Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

Ζητείται: ένα θαύμα για την Ελλάδα

Αρχές του 1947 η βρετανική κυβέρνηση έχει ανακοινώσει στις ΗΠΑ πως αδυνατούσε πλέον να συνεχίσει τον ρόλο που είχε αναλάβει, δηλαδή τον ρόλο της ενίσχυσης της ελληνικής κυβέρνησης στον αγώνα της κατά της κομμουνιστικής επικράτησης στην Ελλάδα. Ο Αμερικανός πρόεδρος Τρούμαν προκειμένου να έχει ιδία άποψη για την οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα στέλνει το πρώτο τρίμηνο του 1947 τον Paul A. Porter ως επικεφαλής αμερικανικής αποστολής. Η αποστολή έμεινε στην Ελλάδα από τις 18 Ιανουαρίου έως τις 22 Μαρτίου 1947 επισκεπτόμενη περίπου όλη τη χώρα.

Στις 14 Φεβρουαρίου μετά από έναν περίπου μήνα παραμονής στην Ελλάδα ο Paul A. Porter στέλνει επιστολή προς τον υφυπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ W.L. Clayton με τις πρώτες εντυπώσεις του, γράφοντας μεταξύ των άλλων: «Εδώ δεν υπάρχει κράτος σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα. Αντ’ αυτού υπάρχει μία χαλαρή ιεραρχία ατομιστών πολιτικών, μερικοί από τους οποίους είναι χειρότεροι από άλλους, που είναι τόσο απασχολημένοι με τον προσωπικό τους αγώνα για εξουσία, ώστε δεν έχουν τον χρόνο να αναπτύξουν οικονομική πολιτική, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι είχαν την ικανότητα».

Στις 20 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου ο Paul A. Porter με άρθρο του στο «Collier’s» καταγράφει τις εντυπώσεις του, 
[...]


Του Paul A. Porter

[…] Τον Ιανουάριο, επισκέφθηκα την Ελλάδα ως επιτετραμμένος μιας Αποστολής που είχε επιφορτιστεί να συντάξει μια έκθεση επί της οικονομικής κατάστασης και να προσδιορίσει τι είδους εξωτερική βοήθεια θα ήταν απαραίτητη για την επιβίωση του ελληνικού κράτους. [...]

Κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στην πανέμορφη ελληνική ύπαιθρο, μίλησα με έναν αγρότη που αποδείχθηκε τυπικός εκπρόσωπος της ελληνικής ψύχωσης. Ήταν ένας άντρας κουρασμένος και αποθαρρυμένος, πρώιμα γερασμένος -το πρόσωπό του χαραγμένο και ρυτιδιασμένο-, ο οποίος είχε ανασηκώσει τα χέρια με τις παλάμες προς τα πάνω σε μια χειρονομίας βουβής απόγνωσης.

Τέσσερις φορές μου γκρέμισαν το σπίτι”, είπε, “πρώτα οι Τούρκοι, μετά οι Βούλγαροι, ύστερα οι ναζί και τώρα οι αντάρτες. Γιατί να το ξανακτίσω;”.

Η απελπισία του ήταν χαρακτηριστική. Σε ολόκληρη τη χώρα, από τη μια άκρη στην άλλη, κυριαρχεί μια γκρίζα, ανυπεράσπιστη, βαθιά έλλειψη πίστης στο μέλλον - μια έλλειψη πίστης που οδηγεί σε πλήρη απραξία στο παρόν [...]

Το σημαντικότερο εργαλείο μας είναι η ελληνική δημόσια διοίκηση. Ο εκλιπών βασιλεύς της Ελλάδας, Γεώργιος, στην πρώτη μας συνομιλία, είχε χαρακτηρίσει πολλούς κυβερνητικούς υπαλλήλους ως κομματόσκυλα και “πολιτικούς καφενείου”, και είχε περιγράψει το σύνολο της δημόσιας διοίκησης ως κάποιου είδους συνταξιοδοτικό σύστημα για πολιτικούς εγκάθετους - βαριές  κουβέντες, αλλά όχι αδικαιολόγητες. Η δημόσια διοίκηση είναι υπερβολικά εκτεταμένη, κακοπληρωμένη και αποθαρρυμένη. Οι χαμηλοί μισθοί προσαυξάνονται βάσει ενός εντελώς συγκεχυμένου συστήματος επιδομάτων, χάρη στα οποία μερικοί δημόσιοι υπάλληλοι κερδίζουν μέχρι και τέσσερις φορές περισσότερα από το βασικό τους μισθό.

Την ίδια στιγμή, η πλειονότητα δεν μπορεί να ζήσει με την αμοιβή που παίρνει. Πολλοί από αυτούς αναγκάζονται να συμπληρώσουν το μισθό που παίρνουν από το κράτος με μια δεύτερη δουλειά. [...] Η παράδοξα περιορισμένης διάρκειας εργάσιμη εβδομάδα -συνήθως 33 ωρών, 6 μέρες τη βδομάδα, μόνο τις πρωινές ώρες- διευκολύνει τη διπλή οικονομική ζωή που ζουν τόσοι πολλοί κυβερνητικοί υπάλληλοι.

Το αποτέλεσμα είναι απόλυτη αποδιοργάνωση. Ποτέ άλλοτε δεν έχω δει διοικητική δομή που να είναι, λόγω ανικανότητας και αναποτελεσματικότητας και μόνο, τόσο απαράδεκτη. [...]

Συνεπώς, η δραστική μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης αποτελεί συνθήκη εκ των ουκ άνευ για την επίτευξη οποιουδήποτε άλλου αποτελέσματος στην Ελλάδα. Ομοίως, η διοίκηση είναι μονάχα η αρχή. Υπάρχει και το πολύ πιο περίπλοκο και εκρηκτικό ζήτημα της πολιτικής ηγεσίας της χώρας. [...]

Όσο μπορούσα να διακρίνω, η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε κατ' ουσίαν άλλη πολιτική εκτός από το να εκλιπαρεί για ξένη βοήθεια, ώστε να διατηρήσει την εξουσία, απαριθμώντας θορυβωδώς τις θυσίες της Ελλάδας κατά τον πόλεμο [...]. Στόχος της, κατά την προσωπική μου κρίση, είναι να χρησιμοποιήσει την ξένη βοήθεια ως μέσο για τη διαιώνιση των προνομίων μιας μικρής κλίκας από τραπεζίτες και εμπόρους, που αποτελούν την αόρατη εξουσία στην Ελλάδα [...]  

Η αντίδραση στην ομιλία του προέδρου Τρούμαν, στις 12 Μαρτίου, με την οποία έκανε έκκληση για βοήθεια προς την Ελλάδα, είναι χαρακτηριστική. [...] η άμεση συνέπεια της εγγύησης για αμερικανική βοήθεια ήταν όχι να παρακινηθεί η κυβέρνηση να επεκτείνει τις προσπάθειές της, αλλά να εισπράξει το ευχάριστο αίσθημα ότι είχε απαλλαγή από οποιαδήποτε υποχρέωση να κάνει οτιδήποτε. Έτσι, λοιπόν ανακήρυξε δημόσια αργία - ο κόσμος χόρευε στους δρόμους. [...]

Επίσης πίσω από την κυβέρνηση υπάρχει μια μικρή εμπορική και τραπεζική κλίκα, της οποίας ηγείται ο Πεσμαζόγλου, διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που είναι πανούργος και αποτελεσματικός παίκτης. Αυτή η κλίκα είναι αποφασισμένη, πάνω απ' όλα, να προστατεύσει τα οικονομικά της προνόμια, όποιο κι αν είναι το κόστος σε ότι αφορά την οικονομική υγεία της χώρας. [...]

Τα ναυτιλιακά συμφέροντα βρίσκονται σε ιδιαίτερα σκανδαλώδη θέση. Σήμερα, η ελληνική εμπορική ναυτιλία βρίσκεται σε άνθηση και οι εφοπλιστές καρπώνονται τα κέρδη. Όμως, η χρεοκοπημένη ελληνική κυβέρνηση δεν απολαμβάνει κανένα όφελος από όλον αυτόν τον πλούτο [...]

Μπορούμε να πετύχουμε την επίτευξη των στόχων μας; Μια τέτοια πρόβλεψη δεν μπορεί παρά να εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο μετράμε την επιτυχία και θα απαιτήσει λεπτομερέστατη επεξεργασία σε σχέση με το τι καθορίζουμε ως στόχους. Δεν μπορούμε να αποτιμήσουμε την πρόοδο στην Ελλάδα με βάση τα συνηθισμένα στο δυτικό τρόπο πρότυπα. […]

Η διαπίστωση αυτή εγείρει το ευαίσθητο ζήτημα της παρέμβασης ενός κράτους στις εσωτερικές υποθέσεις ενός άλλου. […] Από την άλλη, προφανώς δεν μπορούμε να συμπεριφερθούμε στην Ελλάδα σαν να ήταν αποικιακή μας κτήση ή κατακτημένη χώρα.

Η δική μου απάντηση σε αυτή την ερώτηση είναι προσωπική και πραγματιστική. Αίσθησή μου είναι ότι το ελληνικό κράτος, έχοντας υποβάλει αίτηση βοηθείας και εποπτείας, έχει θέση στο μέτρο αυτό, όριο στην ίδια του την εθνική κυριαρχία. Αν πρόκειται να πραγματοποιήσουμε μια τόσο μεγάλη επένδυση με στόχο την ανάκαμψη της Ελλάδας, η κοινή λογική λέει ότι η απόφαση αυτή υπαινίσσεται και τη χρήση των μέσων που απαιτούνται ώστε η ανάκαμψη να είναι τελεσφόρος. Την πραγματικότητα αυτή, η ελληνική κυβέρνηση την έχει αναγνωρίσει […]

Η notam και η συμφωνία καθορίζουν επακριβώς λεπτομερείς αντικειμενικούς στόχους σε ότι αφορά τις μεταρρυθμίσεις […], και θα αποτελεί σύννομη και θεμιτή υπόθεση της Αμερικανικής Αποστολής να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση προς τους όρους του συμβολαίου. […]

Αντιμετωπίζουμε μια κατάσταση άνευ προηγουμένου στην ιστορία μας, κι έτσι είμαστε υποχρεωμένοι, απλούστατα, να αναπτύξουμε νέα (και μάλιστα αμερικανικά) μέσα για να ανταπεξέλθουμε. Η βρετανική φόρμουλα, σε παρόμοιες περιπτώσεις, ήταν ανέκαθεν η συνεργασία με τα μέλη της εκάστοτε εγχώριας κυρίαρχης τάξης – η εξαγορά της υποστήριξης τους, μέσω της επιβεβαίωσης και εξασφάλισης της δυνατότητάς τους να εκμεταλλεύονται τις λαϊκές μάζες, και η προσφυγή στον εκ μέρους τους έλεγχο των λαών, με τη χρήση της αστυνομίας και της βίας. 

Η φόρμουλα αυτή δεν είναι μόνο αποκρουστική και αντίθετη με τις αμερικανικές αξίες – είναι επίσης απρόσφορη. […]

Η Ρωσία περιμένει υπομονετικά, ελπίζοντας να βάλει πόδι στην Ελλάδα˙ είναι πεπεισμένη πως η ελληνική ανικανότητα και η ελληνική αντιδραστικότητα, σε συνδυασμό με την αμερικανική απειρία και αμερικανική ευπιστία θα καταδικάσουν στην αποτυχία τις προσπάθειες της Αμερικανικής Αποστολής. Η Ρωσία ελπίζει ότι σύντομα θα νιώσουμε τόσο απογοητευμένοι από την αναποτελεσματικότητα, την αναποφασιστικότητα και, απλούστατα, τη δολιότητα που επικρατούν, ώστε να φθάσουμε στο σημείο να αισθανθούμε αποστροφή και αδιαφορία, και τελικά να αποχωρήσουμε. […]

Θεωρώ πως οι αμερικανοί είναι αρκετά επινοητικοί και υπομονετικοί ώστε να υπερνικήσουν το πρόβλημα. Εάν ηττηθούμε στην Ελλάδα, θα πρόκειται για ένα συντριπτικό ηθικό και στρατηγικό πλήγμα στο νέο διεθνές ηλιακό πλέγμα. Αν όμως κατορθώσουμε να αποδώσουμε μια Ελλάδα σε πλήρη οικονομική και πολιτική υγεία, θα έχουμε καταφέρει να εμπνεύσουμε ελπίδα και πίστη σε όλους τους λαούς που αγαπούν την ελευθερία, απανταχού της γης.

Colliers, 20 Σεπτεμβρίου 1947


(ΤΟ ΒΗΜΑ, 2010, σελ. 257-275)

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Η Ψυχολογία του Εγώ

Με την έκδοση του έργου του The Ego and the Id (1923), o Freud εισήγαγε το δομικό μοντέλο της προσωπικότητας και σηματοδότησε το ξεκίνημα μιας νέας εποχής στην ψυχαναλυτική θεωρία. […]

Ο Freud χρησιμοποίησε τον όρο Εκείνο για να μιλήσει για το τμήμα της ψυχής το οποίο εμπεριέχει πρωτόγονες ενορμήσεις, παρορμήσεις, επιθυμίες που γεννήθηκαν πριν την ανάπτυξη της λογικής σκέψης, συνδυασμούς επιθυμίας-φόβου και διάφορες φαντασιώσεις. Το Εκείνο αναζητά μονίμως άμεση ικανοποίηση των αιτημάτων του και είναι απόλυτα «εγωιστικό», με την καθημερινή έννοια του όρου, δεδομένου ότι λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της ευχαρίστησης. Σε γνωστικό επίπεδο είναι προγλωσσικό, και κάνει αισθητή την ύπαρξή του με νοερές απεικονίσεις και σύμβολα. Επιπλέον, το Εκείνο διέπεται από κανόνες που επικρατούν στον ψυχικό κόσμο πριν την ανάπτυξη της λογικής σκέψης, δεν αντιλαμβάνεται την έννοια του χρόνου, δεν έχει ηθικούς φραγμούς και δεν εκλαμβάνει ως ασύμβατη τη συνύπαρξη αντίθετων φαινομένων. Ο Freud ονόμασε αυτό το πρωτόγονο είδος γνωστικής λειτουργίας, που επιβίωσε στη γλώσσα των ονείρων, των αστείων και των ψευδαισθήσεων, πρωτογενή διεργασία της σκέψης.

Το Εκείνο είναι εξ ολοκλήρου ασυνείδητο. Ωστόσο, η ύπαρξη και η δύναμή του γίνονται αντιληπτές από τα παράγωγά του, όπως είναι οι σκέψεις, οι πράξεις και τα συναισθήματα του ατόμου. Στην εποχή του Freud ήταν πολύ διαδεδομένη η πραγματικά αλαζονική άποψη ότι ο σύγχρονος «πολιτισμένος» άνθρωπος της Δύσης είναι ένα ον με συμπεριφορά που υποκινείται από τη λογική, ένα ον το οποίο έχει προχωρήσει εξελικτικά πέρα από τις αισθήσεις των «κατώτερων» ζώων και την «αγριότητα» που διακρίνει τους ανθρώπους των μη δυτικών κοινωνιών.

Η έμφαση του Freud στη ζωώδη φύση του ανθρώπου, αλλά και στην κυριαρχία του φύλου ως κινητήριας δύναμης ήταν ένας από τους λόγους που οι ιδέες του προκάλεσαν οργή στη Βικτοριανή και τη μετα-Βικτοριανή εποχή.

Ο όρος Εγώ χρησιμοποιήθηκε από τον Freud για να υποδηλώσει ένα σύνολο λειτουργιών που προσαρμόζονται στις κρίσιμες καταστάσεις της ζωής του κάθε ατόμου ανακαλύπτοντας τρόπους που είναι αποδεκτοί στα πλαίσια της οικογένειάς του για την αντιμετώπιση των απαιτήσεων του Εκείνο. Το Εγώ εξελίσσεται ακατάπαυστα σε όλη τη διάρκεια της ζωής, αλλά η ανάπτυξή του είναι περισσότερο ραγδαία κατά την παιδική ηλικία - η εμφάνισή του προσδιορίζεται στη βρεφική περίοδο. Το Εγώ λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της πραγματικότητας και είναι το φυτώριο της δευτερογενούς διεργασίας της σκέψης, η οποία χαρακτηρίζεται από τύπους γνωστικών λειτουργιών που έχουν χρονική ακολουθία, είναι λογικοί και προσανατολίζονται στην πραγματικότητα. Με αυτό τον τρόπο το Εγώ μεσολαβεί ανάμεσα στις απαιτήσεις του Εκείνο και στους περιορισμούς που θέτει η πραγματικότητα και η ηθική. Το Εγώ έχει συνειδητές και ασυνείδητες πλευρές.

Οι συνειδητές πλευρές είναι παρόμοιες με αυτό που εννοούμε οι περισσότεροι όταν χρησιμοποιούμε τον όρο «εαυτός» ή «εγώ», ενώ οι ασυνείδητες πλευρές περιλαμβάνουν διάφορες αμυντικές διεργασίες, όπως η απώθηση, η μετάθεση, η εκλογίκευση και η μετουσίωση. Με τη διατύπωση της δομικής θεωρίας της προσωπικότητας οι ψυχαναλυτές απέκτησαν μια νέα γλώσσα, με την οποία ήταν πλέον σε θέση να κατανοήσουν, έως ένα βαθμό, ορισμένα είδη παθολογίας του χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, ήταν σε θέση να κατανοήσουν ότι κάθε άτομο στη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας αναπτύσσει ορισμένες άμυνες του Εγώ οι οποίες, αν και παίζουν προσαρμοστικό ρόλο κατά την παιδική ηλικία, ενδέχεται αργότερα, στην ενήλικη ζωή, να γίνουν δυσπροσαρμοστικές. […]

Ο Freud επινόησε τον όρο Υπερεγώ για εκείνο το τμήμα του εαυτού που είναι επιτηρητής των πραγμάτων, ιδιαίτερα από μια ηθική οπτική. Το Υπερεγώ, μια εκ πρώτης όψεως συνώνυμη έννοια με τη «συνείδηση» του ατόμου, αναφέρεται στο τμήμα του εαυτού το οποίο μας επιβραβεύει όταν «βάζουμε τα δυνατά μας» και ασκεί κριτική όταν δεν εκπληρώνουμε τα κριτήρια που έχουμε θέσει. Πρόκειται για ένα τμήμα του Εγώ, παρόλο που σε εμπειρικό επίπεδο βιώνεται ξεχωριστά από αυτό.

Ο Freud θεωρούσε ότι το Υπερεγώ διαμορφώνεται κυρίως στη διάρκεια της οιδιπόδειας περιόδου μέσω της ταύτισης του παιδιού με τις γονεϊκές αξίες. Οι πιο σύγχρονοι ψυχαναλυτές όμως θεωρούν ότι το Υπερεγώ διαμορφώνεται πολύ νωρίτερα και ανιχνεύεται στις πρωτόγονες βρεφικές ιδέες περί καλού και κακού. Το Υπερεγώ, όπως και το Εγώ στο οποίο ανήκει, είναι εν μέρει συνειδητό και εν μέρει ασυνείδητο. […]

Η επιτυχία της ψυχολογίας του Εγώ στην περιγραφή διεργασιών οι οποίες πλέον τοποθετούνται κάτω από το γενικό χαρακτηρισμό της «άμυνας» έχει ιδιαίτερη σχέση με τη διάγνωση του χαρακτήρα. Όπως ακριβώς μπορούμε να κατανοήσουμε τους ανθρώπους σύμφωνα με την εξελικτική φάση η οποία θεωρείται ότι επεξηγεί τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, έτσι μπορούμε να τους κατατάξουμε σε κατηγορίες βάσει των χαρακτηριστικών τρόπων που διαθέτουν για να χειρίζονται το άγχος τους. Ή άποψη ότι μία από τις πρωταρχικές λειτουργίες του Εγώ είναι η προστασία του εαυτού ενάντια στο άγχος, το οποίο εγείρεται από ισχυρές ενστικτικές συγκρούσεις (δηλαδή από το Εκείνο), από εμπειρίες της πραγματικότητας που προκαλούν αναστάτωση (δηλαδή από το Εγώ) ή από αισθήματα ενοχής και σχετικές φαντασιώσεις (δηλαδή από το Υπερεγώ), παρουσιάστηκε με μεγάλη ευγλωττία στο έργο της Anna Freud The Ego and the Mechanisms of Defense (1936).

Στις αρχικές ιδέες του Freud περιλαμβάνεται και η άποψη ότι οι αγχώδεις αντιδράσεις προκαλούνται από τις άμυνες, και ιδιαίτερα από την απώθηση (εκούσια λήθη). Η άποψη αυτή πηγάζει από τη θεωρία των ενορμήσεων. Σύμφωνα με τον Freud, τα καταπιεσμένα συναισθήματα προκαλούν στο άτομο εσωτερική ένταση, η οποία ασκεί πίεση για εκτόνωση και βιώνεται ως άγχος. Όταν ο Freud στράφηκε στη δομική θεωρία, υποστήριξε το αντίθετο, ότι δηλαδή η απώθηση είναι μια αντίδραση στο άγχος, και ότι αυτός είναι ένας μόνο τρόπος -μεταξύ πολλών εναλλακτικών- με τον οποίο οι άνθρωποι προσπαθούν να αποφύγουν την ανυπόφορη αίσθηση του παράλογου φόβου. Έτσι άρχισε να ερμηνεύει την ψυχοπαθολογία ως μια κατάσταση κατά την οποία μια αμυντική προσπάθεια δεν είχε αποτέλεσμα για το άτομο, οπότε και αυτό βίωνε άγχος παρά την επιστράτευση των συνηθισμένων προσωπικών τρόπων αντιμετώπισής του, ή υιοθετούσε μια αυτοκαταστροφική συμπεριφορά για να καλύψει το άγχος του.


(Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2000, σ. 82-90)


Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Οι «ανώτεροι άνθρωποι» του Νίτσε


Ποιοι είναι λοιπόν οι «ανώτεροι άνθρωποι» του Νίτσε;[1] Ας σημειωθεί πως στα γραπτά του ο Νίτσε προσφέρει αρκετά παραδείγματα όσων θεωρεί αναντίρρητα «ανώτερους ανθρώπους»: τον Γκαίτε τον Μπετόβεν, και (ίσως το σημαντικότερο) τον ίδιο τον εαυτό του.[2] Βέβαια ο Νίτσε εκφράζει συχνά θαυμασμό και για άλλους ανθρώπους – τον Ναπολέοντα, ενίοτε τον Καίσαρα, τα «ελεύθερα πνεύματα» τα οποία πραγματεύεται σε όλη τη Χαρούμενη επιστήμη – αλλά δημιουργικές ιδιοφυίες όπως ο Γκαίτε και ο ίδιος ο Νίτσε ξεχωρίζουν για την υπόληψη της οποίας χαίρουν στο νιτσεϊκό έργο.[3] Τι καθιστά αυτές τις προσωπικότητες πρότυπα «ανωτέρου» τύπου για τον Νίτσε, πέρα από τη μεγάλη δημιουργικότητά τους (αφού όπως λέει «οι πραγματικά δημιουργικοί άνθρωποι», είναι «οι κατεξοχήν σπουδαίοι κατά την άποψή μου» (Θέληση για Δύναμη: 957); Τα γραπτά του Νίτσε περιγράφουν πέντε διακριτά, και στενά συνυφασμένα, χαρακτηριστικά του ανώτερου ανθρώπινου τύπου […]

1.  Ο ανώτερος τύπος είναι μοναχικός και ασχολείται με τους άλλους μονάχα εργαλειακά. «Κάθε επίλεκτος άνθρωπος», λέει ο Νίτσε, «πασχίζει ενστικτωδώς να βρει φρούριο και τη μυστικότητά του, όπου διασώζεται από το πλήθος, τους πολλούς, τη συντριπτική πλειονότητα» (Πέρα από το Καλό και το Κακό: 26). Αυτή η μοναχικότητα, ωστόσο, «δεν […] επιλέγεται αλλά […] είναι δεδομένη» (ΘΔ: 943): ένα «καλοφτιαγμένο άτομο» «βρίσκεται πάντα στη δική του παρέα, όταν έρχεται σε επαφή είτε με βιβλία, είτε με ανθρώπους, είτε με τοπία» (Ίδε ο Άνθρωπος Ι:2). Ο ανώτερος τύπος είναι λοιπόν κατ’ ανάγκη μοναχικός: «Υπάρχει μέσα του μια μοναχικότητα απρόσιτη στο εγκώμιο ή στη μομφή, μια δική του δικαιοσύνη πάνω από κάθε αρχή» (ΘΔ: 962). «[Η] έννοια του “μεγαλείου” συνεπάγεται το να είναι κανείς ευγενής, να θέλει να βρίσκεται με τον εαυτό του, να μπορεί να διαφέρει, να στέκει μόνος και να πρέπει να ζει ανεξάρτητα» (ΠΚΚ: 212). Πράγματι ο ανώτερος τύπος επιζητά τη μοναχικότητα με κάτι σαν εμμονή, καθώς «ξέρει πώς να κάνει παντού εχθρούς […] [Δ]ιαρκώς αντιφάσκει με τη συντριπτική πλειονότητα, όχι στα λόγια αλλά στα έργα» (ΘΔ: 944).

Δεν εκπλήσσει λοιπόν το γεγονός ότι ο σπουδαίος ή ο ανώτερος άνθρωπος δεν διαθέτει την «οικειότητα» και την «καλοσύνη» που πόσο συχνά εξυμνούνται στη σύγχρονη λαϊκή κουλτούρα. «Ένας σπουδαίος άνθρωπος […] είναι απόμακρος: θεωρεί έλλειψη καλαισθησίας το να είναι φιλικός» (ΘΔ: 962). Επιπλέον ο ανώτερος τύπος ασχολείται με τους άλλους, όταν πρέπει, με έναν μάλλον ξεχωριστό τρόπο: «Ενας άνθρωπος που πασχίζει για κάτι σπουδαίο θεωρεί καθέναν που συναντά στο δρόμο του είτε μέσο είτε καθυστέρηση και εμπόδιο –είτε προσωρινό αναπαυτήριο» (ΠΚΚ: 273). Επομένως, «ένας σπουδαίος άνθρωπος […] δεν θέλει “συμπονετικούς” ανθρώπους, αλλά υπηρέτες, εργαλεία· όταν συναναστρέφεται ανθρώπους, έχει πάντα την πρόθεση να κερδίσει κάτι από αυτούς» (ΘΔ:962) […] 

2.  Ο ανώτερος άνθρωπος αναζητά εμπόδια και ευθύνες, καθώς ωθείται προς την ολοκλήρωση ενός ενοποιητικού σχεδίου. «Τι είναι ευγενές;» ρωτά επανειλημμένα ο Νίτσε σε μια σημείωση του 1888 από τα Κατάλοιπα. Η απάντηση του: «Το να επιζητά κανείς ενστικτωδώς σημαντικές ευθύνες» (ΘΔ: 944). Αυτό συνέβαινε και με τον Γκαίτε: «δεν ήταν δειλός, αναλάμβανε όσο το δυνατός περισσότερα πάνω του, πάνω απ’ αυτόν, μέσα του» (Το Λυκόφως των Ειδώλων ΙΧ:49). Όμως ο ανώτερος άνθρωπος δεν επιζητά ευθύνες και καθήκοντα αυθαίρετα. «Ένας σπουδαίος άνθρωπος», λέει ο Νίτσε, παρουσιάζει «μια μακρόχρονη λογική σε όλη του τη δραστηριότητα […] έχει την ικανότητα να απλώνει τη θέλησή του σε μεγάλες εκτάσεις της ζωής του, να απεχθάνεται και να απορρίπτει καθετί ασήμαντο πάνω του» (ΘΔ: 962). Αυτό είναι το γνώρισμα που ο Νίτσε ενίοτε αναφέρει ως «ύφος» στον «χαρακτήρα» (ΧΕ: 290). […] ο Νίτσε έβλεπε την ίδια του τη ζωή υπό το πρίσμα της εκδήλωσης αυτού του χαρακτηριστικού:

[Η] οργανωτική «ιδέα» που είναι μοιραίο να κυριαρχήσει [στη ζωή και το έργο κάποιου] εξακολουθεί να αναπτύσσεται στο βάθος – αρχίζει να διατάζει∙ αργά αργά μας οδηγεί πίσω από παράδρομους και λάθος δρόμους∙ προετοιμάζει μοναδικές ιδιότητες και δεξιότητες που κάποια μέρα θα αποδειχθούν απαραίτητες ως μέσα για το όλο – μια προς μια, εκπαιδεύει όλες τις υποδεέστερες ικανότητες προτού κάνει οποιαδήποτε νύξη για την επικρατούσα αποστολή, τον «σκοπό», τον «στόχο» ή το «νόημα». Από αυτή την άποψη, η ζωή μου είναι απλώς υπέροχη. Για την αποστολή της επαναξιολόγησης των αξιών ενδέχεται να χρειάζονταν περισσότερες ικανότητες απ’ όσες μαζεύτηκαν ποτέ σε ένα και μοναδικό άτομο. […] ούτε καν υποψιάστηκα ποτέ τι αναπτυσσόταν μέσα μου – και μια μέρα όλες μου οι ικανότητες, ξάφνου ώριμες, ξεπήδησαν στην έσχατη τελειότητα τους (ΙΑ ΙΙ:9)
Γνωρίζουμε από προηγούμενο σημείο στο Ίδε ο άνθρωπος ότι ο Νίτσε θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο τύπο, «ένα καλοφτιαγμένο άτομο» (ΙΑ Ι:2), συνεπώς μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αποτελεί χαρακτηριστικό μόνο του ανώτερου τύπου το ότι παρορμείται στο να επιδιώκει ένα σχέδιο με τον τρόπο που περιγράφηκε εδώ […]

3.    Ο ανώτερος τύπος είναι ουσιωδώς υγιής και ανθεκτικός. Ένα ουσιώδες κατηγόρημα του «καλοφτιαγμένου ατόμου» είναι ότι «του αρέσει μονάχα ότι του κάνει καλό∙ η ευχαρίστησή του, η ηδονή του αναστέλλονται όταν υπερβαίνει το μέτρο για ότι είναι καλό για εκείνον. Μαντεύει ποιες θεραπείες χρησιμεύουν ενάντια στο επιβλαβές, αξιοποιεί τα βαριά ατυχήματα προς όφελος του» (ΙΑ Ι:2). Αυτός όμως είναι απλώς ένας τρόπος να πούμε ότι ο ανώτερος τύπος είναι υγιής, καθώς η υγεία, μας λέει ο Νίτσε, σημαίνει απλώς «[να] επιλέγεις ενστικτωδώς τα κατάλληλα μέσα ενάντια σε άθλιες καταστάσεις» (ΙΑ Ι:2). Αυτό μας επιτρέπει να καταλάβουμε τη δήλωση του ίδιου του Νίτσε στο Ίδε ο άνθρωπος ότι ήταν «κατά βάθος υγιής» (ΙΑ Ι: 2), ένας φαινομενικά παράδοξους ισχυρισμός για έναν φιλόσοφο με πλήθος σωματικές ασθένειες. Για τον Νίτσε, ωστόσο, η «υγεία» είναι τεχνικός όρος, δεν σημαίνει την απουσία ασθένειας, μα κάτι πλησιέστερο στην ανθεκτικότητα, στο πως αντιμετωπίζει κανείς τις κοινές (σωματικές) ασθένειες και υποτροπές. «Για ένα τυπικά υγιές άτομο», λέει ο Νίτσε, «η αρρώστια μπορεί να γίνει ακόμα και ένα ενεργητικό ερέθισμα για ζωή, για περισσότερη ζωή. Έτσι μου φαίνεται τώρα στην πράξη η [δική μου] μακρά περίοδος αρρώστιας […] στα χρόνια της χαμηλότερης ζωτικότητας μου έπαψα να είμαι πεσιμιστής: το ένστικτο της αυτοαποκατάστασης μου απαγόρευε μια φιλοσοφία της φτώχειας και της αποθάρρυνσης…» (ΙΑ Ι: 2). […] το να είναι κανείς υγιής συνεπάγεται με τη σειρά του μια ιδιαίτερη μη πεσιμιστική στάση απέναντι στη ζωή – που αποτελεί το τέταρτο χαρακτηριστικό του ανώτερου τύπου.

4.    Ο ανώτερος τύπος καταφάσκει στη ζωή, είναι δηλαδή έτοιμος να επιθυμήσει την αιώνια επιστροφή της ζωής του.  Στο Πέρα από το καλό και το κακό, ο Νίτσε περιγράφει «το αντίθετο ιδεώδες» από εκείνο των ηθικολόγων και πεσιμιστών, όπως ο Σοπενχάουερ, ως «το ιδεώδες του πιο υπεροπτικού, του πιο ζωντανού, του πιο καταφατικού προς τον κόσμο ανθρώπου, που όχι μόνο έχει συμβιβαστεί και έχει μάθει να τα βγάζει πέρα με οτιδήποτε ήταν και είναι, αλλά που θέλει ότι ήταν και είναι να επαναλαμβάνεται αιώνια» (ΠΚΚ: 56). Να το θέσουμε πιο απλά: ο ανώτερος τύπος ενστερνίζεται το δόγμα της αιώνιας επανάληψης και συνεπώς καταδεικνύει αυτό που ο Νίτσε συχνά ονομάζει «διονυσιακή» ή «καταφατική προς τη ζωή» στάση.

Ο λόγος περί «κατάφασης» προς τη ζωή είναι, ωστόσο, μάλλον ασαφής∙ ευτυχώς, μπορούμε να πούμε κάτι πιο ακριβές για το τι εννοεί ο Νίτσε. Ένα άτομο, κατά τον Νίτσε, έχει διονυσιακή στάση απέναντι στη ζωή στον βαθμό που καταφάσκει ανεπιφύλακτα στη ζωή του∙ συγκεκριμένα, στον βαθμό που καταφάσκει σε αυτή συμπεριλαμβανομένης της «οδύνης» ή άλλων δυσχερειών τις οποίες αυτή ενέχει. Έτσι, εάν έλεγε κανείς: «Ευχαρίστως θα ξαναζούσα τη ζωή μου, με εξαίρεση τον πρώτο μου γάμο», δεν θα κατάφασκε στη ζωή με την απαιτούμενη έννοια. Επομένως, μπορούμε να πούμε πως ένα άτομο καταφάσκει τη ζωή του με τη νιτσεϊκή έννοια μονάχα στον βαθμό που ευχαρίστως θα επιθυμούσε την αιώνια επιστροφή της: δηλαδή, θα επιθυμούσε την αιώνια επανάληψη ολόκληρης της ζωής του. Ουσιαστικά, ο Νίτσε ονομάζει «την ιδέα της αιώνιας επανάληψης» την «ύψιστη διατύπωση της κατάφασης, που είναι καθ’ όλα εφικτή» (ΙΑ ΙΙΙ: Ζ-1∙ πρβλ. ΠΚΚ: 56). Συνεπώς τους ανώτερους ανθρώπους τους διακρίνει μια χαρακτηριστική διονυσιακή στάση απέναντι στη ζωή: ευχαρίστως θα επιθυμούσαν την αιώνια επανάληψη της ζωής τους.

Ας σημειωθεί πως ο Νίτσε ισχυρίζεται ότι ακριβώς αυτή η στάση χαρακτηρίζει και τον ίδιο και τον Γκαίτε. Μιλώντας, για παράδειγμα, για το ότι οι συγκαιρινοί του αγνοούν το έργο του, γράφει: «Εγώ ο ίδιος δεν υπέφερα ποτέ απ’ όλο αυτό∙ το αναγκαίο δεν με πληγώνει∙ το amor fati [αγάπη της μοίρας] είναι η πιο ενδόμυχη φύση μου» (ΙΑ ΙΙΙ: ΠΒ-4). Αναφορικά με τον Γκαίτε, ο Νίτσε λέει ότι: «Ένα τέτοιο πνεύμα […] βρίσκεται στον κόσμο πιστεύοντας σε μια εύθυμη και έμπιστη μοιροκρατία, πιστεύοντας […] στη λύτρωση και στην κατάφαση ως προς τα πάντα […] Μια τέτοια πίστη, ωστόσο, είναι ανώτερη από κάθε άλλη δυνατή μορφή πίστης: τη βάφτισα με το όνομα του Διονύσου (ΛΕ ΙΧ: 49). […]

5.  Ο ανώτερος άνθρωπος φέρεται με ιδιαίτερο τρόπο απέναντι στους άλλους και ιδίως απέναντι στον εαυτό του: διαθέτει αυτοσεβασμό. «H “ανώτερη φύση” του σπουδαίου ανθρώπου», λέει ο Νίτσε σε μια εντυπωσιακή σημείωση του 1888 από τα Κατάλοιπα, «έγκειται στο ότι είναι διαφορετικός, απόμακρος, βρίσκεται πολύ ψηλότερα από τους άλλους, και σε κάποια επιρροή οποιουδήποτε είδους, ακόμα κι αν έκανε όλη την υφήλιο να τρέμει» (ΘΔ: 876· πρβλ. ΧΕ: 55). Αυτό είναι ίσως το πιο ασυνήθιστο γνώρισμα της νιτσεϊκής πραγμάτευσης του ανώτερου τύπου, διότι υποδηλώνει πως, κατά βάθος, το να είναι κανείς ανώτερος τύπος αποτελεί ζήτημα «στάσης» ή «συμπεριφοράς». Σε μια ενότητα του Πέρα από το καλό και το κακό, ο Νίτσε και πάλι δίνει απάντηση στο ερώτημα «Τι είναι ευγενές;» αυτή τη φορά ως εξής: «Εδώ δεν είναι τα έργα, αλλά η πίστη το αποφασιστικό στοιχείο, αυτό που καθορίζει την ιεραρχική τάξη […] κάποια θεμελιώδη βεβαιότητα που η ευγενής ψυχή έχει για τον εαυτό της, κάτι που δεν γίνεται ούτε να αναζητηθεί, ούτε να βρεθεί, ούτε ίσως να χαθεί. «Η ευγενής ψυχή σέβεται τον εαυτό της» (ΠΚΚ: 287), […] Η αυτοαπέχθεια, η αυτοαμφισβήτηση και ο αυτοτραυματισμός είναι ο κανόνας μεταξύ των ανθρώπινων όντων· το να κατέχει κανείς μια «θεμελιώδη βεβαιότητα» σε ότι αφορά τον εαυτό του πιστεύει ο Νίτσε αρκετά εύλογα, συνιστά μια μοναδική κατάσταση πραγμάτων.[4]

Με αυτή τη στάση του αυτοσεβασμού συνδέονται και άλλες ξεχωριστές στάσεις που διακρίνουν το φέρσιμο του ανώτερου ανθρώπου. «Ο ευγενής άνθρωπος», λέει ο Νίτσε, «τιμά στον εαυτό του τον ισχυρό, επίσης αυτόν που έχει αυτοκυριαρχία, που ξέρει πως να μιλά και να σωπαίνει, που αρέσκεται στο να είναι αυστηρός και σκληρός με τον εαυτό του και να σέβεται κάθε αυστηρότητα και σκληρότητα» (ΠΚΚ: 260). (Δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ο ανώτερος τύπος δεν είναι ηδονοκράτης: «Τι είναι ευγενές;» ρωτά ο Νίτσε: «Ότι αφήνει κανείς την ευτυχία στη συντριπτική πλειονότητα: […]» [ΘΔ: 944].) Σε ένα προηγούμενο έργο ο Νίτσε εξηγεί πως:

[Τ]ο πάθος που καταλαμβάνει τους ευγενείς είναι περίεργο […] Περιλαμβάνει τη χρήση ενός σπάνιου και μοναδικού μέτρου και σχεδόν μιας τρέλας· το αίσθημα της θέρμης για πράγματα που άλλοι τα αισθάνονται ψυχρά· την επινόηση αξιών για τις οποίες δεν έχει βρεθεί ακόμα η ζυγαριά· […] το θάρρος χωρίς την επιθυμία για τιμές· την αυτάρκεια που υπερχειλίζει και που προσφέρει σε ανθρώπους και πράγματα. (ΧΕ: 55)
Πράγματι, η ικανότητα του ανώτερου ανθρώπινου τύπου να θέτει το δικό του μέτρο αξιολόγησης αποτελεί ένα από τα πιο ξεχωριστά επιτεύγματά του, όπως είδαμε όταν πραγματευόμασταν τη μοναχικότητα. Και «ο ανώτερος άνθρωπος», λέει ο Νίτσε, «είναι αυτός που καθορίζει αξίες και κατευθύνει τη θέληση χιλιετιών καθοδηγώντας τις ανώτερες φύσεις» (ΘΔ: 999).

Αν ληφθούν όλα αυτά υπόψη, γίνεται σαφές το γιατί οι δημιουργικές ιδιοφυΐες όπως ο Γκάιτε, ο Μπετόβεν και ο ίδιος ο Νίτσε θα έπρεπε να αποτελούν τα προτιμητέα παραδείγματα του ανώτερου ανθρώπινου τύπου όντος: διότι τα χαρακτηριστικά του ανώτερου τύπου είναι ακριβώς εκείνα που προσφέρονται για καλλιτεχνικό και δημιουργικό έργο. Κλίση προς τη μοναχικότητα, απόλυτη αφοσίωση στην αποστολή, αδιαφορία για τη γνώμη των άλλων, θεμελιώδης βεβαιότητα για τον εαυτό και τις αξίες (που σε άλλους φαντάζει συχνά ως ύβρις) – όλα αυτά είναι γνωρίσματα που βρίσκουμε, ξανά και ξανά, σε καλλιτεχνικές ιδιοφυΐες […]


(Εκδόσεις Οκτώ, 2009, σ. 141 - 146 )




[1] Στο Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα ο Νίτσε έκανε λόγο για τον «υπεράνθρωπο» ως ένα είδος ιδεώδους ανώτερου τύπου. Αυτή η συγκεκριμένη έννοια, ωστόσο, απλώς παραλείπεται από το ύστερο έργο του (με εξαίρεση μια σύντομη αναφορά στο Ίδε ο άνθρωπος, στο πλαίσιο της πραγμάτευσης του Ζαρατούστρα).
[2] Ο Νίτσε περιγράφει εκτενώς και σε πολλά μέρη (π.χ. Ρ: 201∙ ΧΕ: 55∙ ΠΚΚ:287∙ ΝΒ Επίλογος: 2∙ ΘΔ: 943) τους τύπους ατόμων τους οποίους θαυμάζει∙ και περιγράφει και τον εαυτό του ως τέτοιο άτομο – βλέπε για παράδειγμα, ΙΑ Ι:2.
[3] Ο Brobjer (1995, Παράρτημα 2) έδειξε ότι στο νιτσεϊκό έργο κανείς δεν αναφέρεται όσο ο Γκαίτε (135 αναφορές), και οι αναφορές είναι ομοιόμορφα πολύ θετικές. (Ο Σοπενχάουερ ακολουθεί με μικρή διαφορά, έχοντας 122 αναφορές, των οποίων το περιεχόμενο είναι ωστόσο πολύ πιο σύνθετο). Ο Νίτσε αναφέρει τον Μπετόβεν 27 φορές […] και το σημαντικότερο, οι αναφορές στον Μπετόβεν είναι όπως και στον Γκαίτε, ομοιόμορφα θετικές. Ο Ναπολέων αναφέρεται 26 φορές, και οι Σπινόζα και Βολτέρος από 25 φορές ο καθένας.
[4] Ας σημειωθεί ότι η πραγμάτευση του Νίτσε απηχεί τον ανώτερο άνθρωπο του Αριστοτέλη, στην περίφημη πραγμάτευση της μεγαλοψυχίας στα Ηθικά Νικομάχεια (1123b-1125a16).