ήταν οι αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η σύγκρουση ήταν πολύπλευρη και οι συμπλοκές, κατεξοχήν ανάμεσα σε ομάδες ανταρτών, ήταν άγριες. Οι συγκρούσεις εξαπλώθηκαν και εντάθηκαν ακόμα περισσότερο μετά την εξέγερση του Ίλιντεν (Προφήτη Ηλία) στις 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου 1903, την οποία οργάνωσε η ΕΜΕΟ και η οποία επικεντρώθηκε στο Μοναστήρι, πόλη της Δυτικής Μακεδονίας. […] Έπειτα από συμπλοκές δυο μηνών, καταπνίγηκε βίαια από τον οθωμανικό στρατό με τη βοήθεια και κάποιων ελληνικών πατριαρχικών ομάδων.  

Ωθούμενες από τον φόβο μιας ευρύτερης βαλκανικής σύρραξης και την απέχθεια που προκάλεσαν οι φρικαλεότητες της εξέγερσης του Ίλιντεν, η Αυστρία και η Ρωσία έπεισαν και τις άλλες μεγάλες δυνάμεις ότι ήταν ανάγκη να επέμβουν. Έπειτα από μια συνεδρίαση τον Οκτώβριο του 1903, επέβαλαν στην απρόθυμη Υψηλή Πύλη μια σειρά από μεταρρυθμιστικά μέτρα, γνωστά ως το Πρόγραμμα (ή η συμφωνία) της Μυρστέγης. Ορισμένοι από τους πιο σημαντικούς όρους ήταν: […] η επαναχάραξη των διοικητικών συνόρων, ώστε να δημιουργηθούν περιφέρειες με όσο το πιο δυνατόν πιο ομοιογενή εθνοτική σύνδεση πληθυσμού.

Σε μια Ελλάδα έντρομη από την καταστροφή του 1897, η σύγκρουση στη Μακεδονία, ιδίως μετά το 1903, αποτέλεσε πηγή εθνικής ελπίδας. Οι Έλληνες, όπως και άλλοι, παρερμήνευσαν τη διοικητική μεταρρύθμιση του Προγράμματος της Μυρστέγης θεωρώντας τη σημάδι ότι οι μεγάλες δυνάμεις θα υποστήριζαν τη διαίρεση της Μακεδονίας κατά μήκος εθνοτικών γραμμών και ότι αυτή η κίνηση δεν ήταν παρά το προοίμιο για την ενσωμάτωση αυτών των περιφερειών στο αντίστοιχο εθνικό κράτος. Όλο και περισσότερα χρήματα και εθελοντές άρχισαν να ρέουν στη Μακεδονία. Παρά τις διαβεβαιώσεις προς τις μεγάλες δυνάμεις ότι δεν ευθύνονταν για την κλιμάκωση της σύγκρουσης, η ελληνική κυβέρνηση ήταν σαφώς μπλεγμένη. Ακόλουθοι και προξενικοί υπάλληλοι της ελληνικής πρεσβείας στη Θεσσαλονίκη έπαιξαν καίριο ρόλο στην καθοδήγηση των δράσεων των ελληνικών ομάδων. Οι Έλληνες αξιωματικοί και πολεμιστές που σκοτώθηκαν στις συμπλοκές, όπως ο Παύλος Μελάς, ανακηρύχθηκαν εθνικοί ήρωες. Σε μια εποχή εθνικής κατήφειας, ο «Μακεδονικός Αγώνας» προσέφερε ένα πυρήνα εθνικής ενότητας και εθνικού σκοπού. Όταν όμως το 1908 το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος», με επικεφαλής μια ομάδα που έγινε γνωστή ως Νεότουρκοι, οργάνωσε «επανάσταση» στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και εγκαινίασε μια περίοδο μεταρρυθμίσεων, η σύγκρουση στη Μακεδονία υποχώρησε και το ελληνικό όνειρο για την εκπλήρωση της Μεγάλης Ιδέας στη Μακεδονία διαλύθηκε -προσωρινά τουλάχιστον. […]

Η κατανόηση της εξωτερικής πολιτικής ενός κράτους σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο είναι πάντα δύσκολη και απαιτεί απλοποίηση της σύνθετης πραγματικότητας. Στην περίπτωση της Ελλάδας του 19ου αιώνα, η Μεγάλη Ιδέα αποτέλεσε ένα είδος ιδεολογικού πυρήνα που σιωπηρά ή ρητά διαμόρφωνε τις αποφάσεις της εξωτερικής πολιτικής. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, για παράδειγμα, δεν μπορούσαν να εξομαλυνθούν όσο η Ελλάδα εξακολουθούσε να αξιώνει ως δικά της οθωμανικά εδάφη. Το ζήτημα αυτό επισκίασε κάθε πτυχή αλληλεπίδρασης μεταξύ των δυο κρατών – πολιτική, διπλωματική και οικονομική. Μια ακόμα διάσταση στην περίπλοκη κατάσταση πρόσθεσαν οι αυξανόμενες εντάσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και στα άλλα βαλκανικά κράτη με αποσχιστικές τάσεις, ιδίως με τη Σερβία και τη Βουλγαρία. Καθένα από αυτά είχε το δικό του αλυτρωτικό όραμα και τη δική του Μεγάλη Ιδέα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις και τα τρία διεκδικούσαν τα ίδια εδάφη για τον δικό τους εθνικό χώρο. Οι αλυτρωτισμοί των βαλκανικών κρατών συγκρούονταν μεταξύ τους και, όπως ήταν φυσικό, όλοι είχαν να αντιμετωπίσουν τη σφοδρή αντίδραση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον εδαφικό διαμελισμό της. Οι συνθήκες αυτές δημιούργησαν στα Βαλκάνια μια μπαρουταποθήκη με παγκόσμιες συνέπειες. Οι αυτοκρατορικές φιλοδοξίες της Ρωσίας, της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας, της Αυστρίας και της Γερμανίας μετά το 1878 στράφηκαν στα Βαλκάνια. Οι σχέσεις της Ελλάδας με τις διάφορες μεγάλες δυνάμεις παλινδρομούσαν ανάλογα με τις ανάγκες ου υπαγόρευε η Μεγάλη Ιδέα. Κανένα ζήτημα δεν άσκησε ποτέ τόσο μεγάλη επιρροή στην ανάπτυξη του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας στη διάρκεια του 19ου αιώνα.

Thomas W. Gallant, ΝΕΟΤΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ

Εκδόσεις Πεδίο, τόμος Β΄, 2017 (σελ. 185-192).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου