Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

Η πτώση του Σουλίου και οι Σουλιώτισσες

Όταν ο Αλήπασας γίνηκε πασάς στα Γιάννενα καρφί στο μάτι του στάθηκε το Σούλι. […] Ο Περραιβός ανιστορά πως ίσαμε οχτώ εκστρατείες είχανε γίνει πιο πριν ενάντια στο Σούλι […] Όλες απέτυχαν […]

Από την άνοιξη του 1792, όταν πια υπογράφτηκε η ρωσοτουρκική συνθήκη ειρήνης, ο Αλήπασας άρχισε τις ετοιμασίες του για να ξεθεμελιώσει τους Σουλιώτες […] Χύθηκαν ίσαμε δέκα χιλιάδες Αρβανίτες να φτάσουν την αετοφωλιά. Σ’ αυτούς αντιβγήκαν ως χίλιοι πεντακόσιοι Σουλιώτες […] Μεσημέριασε και ήταν Ιούλης. Καθώς από τέσσερις ώρες ακατάπαυστα πολέμαγαν άναψαν οι κάνες των ντουφεκιών εχθρών και φίλων. Και τότε καταλάγιασε ο αχός της μάχης.

Οι γυναίκες, οι συνταγμένες πίσω από τα βράχια της Κιάφας, όσο άκουγαν το βρόντο του πολέμου μένανε ατάραχες. Μα σκιάχτηκαν από την ησυχία που ακολούθησε. Θαρρούνε πως νικήθηκαν οι δικοί τους κι έπαψε ο πόλεμος. Τότε πετιέται ανάμεσά τους η Μόσχω Τζαβέλαινα, η γυναίκα του Λάμπρου και φωνάζει:

-   Αδελφάδες μου, πάνε χάθηκαν οι δικοί μας! Κάλλιο να βρούμε το θάνατο αντί να σκλαβωθούμε και ν’ ατιμαστούμε. Όσες από σας το λέει η καρδία σας, αρματωθείτε κι ακολουθήστε με! Οι γριές να μείνουν εδώ με τα παιδιά μας. Κι όταν πια λιώσουμε κι εμείς, να τα ρίξουν στο γκρεμό κι έπειτα να πέσουνε κι οι ίδιες. 

Ίσαμε τριακόσιες αδράξανε τ’ άρματα κι ακολούθησαν τη Μόσχω. Ξέφρενες χύνονται στους εχθρούς […] Από το φωνοκόπι και από την ορμή τους ξαφνιάζονται οι Αληπασαλίδες. Νομίζοντας όμως πως θα παιζογέλαγαν μαζί τους τις αρχίζουν στα αισχρόλογα και στις φοβέρες πως σε λίγο θα τις ατιμάσουν. Και τότε η Μόσχω Τζαβέλαινα, […] αρπάζει τα φουστάνια της, τα σηκώνει και δείχνοντας τ’ απόκρυφά της τους φωνάζει:

-         Να, ωρέ Λιάπηδες […] ελάτε αν σας κοτάει! […]

Οι Σουλιώτες αδράχνουν την περίσταση, ευκαιρώνουν μια μπαταριά, γυμνώνουν τις πάλες, μπήζουν την πολεμική τους κραυγή «Ω ντέρα! Ω μπούρα! Μπιτάα! …» και τους ξεμπροστίζουν […]

Από τους Σουλιώτες σκοτώθηκαν ογδόντα κι ως εκατόν εξηντα λαβώθηκαν. Από τους Αληπασαλίδες έχουνε να λένε πως ίσαμε τρεις χιλιάδες φτάνανε οι σκοτωμένοι και οι πληγωμένοι τους. Έπειτα από τούτη τη συμφορά ο Αλήπασας παράτησε οχτώ χρόνους ήσυχο το Σούλι. […]

Γκραβούρα του J. P. Mahatty
Ετοιμάζει την πιο μεγάλη στρατιωτική δύναμη απ’ όση σύναξε ποτέ – ίσαμε δεκαπέντε χιλιάδες ασκέρι. […] στις 2 του Ιούνη 1800 του αντιβγήκαν οι Σουλιώτες […] Όταν είδε ο Αλήπασας πως με γιουρούσια δεν παίρνεται το Σούλι, στοχάζεται να το μπλοκάρει από παντού […] Οι Σουλιώτες βρέθηκαν ξεκομμένοι από τον αποδέλοιπο κόσμο […]

Πέρασαν δεκαοχτώ μήνες που άρχισε το μπλόκο […] Βάσταξαν δέκα μήνες ακόμα. Στις 26 με 27 του Σεπτέμβρη 1803 κάμποσοι Αληπασαλίδες […] οδηγημένοι από τον προδότη Πήλιο Γούση, μπαίνουν τη νύχτα κρυφά στο Σούλι. […] Παρατάνε οι Σουλιώτες τα χωριά τους κι αποτραβιούνται στο Κούγκι και τη Μπίρα […] Ο Αλήπασας, λογαριάζοντας πως τους κρατά πια στο χέρι, αποφασίζει να τους αποτελειώσει. Ήταν 7 του Δεκέμβρη του 1803. […]

Ο Περαιβός λέει πως εκείνη τη μέρα σκοτώθηκαν ίσαμε εφτακόσιοι Τουρκαρβανίτες κι ως χίλιοι λαβώθηκαν. Από τους Σουλιώτες οχτώ χάθηκαν, δεκατέσσερις πληγώθηκαν, καθώς και τρεις γυναίκες. Ο Αλήπασας γυρίζει ντροπιασμένος στα Γιάννενα, δίνοντας, διάτα να πέσουν σε συμφωνίες με τους Σουλιώτες, να τους αφήσουν να φύγουν να πάνε στ’ ανάθεμα […]

Στις 13 του Δεκέμβρη 1803 οι Σουλιώτες αποχαιρετούνε με δάκρυα στα μάτια τα γυμνά μα πολυαγαπημένα βουνά του και φεύγουν. Οι πιότεροι, με αρχηγό τον Φώτο Τζαβέλα, […] περνάνε στην Κέρκυρα. Κάμποσοι όμως άλλοι δίνουνε πίστη στα λόγια του Κίτσου Μπότσαρη (που είχε συνεργαστεί με τον Αλή) πως αντί να πάνε στα ξένα να ψωμοζητάνε καλύτερα είναι να μπιστευθούνε στα λόγια του Αλήπασα, πως κάπου θα τους αφήσει να καταλαγιάσουν […]

Πραγματικά στις 16 του Δεκέμβρη φάνηκε να έρχεται ο Τουρκαρβανίτης Μπεκήρ Τζογαδόρος με δυνατό ασκέρι από τρεις χιλιάδες νοματαίους. Μηνάνε στους δύστυχους τούτους Σουλιώτες πως έχουνε προσταγή του βεζίρη να τους πάνε στα Γιάννενα αφού πριν παραδώσουν τ’ άρματά τους. Κατάλαβαν πως για μια ακόμη πέσανε θύματα του πιο άπιστου απ’ όλους τους ανθρώπους. Δεν τους απέμενε παρά να πολεμήσουν και να πεθάνουν. Αντιβαίνουν δύο μερόνυχτα στον εχθρό. Όταν ξημέρωσε η Τρίτη μέρα, 18 του Δεκέμβρη, ήταν πια φανερό πως δεν θα μπορούσαν να κρατήσουν.

Τότε ίσαμε εξήντα γυναίκες, οι πιότερες χήρες, «επρόκριναν, παρά την πολυπαθή και κατησχημμένην αιχμαλωσίαν, τον ηρωικόν και στιγμιαίον θάνατον της αυτοκτονίας». Ανεβαίνουν πάνω σ’ ένα βράχο, στήνουνε χορό κι αποχαιρετώντας με τραγούδια τον ήλιο και τον κόσμο, ρίχνουν πρώτα τα παιδιά τους στο γκρεμό κι έπειτα πέφτουνε και οι ίδιες. 

Την ίδια νύχτα, όσοι απομείνανε ζωντανοί ακόμα στο Ζάλογγο αποφασίζουν να βγουν με τα σπαθιά στο χέρι […] σκοτώνουν σκοτώνονται και τέλος, όσοι ήταν τυχεροί περνάνε.

Πιο πέρα, στη Ρηνιάσα, μένουνε εικοσιτρείς Σουλιώτικες φαμελιές, όλα γυναικόπαιδα, που είχανε ξεφύγει από το Σούλι πριν ένα χρόνο. Φτάνουν οι Αληπασαλίδες, σφάζουν και σκλαβώνουν. Σ’ έναν από τους πύργους […] έμενε η Δέσπω Μπότση με τις θυγατέρες, τις νύφες και τα εγγόνια της […] Κουβαλάνε μια κάσα φουσέκια και κάθονται ολόγυρα σφιγταγκαλιάζοντας τα μωρά τους. Η γριά Δέσπω ανάβει το δαυλί […] βάζει φωτιά και τινάζονται στον αγέρα. […]

Ο Κίτσος Μπότσαρης μ’ όσους γλίτωσαν από το Ζάλογγο […] ήτανε όλοι μαζί 1150, αποφασίζουν να πιάσουν το μοναστήρι της κοιμήσεως της Θεοτόκου, σε μια δυνατή θέση […] στο βουνό Φρούσια, […]

Τους μπλοκάρουνν οι Αληπασαλίδες. Πέρασαν τέσσερις σχεδόν μήνες και κράταγαν ακόμα […] Μα όταν κάνανε γιουρούσι οι Λιάπηδες κι όλοι βρίσκονταν στα ταμπούρια να τους αντιβγούν, ο προδότης (Γιώργης Κύριος) ανοίγει μια από τις πόρτες του μοναστηριού και τους μπάζει μέσα. Μονάχα πενήντα άντρες, που ανάμεσά τους ήταν ο Κίτσος Μπότσαρης με το γιο του Μάρκο, τον ήρωα του Εικοσιένα, καθώς και μια γυναίκα κατάφεραν να ξεφύγουν […]

Στο μοναστήρι του Σέλτσου οι γυναίκες γράψανε ένα δεύτερο Ζάλογγο κι ας μην το μνημονεύουμε όπως εκείνο. Παραπάνω από εκατόν εξήντα από τούτες τις άμοιρες, προκρίνοντας το θάνατο από τη σκλαβιά, τρέξανε στον Ασπροπόταμο και «ανοίξασαι τας αγκάλας ερρίφθησαν εις αυτόν αυθορμήτως μετά των φιλτάτων».

Το Σούλι χάθηκε. […]


(ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ Ν. ΒΟΤΣΗ, 1977, τόμος πρώτος σελ. 327-339)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου