Δευτέρα 17 Απριλίου 2017

Επικούρειοι και sex

Ένας μαθητής του Επίκουρου, ο Μητρόδωρος, γράφει στο νεαρό Πυθοκλή που βασανίζεται από έντονες φυσικές επιθυμίες:

«Μου λες πως τα κεντρίσματα της σάρκας σε κάνουν να υπερβάλλεις στις απολαύσεις του έρωτα.

Αν δεν παραβιάζεις τους νόμους ή δεν προσβάλλεις τους γενικά αποδεκτούς καλούς τρόπους, αν δεν ενοχλείς τους γείτονές σου, δεν εξαντλείς τη δύναμή σου και δεν σπαταλάς την ουσία σου, παραδόσου χωρίς ανησυχία στην κλίση σου.

Αλλά είναι αδύνατον να μην αναχαιτιστείς τουλάχιστον από ένα από αυτά τα εμπόδια· οι ερωτικές απολαύσεις δεν ωφέλησαν ποτέ κανέναν· είναι πολύ σημαντικό αν τουλάχιστον δεν βλάπτουν».

FESTUGIERE ANDRE-JEAN, Ο ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΟΥ

[Εκδόσεις ΘΥΡΑΘΕΝ, σελ. 67]


Τρίτη 11 Απριλίου 2017

Η σημασία του αρχικού στόχου


Ghost Dog: The Way of the Samurai. Μια ταινία του Jim Jarmusch με πρωταγωνιστή τον Forest Whitaker. Είναι δομημένη πάνω στο κείμενο ενός Γιαπωνέζου πολεμιστή του 18ου αιώνα, του Yamamoto Tsunetomo. Το «Ηagakure: The Book Of The Samurai» είναι ένα μικρό βιβλίο με αφορισμούς που χωρίζονται από ένα μικρό σύμβολο, δίνοντας ανάσες στο κείμενο.

Το απόσπασμα που ακολουθεί αναφέρεται στη σημασία του αρχικού στόχου: 

Ένας γέροντας είπε κάποτε πως όταν σκοτώνεις εχθρό… είναι σαν να σκοτώνει ένα γεράκι το θήραμά του. Έστω και αν βρεθεί ανάμεσα σε χιλιάδες θηράματα …σημασία δίνει μόνο στο θήραμα που σημάδεψε στην αρχή.


Κυριακή 9 Απριλίου 2017

Η ανθρώπινη φλυαρία και η στωική σιωπή

Έχεις δύο αυτιά αλλά ένα στόμα.
Άκου δύο φορές και μίλα μία.

Η φλυαρία είναι μεγάλη πληγή του σύγχρονου ανθρώπου. Αν μελετήσει κανείς τις διαφημίσεις της τηλεφωνίας, θα συμπεράνει κάτι που φαίνεται αβλαβές –την προτροπή προς τη φλυαρία («Μιλήστε δωρεάν, όσο θέλετε!»- αλλά δεν είναι. Όταν μιλάμε ακατάπαυστα, είναι φυσικό να λέμε βλακείες και να επαναλαμβάνουμε τα ίδια και τα ίδια. Κανείς δεν εκτιμά τους φλύαρους, μολονότι ίσως τους ανέχεται από ευγένεια. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για την προσωπική μας ιστορία, για το δράμα μας, για τις περιπέτειες και τα κατορθώματά μας. Με το να φλυαρούμε γύρω απ’ όλα αυτά γινόμαστε μεμψίμοιροι, ή πομπώδεις και καυχησιάρηδες. Η φλυαρία μας εμποδίζει να ακούμε τους άλλους και, όχι σπάνια, μας καταδικάζει στο ρόλο του γελωτοποιού. Πολλοί φλύαροι άνθρωποι φρονούν ότι οι ιδέες τους είναι πρωτότυπες και πρέπει να διαδοθούν· στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι επαναλαμβάνουν κοινοτυπίες.

Η ακαταμάχητη επιθυμία μερικών ανθρώπων να μιλάνε τους κάνει δυσάρεστους όχι μόνο επειδή είναι κουραστικοί αλλά επειδή δείχνουν αναξιόπιστοι. Κανείς δεν εκτιμά τους κουτσομπόληδες […]

Επίσης, πολλοί άνθρωποι που μιλούν περισσότερο από όσο ακούνε έχουν την τάση να υπερβάλλουν και να χυδαιολογούν. Όταν συμβαίνει αυτό καλύτερα να αποχωρούμε διακριτικά. Κι αν δεν έχουμε να πούμε κάτι καλύτερο από τη σιωπή, είναι προτιμότερο να σωπαίνουμε. Έλεγε ο Αβραάμ Λίνκολν: «Είναι προτιμότερο να μένεις σιωπηλός και να σε περνούν για βλάκα, παρά να μιλάς και να αίρεις κάθε αμφιβολία». Λέγε μόνο τα απαραίτητα και με λιγοστές λέξεις. Το να ακούς είναι τέχνη.

Η στωική σιωπή δεν σχετίζεται με τη σιωπή της κατωτερότητας που κάποτε επιβάλλονταν στις γυναίκες («Γυναιξί σιγή κόσμον φέρει» - Η σιωπή στολίζει τις γυναίκες). Η στωική σιωπή είναι μια στάση την οποία επιλέγουμε, δεν μας επιβάλλεται. Όπως λέει ο Σενέκας: «Για να επιβάλλεις τη σιωπή σε κάποιον, πρέπει να σιωπήσεις πρώτος εσύ».

Μαξ Έξελμαν, 61 μαθήματα καθημερινής ζωής από τους Στωικούς 

[Εκδόσεις Πατάκη, 2015, σελ. 25 - 27]

Κυριακή 2 Απριλίου 2017

Η θεωρία πολέμου του Λέοντος Τολστόι

Το πρότυπο ρωσικό κείμενο του «Πόλεμος και Ειρήνη» (των 1500 περίπου σελίδων), διαιρείται σε τέσσερα βιβλία (δεκαπέντε μέρη), έχει 365 κεφάλαια και δύο επιλόγους, τον έναν κυρίως αφηγηματικό, τον άλλο πλήρως θεματικό. Ενώ το πρώτο μισό του μυθιστορήματος (κατά προσέγγιση) αναφέρεται αυστηρά στους πλασματικούς χαρακτήρες, τα τελευταία μέρη, καθώς επίσης και ο ένας από τους δύο επιλόγους της εργασίας, αποτελούνται όλο και περισσότερο από ιδιαιτέρως επίμαχα πραγματολογικά δοκίμια για την φύση του πολέμου, της πολιτικής ισχύος, της ιστορίας και της ιστοριογραφίας. Ο Τολστόι διάνθισε στην μυθιστορία του αυτά τα δοκίμια με έναν τρόπο που αψηφά την πλασματική συμβατικότητα. Αρκετές συντομευμένες εκδόσεις αφαίρεσαν αυτά τα δοκίμια εξ ολοκλήρου, ενώ άλλες (που δημοσιεύτηκαν ακόμη και κατά την διάρκεια της ζωής του Τολστόι) απλά μετέθεσαν αυτά τα δοκίμια σε ένα ενιαίο παράρτημα.

Ο Τολστόι απεικονίζει ζωντανά την αντίθεση μεταξύ του επιτιθέμενου Ναπολέοντα και του αμυνομένου Ρώσου Στρατηγού Κουτούζωφ, και από άποψη προσωπικότητας, αλλά και στην ιστορική σύγκρουση των δύο στρατών.

Ο Ναπολέων θεωρεί ότι θα μπορούσε να διευθύνει άμεσα την πορεία μιας μάχης μέσω της ταχείας μετάδοσης των σαφών διαταγών του με αγγελιαφόρους, ενώ αντίθετα ο Κουτούζωφ αναγνωρίζει πως το μόνο που θα μπορούσε να κάνει ήταν να προγραμματίσει την αρχική διάταξη των δυνάμεών του και να αφεθούν οι υφιστάμενοί του να διευθύνουν την δράση.

Ο Ναπολέων προβαίνει σε λάθος επιλογή, προκρίνοντας να βαδίσει προς την Μόσχα, την οποία και καταλαμβάνει επί πέντε μοιραίες εβδομάδες, ενώ θα ήταν σαφώς καλύτερο να καταστρέψει τον ρωσικό στρατό σε μιαν αποφασιστική μάχη εκ παρατάξεως.

Ο Στρατηγός Κουτούζωφ θεωρεί τον χρόνο ως τον καλύτερο σύμμαχό του και απέχει συστηματικά από την εμπλοκή της μάχης με τους Γάλλους, οι οποίοι τελικά καταστρέφονται, δεδομένου ότι οπισθοχωρούν αργά και με τρομακτική προσπάθεια προς τα γαλλικά σύνορα, βασανιζόμενοι από τον σφοδρό ψύχος, την ολοσχερή έλλειψη εφοδίων και την ακατάπαυστη καταδίωξη των Ρώσων. Ο πραγματολογικός ιστός της αφήγησης λειτουργεί ως υπόβαθρο της πολυεπίπεδης και λεπτομερούς προβληματικής, την οποία αναπτύσσει ο Τολστόι για το φαινόμενο, το δρώμενο και την ουσία του πολέμου.

«Ο πόλεμος δεν είναι μια ευγενική αναψυχή, αλλά το πλέον αποτρόπαιο πράγμα στη ζωή. Οφείλουμε να το καταλάβουμε και να μην παίζουμε στον πόλεμο. Οφείλουμε να τον αποδεχθούμε άτεγκτα και επίσημα ως τρομακτική ανάγκη. Όλα καταλήγουν σ’ αυτό: έχουμε να κάνουμε με ψεύδη, και εάν είναι πόλεμος, τότε είναι πόλεμος και όχι παιχνίδι, ειδάλλως η διεξαγωγή του πολέμου είναι απλά το αγαπημένο εντρύφημα του οκνηρού και του επιπόλαιου».
Ο Τολστόι ενδιαφέρθηκε για τον αγώνα του Ναπολέοντα ενάντια στη Ρωσία και την σχέση του αγώνα αυτού με τα ιστορικά προβλήματα. Η ένταξη της ναπολεόντειας εκστρατείας στο σχέδιο του μυθιστορήματος του, του οποίου αντικείμενο είναι η ανθρώπινη ιστορία, χρησιμοποιείται ως βάθρο για τα εκτενή εδάφια της θεωρητικολογίας για τον πόλεμο, τους ηγέτες του, και τις ιστορικές επιπτώσεις των ενεργειών τους.

Ο Τολστόι ήξερε τι είναι πόλεμος από «πρώτο χέρι», καθώς υπηρετώντας ως εθελοντής στο πυροβολικό (1852-1855), πολέμησε εναντίον των Τούρκων στην Βουλγαρία (πολιορκία της Συλιστρίας) και στον Κριμαϊκό Πόλεμο (πολιορκία της Σεβαστούπολης και Μάχη του ποταμού Τσερνάγια). Κανείς κριτής του δεν μπορεί να αρνηθεί ότι οι σκηνές μάχης στο διήγημά του περιγράφονται με αξεπέραστο και μεγαλειώδη τρόπο, όπως και οι χαρακτηρισμοί των ενεργών προσώπων από τους απλούς στρατιώτες έως του Στρατάρχες και τους Αυτοκράτορες είναι αξέχαστοι.

Η πεποίθηση του Τολστόι είναι ότι το άτομο ζει συνειδητά για το ίδιο, αλλά συνάμα είναι ένα ασυναίσθητο όργανο, ένα ενεργούμενο, στην επίτευξη των ιστορικών καθολικών στόχων της όλης ανθρωπότητας. Μια τελεσθείσα πράξη, υποστηρίζει ο Τολστόι, είναι αμετάκλητη, και τα αποτελέσματά της, τα οποία συμπίπτουν εγκαίρως με τις ενέργειες εκατομμυρίων άλλων ατόμων, ενδεχόμενα προσλαμβάνουν μιαν ιστορική σημαντικότητα. Στην ιστορία, οι αποκαλούμενοι μεγάλοι άνδρες είναι μόνον «ετικέτες», που δίνουν ονόματα στα γεγονότα, και όπως οι ετικέτες, οι ίδιοι έχουν πραγματικά την μικρότερη και μόνον σύνδεση με τα γεγονότα. Υπάρχουν δύο είδη ενεργειών, εξηγεί, εκείνες που εξαρτώνται από το άτομο και εκείνες που είναι ανεξάρτητες από αυτό. Στην ιστορική διαδικασία, υποστηρίζει, υπάρχει ένα ελάχιστο όριο στην ελευθερία της δράσης.

Ο Κουτούζωφ ως σύμβολο, μέσα στην απλότητα, στην διαισθητική φρόνηση, στην έλλειψη υποκρισίας και επιτήδευσης, καθώς και στην πεποίθησή του για την αδυναμία ελέγχου των γεγονότων, καταλαβαίνει την δική του θέση μαζί με τα αναρίθμητα απλά πατριωτικά μέλη της ρωσικής ανώτερης τάξης και της αγροτιάς, ως αντιπρόσωπος του ασυνείδητου πνεύματος του έθνους, το οποίο ο Τολστόι προσδιορίζει ως την αληθινή ιστορική δύναμη σε εποχή εθνικής κρίσης.

Ως υπαρκτό πρόσωπο της αφήγησης ο Κουτούζωφ απεικονίζει αξιοθαύμαστα την θεωρία του Τολστόι περί του πολέμου, επειδή η στρατηγική του είναι βασισμένη στην παραδοχή ότι όλα στον πόλεμο φέρνουν αποτελέσματα σ’ αυτόν που μπορεί να περιμένει. «Η υπομονή και ο χρόνος», δηλώνει ο Κουτούζωφ, «είναι τα πράγματα που κερδίζουν τους πολέμους». «Σε περίπτωση αμφιβολίας, μην ενεργείτε», αυτό είναι το μεγάλο στρατιωτικό αξίωμά του.

Και ουσιαστικά ο Τολστόι υπερασπίζει αυτήν την θέση όταν γράφει προς το τέλος του μυθιστορήματος: «Εάν παραδεχόμαστε ότι η ανθρώπινη ζωή μπορεί να κυβερνηθεί από την λογική, η ίδια η δυνατότητα της ζωής καταστρέφεται.»

Αθανάσιος Κωνσταντίνου, Carl von Clausewitz: Απανθίσματα από τις «Σημαντικότατες αρχές της διεξαγωγής του πολέμου» 

ΕΚΔΟΣΗ ΣΧΟΛΗΣ ΠΟΛΕΜΟΥ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ (σελ. 44-46)