Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Ο συντηρητισμός στα χρόνια του Ρομαντισμού


Οι τεράστιες και πρωτοφανείς κοινωνικές αναταραχές της περιόδου 1789 – 1815 ήταν απροσχεδίαστες  όσο και απρόβλεπτες. Η γενιά που έζησε αυτές τις συγκλονιστικές μεταμορφώσεις ήταν η πρώτη πραγματικά χαμένη γενιά της νεότερης Ευρώπης. […] Στα επαναστατικά αυτά χρόνια ηγεμόνες εξορίστηκαν, ευγενείς έγιναν απλοί πολίτες ή πετάχτηκαν στον δρόμο, μοναχοί, καλόγριες και ιερείς απελάθηκαν ή αναγκάσθηκαν ν’ αποσχηματισθούν, αναρίθμητα κρατίδια σβήστηκαν από το χάρτη, […], ενώ ένα άσημος κορσικανός έγινε αυτοκράτορας της Γαλλίας και της μισής Ευρώπης, τσακίζοντας με το σπαθί του αρχαίους νόμους και θεσμούς. […]

Μέσα από όλες αυτές τις αντιφατικές εντάσεις ήρθε εκείνη η έκρηξη δημιουργικής ενέργειας, χάρη στην οποία το πρώτο μισό του 19ου αιώνα ονομάστηκε εποχή του Ρομαντισμού και της ιδεολογίας […]

Στην τέχνη, τη λογοτεχνία και την ποίηση, η επαναστατική γενιά αναζήτησε τις μορφές και τα θέματα εκείνα που θα μετέδιδαν τις νέες εμπειρίες και τις έντονες συγκινήσεις. Στην κοινωνική θεωρία και τη φιλοσοφία, νέες εξελικτικές έννοιες αντικατέστησαν τη στατική και μηχανιστική σκέψη του Νεύτωνα και των φιλοσόφων (του Διαφωτισμού). Τώρα o καθένας προσπαθούσε –όπως ο Χέγκελ, ο πιο σημαντικός φιλόσοφος της εποχής- να κατανοήσει τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα σε πραγματικό και ιδεώδες, ύλη και πνεύμα, νεκρή πραγματικότητα και ζωντανή σκέψη […]

Αυτές οι δεκαετίες, κοντολογίς, απαιτούσαν ιδεολογικές λύσεις, ακόμα και ουτοπικά οράματα για το πώς θα έπρεπε να είναι η κοινωνία […]

Η ουτοπική σκέψη συχνά ταυτίζεται, από την αριστερά όσο και από τη δεξιά, αποκλειστικά με τον ουτοπικό σοσιαλισμό. Οι συντηρητικοί, θέλοντας να διατηρήσουν τη δημόσια εικόνα τους, που τους ήθελε συνετούς και πραγματιστές, σε αντίθεση με τους οραματιστές της αριστεράς, απαρνήθηκαν τη δική τους Ουτοπική πνευματική κληρονομιά. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί διάσημοι θεωρητικοί του συντηρητισμού εξιδανίκευσαν το μεσαιωνικό παρελθόν σαν κάτι ιερό, σαν ένα λεπτοδουλεμένο και εξισορροπημένο κοινωνικό σύστημα, σαν μια εναλλακτική λύση στην ισοπέδωση που επέβαλαν οι πόλεις και η βιομηχανία, κλιμακώνοντας τη δυσαρέσκεια απέναντι στην υλιστική κοινωνία. Πολλοί δεξιοί βρήκαν την καλύτερη έκφραση της νοσταλγίας τους για τον παλαιό καιρό της ένθερμης πίστης, της ιπποσύνης και των ευγενών, στα εξαιρετικά δημοφιλή μυθιστορήματα του σερ Ουώλτερ Σκοτ. Άλλοι προσπάθησαν να αναβιώσουν την τέχνη και την αρχιτεκτονική του Μεσαίωνα που έμεναν ως τότε περιφρονημένες. […]

Νοβάλις

Ένας από τους πιο ισχυρούς υποστηρικτές των μεσαιωνικών κοινωνικών αρχών, όπως τις φαντασιώνονταν οι συντηρητικοί, ήταν ο ποιητής Νοβάλις. Στο έργο του, Χριστιανοσύνη ή Ευρώπη; (1799) ο Νοβάλις υμνούσε τις «υπέροχες εκείνες μέρες», όταν η Ευρώπη δεν ήταν ένα συνονθύλευμα κρατών που πολεμούσαν μεταξύ τους, αλλά μια απέραντη πολιτική και ηθική αυτοκρατορία του πνεύματος, ταγμένη υπό την ιερή ηγεσία του πάπα: του σοφού εκείνου, ανιδιοτελούς συμβούλου των ηγεμόνων. Με οδηγό τους ένα ιερατείο που απολάμβανε τον γενικό σεβασμό, όλοι οι άνθρωποι έβρισκαν τότε παραμυθία και συγχώρεση των αμαρτιών τους. Οι ψυχρές αβεβαιότητες του εκκοσμικευμένου λόγου, πίστευε ο Νοβάλις, είχαν στο μεταξύ διαβρώσει την παιδιάστικη πίστη του ανθρώπου και του δίδαξαν ότι το σύμπαν δεν ήταν παρά μια ξένη και εχθρική μηχανή, αδιάφορη στις ανθρώπινες ανάγκες και ανήμπορη ν’ αντηχήσει τις ηθικές του αξίες ή να του δώσει παρηγοριά στις καθημερινές του απογοητεύσεις. Δεν ήταν λοιπόν σοφό, ρωτούσε ο Νοβάλις, που ο Άγιος Ποντίφιξ εμπόδιζε τους επιστήμονες να κοινοποιούν την επικίνδυνη γνώση και τις ανακαλύψεις τους; […]

Μάθετε λοιπόν στους ανθρώπους ν’ αρνιούνται την ιερότητα του σύμπαντος, προειδοποιούσε ο Νοβάλις, και θα τους δείτε να ορμούν να κατασπαράξουν τον ίδιο τον πλανήτη τους και ο ένας τον άλλον, […]

Το ρομαντικό όραμα του Νοβάλις για την ανάκτηση της μεσαιωνικής πνευματικότητας έμελλε να αναβιώσει ξανά και ξανά από τους οπαδούς της παραδοσιοκρατίας, ανθρώπους θορυβημένους ή φοβισμένους από τη διάβρωση των ανώτερων αξιών και την άνοδο της ωμής, της χυδαίας, της χαώδους ζωτικότητας των πόλεων και της βιομηχανίας.

Άνταμ Μύλλερ

Η πιο βαθυστόχαστη διακήρυξη των συντηρητικών πολιτικών αρχών που γέννησε η εποχή του Ρομαντισμού, γραμμένη από τον Άνταμ Μύλλερ, δημοσιεύτηκε το 1809 με τίτλο Τα Στοιχεία της πολιτικής. Το έργο του άφησε πίσω ακόμη κι εκείνο του Μπεργκ. Ευνοημένος της αυστριακής αυλής, ο Μύλλερ κέρδισε αξιώματα και επιδόματα που θα του έπεφταν, όπως έλπιζε ο προστάτης του, ο Μέττερνιχ, να υπερασπιστεί την Αυτοκρατορία από την οχλοβοή εκείνων που κραύγαζαν για μεταρρύθμιση. […]

Το κεντρικό θέμα του Μύλλερ ήταν σαφές και άμεσο. Μόνον η επιστροφή στις μεσαιωνικές αρχές διακυβέρνησης θα μπορούσε ν’ αποκαταστήσει το μεγαλείο της Αυστρίας. Η Πρωσία και η Αυστρία είχαν παρακμάσει επειδή ακόμη και οι φεουδαλικές τους ελίτ είχαν νωρίτερα υποκύψει στο ιδιοτελές πνεύμα του φιλελεύθερου ατομικισμού. Είχαν δηλαδή ξεχάσει αυτό που οι φεουδάρχες πολεμιστές καταλάβαιναν πολύ καλά –ότι η κοινωνία ήταν μια κοινότητα βασισμένη στις αμοιβαίες θυσίες, η οποία έδινε αέναη μάχη ενάντια στη φύση και τους ξένους εισβολείς. Ο πόλεμος και το συλλογικό πνεύμα, τόνιζε ο Μύλλερ, έπρεπε να ενσωματωθούν σ’ όλους τους κρατικούς θεσμούς. Μόνον έτσι θα μπορούσαν οι άνθρωποι να θυμούνται συνεχώς ότι ο καθένας εξαρτάται από τον άλλο, και να συνειδητοποιήσουν ότι η μοίρα τους ήταν αναπότρεπτα δεμένη με την κοινότητα στην οποία ανήκουν […]

Ο Μύλλερ ανίχνευε την πηγή της σύγχρονης ανηθικότητας στο φιλελεύθερο δόγμα ότι το κράτος ήταν απλώς με έξυπνη επινόηση των ίδιων των ανθρώπων, ώστε να διατηρήσουν τα δικαιώματα που δήθεν είχαν πρωτύτερα, από την εποχή που βρίσκονταν σε μια –φαντασιωμένη- φυσική κατάσταση. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο οι φιλελεύθεροι έβαλαν στα συντάγματά τους προοίμια με διακηρύξεις για τα δήθεν αναπαλλοτρίωτα και φυσικά ανθρώπινα δικαιώματα και στα σοβαρά υποστήριζαν ότι τα άτομα μπορούσαν να μπαινοβγαίνουν στη κοινωνία κατά βούληση, ή ακόμη και να εξεγείρονται εναντίον της αν αισθάνονταν ότι τα δικαιώματα τους αυτά παραβιάζονταν. 

Δεν ήταν όμως φανερό, ρωτούσε ο Μύλλερ, ότι κανένας άνθρωπος δεν γεννήθηκε μονάχος του μέσα σ’ αυτήν τη μυθική φυσική κατάσταση; Ο άνθρωπος παντού και πάντοτε γεννιέται μέσα σε κάποια συγκεκριμένη μορφή κοινωνικών σχέσεων –οικογένεια, φάρα, φυλή ή έθνος- και τα δικαιώματα και οι λειτουργίες που προκύπτουν αναπόφευκτα από αυτή τη σχέση ζωής. Οι φιλελεύθεροι φενακίζονταν ότι κάθε κοινωνία θα έπρεπε να ξαναφτιαχτεί σύμφωνα με τους αφηρημένους νόμους του ορθού λόγου. Έτσι όμως κατέστρεφαν τις ιστορικά δημιουργημένες αξίες του παρελθόντος και ενθάρρυναν άλλοτε την αναρχία του Ροβεσπιέρου και άλλοτε την τυραννία του Ναπολέοντα.   

Όπως όλοι οι Ρομαντικοί, έτσι και ο Μύλλερ πίστευε στην ύπαρξη ενός υπερβατικού βασιλείου ιδανικών αξιών, το οποίο θα έπρεπε να επηρεάζει –και όντως επηρέαζε- την πολιτική και κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων. Οι φιλελεύθεροι, ωστόσο, έσφαλλαν γιατί θεωρούσαν δεδομένο ότι αυτές οι ιδανικές αξίες θα μπορούσαν να εκφραστούν σ’ ένα σταθερό και τελεσίδικο κατάλογο δικαιωμάτων του ανθρώπου. […] Το κοινωνικό συμβόλαιο, που τόσο το επαινούσε η φιλελεύθερη σκέψη, ισχυριζόταν ο Μύλλερ ήταν μια συμφωνία που απέδιδε τις ανάγκες μιας μόνο τάξης. Δίνοντας έμφαση στο απαραβίαστο των ατομικών δικαιωμάτων, έσβηνε οριστικά τη δύναμη της κοινότητας να ελέγχει τη μοίρα της […]

Ο μόνος τρόπος να αποκατασταθεί η αρμονία, επέμενε ο Μύλλερ ήταν να δούμε ξανά το κράτος όπως το έβλεπε ο μεσαιωνικός άνθρωπος, όχι σαν άθροισμα ατόμων, αλλά ως κοινότητα κοινοτήτων, μέσα στην οποία κάθε πολίτης ήταν μέρος μιας μικρότερης κοινότητας – ευγενείς, ιερείς, συντεχνίτες, έμποροι- που η κάθε μία τους είχε τη μεγίστη δυνατή δύναμη αυτορρύθμισης που θα ήταν συμβατή με τις ιδιαίτερες λειτουργίες της και με το καλό του συνόλου. Μέσα σε μια τέτοια κοινωνική τάξη πραγμάτων οι μόνες συγκρούσεις θα ήταν ανάμεσα σε συντεχνιακές ομάδες αρκετά ισχυρές ώστε να διατηρούν τις ιδιαίτερες λειτουργίες τους· καμιά τους όμως δεν θα μπορούσε να σφετεριστεί λειτουργίες ανάρμοστες στη φυσική τους αποστολή και να ισοπεδώσει τις υπόλοιπες. Επομένως, η πανάρχαια μάχη ανάμεσα στον εκσυγχρονιστή έμπορο και τη συντηρητική συντεχνία θα απέφερε τη σωστή ισορροπία ανάμεσα σε παράδοση και καινοτομία – ακριβώς όπως και τα αντικρουόμενα συμφέροντα του ηγεμόνα, των ευγενών και των ιερέων περιόριζαν παλαιότερα την υπεροχή οποιουδήποτε ανάμεσά τους και συνέβαλλαν στην αρμονία του συνόλου.  

Σύμφωνα με την κλασική οικονομική θεωρία, αν ο καθένας επεδίωκε το ορθολογικό του συμφέρον, το αποτέλεσμα θα ήταν αυτόματα το κοινό καλό. Αυτό όμως, κατά τον Μύλλερ, ισοδυναμούσε με καταστροφική επίθεση ενάντια στο «αθάνατο κράτος – οικογένεια», προς το συμφέρον μιας συγκεκριμένης ομάδας, δηλαδή των εμπόρων και επιχειρηματιών. […] Καμιά κοινωνική τάξη δεν έπρεπε μόνη της να καθοδηγεί και να ρυθμίζει τη παραγωγή, τη διανομή και την πίστωση. Γιατί θα έπρεπε ο τοκογλύφος να μπορεί να πάρει το χωράφι του έντιμου αγρότη; Γιατί θα έπρεπε οι συντεχνίες να βουλιάξουν κάτω από μια μάζα παραγωγών κακοφτιαγμένων και φτηνών προϊόντων; Γιατί θα έπρεπε να επιτρέπονται τα εισαγόμενα αγαθά να σπάζουν τον ιερό δεσμό ανάμεσα στο λαό και τα ιδιαίτερα προϊόντα της δικής τέχνης και της δικής του ζωής;


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΘΥΡΑΘΕΝ, 2009, σελ. 53-63)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου