Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Βυζαντινό νόμισμα: το «δολάριο του μεσαίωνα»

Helene Ahrweiler

Καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας – Paris I

[…] ο χρυσός δέθηκε με τον Απόλλωνα (ενώ το αργυρό μένει χαρακτηριστικό της Αφροδίτης) και γρήγορα θεωρήθηκε προνομιακό δείγμα βασιλέων και ιερέων, σημάδι δηλαδή της ανδρικής αρχής και δύναμης. Το Βυζάντιο δεν έμεινε έξω από την ψυχαναλυτική αυτή ματιά. Κράτος και εκκλησία, οι στυλοβάτες της βυζαντινής πραγματικότητας, έντυσαν την ανώτατη εξουσία, τον αυτοκράτορα και τον Πατριάρχη κι αυτούς βέβαια που τους αντιπροσωπεύουν, με χρυσοποίκιλτα εξαρτήματα.

Η θέα τους είναι για τον καθένα μάθημα του μεγαλείου, της λάμψης, του δυναμικού σφρίγους της ανατολικής χριστιανικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, του Βυζαντίου, που στάθηκε η μεγαλύτερη παγκόσμια δύναμη στην πρώτη μετά Χριστόν χιλιετηρίδα.

Το κωνσταντινάτο

Είναι λογικό το επίσημο νόμισμα μιας τέτοιας δύναμης να είναι αντάξια εικόνα της μεγαλοπρέπειας της· δεν μπορούσε παρά να είναι χρυσό ατόφιο, αναλλοίωτο όπως η αρχή του Βυζαντινού κράτους και χαραγμένο με τη φροντίδα και με τις παραστάσεις που ταιριάζουν στον πιο εύγλωττο εξηγητή και φορέα της θεοστήρικτης εξουσίας των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Ίσως αυτές να ήταν οι σκέψεις του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, όταν, στα πρώτα χρόνια του 4ου αιώνα, χτύπησε τον “aureum solidum”, τον «στερεό χρυσό», τον «σόλιδο» πραγματοποιώντας έτσι την πρώτη επαναστατική νομισματική μεταρρύθμιση. Να θυμίσουμε ότι, σύμφωνα με τον ορισμό του Ισίδωρου της Σεβίλλης, ονομάζουμε νόμισμα το κέρμα από το οποίο δεν λείπει τίποτα από τα τρία βασικά χαρακτηριστικά, που είναι δηλαδή «solidum, integrum et totum» κατά τον τίτλο, κατά το βάρος και κατά την χαραγή […] Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά παρουσιάζει ο βυζαντινός σόλιδος, το χρυσό κέρμα, που ο λαός ονομάζει ακόμη και σήμερα Κωνσταντινάτο, που το επίσημο ελληνικό του όνομα είναι «Το Νόμισμα», όπως το άλλο δημιούργημα του Κωνσταντίνου, η Κωνσταντινούπολις, είναι η καθαυτή Πόλη. Ας σημειώσουμε ότι ζυγίζει γύρω στα 450 γραμμάρια, δηλαδή 24 κεράτια.

Η λέξη δηλώνει το κουκούτσι του ξυλοκέρατου, του χαρουπιού, την ceratonia siliqua (σίλικα = κεράτιο) στο επιστημονικό του όνομα. Το κεράτιο έγινε girat στα αραμαϊκά και kharubah στα Αραβικά. Φαίνεται τώρα από πού κρατά τη ρίζα του στο σημερινό χαρούπι και το «καράτι», η ξενοντυμένη ελληνική αυτή λέξη, που ως τα τώρα μετρά, στον κόσμο όλο, τον ατόφιο χρυσό και τα διαμάντια. Σήμερα το κεράτι-καράτι ζυγίζει 0,20 γραμ. με απόφαση διεθνούς επιτροπής που συγκλήθηκε το 1887. […]

Η αξία του νομίσματος

Ας γυρίσουμε όμως στα χαρακτηριστικά του βυζαντινού νομίσματος, για να σημειώσουμε ότι 72 νομίσματα ισοδυναμούν με μια λίτρα χρυσού, ότι ένα νόμισμα αντιστοιχεί με 12 αργυρά κέρματα, τα γνωστά με το όνομα «μιλλιαρίσια» (θυμίζει η λέξη ότι η αργυρή μονάδα ισοδυναμεί με 1000 περίπου νουμιά, και ίσως γι’ αυτό σήμερα η καθαρότητα του ασημιού μετριέται με κλίμακα χιλίων βαθμών. […]

Ο Ηράκλειος, στις αρχές του 7ου αιώνα, έκοψε το αργυρό «εξάγραμμο». Το όνομά του μας μαθαίνει το βάρος του κομματιού «έξι γράμματα», ακόμη μια μετρική ορολογία που σώζεται σε σημερινό μετρικό σύστημα στο γραμμάριο. […]

Υποτίμηση και νοθεία

Ωστόσο η πιο συνηθισμένη επίσημη νομισματική νοθεία γίνεται με την ελάττωση του τίτλου, με την ελάττωση δηλαδή της καθαρότητας του πολύτιμου μετάλλου. Η νοθεία αυτή – τα κείμενα θα μιλήσουν για «χάραγμα κίβδηλον» - αρρώστια του βυζαντινού νομίσματος στο τέλος του 11ου αιώνα, θα μετατραπεί σε σύστημα τολμηρού οικονομικού χειρισμού, στα χρόνια του Αλεξίου Κομνηνού, για να λυθούν τα προβλήματα που η συρρίκνωση του βυζαντινού χώρου δημιούργησε για την άμυνα της αυτοκρατορίας που απειλούν ταυτόχρονα εχθροί από τη Δύση (Νορμανδοί και Σταυροφόροι) από τον Βορρά (Πετσινέγκοι και Κουμάνοι) και από την Ανατολή (Σελτζούκοι Τούρκοι). Είναι η εποχή που οι εχθροί της αυτοκρατορίας θα απαιτήσουν την πληρωμή της ειρήνευσης σε καλό παλιό νόμισμα, όπως τα Μιχαηλάτα (από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Δούκα), […] Είναι ο καιρός που οι βυζαντινοί αποταμιεύουν και αποθησαυρίζουν, καθένας με τη δύναμη του, τα Ρωμανάτα (από τον Ρωμανό) τα Βοτανάτα (από τον Βοτανειάτη) και κάθε νόμισμα παλιάς χαραγής, δηλαδή καθαρού τίτλου, ατόφιου χρυσού ή όπως τα λένε τα κείμενα της εποχής «υπέρπυρο», περασμένο δηλαδή από το καθαρτήριο της φωτιάς. […]

Ένας συγγραφέας των αρχών του 14oυ αιώνα, ο Παχυμέρης, θα μας πληροφορήσει με θαυμαστή ακρίβεια για τους σταθμούς αλλοίωσης του τίτλου του νομίσματος μετά το 1204: «ως τα χρόνια του Ιωάννη Δούκα (του Βατάτζη που βασιλεύει στα 1230) τα 2/3 του βάρους του νομίσματος (= 16 κεράτια) ήταν καθαρός χρυσός. Ύστερα, επί Μιχαήλ (Παλαιολόγου), εξ αιτίας των δόσεων προς τους Ιταλούς έχασε ο χρυσός ακόμη ένα κεράτιο και τώρα το νόμισμα έχει το μισό του βάρος καθαρό χρυσό». Να πως τα 24 καράτια του Μεγάλου Κωνσταντίνου, γίναν, μετά βέβαια από δέκα αιώνες, μονάχα 12Δύο αριθμοί που δείχνουν αμείλικτα και στεγνά την πτώση μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας. Είναι η στιγμή που οι πολίτες στις συναλλαγές τους χάνονται στον λαβύρινθο της ονομαστικής και της πραγματικής αξίας του κάθε νομίσματος που κυκλοφορεί στην αγορά. Έχομε νομίσματα που έχουν καλή πέραση, που είναι δηλαδή «πολιτευόμενα» ή «πραττόμενα» ή «προτιμώμενα», έχομε νομίσματα «παλαιά» και νομίσματα «καινούργια».

Ένα κείμενο της Παλαιολόγειας εποχής μιλά μάλιστα για αναλογία τριών παλαιών νομισμάτων με τέσσερα καινούργια. Τι πιο εύγλωττη μαρτυρία για την κατάρρευση του βυζαντινού νομίσματος μέσα σε βραχύχρονα, κάθε φορά, διαστήματα. Που είναι, αλήθεια, η εποχή που τα έθνη μετρούσαν την οικονομική τους ικμάδα με κεντηνάρια βυζαντινών «σολίδων», που οι ξένοι βασιλείς προσπαθούσαν να μιμηθούν την κοπή και τη χαραγή του βυζαντινού νομίσματος (τα παραδείγματα που έχουμε φθάνουν ως την Γαλλία, την Αγγλία και τα σκανδιναβικά κράτη). Που πήγαν τα χρόνια που έκαναν τη λέξη bezanti να δηλώνει το οποιοδήποτε χρυσό νόμισμα που κυκλοφορούσε στις διεθνείς αγορές, […] Το χρυσό βυζαντινό τρυπημένο μοιάζει να παίρνει με τον καιρό δύναμη σχεδόν μαγική, κρεμασμένο στο λαιμό ανθρώπων που είναι ξένοι από τη γλώσσα […]

Βυζαντινό νόμισμα, το «δολάριο του μεσαίωνα» 

Από το 312, που πρωτοεμφανίζεται, ως τα μέσα του 11ου αιώνα, το βυζαντινό νόμισμα θα μείνει σταθερό και καθαρό. Ίσως δεν είναι ανάγκη ν’ αναζητήσουμε άλλη εξήγηση για τον πρωταρχικό πόλο που έπαιξε στη μυθική ιστορία του βυζαντίου, αλλά και στο μαζικό υποσυνείδητο των λαών του μεσαίωνα.

Σόλιδος του Κωνσταντίνου Β΄
Ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης (χρωστά το όνομά του στον περίπλου του Ινδικού Ωκεανού που πραγματοποίησε στα χρόνια του Ιουστινιανού), θα στηρίξει τη θεωρία του για την αιωνιότητα της βυζαντινής αυτοκρατορίας («αήττητης μέχρι της συντέλειας») στο ότι «Το των Ρωμαίων (Βυζαντινών) βασίλειον πρώτο εστί και πρώτον πιστεύσαν εις τον Χριστόν» αλλά και στο ότι «εν τω νομίσματι αυτών» (= Βυζαντινών) εμπορεύονται πάντα τα έθνη και εν παντί τόπω απ’ άκρον γης έως άκρον γης δεκτόν εστίν, θαυμαζόμενον παρά παντός ανθρώπου και πάσης βασιλείας, όπερ (εν) ετέρα βασιλεία ουχ υπάρχει το τοιούτο».

Ας ομολογήσουμε ότι καμιά άλλη εικόνα δεν μπορούσε να μας πληροφορήσει καλύτερα για τη μαγική δύναμη που το χρυσό κέρμα εξάσκησε στη λαική φαντασία, σ’ αυτόν που τράφηκε με τις προφητείες που ταυτίζουν τον ιστορικό κύκλο της πολιτισμένης ανθρωπότητας με τη ζωή του Βυζαντίου, σ’ αυτήν που έθρεψε το μύθο του μαρμαρωμένου βασιλιά και που ζει ακόμα παράλογα με το όνειρο της μεγάλης ιδέας. […] Χλαμυδοφόρος αυτοκράτορας, κρατώντας στο χέρι σφαίρα σταυροφορούσα και σκήπτρο, στεμμένος από τον Άγγελο Κυρίου ή από τον ίδιο το Χριστό, με χαραγμένα τα ηχηρά ονόματα της εξουσίας του (Imperator, Αύγουστος, Βασιλέυς, Δεσπότης και άλλα). Κυκλοφορούσε χάρη στο νόμισμα από τη μια γωνιά της αυτοκρατορίας στην άλλη, περνούσε στα χέρια ανθρώπων κάθε τόπου, διαλαλώντας τη στρατιωτική ισχύ της αυτοκρατορίας (σύμβολό της η χλαμύδα), το θεοστήρικτο της αυτοκρατορικής αρχής (ο θεόσεπτος βασιλεύς είναι τοποτηρητής του Χριστού στη γη), το παγκόσμιο και οικουμενικό της θεοπρόβλητης εξουσίας (σημάδια τους το σκήπτρο και η σφαίρα) και τέλος τα βυζαντινά αναφαίρετα δικαιώματα στη ρωμαϊκή κληρονομία, στην αρχή που διέπει ο Βασιλεύς-Αυτοκράτωρ-Imperator, εγγυητής της ρωμαϊκής ειρήνης, που ταυτίζεται βέβαια με την αυτοκρατορική παγκόσμια τάξη.

Να ποιος ήταν ο ιδεολογικός ρόλος που διαδραμάτιζε, σιωπηλά και σίγουρα το βυζαντινό νόμισμα στα πέρατα της γης, βγαλμένο μετά από τη δοκιμασία της φωτιάς (χρυσό «ολοκότινο») από τα νομισματοκοπεία της Κωνσταντινούπολις, της Θεσσαλονίκης και στα πιο παλιά και καλύτερα χρόνια, από τα κρατικά εργαστήρια της Σικελίας, της Καρχηδόνας, της Αλεξάνδρειας και της Αντιόχειας. Εγγυημένο από τη μεγαλύτερη κρατική δύναμη της εποχής, το βυζαντινό νόμισμα, με την εικονογράφησή του, με την ποιότητα της χαραγής, με τη σταθερότητα του βάρους και του τίτλου του, μένει στην ιστορία σαν μάρτυρας μοναδικός του μεγαλόπρεπου, του αΐδιου και του αναλλοίωτου της πρώτης παγκόσμιας χριστιανικής αυτοκρατορίας. […]

Το χρυσό νόμισμα με την παγκόσμια κυκλοφορία του, το νόμισμα στολίδι και εμπόρευμα, το νόμισμα σύμβολο και θησαύρισμα, το «δολάριο του μεσαίωνα» όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο Lopez, στάθηκε σίγουρα ο πιο αποτελεσματικός και ο πιο εύγλωττος φορέας της βυζαντινής μεγαλοσύνης. […]

Περιοδικό ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

(Τεύχος 1, Νοέμβριος 1981)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου