Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Η ιστορική θεμελίωση των εθνών

Σε γενικές γραμμές, οι θεωρίες πάνω στην ιστορική θεμελίωση των νεότερων εθνών χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: σ’ αυτές που δίνουν έμφαση στη νεοτεριστική και κρατική πρωτοκαπιταλιστική θεμελίωση των εθνών, και σ’ εκείνες που εντοπίζουν αντίθετα την προμοντέρνα, προκαπιταλιστική εθνική θεμελίωσή τους, όπου η έννοια του κράτους (της οποίας προφανώς κανείς δεν αμφισβητεί τη σημασία) διαμορφώνεται μόνο σε μια δεύτερη φάση. Ας το εξετάσουμε καλύτερα.

Οι θεωρίες που υποστηρίζουν την κρατική και επομένως τη νεοτεριστική και πρωτοκαπιταλιστική και πρωτοαστική απαρχή του έθνους, επιμένουν στην τεχνητή φύση της ίδιας της έννοιας του «έθνους»· σύμφωνα με τις θεωρίες αυτές η «παράδοση», νοουμένη ως ιστορική διάσταση του έθνους, συνιστά ως επί το πλείστον μία εκ των υστέρων «επινόηση». Οι κρατικοί μηχανισμοί, που θεσπίστηκαν κατά πρώτο λόγο με στόχο την πολιτική στήριξη της δημιουργίας της ενιαίας καπιταλιστικής αγοράς ή/και την οικονομική και στρατιωτική προστασία του «έθνους» έναντι των άλλων ανταγωνιστικών εθνών, εξουσιοδότησαν ευχαρίστως τους διανοουμένους και το εκπαιδευτικό σύστημα να επινοήσουν μία ενιαία εθνική ιστορική παράδοση και να ενσωματώσουν τη λογοτεχνική γλώσσα στην καθομιλουμένη. Ο «εθνικισμός», επομένως, είναι ένα τυπικό προϊόν της καπιταλιστικής και κυρίως πρωτοκαπιταλιστικής νεοτερικότητας - ενώ αντίθετα υποτίθεται ότι στην ώριμη φάση της παγκοσμιοποίησης και της πληροφοριοποίησης, ο καπιταλισμός θα τον υπερέβαινε και θα τον καταργούσε. Εν προκειμένω όμως είναι σκόπιμο να επισημάνουμε ότι η πνευματική και λογοτεχνική επινόηση μιας παράδοσης δεν αποτελεί καθόλου το χαρακτηριστικό γνώρισμα της καπιταλιστικής νεοτερικότητας. Αρκεί να θυμηθεί κανείς -θα μπορούσαν βέβαια ν’ αναφερθούν πάμπολλα ιστορικά παραδείγματα- τους διανοούμενους της αυγουστιανής εποχής της ρωμαιοκρατίας (Λίβιος, Βιργίλιος κ.ά.), που κλήθηκαν να επινοήσουν μια μυθοπλαστική παράδοση (Αινείας, Ρωμύλος κ.ά.). Γενικότερα, οι θεωρίες της κρατικής απαρχής του έθνους, μέσα από συχνά ευφυέστατα ιστορικο-πολιτισμικά συγγράμματα, υποδεικνύουν ότι το έθνος δεν υφίσταται, και ότι απεναντίας συνιστά ένα τεχνητό παρασκεύασμα, μια επινόηση του αστικού καπιταλισμού και, όπως κάθε τεχνητή επινόηση, είναι καταδικασμένο να διαλυθεί και να πεθάνει σε μια κατά τα άλλα απροσδιόριστη «αλλαγή της ιστορικής φάσης». Πρόκειται για μια κατανοητή αλλά κατά τη γνώμη μου λανθασμένη αντίδραση απέναντι στις θεωρίες που αντιμετωπίζουν το έθνος ως μία «οργανική κοινότητα» κατά τρόπο αποκλειστικό και ρατσιστικό, (Gemeinschaft), θεωρίες που στην πράξη αιματοκύλησαν την ιστορία των δύο τελευταίων αιώνων. Θα πρέπει όμως να προσέξουμε να μην κάψουμε και τα χλωρά μαζί με τα ξερά.

Από την άλλη, οι θεωρίες της εθνικής και άρα προμοντέρνας, προκαπιταλιστικής και προαστικής απαρχής του έθνους, επισημαίνουν το γεγονός ότι, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων - φυσικά όχι σε όλες -, στο υπόβαθρο και παράλληλα με τη μεταγενέστερη συγκρότηση του έθνους ως λαού και νεότερου κράτους, υπάρχει μια πραγματική ισχυρή εθνική οντότητα. Ασφαλώς η ιστορία δεν αρχίζει ούτε με τον καπιταλισμό ούτε με τη συσσώρευση κεφαλαίου ούτε με την εμφάνιση των Ευρωπαίων και Αμερικανών αποικιοκρατών. Κατά τη γνώμη μου αυτό είναι αληθές και αναμφισβήτητο. Είναι προφανές ότι η εθνική θεμελίωση εξελίσσεται ιστορικά και πολιτισμικά, σε συνάφεια με μια ταυτότητα εν μέρει τεχνητή και κατασκευασμένη εκ των υστέρων από το νεότερο κράτος, από τους διανοούμενους και το εκπαιδευτικό σύστημα. Το «εκ των υστέρων» όμως δεν γεννιέται εκ του μηδενός, αλλά βασίζεται σε μια προϋπάρχουσα πραγματικότητα, που μπορεί μεν να την τροποποιήσει αλλά όχι να την εκμηδενίσει.

Πού βρίσκεται το δίκιο; Δύσκολο ερώτημα, στο οποίο είναι αδύνατο να απαντήσουμε στα στενά πλαίσια ενός δοκιμίου. Εύλογο, αλλά συνάμα οπορτουνισιικό και παραπλανητικό θα ήταν να πούμε ότι το δίκιο βρίσκεται και στις δύο πλευρές. Με μια πρώτη προσέγγιση, εάν αποδεχτούμε ότι η κρατική συνιστώσα εκεί που υπερισχύει –πράγμα όμως που δεν αληθεύει στην περίπτωση πολλών εθνών, λόγου χάρη στους Κορσικανούς, τους Βρετόνους, τους Γαλάτες, τους Βάσκους, τους Κούρδους και τους Λατινοαμερικανούς Μάγια- προϋποθέτει ούτως ή άλλως μια προγενέστερη εθνοτική συνιστώσα, τότε θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι η εθνική θεωρία εμφανίζεται ως ορθότερη από την κρατική, παρότι η τελευταία τη διορθώνει επωφελώς σε πολλά σημεία.

Δεν βρίσκεται όμως εδώ κατά τη γνώμη μου το ουσιαστικότερο φιλοσοφικό σημείο του ζητήματος. Ανεξάρτητα από το πού βρίσκεται το δίκιο, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι το έθνος εμφανίστηκε, είτε με εθνική είτε με κρατική θεμελίωση, σε μια παρελθούσα στιγμή (προκαπιταλιστική ή πρωτοκαπιταλιστική), επομένως σήμερα η έννοιά του στερείται εγκυρότητας. Εδώ λοιπόν βρίσκεται η ουσία, διότι ενώ η γέννηση πάντα και σε κάθε περίπτωση είναι ειδική, η εγκυρότητα είναι καθολική, προφανώς επειδή η γέννηση δομήθηκε ως εύλογη συνιστώσα μιας πραγματικής αλήθειας. Ο Ιησούς της Ναζαρέτ δραστηριοποιήθηκε σ’ ένα εντελώς ιδιόμορφο ιστορικό πλαίσιο, που σήμερα είναι ολότελα ξεπερασμένο, η εγκυρότητα όμως του μηνύματος του δεν εξαντλείται μέσα σ’ εκείνη την ιδιάζουσα ιστορική στιγμή αλλά εμπεριέχει μια διαχρονική αλήθεια. Ας αναφέρουμε επίσης το παράδειγμα του φιλελευθερισμού, της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού. Από ιστορική άποψη, αυτές οι τρεις παραδόσεις έχουν μια συγκεκριμένη αφετηρία, την αστική (ο φιλελευθερισμός), τη μικροαστική (η δημοκρατία), την εργατική και προλεταριακή (ο σοσιαλισμός). Η ιδιαίτερη ιστορική γέννηση τους, λοιπόν, και στις τρεις περιπτώσεις αποκτά καθολική εγκυρότητα, όχι σε όλες τις ιστορικές συνιστώσες, αλλά μόνο σ’ αυτές που η λογική ορθότητα επικυρώνει και επιβεβαιώνει.

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την πραγματικότητα της εθνικής ταυτότητας, είτε είναι εθνοτικής είτε είναι κρατικής θεμελίωσης. […]

COSTANZO PREVE, ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΑΧΥ, ΑΘΗΝΑ 2001, σελ. 13-17)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου