Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

Η εξαπάτηση της ερωτικής επιθυμίας

Στην αρχή του έργου του, De rerum natura, ο Λουκρήτιος, επικαλείται τη θεά Αφροδίτη «τέρψη των ανθρώπων και των θεών […] χάρις στην οποία κάθε ζωντανό είδος συλλαμβάνεται και βγαίνει να ατενίσει το φως του ήλιου». Στις ιδιότητες της θεάς που δικαιολογούν αυτόν τον εγκωμιαστικό ύμνο συνυφαίνονται το γενετήσιο και το ευχάριστο, ταυτόχρονα όμως κι εκείνο που δημιουργεί τα πλάσματα κι εκείνο που ορίζει την κίνησή τους […] Η αναπαραγωγική ορμή ενθρονίζεται έτσι από την αρχή του ποιήματος στη θέση της ουσιώδους αρχής των όντων … συμπεριλαμβανομένου και του φιλοσοφικού λόγου που πρόκειται να αναπτυχθεί γι’ αυτά!

Στο τέλος του IV βιβλίου του ο Λουκρήτιος εξετάζει τα χαρακτηριστικά του ερωτικού πάθους. Διακρίνει σε αυτό ποικίλες όψεις […] Αρχίζει φυσικά από την αυστηρά φυσιολογική αρχή του φαινομένου, της συσσώρευσης σπέρματος στα ανδρικά γεννητικά όργανα, του οποίου ιδιάζων χαρακτηριστικό είναι ο αγώνας να βγει από τη δεξαμενή του προ της παρουσίας ορισμένων άλλων ανθρώπινων σωμάτων. Αυτή η διαδικασία είναι επείγουσα, στον βαθμό που ενδιαφέρεται να ελευθερώσει το σπερματικό ρευστό το γρηγορότερο δυνατό και με τις μικρότερες δυνατές περιπλοκές. Το κακό όμως είναι ότι η ερωτική φαντασία ενισχύει αυτή την επείγουσα ανάγκη με την ψευδαίσθηση ότι τέτοια εκφόρτιση δεν μπορεί να γίνει σε όλη της την πληρότητα παρά με ένα καθορισμένο πρόσωπο και μόνο μ’ αυτό. Τέτοια ακριβώς είναι η ερωτική τρέλα, αιτία για αναρίθμητα βάσανα και λύπες, απέναντι στην οποία ο φιλόσοφος – ποιητής προειδοποιεί, ενώ από την άλλη μεριά φαίνεται να έχει αρκετή επίγνωση της ματαιότητας τέτοιων περιπετειών. Η μόνη προφύλαξη απέναντι στα ερωτικά βάσανα συνίσταται στο να φροντίζουμε για την ανακούφιση του σπερματικού φορτίου και να αδιαφορούμε για το αντικείμενο που τη διευκολύνει. Αν ζηλεύουμε το αντικείμενο, η απογοήτευση μας είναι εγγυημένη, διότι σε τελική ανάλυση το ερωτικό πάθος δεν προκαλείται πραγματικά από αυτό συνεπώς δεν μπορεί ούτε να καταπραϋνθεί μέσω αυτού. […]

Σύμφωνα με τον Λουκρήτιο η ουσιαστική εξαπάτηση της ερωτικής επιθυμίας βασίζεται σε αυτό: ο πόθος μας βασανίζει με την επιθυμία ν’ αποκτήσουμε κάτι που μας λείπει, τη στιγμή που η μόνη δυνατή ικανοποίηση έγκειται στο να απαλλαχθούμε από κάτι που περισσεύει. Οι Λακανικοί λένε πως ο έρωτας είναι να δίνεις εκείνο που δεν έχεις· ο Λουκρήτιος, βαθύτερος παρατηρητής της φυσιολογικής απλότητας, υποστηρίζει πως είναι το να ξαλαφρώνουμε απ’ ότι μας βαραίνει με το πρόσχημα ότι κάνουμε δικό μας αυτό που κατά κάποιο τρόπο θα μπορούσαμε να ενσωματώσουμε. «Σαν έναν διψασμένο, που στο όνειρό του λαχταρά να πιεί και δεν βρίσκει νερό για να σβήσει την κάψα του κορμιού του, και τρέχει πίσω από πηγές της φαντασίας του και μάταια βασανίζεται υποφέροντας από δίψα μέσα σ’ έναν ορμητικό ποταμό από τον οποίο προσπαθεί να πιεί, έτσι και στον έρωτα η Αφροδίτη εξαπατά τους εραστές με εικόνες· ούτε τα μάτια τους χορταίνουν ατενίζοντας το αγαπημένο σώμα ούτε τα χέρια τους μπορούν να αποσπάσουν κάτι από τα τρυφερά μέλη που με αβεβαιότητα διατρέχουν σε περιπλανώμενα χάδια. Όταν στο τέλος ενωμένα τα μέλη απολαμβάνουν το άνθος της ηλικίας, και το σώμα προαισθάνεται τη χαρά που πλησιάζει κι η Αφροδίτη προσηλώνεται στο να σπείρει τον κάμπο της γυναίκας, τότε σφίγγονται με λαχτάρα, ενώνουν τα στόματα, ο ένας αναπνέει την ανάσα του άλλου, τα δόντια δαγκώνουν τα χείλη: όλα μάταια, τίποτα δεν μπορεί ν’ αποσπαστεί από κει, ούτε να διαπεράσει το κορμί και να λιώσει μαζί με το δικό του, γιατί αυτό θαρρείς πως πασχίζουν να κάνουν και αυτή είναι η εμμονή τους. Με τέτοιο πάθος είναι δεμένοι στα βρόχια της Αφροδίτης ενόσω διαλύονται τα μέλη τους από τη βία της ηδονής. Όταν τελικά η συγκεντρωμένη στα νεύρα επιθυμία βρίσκει διέξοδο, έρχεται στο βίαιο πάθος τους μια σύντομη παύση. Ύστερα επιστρέφει η ίδια τρέλα και η ίδια φρενίτιδα και προσπαθούν να πετύχουν τον στόχο του πάθους τους χωρίς να μπορούν ν’ ανακαλύψουν το φάρμακο που νικά την αρρώστια τους· έτσι, βαθιά συγχυσμένοι, υποκύπτουν στη μυστική τους πληγή» (De rerum natura, βιβλίο IV).

Η σπερματική πίεση και η αντίστοιχη θηλυκή ανταπόκριση –αφού και το θηλυκό «καίει με ξέφρενη ζέση» απέναντι στην επιθυμία του αρσενικού– δεν μπορούν να ικανοποιηθούν άπαξ δια παντός, μόνο ανακουφίζονται στιγμιαία μέχρις ότου ξαναδημιουργηθεί η επείγουσα ανάγκη τους. Όμως η βασανιστική επιθυμία να κατέχεις ερωτικά τον άλλον, έναν άλλο μοναδικό και διαφορετικό, δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιηθεί. Ωστόσο το ξελόγιασμα του ερωτικού αντικειμένου, με την υποτιθέμενη ανεπανάληπτη πληρότητα που υπόσχεται, είναι το πιο γοητευτικό και ακαταμάχητο πράγμα. Καθένας επινοεί επιχειρήματα για να νομιμοποιήσει ορθολογικά την ηθελημένη του τυφλότητα, μέχρι του σημείου και τα ελαττώματα του προσφιλούς αντικειμένου να εμφανίζονται ποθητά σαν αρετές: «Η πολύ μελαχρινή έχει το χρώμα του μελιού· η βρομερή και ατημέλητη είναι απλή· η γουρλωμάτα, μια εικόνα της Αθηνάς· η νευρική και κοκαλιάρα, γαζέλα· η μικροσκοπική και κοντοπίθαρη, μια από τις Χάριτες, καθαρός κόκκος αλατιού· […] η κουτσομπόλα, η γεμάτη κακές προθέσεις και μνησικακία, είναι μια ζωντανή φλόγα, κ.ο.κ.». 

Σε τελική ανάλυση, η αντικειμενική αποτίμηση του αντικειμένου του πόθου είναι το τελευταίο που ενδιαφέρει: εκείνο που μετρά είναι η υποκειμενική κρίση, η προβολή της επιθυμίας, η οποία λαχταρά ν’ απαλλαγεί από το βάρος αλλά υποκρίνεται ότι πάει προς αναζήτηση του θησαυρού […]

Fernando Savater, Η γέννηση του γενετήσιου πεσιμισμού. Από τον τόμο: Φιλοσοφία και σεξουαλικότητα.


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΞΥ, 2003, σελ. 16-20)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου