Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Ο καπιταλισμός απέναντι στις βασικότερες επικρίσεις του


Ήδη από τον 19ο αιώνα ο καπιταλισμός βρέθηκε αντιμέτωπος με θεωρίες που αμφισβητούσαν τη νομιμότητα ή τη βιωσιμότητα του. Όλες αυτές οι θεωρίες είχαν ως σημείο αναφοράς τους το σοσιαλισμό. Ειδικότερα, ο μαρξισμός παραμένει η βασικότερη πηγή έμπνευσης αυτών των επικρίσεων. Δίχως όμως να παραμελήσουμε τη σημασία της μαρξιστικής θεωρίας, οι σύγχρονες κριτικές του καπιταλισμού παίρνουν άλλες μορφές. Κοινό τους γνώρισμα είναι ότι συνήθως εξισώνουν τον καπιταλισμό με αυτό που αποκαλούν «άγριο καπιταλισμό», γέννημα μιας ιδεολογίας που χαρακτηρίζουν φιλελεύθερη, νεοφιλελεύθερη ή υπερ-φιλελεύθερη.

Η θέση αυτή, όταν την υποστηρίζουν οικονομολόγοι, καταλήγει να κατηγορεί ταυτόχρονα τον καπιταλισμό σαν σύστημα οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης και τη σύγχρονη οικονομική θεωρία. Αυτή η τελευταία υποτίθεται ότι αποτελεί την επιστημονική εκδοχή της φιλελεύθερης ιδεολογίας. Ο σκληρός πυρήνας της εν λόγω ιδεολογίας εντοπίζεται στη «νεοκλασική θεωρία». Η έκφραση αναφέρεται στην επανάσταση που έφερε η μικροοικονομική οριακή ανάλυση της δεκαετίας του 1870. Αυτό το θεωρητικό κίνημα εκθρόνισε οριστικά τις κλασικές θεωρίες που ήταν βασισμένες στη σχέση αξίας-εργασίας, και τελευταίος εκπρόσωπος των οποίων ήταν ο μαρξισμός. Ακόμη και σήμερα, η μακροοικονομική θεωρία, δηλαδή το μέρος εκείνο της οικονομικής θεωρίας που αναλύει τις σχέσεις μεταξύ μεγάλων οικονομικών μονάδων, δέχεται την εγκυρότητα της μικροοικονομικής οριακής ανάλυσης ως ερμηνευτικού σχήματος για την κατανόηση των οικονομικών συμπεριφορών.

Οι αντίπαλοι του καπιταλισμού εμφανίζονται λοιπόν ως πολέμιοι του φιλελευθερισμού, και στιγματίζουν με τις καταγγελίες τους τα κυριότερα σημεία της σύγχρονης οικονομικής θεωρίας, υπό την νεοκλασική της μορφή. Υποστηρίζουν ότι στην ουσία αυτή είναι μια συντηρητική θεωρία που προέρχεται από την «κυρίαρχη» οικονομική σκέψη, την αποκαλούμενη «ενιαία σκέψη» που ασφαλώς έχει αρνητικές συνδηλώσεις αφού παραπέμπει σε δικτατορικά και απολυταρχικά καθεστώτα. Μερικοί φτάνουν μάλιστα στο σημείο να καταγγείλουν την ύπαρξη μιας «φιλελεύθερης δικτατορίας», ενός «φιλελεύθερου απολυταρχισμού» ή μιας «δικτατορίας των αγορών», κάτι που αποτελεί αντίφαση μιας και η αγορά απλά υλοποιεί τις προτιμήσεις του εκλογικού σώματος το οποίο περιλαμβάνει χιλιάδες επί χιλιάδων καταναλωτές, επιχειρηματίες και μετόχους.

Οι κατηγορίες εναντίον του καπιταλισμού

Η θεωρία του homo economicus. – Πρώτον, υποστηρίζουν πως η εικόνα που έχουν οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι για τον άνθρωπο, εκείνη του homo economicus, είναι ελλιπής. Η αντίληψη αυτή είναι λένε, αποκύημα της φαντασίας των οικονομολόγων και στην ουσία περιγράφει ένα ρομπότ που σκέφτεται μόνο τη βελτιστοποίηση των επιλογών του, υπολογίζοντας το μέγιστο κέρδος που μπορούν να επιφέρουν οι ενέργειες του, πάντοτε σύμφωνα με το προσωπικό συμφέρον. Αυτό το ον που ασχολείται μόνο με τον εαυτό του, και το οποίο δε βλέπει πέρα από όσο του επιτρέπουν οι δυνατότητες υπολογισμού του, δεν αντιστοιχεί σε καμία παρατηρήσιμη πραγματικότητα. Είναι ένας άνθρωπος μονοδιάστατος, όπως θα έλεγε και ο Μαρκούζε, του οποίου η εξαιρετικά πολύπλοκη ψυχοσύνθεση περιορίζεται σε ένα μόνο κίνητρο. Αυτό καταδεικνύει τον υπεραπλουστευτικό χαρακτήρα της κυρίαρχης οικονομικής θεωρίας.

Η παραπάνω κριτική που τόσο συχνά απευθύνεται στους οικονομολόγους βασίζεται, ωστόσο, σε μια παρεξήγηση ή σε μια καρικατούρα. Οι θεωρητικοί της μικροοικονομίας γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι άνθρωποι δεν επιλέγουν μόνο βάσει της λογικής και ότι υποκινούνται από πάθη, ιδιοτροπίες ή ακόμα από κίνητρα που μπορεί να μοιάζουν εντελώς παράλογα. Όμως, το μόνο που οι οικονομολόγοι έχουν ανάγκη να γνωρίζουν είναι ότι οι άνθρωποι είναι ικανοί να σκεφθούν ορθολογικά. Αρκεί μερικά μόνο από τα ανθρώπινα κίνητρα να είναι οικονομικά για να μπορέσουν οι οικονομολόγοι να προβλέπουν με ποιον τρόπο η μεταβολή ενός συγκεκριμένου οικονομικού συντελεστή μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά μιας κοινωνικής ομάδας. Σε τέτοιου είδους αρχές βασίζονται οι οικονομετρικές προβλέψεις, και δεν χρειάζεται να γνωρίζουν τα πιο ενδόμυχα αισθήματα των ανθρώπων για να προβούν σε προβλέψεις.

Οι ατέλειες της αγοράς. – Μια άλλη κατηγορία που συχνά προσάπτουν στους αναλυτές της μικροοικονομίας είναι ότι βασίζονται σε γενικεύσεις, όπως η θεωρία της γενικής οικονομικής ισορροπίας ή η υπόθεση του αμιγούς ανταγωνισμού. Με τον τρόπο αυτό, υποτίθεται ότι αγνοούνται όλες οι ατέλειες και τα προβλήματα που παρουσίαζαν οι εξεταζόμενες αγορές. Αν ισχύει αυτό, τότε οι νεοκλασικές αναλύσεις δεν είναι παρά τυποποιημένα δημιουργήματα της φαντασίας που υπονοούν ότι η οικονομία της αγοράς έχει σαν στόχο της την επίτευξη της ισορροπίας. Αυτή η θεωρία, σύμφωνα με τους πολέμιους του καπιταλισμού, οδηγεί ουσιαστικά στη νομιμοποίηση της κυρίαρχης ιδεολογίας αφού περνάει το μήνυμα ότι η οικονομία της αγοράς είναι το καλύτερο εφικτό σύστημα.

Και εδώ, αποδίδεται στους θεωρητικούς της οικονομίας μια αφέλεια, ή μια κακή πρόθεση, που απλώς δεν έχουν. Ήταν οι πρώτοι που ανέλυσαν τα προβλήματα της αγοράς και μάλιστα χρησιμοποίησαν τις έρευνες αυτές για να ζητήσουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη διορθωτική παρέμβαση του κράτους. Όσο για τις μη ανταγωνιστικές αγορές, οι πρώτοι που τις μελέτησαν ήταν οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι, και οι μελέτες αυτές ήταν που ενέπνευσαν τις αντιμονοπωλιακές πολιτικές αλλά και φορείς ελέγχου του ανταγωνισμού.

Η χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση. – […] Το πρόβλημα εδώ, έγκειται στις υποτιθέμενες αρνητικές αγορές και της παγκοσμιοποίησης στην οικονομία γενικότερα. Σύμφωνα με την κριτική αυτή, η όλο και μεγαλύτερη σημασία των χρηματοπιστωτικών αγορών υποτάσσει την «πραγματική» οικονομία στις επιταγές του χρήματος και εισάγει στην εξέλιξη των παραγωγικών δραστηριοτήτων ένα στοιχείο αστάθειας που ούτε οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να θέσουν υπό έλεγχο.

Στα πλαίσια ενός παγκοσμιοποιημένου συστήματος, οι εθνικές κυβερνήσεις δεν διαθέτουν πια εργαλεία ρύθμισης τα οποία ανταποκρίνονται στην κλίμακα των προβλημάτων: οι καθαρές χρηματοοικονομικές ροές είναι πενήντα φορές μεγαλύτερες από τις συναλλαγές προϊόντων ή υπηρεσιών. Τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια (αμοιβαία κεφάλαια, συνταξιοδοτικά ταμεία, κλπ.) είναι περισσότερα από τα συνολικά αποθέματα των κεντρικών τραπεζών. Και τα αποθέματα αυτά αντιπροσωπεύουν μόνο τον μισό όγκο των καθημερινών χρηματιστηριακών συναλλαγών.

Ο κίνδυνος της αστάθειας είναι υπαρκτός, αφού οι χρηματιστές στις διεθνείς αγορές καλούνται να λαμβάνουν γρήγορες και συχνά παρακινδυνευμένες αποφάσεις, ενώ η συμπεριφορά τους υποφέρει πολλές φορές από φαινόμενα μαζικότητας και εμφανίζεται «αποκολλημένη» από βασικές οικονομικές αρχές. Η κερδοσκοπία αποτελεί, σύμφωνα με τους κριτικούς αυτούς, μια διαρκή απειλή για την πραγματική οικονομία εφόσον πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν «φούσκες». Αναφέρονται άφθονα παραδείγματα, από την κατάρρευση της Τράπεζας Barings μέχρι τη χρηματιστηριακή κρίση του Μεξικού το 1994, εκείνη της Ταϊλάνδης το 1997 ή της Αργεντινής και της Τουρκίας το 2000. Γι’ αυτό το λόγο, ορισμένοι πολιτικοί της Αριστεράς ζητούν να επιβληθεί φόρος στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές συναλλαγές και ειδικά στην αγορά συναλλάγματος, όπως είχε προτείνει τη δεκαετία του 1970 ο Αμερικανός οικονομολόγος Τζέιμς Τόμπιν, και τα έσοδα από αυτόν τον φόρο να διατεθούν στις υπανάπτυκτες χώρες.  

Το αδύνατο σημείο αυτής της επιχειρηματολογίας έγκειται στο ότι υποτιμά τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης, όπως για παράδειγμα ότι επέτρεψε τον καλύτερο διαμοιρασμό των οικονομικών πόρων […] Οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις που γνώρισαν κάποιες χώρες τελικά αντιμετωπίστηκαν χάρη στη παρέμβαση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. […] Όσο για τον φόρο Τόμπιν, δεν έχει εφαρμοστεί από καμία παγκόσμια οικονομική δύναμη μέχρι τώρα και μάλλον θεωρείται ουτοπικός.

Αυτό που προκαλεί περισσότερη εντύπωση είναι ότι πολλοί κριτικοί της παγκοσμιοποίησης δεν αναφέρονται σχεδόν καθόλου στα τεράστια κέρδη που φέρνει το παγκόσμιο εμπόριο στις εμπλεκόμενες εθνικές οικονομίες. […] Με άλλα λόγια, το παγκόσμιο εμπόριο είναι ένα παιχνίδι του οποίου το αποτέλεσμα είναι πάντοτε θετικό.


(ΤΟ ΒΗΜΑγνώση, 2007, σελ. 121-128)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου