Τρίτη 12 Απριλίου 2016

Το ανασήκωμα του στόματος

Στη τηλεοπτική σειρά Lie to me ο χαρισματικός Dr. Lightman (Tim Roth) -που οι συνθήκες της ζωής του τον οδήγησαν να ασχοληθεί με τη φυσιογνωμική, τη γλώσσα του σώματος και τις μικροεκφράσεις του προσώπου-, λειτουργεί ως ένας ανθρώπινος ανιχνευτής ψεύδους.

Στο δεύτερο επεισόδιο (Moral Waiver) της πρώτης σεζόν αποκαλύπτει το ψέμα από το ανασήκωμα του στόματος του υποκειμένου:

Ανασήκωσε […] το στόμα…
Είναι κλασική έκφραση. Σημαίνει ότι δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στα όσα λέει.
Έλεγε ψέματα.

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Η σκέψη του Ζίγκμουντ Φρόιντ

Περίπου στα 30 του χρόνια, ο Ζ. Φρόιντ επινοεί την ψυχανάλυση. Ορίστε πως αφηγείται τα γεγονότα η Ιστορία.

Αφότου ειδικεύτηκε στη νευροπαθολογία αφιερώνεται στην υστερία και στη σημασία που έχει στις πνευματικές ασθένειες η συγκινησιακή πλευρά του ασθενούς. Εφαρμόζει αρχικά την ύπνωση, αλλά δεν αντιλαμβάνεται τα όριά της και δηλώνει: «Δεν είναι αυτό που θέλω».

Έτσι, μαζί με τον δόκτορα Μπρόιερ, ένα συνάδελφο που βάζει τους ασθενείς να αφηγούνται τις συγκινήσεις, τις αναμνήσεις και τα τραύματα που συνδέονται με την ασθένεια, πετυχαίνοντας την υποχώρηση κάποιου συμπτώματος, αισθάνεται ότι είναι στο σωστό δρόμο, αλλά δηλώνει ξανά: «Δεν είναι αυτό που θέλω».

Εμβαθύνει στις τεχνικές του Μπρόιερ, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι τα νευρωτικά συμπτώματα προέρχονται από μια ποσότητα «μετατοπισμένης» ψυχικής ενέργειας, δηλαδή μια ψυχική παρόρμηση που μετατρέπεται σε σωματικό σύμπτωμα. Εξετάζει την «περίπτωση της Άννας Ο», μιας συμπαθητικής και νεαρής ασθενούς, η οποία μετά το θάνατο του πατέρα της είχε εμφανίσει μια σειρά από νευρωτικές διαταραχές. Διαισθάνεται ότι στη βάση υστερικού συμπτώματος υπάρχει μια απομάκρυνση του οδυνηρού συμβάντος, ένας στοιχειώδης μηχανισμός άμυνας που απωθεί το δυσάρεστο γεγονός σε ένα ημιυπόγειο της ψυχής που ονομάζει «υποσυνείδητο»· νιώθει ότι είναι κοντά στη λύση, αλλά δηλώνει: «Δεν είναι αυτό που θέλω».

Τότε εμβαθύνει σ’ εκείνο που κατά τη γνώμη του είναι ένας από τους πιο βασικούς αρχιτέκτονες του υποσυνείδητου, δηλαδή το όνειρο. Αναλύει τη λογική της ονειρικής διαδικασίας και εντοπίζει τις δυο βασικές λειτουργίες που επιτελεί το υποσυνείδητο, δηλαδή τη «συμπύκνωση», όπου οι φευγαλέες σκέψεις αντιπροσωπεύονται από ένα «κεντρικό» στοιχείο, και τη μετατόπιση», χάρη στην οποία η συγκινησιακή ένταση μερικών στοιχείων του ύπνου μεταφέρεται σε άλλα για να αποφευχθεί η λογοκρισία και να ξεπερεστούν τα εμπόδια. Ικανοποιημένος δηλώνει: «Αρχίζει να είναι αυτό που θέλω». Οπότε, αφοσιώνεται στις διαδικασίες που η ονειρική εργασία αναδημιουργεί διαμέσου μιας ψευδαίσθησης και καθορίζει ότι υπάρχουν απωθημένες παιδικές επιθυμίες. Πράγματι το όνειρο είναι ένας σημαντικότατος φύλακας του ύπνου, επειδή προσφέρει στις υποσυνείδητες επιθυμίες τη δυνατότητα έκφρασης και ικανοποίησης που αν δεν την είχαμε, θα αναγκαζόμαστε να βιώνουμε το αιώνιο ανικανοποίητο πολλών ανεκπλήρωτων επιθυμιών.   

Πραγματικά ικανοποιημένος, περνά στην επεξεργασία μιας θεωρίας του υποσυνείδητου που θα δικαιολογεί το όνομα του. Σύμφωνα με την άποψή του, υπάρχει μια σειρά από ωθήσεις που αντιπροσωπεύουν την ψυχική έκφραση της σεξουαλικής ενέργειας. Η δήλωσή του αυτή εκκινεί από την πεποίθηση ότι η προέλευση της ζωής προέρχεται από μια μοναδική ενέργεια, ένα πρωταρχικό ένστικτο που […] αποκαλεί «λίμπιντο», το οποίο δίνει δύναμη σε όλες τις εκδηλώσεις του και δεν είναι μια «ενστικτώδης» ενέργεια ίδια μ’ εκείνη των ζώων, αλλά μια τάση που μπορεί να θέσει σε ενέργεια διαφορετικές δυνάμεις και ανάλογα με την περίπτωση να ελευθερώνεται ή να καταπιέζεται. Η λίμπιντο έχει μια πηγή, δηλαδή μια ερωτογενή ζώνη του σώματος που συνδέεται με ζωτικές λειτουργίες, την οποία όμως παρακολουθεί, ξεκινώντας έτσι την πρόσφατη διαφωνία για τις ερωτογενείς ζώνες […] Και επιτέλους αναφωνεί: «Ορίστε, αυτό είναι εκείνο που θέλω!».

Δηλώνει, λοιπόν, ότι η λίμπιντο υπόκειται σε διάφορα στάδια εξέλιξης που καθιστούν τα παιδιά υποθετικούς έκφυλους: το στοματικό στάδιο από 0 ως 18 μηνών […]· ένα πρωκτικό στάδιο από τους 18 μήνες ως τα τρία χρόνια, […] και το φαλλικό στάδιο, από 3 ως 5 χρόνων […]

Σε αυτό το στάδιο αναπτύσσεται […] το οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Το πήρε από τον αρχαίο ελληνικό μύθο, όπου εκείνος ο άμοιρος σκοτώνει, δίχως να το γνωρίζει, τον πατέρα του Λάιο και παντρεύεται τη μητέρα του Ιοκάστη. Πέρα από το μύθο, αναφέρεται σ’ εκείνο το σύνολο των ερωτικών και εχθρικών συναισθημάτων που το παιδί νιώθει απέναντι στους γονείς του, αρχίζοντας να τους «κρυφοκοιτάζει» από την κλειδαρότρυπα, και θέτοντας σε λειτουργία τη θεωρία της «παιδικής αποπλάνησης», το οποίο είναι ένα τραύμα που δεν το ζούμε, αλλά το φανταζόμαστε. Η ανάπτυξη της λίμπιντο μπορεί να εξελιχθεί φυσιολογικά ή να διακοπεί από την προκατάληψη ή από την οπισθοδρόμηση που σταματούν την εξέλιξη και προκαλούν νευρωτικά συμπτώματα, όπως το να βυζαίνεις το δάκτυλο στη διάρκεια επαγγελματικών συναντήσεων. 

Στην πιο ώριμη φάση της θεωρίας του ο Φρόιντ επεξεργάστηκε ένα διαχωρισμό της ψυχής σε τρία μέρη: το Εκείνο, δηλαδή το σύνολο των λιμπιντικών ωθήσεων· το Υπερεγώ, δηλαδή το σύνολο των απαγορεύσεων που έχουν ενσταλαχτεί στον άνθρωπο από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, το οποίο θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «ηθική συνείδηση»· και το Εγώ, δηλαδή η προσωπικότητα που προκύπτει από την επισφαλή ισορροπία των δύο προηγούμενων στοιχείων. […]

Στην ύστερη συστηματοποίηση της θεωρίας του, […] ο Φρόιντ παρεμβάλλει άλλες δύο αντιτιθέμενες αρχές: έρως και θάνατος, που γίνονται πρωταγωνιστές μιας νέας αντίληψης για τη λίμπιντο. Δεν είναι πια η Ηδονή η πρωταρχική ώθηση της ζωής, αλλά υπάρχει κι άλλη μια, ακόμη πιο αρχαία, αυτοκαταστροφική και με μελαγχολικές τάσεις, που μας σπρώχνει να μη χαιρόμαστε ό,τι κατακτούμε στη ζωή, δηλαδή ο Θάνατος· η μάχη ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο Τιτάνες αποτελεί την πιο βαθιά και αμφίσημα μορφή της ανθρώπινης ύπαρξης. Ολόκληρη η πορεία της ανθρωπότητας θα σημαδευόταν από την αλληλοδιαδοχή αυτών των σημαντικών ωθήσεων: ο αέναος αγώνας ανάμεσα στο Μίσος και στην Αγάπη, που ήδη πριν από 2500 χρόνια κάποιος Εμπεδοκλής από τον Ακράγαντα είχε προβλέψει με σαφήνεια […] Ετούτη η πληθώρα αρχών και αντιπαραθέσεων επιτρέπει στον Φρόιντ να διευρύνει την ψυχαναλυτική θεωρία του στην ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων και στο πεπρωμένο του πολιτισμού μας, φτάνοντας προς το τέλος της ζωής του να στραφεί σε μια απαισιόδοξη κατεύθυνση: όσο περισσότερο ερευνώνται οι αιτίες της ενόχλησης, τόσο αναδύεται η πολύμορφη δομή της προσωπικότητας μας και η ευθραυστότητα της· όσο περισσότερο αποκαλύπτονται τα ανήσυχα γεγονότα των εμπειριών μας τόσο η ψυχανάλυση γίνεται κριτική.

Τέλος πάντων, συγκεφαλαιώνοντας, η θεωρία του Φρόιντ είναι μια θεωρία που αποτελείται από τεχνάσματα όπου εμείς τα ανθρώπινα πλάσματα δεν παρουσιάζουμε πολύ ωραία εικόνα: από μικροί είμαστε έκφυλοι που θέλουν να πλαγιάσουν με τη μαμά ενώ ο μπαμπάς είναι στη δουλειά – αντίθετα, τα κοριτσάκια τον περιμένουν με λάγνα αγωνία. Χρόνια σεξουαλικά πεινασμένα που από μικρά θέλουμε να ερεθιστούμε από το στόμα, από τον κώλο και από τα γεννητικά όργανα και, μόλις αναπτυχθούμε, ως ανεύθυνοι δειλοί, αρνούμαστε να αποκτήσουμε αυτογνωσία για να μην αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες της ζωής· βρομιάρηδες που, αντί να μαζέψουμε τα άπλυτά μας και να τα πλύνουμε μπροστά σε όλους, προτιμούμε να τα βάλουμε στο πατάρι και/ή στο υπόγειο, αφήνοντας τα για χρόνια να μουχλιάσουν από την ντροπή: με δυο λόγια, άθλιοι, ηλίθιοι, ορθά καταπιεσμένοι από τόση ανυπαρξία, που δε βλέπουμε την ώρα να πάμε στο κρεβάτι τουλάχιστον για να ονειρευτούμε ό,τι δε θα μπορέσουμε ποτέ να πραγματοποιήσουμε, γεγονός που, μεταξύ άλλων, δεν είμαστε ελεύθεροι να πράξουμε επειδή μας εμποδίζουν μια σειρά μηχανισμών ελέγχου που αρνούνται κάθε μορφή αυτονομίας.  Δε μας απομένει παρά να πούμε: σκέτη καταστροφή. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, με δεδομένη την παράλογη βάση της φροϋδικής σκέψης, που απωθεί το δυαδισμό ανάμεσα σε Ψυχή και Σώμα, δε μας αφήνει ούτε την ελπίδα ότι η Ψυχή μπορεί να είναι κάτι κυρίως αξιοπρεπές και λίγο αργότερα θα μπορεί να μας κάνει να δοκιμάσουμε κάποιο άλλο σύμπαν και/ή κατάσταση.

Βέβαια δεν πρέπει να μας εκπλήσσει ότι, σύμφωνα μ’ αυτή την παρουσίαση μας […] φαίνεται ότι το χειρότερο που μπορεί να μας συμβεί είναι να αποκτήσουμε αυτογνωσία και να καταλάβουμε τι πραγματικά είμαστε: κάτι που προφανώς προσέχουμε πολύ να μην κάνουμε, προσπαθώντας όσο είναι δυνατόν να περιορίσουμε τις ζημιές και να επιβιώσουμε. Δηλαδή, δεν έχουμε κανένα λόγο να περηφανευόμαστε. Σας ευχαριστούμε θερμά, μίστερ Φρόιντ.

Υπέροχη σκέψη Α: «Το να γνωρίζουμε τους φόβους μας είναι η καλύτερη μέθοδος για να αμβλύνουμε εκείνους των άλλων».

Υπέροχη σκέψη Β: «Η λέξη “πιστεύω” έχει δύσκολη σημασία. Εγώ πρέπει να έχω πάντα δίκιο για να πιστέψω. Ακόμη όμως και αν γνωρίζω κάτι, δεν είναι δεδομένο ότι πρέπει να το πιστέψω».

Zap Mangusta, Το φλιπεράκι των φιλοσόφων

[Μοντέρνοι Καιροί, 2009, σελ. 130-136]

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Η θεμελίωση της λογικής

Το πρώτο μεγάλο επίτευγμα του Αριστοτέλη είναι ότι σχεδόν χωρίς προκατόχους δημιούργησε μια νέα επιστήμη, προϊόν σχεδόν αποκλειστικό της δικής του σκέψης – τη Λογική. […]

Το Όργανον της Λογικής του Αριστοτέλη, μεταφρασμένο από τον Βοήθιο (470-525 μ.Χ.), έγινε το πρόπλασμα της μεσαιωνικής σκέψης, η αυστηρή μητέρα της σχολαστικής φιλοσοφίας που, αν και κάποια δόγματα την κατέστησαν στείρα, δίδαξε στη διάνοια της εφηβικής Ευρώπης τη συλλογιστική και την εκλέπτυνση της σκέψης, δημιούργησε την ορολογία της σύγχρονης επιστήμης και έθεσε τις βάσεις εκείνες της νοητικής ωρίμανσης που θα υπερέβαινε και θα ανέτρεπε το ίδιο το σύστημα και τις μεθόδους που την είχαν γεννήσει και συντηρήσει.

Λογική είναι, απλά, η τέχνη και η μέθοδος της ορθής σκέψης. Ενυπάρχει σε όλες τις επιστήμες, σε όλους τους κλάδους και όλες τις τέχνες. Ακόμα και η μουσική την εμπεριέχει. Είναι επιστήμη γιατί σε σημαντικό βαθμό οι διεργασίες της ορθής σκέψης μπορούν να αναχθούν σε κανόνες σαν αυτούς της φυσικής και της γεωμετρίας και να διδαχθούν σε κάθε φυσιολογικό άνθρωπο· είναι τέχνη γιατί με την εξάσκηση χαρίζει στο μυαλό, τελικά μια ασύνειδη και άμεση ακρίβεια όμοια με αυτή που οδηγεί τα δάκτυλα του πιανίστα πάνω στα πλήκτρα για να παράγει αβίαστα αρμονίες. Τίποτα δεν είναι τόσο βαρετό όσο η Λογική, αλλά και τίποτα τόσο σημαντικό.

Σπέρματα αυτής της τέχνης ενυπάρχουν στην εκνευριστική επιμονή του Σωκράτη στο ζήτημα των ορισμών, και στη συνεχή εκλέπτυνση κάθε έννοιας από τον Πλάτωνα. Η σύντομη πραγματεία του Αριστοτέλη Περί ορισμού δείχνει πως η Λογική του άντλησε από αυτή την πηγή. «Αν θέλετε να συζητήσετε μαζί μου» είπε κάποτε ο Βολταίρος «ορίστε τους όρους σας». Πόσες πνευματικές διαμάχες θα είχαν περιοριστεί σε μια παράγραφο μόνο αν οι δύο πλευρές τολμούσαν να ορίσουν τους όρους τους! Το άλφα και το ωμέγα της Λογικής, η καρδιά και η ψυχή της, είναι ότι πρέπει κάθε σημαντική έννοια σε μια σοβαρή συζήτηση να υποβάλλεται στην αυστηρότερη εξέταση και να αναζητείται εξονυχιστικά ο ορισμός της. Είναι δύσκολο έργο και δοκιμάζει ανελέητα τον νου, αλλά όταν ολοκληρώνεται ισοδυναμεί με το ήμισυ ενός εγχειρήματος.

Πως μπορούμε να ορίσουμε ένα αντικείμενο ή μια έννοια; Ο Αριστοτέλης απαντά ότι ο καλός ορισμός έχει δυο μέρη, στηρίζεται σε δυο γερά πόδια: πρώτον, τοποθετεί το εν λόγω αντικείμενο σε μια τάξη ή ομάδα που τα γενικά χαρακτηριστικά τους υπάρχουν και σε αυτό – έτσι, ο άνθρωπος είναι πρώτα από όλα ζώο· δεύτερον, δείχνει ως προς τι διαφέρει το αντικείμενο από όλα τα άλλα μέρη της τάξης του. Συνεπώς, ο άνθρωπος στο αριστοτέλειο σύστημα είναι ένα λογικό ζώο. Η «ειδοποιός διαφορά» του είναι ότι, σε αντίθεση με τα άλλα ζώα, είναι λογικό […]

Αφήνοντας την «οπισθοφυλακή» της Λογικής, φτάνουμε στο κύριο πεδίο μάχης στο οποίο ο Αριστοτέλης πολέμησε με τον Πλάτωνα για το ζήτημα των «καθολικών εννοιών», που προκαλεί δέος. Ήταν η πρώτη σύγκρουση στο πλαίσιο ενός πολέμου που θα διαρκούσε ως τις μέρες μας, και θα έκανε όλη τη μεσαιωνική Ευρώπη να αντιλαλεί από τις κλαγγές των όπλων των «ρεαλιστών» και των «νομιναλιστών»[1]. Η καθολική έννοια για τον Αριστοτέλη είναι οποιοδήποτε κοινό ουσιαστικό, οποιαδήποτε ονομασία μπορεί να έχει καθολική ισχύ για τα μέλη μιας τάξης: έτσι τα ουσιαστικά ζώο, άνθρωπος, βιβλίο, δέντρο, είναι καθολικές έννοιες. Όμως αυτές οι καθολικές έννοιες είναι υποκειμενικές ιδέες, όχι απτές αντικειμενικές πραγματικότητες. Είναι ονόματα (nominal), όχι πράγματα (res). Το μόνο που υπάρχει έξω από εμάς είναι ένας κόσμος συγκεκριμένων αντικειμένων, όχι γενικών και καθολικών πραγμάτων. Υπάρχουν άνθρωποι, και δέντρα, και ζώα, αλλά δεν υπάρχει «ο άνθρωπος γενικά» ή ο καθολικός άνθρωπος, παρά μόνο στη σκέψη. Είναι μια χρήσιμη νοητική αφαίρεση, όχι μια παρουσία με εξωτερικά χαρακτηριστικά ή πραγματικότητα.

Κατά τον Αριστοτέλη, ο Πλάτωνας υποστήριζε πως οι καθολικές έννοιες έχουν αντικειμενική ύπαρξη. Και πραγματικά ο Πλάτωνας είχε πει ότι το καθολικό έχει ασύγκριτα μεγαλύτερη διάρκεια και σημασία από το ατομικό, το οποίο δεν είναι παρά ένας μικρός κυματισμός σε ένα ακατάπαυστα τρικυμισμένο πέλαγος. Οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται, αλλά ο άνθρωπος υπάρχει πάντα. […] Σε αυτό τον πλατωνικό «ρεαλισμό» ο Αριστοτέλης βλέπει τις ρίζες ενός αχανούς μυστικισμού και μιας διανοουμενίστικης κενολογίας, και της επιτίθεται για πρώτη φορά με όλο το σθένος της πολεμικής του. Όπως ο Βρούτος αγαπούσε μεν τον Καίσαρα, αλλά περισσότερο τη Ρώμη, έτσι και ο Αριστοτέλης λέει: «Φίλος μεν Πλάτων, φιλτάτη δ’ αλήθεια».

[…] Δείχνει αποφασισμένος να ασχοληθεί με το αντικειμενικό παρόν, ενώ ο Πλάτωνας είναι απορροφημένος από ένα υποκειμενικό μέλλον. Στη σωκρατική-πλατωνική απαίτηση για ορισμούς ενυπήρχε μια τάση μετατόπισης από τα πράγματα και τα αντικειμενικά δεδομένα στις θεωρίες και στις ιδέες – μετατόπιση από τα ειδικά στα γενικά, από την επιστήμη στον σχολαστικισμό. Τελικά ο Πλάτωνας αφοσιώθηκε τόσο πολύ στο γενικό, ώστε το άφησε να καθορίσει το ειδικό. Αφοσιώθηκε τόσο στις ιδέες, που αυτές άρχισαν να ορίζουν ή να επιλέγουν τα δεδομένα του. Ο Αριστοτέλης κηρύττει την επιστροφή στα πράγματα, στο «αρυτίδωτο πρόσωπο της φύσης» και στην πραγματικότητα. Είχε μια σταθερή προτίμηση για το συγκεκριμένο και το ειδικό, για το άτομο με σάρκα και οστά.  Από την άλλη, ο Πλάτωνας αγαπούσε τόσο πολύ το γενικό και το καθολικό, που στην Πολιτεία κατέστρεψε το άτομο για να δημιουργήσει το τέλειο πολίτευμα.

Όμως, όπως συμβαίνει συχνά αφού η ιστορία διαθέτει χιούμορ, ο νεαρός πολέμιος συγκεντρώνει πολλές από τις ιδιότητες του γερο- δασκάλου στον οποίο επιτίθεται. Έχουμε πάντα μέσα μας μεγάλο απόθεμα από τα στοιχεία που καταδικάζουμε: αφού μόνο τα όμοια μπορούν να αντιπαρατεθούν γόνιμα, οι συγκρούσεις ξεσπούν πάντα ανάμεσα σε άτομα που μοιάζουν, και οι σκληρότεροι πόλεμοι γίνονται για απειροελάχιστες διαφοροποιήσεις σε σκοπούς ή πεποιθήσεις. […] Ο Αριστοτέλης είναι ανελέητος με τον Πλάτωνα επειδή έχει εγκολπωθεί πάρα πολλά στοιχεία του. Εξακολουθεί κι αυτός να αγαπά τις αφαιρέσεις και τις γενικότητες […]

Ένα έντονο ίχνος αυτής της τάσης υπάρχει στην πιο χαρακτηριστική και πρωτότυπη από τις συνεισφορές του Αριστοτέλη στη φιλοσοφία – τη θεωρία του συλλογισμού. Ένας συλλογισμός είναι μια τριάδα προτάσεων από τις οποίες η Τρίτη (το συμπέρασμα) προκύπτει από τις αλήθειες των άλλων δύο (της «μείζονος» και της «ελάσσονος» πρότασης) που έχουμε αποδεχθεί. Για παράδειγμα, ο άνθρωπος είναι λογικό ζώο· όμως ο Σωκράτης είναι άνθρωπος· άρα, ο Σωκράτης είναι λογικό ζώο. Ο αναγνώστης που έχει μαθηματικές γνώσεις θα διακρίνει αμέσως ότι η δομή του συλλογισμού μοιάζει με την πρόταση που λέει ότι δυο πράγματα που είναι ίσα προς ένα τρίτο είναι και ίσα μεταξύ τους. Αν το Α ισούται με Β, και το Γ ισούται με Α, τότε το Γ ισούται με Β. Όπως στα μαθηματικά φτάνουμε στο συμπέρασμα απαλείφοντας από τις δύο προτάσεις τον κοινό τους όρο, το Α, έτσι και στο συλλογισμό μας καταλήγουμε στο συμπέρασμα απαλείφοντας από τις δύο προτάσεις τον κοινό όρο «άνθρωπος» και συνδυάζοντας ό,τι απομένει. Η δυσκολία εδώ, όπως έχουν επισημάνει οι λογικολόγοι από την εποχή του Πύρωνα μέχρι εκείνη του Στιούαρτ Μιλ, είναι ότι η μείζων πρόταση του συλλογισμού παίρνει ως δεδομένο ακριβώς αυτό που θέλουμε να αποδείξουμε· γιατί αν ο Σωκράτης δεν είναι λογικός (προφανώς κανείς δεν αμφισβητεί ότι είναι άνθρωπος) δεν είναι καθολικά αληθές ότι ο άνθρωπος είναι λογικό ζώο. Αναμφίβολα ο Αριστοτέλης θα απαντούσε ότι όπου ένα άτομο διαπιστώνεται ότι έχει μεγάλο αριθμό των χαρακτηριστικών που διακρίνουν μια τάξη («ο Σωκράτης είναι άνθρωπος») εδραιώνεται η σαφής παραδοχή ότι το άτομο έχει και τα άλλα χαρακτηριστικά της τάξης («λογική»). Όμως προφανώς ο συλλογισμός είναι ένας μηχανισμός όχι για την ανακάλυψη της αλήθειας, όσο για τη διασαφήνιση της σκέψης.

Όλα αυτά, όπως και πολλά άλλα στοιχεία από το Όργανον, έχουν την αξία τους: «Ο Αριστοτέλης ανακάλυψε και διατύπωσε κάθε κανόνα θεωρητικής συνέπειας και κάθε τέχνασμα διαλογικής αντιπαράθεσης με απαράμιλλη επιμέλεια και οξύνοια. Και οι προσπάθειές του προς αυτή την κατεύθυνση έχουν συντελέσει ίσως περισσότερο από εκείνες οποιουδήποτε άλλου συγγραφέα στην τόνωση των πνευματικών αναζητήσεων τους επόμενους αιώνες». Όμως δεν έχει γεννηθεί ακόμη ο άνθρωπος που θα μπορούσε να προαγάγει τη Λογική από άποψη αισθητικής: ένας οδηγός ορθής συλλογιστικής εμπνέει τόσο όσο και ένα εγχειρίδιο εθιμοτυπίας – μπορεί να το χρησιμοποιήσουμε, αλλά δεν μας ωθεί στην υιοθέτηση ευπρεπούς συμπεριφοράς. […] Εμπρός στη Λογική νιώθει κανείς πάντα όπως ο Βιργίλιος εμπρός σ’ εκείνους που είχαν καταδικαστεί λόγω της άχρωμης ουδετερότητας τους, ο οποίος προτρέπει τον Δάντη: «Ας μην τους σκεφτόμαστε άλλο, αλλά ας κοιτάξουμε μια φορά κι ας περάσουμε» (Θεία Κωμωδία, «Κόλαση», iii, 60).

Will Durant, Η περιπέτεια της Φιλοσοφίας

(Μεταίχμιο, 2014, σελ. 74-79)






[1] Σχετικά μ’ αυτή τη διαμάχη ο Φρίντριχ Σλέγκελ είπε: «Κάθε άνθρωπος γεννιέται είτε πλατωνικός είτε αριστοτελικός».