Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Η επανάσταση του Μακιαβέλι

Η συμβουλή του Μακιαβέλι προς τους νέους ηγεμόνες παρουσιάζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο και θεμελιώδες σημείο είναι ότι “τα βασικά θεμέλια όλων των κρατών είναι οι καλοί νόμοι και οι καλοί στρατοί”. Επιπλέον, οι καλοί στρατοί είναι ακόμα πιο σημαντικοί από τους καλούς νόμους, επειδή “καλοί νόμοι δεν μπορούν να υπάρχουν εκεί όπου οι στρατοί δεν είναι καλοί”, ενώ αν υπάρχουν καλοί στρατοί “πρέπει να υπάρχουν και καλοί νόμοι”. Το ηθικό δίδαγμα -διατυπωμένο με ένα χαρακτηριστικό τόνο υπερβολής- είναι ότι ο σοφός ηγεμόνας δεν θα πρέπει να έχει “κανέναν άλλο στόχο και κανένα άλλο ενδιαφέρον” εκτός από “τον πόλεμο και τους νόμους και την πειθαρχία του”.

Ο Μακιαβέλι συνεχίζει για να προδιαγράψει ότι οι στρατοί είναι βασικά δύο ειδών: μισθοφόροι και πολιτοφυλακές αποτελούμενες από πολίτες. [...] οι μισθοφόροι “είναι άχρηστοι και επικίνδυνοι”. Είναι “διαιρεμένοι, φιλόδοξοι, απειθάρχητοι, άπιστοι” και η δυνατότητα τους να σε αφανίσουν “αναβάλλεται μόνο για όσο καιρό αναβάλλεται και η επίθεσή τους σ' εσένα”. Για τον Μακιαβέλι, οι συνεπαγωγές των παραπάνω είναι προφανείς, και τις διατυπώνει με μεγάλη ένταση στο κεφάλαιο 13 [...]

Όταν δημοσίευσε την Τέχνη του Πολέμου το 1521 –το μοναδικό του έργο πολιτικής θεωρίας που δημοσιεύτηκε ενόσω ζούσε-, συνέχισε να επαναλαμβάνει τα ίδια επιχειρήματα. Ολόκληρο το Πρώτο Βιβλίο είναι αφιερωμένο στην υποστήριξη “της μεθόδου του στρατού των πολιτών” ενάντια σε όσους είχαν εκφράσει αμφιβολίες για την χρησιμότητά του. [...] Καταλήγει με τον υπερβολικό ισχυρισμό ότι το να μιλάει κανείς για ένα σοφό άντρα ο οποίος μέμφεται την ιδέα του στρατού από πολίτες σημαίνει απλώς ότι εκστομίζει μια αντίφαση [...]

Τα όπλα και ο άνδρας: αυτά είναι τα δύο κύρια θέματα που απασχολούν τον Μακιαβέλι στον Ηγεμόνα. Το επόμενο μάθημα που θέλει συνεπώς να δώσει στους ηγεμόνες της εποχής του είναι ότι εκτός από το να έχει έναν ισχυρό στρατό, ο ηγεμόνας που έχει στόχο να κατακτήσει την κορυφή της δόξας πρέπει να καλλιεργήσει τις απαραίτητες για τους ηγέτες αρετές. Η φύση αυτών των αρετών είχε αναλυθεί ήδη με πειστικό τρόπο από τους Ρωμαίους μοραλιστές, οι οποίοι είχαν υποστηρίξει πρώτα απ' όλα ότι οι μεγάλοι ηγέτες χρειάζεται να είναι σε κάποιο βαθμό τυχεροί. Αν δεν μας χαμογελάσει η Τύχη, καμία ανθρώπινη προσπάθεια δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα τα καταφέρει αβοήθητη να μας οδηγήσει στην επίτευξη των υψηλότερων στόχων μας [...] Οι παραδοχές που βρίσκονται στη βάση αυτής της πεποίθησης συνοψίζονται με τον καλύτερο τρόπο στις Συζητήσεις στο Τούσκουλο του Κικέρωνα. Εκεί, ο Κικέρωνας διακηρύσσει ότι, αν ενεργούμε με βάση τη δίψα για virtus χωρίς καμία σκέψη να κερδίσουμε δόξα ως αποτέλεσμα της ενέργειάς μας αυτής, θα έχουμε τις μεγαλύτερες πιθανότητες να κερδίσουμε και τη δόξα, υπό τον όρο ότι η Τύχη θα μας χαμογελάσει· και αυτό, διότι η δόξα είναι η ανταμοιβή της virtus [...]

Ο Μακιαβέλι [...] για πρώτη φορά αποσαφηνίζει αυτά τα ουμανιστικά δόγματα στο κεφάλαιο 6 του Ηγεμόνα, όπου υποστηρίζει ότι “ηγεμονίες εντελώς νέες, όπου ο ηγεμόνας είναι καινούργιος, είναι άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο δύσκολο να διατηρηθούν, ανάλογα με το αν ο ηγεμόνας που τις αποκτά είναι περισσότερο ή λιγότερο virtuoso. Αυτό το επικυρώνει και αργότερα, στο κεφάλαιο 24, στόχος του οποίου είναι να εξηγήσει “Γιατί οι ηγεμόνες της Ιταλίας έχουν χάσει τα κράτη τους”. Ο Μακιαβέλι, επιμένει ότι “δεν θα έπρεπε να τα ρίχνουν στην Τύχη” για το όνειδος τους, αφού “αυτή δείχνει τη δύναμή της μόνο όταν άνδρες με virtu “δεν είναι προετοιμασμένοι να της αντισταθούν” [...] Τέλος, ο ρόλος της virtu υπογραμμίζεται ξανά στο κεφάλαιο 26, στη φλογερή “Προτροπή” να ελευθερωθεί η Ιταλία η οποία αποτελεί την κατακλείδα του Ηγεμόνα. [...]

Μένει ωστόσο να εξετάσουμε ποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά διακρίνουν έναν άνδρα virtuoso. Οι Ρωμαίοι μοραλιστές είχαν κληροδοτήσει μια περίπλοκη ανάλυση της έννοιας της virtus, απεικονίζοντας σε γενικές γραμμές τον αληθινό vir ως εκείνον που διαθέτει τρεις διακριτές αλλά συγγενικές ομάδες χαρακτηριστικών. Θεωρούν ότι καταρχήν είναι προικισμένος με τις τέσσερις “κύριες” αρετές της σοφίας, της δικαιοσύνης, του θάρρους και της μετριοπάθειας – τις αρετές που ο Κικέρωνας (ακολουθώντας τον Πλάτωνα) ξεχωρίζει στις εναρκτήριες παραγράφους της Ηθικής Υποχρέωσης. Επιπλέον, τον πίστωναν με μια επιπρόσθετη γκάμα ιδιοτήτων, που αργότερα έφτασαν να θεωρούνται χαρακτηριστικά “ηγεμονικές” στη φύση τους. Η κυριότερη απ' αυτές [...] ήταν εκείνο που ο Κικέρωνας αποκαλούσε “εντιμότητα” εννοώντας την προθυμία κάποιου να κρατάει το λόγο του και να αντιμετωπίζει έντιμα όλους τους ανθρώπους, όλες τις στιγμές. Είχαν όμως τη γνώμη ότι αυτή χρειαζόταν να συμπληρώνεται από δύο περαιτέρω γνωρίσματα, τα οποία περιγράφονταν στην Ηθική Υποχρέωση, αλλά αναλύθηκαν πιο εκτεταμένα από τον Σενέκα, ο οποίος αφιέρωσε ειδικές πραγματείες στο καθένα απ' αυτά. Το ένα ήταν η ηγεμονική μεγαλοψυχία, το θέμα της πραγματείας Περί Επιείκειας του Σενέκα· το άλλο ήταν η γενναιοδωρία, ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που συζήτησε ο Σενέκας στο Περί Ευεργεσιών. Τέλος, υποστήριζαν πως ο αληθινός vir χαρακτηρίζεται από τη σταθερή παραδοχή του ότι, αν κάποιος επιθυμεί να επιτύχει τους στόχους της τιμής και της δόξας, πρέπει πάντοτε να φροντίζει να συμπεριφέρεται όσο πιο ενάρετα είναι δυνατόν. Ο ισχυρισμός αυτός -που είναι πάντοτε λογικό να αποτελεί το ηθικό δίδαγμα- βρίσκεται στην καρδιά της Ηθικής Υποχρέωσης του Κικέρωνα. Στο Δεύτερο Βιβλίο παρατηρεί ότι πολλοί πιστεύουν πως “ένα πράγμα μπορεί να είναι ηθικά σωστό χωρίς να είναι σκόπιμο, και σκόπιμο χωρίς να είναι ηθικά σωστό”. Αυτό όμως είναι μια αυταπάτη, αφού μόνο με ηθικές μεθόδους μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα κατακτήσουμε τους στόχους των επιθυμιών μας. Κάθε αντίθετο φαινόμενο δεν μπορεί παρά να είναι εντελώς απατηλό, αφού η “σκοπιμότητα δεν μπορεί ποτέ να βρίσκεται σε σύγκρουση με την ηθική ορθότητα”.

Και αυτή η ανάλυση υιοθετήθηκε στην ολότητά της από τους συγγραφείς των βιβλίων συμβουλών για τους ηγεμόνες της Αναγέννησης [...]

[...] Όταν όμως στραφούμε προς τον Ηγεμόνα, βλέπουμε αυτή την πλευρά της ουμανιστικής ηθικής να ανατρέπεται με τρόπο απροσδόκητο και βίαιο. Η ανατροπή ξεκινάει στο κεφάλαιο 15, όταν ο Μακιαβέλι αρχίζει να συζητάει τις αρετές και τα ελαττώματα του ηγεμόνα, και μας προειδοποιεί ότι, παρόλο που ήδη “πολλοί έχουν γράψει για το θέμα αυτό”, εκείνος θα “παρεκκλίνει παρά πολύ από τις μεθόδους των άλλων”. [...]

Θεωρεί αυτή την πεποίθηση -το νευρικό σύστημα και την καρδιά των ουμανιστικών βιβλίων συμβουλών για ηγεμόνες- προφανές και καταστροφικό σφάλμα. Συμφωνεί βεβαίως στη φύση των σκοπών που πρέπει να επιδιώκονται: κάθε ηγεμόνας πρέπει να επιδιώκει να διατηρεί το κράτος του και να αποκτά δόξα για τον εαυτό του. Ωστόσο, αντιτείνει ότι, αν είναι να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, δεν υπάρχει περίπτωση για κανέναν κυβερνήτη να “διαθέτει ή να εφαρμόζει πλήρως” όλα τα γνωρίσματα που συνήθως “θεωρούνται καλά”. Η θέση στην οποία κάθε ηγεμόνας ότι βρίσκεται είναι να προσπαθεί να προστατεύσει τα συμφέροντά του σε ένα σκοτεινό κόσμο, στον οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι “δεν είναι καλοί”. Συνεπάγεται ότι αν “επιμένει να θεωρεί καθήκον του να είναι καλός” ανάμεσα σε τόσο πολλούς που δεν είναι, όχι μόνο δεν θα επιτύχει “μεγάλα πράγματα” αλλά “είναι βέβαιο ότι θα καταστραφεί”.

Έτσι η κριτική του Μακιαβέλι στην κλασικό και στον σύγχρονό του ουμανισμό είναι απλή μεν συντριπτική δε. Υποστηρίζει ότι, αν κάποιος κυβερνήτης θέλει να επιτύχει τους υψηλότερους στόχους του, θα ανακαλύψει ότι δεν είναι πάντα λογικό να είναι ηθικός· αντίθετα·  θα αντιληφθεί ότι κάθε συνεπής προσπάθεια να “εφαρμόζουμε εκείνα που κάνουν τους ανθρώπους να θεωρούνται καλοί” θα αποδειχθεί καταστροφικά παράλογη πολιτική. Τι γίνεται όμως με τη χριστιανική αντίρρηση ότι αυτή είναι μια πολιτική τόσο ανόητη όσο και πρόστυχη, αφού λησμονεί την ημέρα της κρίσης κατά την οποία όλες οι αδικίες τελικά θα τιμωρηθούν; Σχετικά με αυτή, ο Μακιαβέλι δεν λέει τίποτε απολύτως. Η σιωπή είναι εύγλωττη – στην πραγματικότητα αποτελεί τομή στην εποχή του· αντήχησε στη Χριστιανική Ευρώπη, αποσπώντας αρχικά μια έκπληκτη σιωπή σε απάντησή της, και κατόπιν μια κραυγή απέχθειας η οποία τελικά δεν έσβησε ποτέ.

Αν οι ηγεμόνες δεν οφείλουν να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τις επιταγές της συμβατικής ηθικής, τότε πως οφείλουν να συμπεριφέρονται; Η απάντηση του Μακιαβέλι –ο πυρήνας των θετικών συμβουλών του προς τους νέους ηγεμόνες- δίνεται στην αρχή του κεφαλαίου 15. Ο σοφός ηγεμόνας πρέπει να καθοδηγείται πάνω απ' όλα από τις επιταγές της αναγκαιότητας: “για να διατηρήσει τη θέση του”, ο ηγεμόνας “πρέπει να βρει τη δύναμη να μην είναι καλός, και να καταλαβαίνει πότε να τη χρησιμοποιεί και πότε να μην τη χρησιμοποιεί” ανάλογα με τις περιστάσεις. Τρία κεφάλαια μετά, αυτό το βασικό δόγμα επαναλαμβάνεται. Ο σοφός ηγεμόνας “μένει σταθερός σε αυτό που είναι σωστό όταν μπορεί” αλλά “ξέρει και πως να κάνει το άδικο όταν είναι ανάγκη”. Επιπλέον, πρέπει να συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι “θα είναι συχνά ανάγκη” να ενεργεί “αντίθετα με την αλήθεια, αντίθετα με τη συμπόνια, αντίθετα με την ανθρωπιά, αντίθετα με τη θρησκεία”, αν θέλει  “να διατηρήσει την εξουσία του”.

[...] το Σεπτέμβριο του 1506 [...] σε μια επιστολή του [...] αρχίζει να στοχάζεται με τις αιτίες του θριάμβου και της καταστροφής στις πολιτικές και στρατιωτικές υποθέσεις. “Η φύση” δηλώνει, “έχει δώσει σε κάθε άνθρωπο ένα συγκεκριμένο ταλέντο και έμπνευση”, η οποία “ελέγχει τον καθένα μας”. Αλλά “οι καιροί μεταβάλλονται” και υπόκεινται σε συχνές αλλαγές”, έτσι ώστε “εκείνοι που δεν καταφέρνουν να αλλάξουν τους τρόπους που ενεργούν” είναι  προορισμένοι να συναντούν “την καλή Τύχη τη μια φορά και την κακή την άλλη”. Το ηθικό δίδαγμα είναι προφανές: αν κάποιος άνθρωπος θέλει “να απολαμβάνει πάντα την καλή Τύχη”, πρέπει “να είναι αρκετά σοφός ώστε να προσαρμόζεται στους καιρούς του” [...]   

Γράφοντας τον Ηγεμόνα επτά χρόνια αργότερα, ο Μακιαβέλι ουσιαστικά αντέγραφε αυτά τα “Καπρίτσια” όπως τα αποκαλούσε αποδοκιμαστικά, στο Κεφάλαιο σχετικά με το ρόλο της Τύχης στις ανθρώπινες υποθέσεις. [...]  Έτσι, ο επιτυχημένος ηγεμόνας θα είναι πάντοτε εκείνος “που προσαρμόζει τον τρόπο που ενεργεί στη φύση των καιρών”.

[...] Για τους κλασικούς μοραλιστές και τους αναρίθμητους οπαδούς τους, η ηθική αρετή αποτελούσε το ειδοποιό χαρακτηριστικό του vir, του αληθινά αρρενωπού άνδρα. Ως εκ τούτου, το να εγκαταλείψει κάποιος την αρετή δεν σήμαινε απλώς ότι δρούσε ανορθολογικά· σήμαινε και ότι εγκατέλειπε την ιδιότητα του άνδρα και κατερχόταν στο επίπεδο των κτηνών. Όπως το είχε θέσει ο Κικέρων στο Πρώτο Βιβλίο της Ηθικής Υποχρέωσης, υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους μπορεί κανείς να αδικοπραγήσει, είτε με τη βία είτε με το δόλο. Και οι δύο, δηλώνει “είναι ζωώδεις” και “εντελώς ανάξιοι για έναν άνδρα”- η βία επειδή συμβολίζει το λιοντάρι και ο δόλος επειδή “φαίνεται ότι ανήκει στην πανούργα αλεπού”.

Αντίθετα στα μάτια του Μακιαβέλι φαινόταν προφανές ότι η αρρενωπότητα δεν αρκεί. Πράγματι υπάρχουν δύο τρόποι να δρα κάποιος -λέει στην αρχή του κεφαλαίου 18- από τους οποίους “ο πρώτος ταιριάζει στον άνθρωπο, ο δεύτερος στα ζώα”. Αλλά “επειδή ο πρώτος συχνά δεν αρκεί, ο ηγεμόνας πρέπει να καταφεύγει στον δεύτερο”. Επομένως, ένα από τα πράγματα που χρειάζεται να γνωρίζει ο ηγεμόνας είναι ποια ζώα να μιμείται. Η φημισμένη συμβουλή του Μακιαβέλι είναι ότι ο ηγεμόνας θα τα πάει καλύτερα αν “ανάμεσα στα κτήνη διαλέξει την αλεπού και το λιοντάρι”, συμπληρώνοντας τα ιδεώδη τη ορθής ανδρικής συμπεριφοράς με τις απαραίτητες τέχνες της βίας και του δόλου. Η αντίληψη αυτή υπογραμμίζεται στο επόμενο κεφάλαιο [...]

Ο Μακιαβέλι ολοκληρώνει την ανάλυσή του υποδεικνύοντας τους άξονες συμπεριφοράς που θα έπρεπε να περιμένει κανείς από έναν αληθινά virtuoso ηγεμόνα. Στο κεφάλαιο 19 θέτει το ζήτημα αρνητικά, τονίζοντας ότι ένας τέτοιος ηγεμόνας δεν θα κάνει ποτέ τίποτε άξιο περιφρόνησης και θα φροντίζει πάντοτε με τη μεγαλύτερη προσοχή “να αποφεύγει οτιδήποτε τον κάνει μισητό”. Κατόπιν, στο κεφάλαιο 21, διατυπώνει καθαρά θετικές προτάσεις. Ένας τέτοιος ηγεμόνας θα δρα πάντοτε “χωρίς καμία επιφύλαξη” προς συμμάχους και εχθρούς, προβάλλοντας με τόλμη “ως τολμηρός υποστηρικτής της μιας πλευράς”. Ταυτόχρονα, θα επιδιώκει να εμφανίζεται στους υπηκόους του όσο πιο μεγαλοπρεπής γίνεται, κάνοντας “εξαιρετικά έργα” και κρατώντας τους “πάντα σε αβεβαιότητα και απορία, καθώς περιμένουν την έκβαση”. [...]

Κουέντιν Σκίνερ, Μακιαβέλι

(Εκδόσεις Νήσος, 2002, σελ. 56-72) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου