Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Η ιστορία της λέξης «έθνος»

Οι λέξεις είναι σαν τα νομίσματα: η «ανταλλακτική αξία» τους, όπως θα έλεγε κι ο Μαρξ, διαφέρει από κοινωνία σε κοινωνία και από εποχή σε εποχή, αφού με την ίδια λέξη διαφορετικοί άνθρωποι σε διαφορετικούς χρόνους εννοούν διαφορετικά πράγματα - και η παράκαμψη αυτού του προβλήματος της σημασιολογίας στην ιστορία συνιστά, κατά τη γνώμη μου, βαρύτατο μεθοδολογικό σφάλμα. Πράγματι οι λέξεις έθνος και nation δεν είναι καινούργιες, έχουν ιστορία· όμως αυτή η ιστορία λέει πολλά, όχι μόνον για όσα σημαίνουν, αλλά και για όσα δεν σημαίνουν κατά περιόδους.

Η λέξη έθνος στους αρχαίους κλασικούς έχει πολλές σημασίες, καμία τους όμως δεν αντιστοιχεί προς αυτήν πού της αποδίδουμε σήμερα.[1]

Στον Όμηρο, για παράδειγμα, έχει την έννοια της συντροφιάς («έθνος εταίρων» - Ιλ. Γ32, Η 115), του στρατού γενικά («έθνος λαών» - Ιλ. Ν495, «έθνεα πεζών» - Ιλ. Λ724) ή κάποιας συγκεκριμένης στρατιάς («έθνος Αχαιών» - Ιλ. Ρ552, «Λυκίων μέγα έθνος» - Ιλ. Μ330), του σωρού νεκρών («έθνεα νεκρών» - Oδ. λ34, κ526) και, τέλος, του σμήνους εντόμων ή πτηνών («έθνεα μελισσάων, ορνίθων, μυιάων» - Ιλ. Β87, 459, 469).

Στον Πίνδαρο απαντάται με τις σημασίες είτε του φύλου («άνέρων έθνος» - Όλ. 1,66, «έθνει γυναικών» - Πυθ. 4,252) είτε του συγγενή (Νεμ. 5,43).

Στον Ηρόδοτο αναφέρεται στη φυλή, το γένος («Μηδικόν έθνος» - 1,101) ή στις ελληνικές πόλεις -στον πληθυντικό!— πού υπέκυψαν στους Πέρσες («των μηδισάντων εθνέων των Ελληνικών» - 9,106,3).

Στον Θουκυδίδη σε διάφορες φυλές, ελληνικές ή βαρβαρικές (1,3 και 3,92).

Στον Ξενοφώντα στη φυλή ή το γένος («Πομπάς έποίησαν κατά έθνος έκαστος των Ελλήνων» - Άναβ. 5,5,5), στο φύλο («θήλυ έθνος» - Οίκον. 7,26) και στη συντεχνία ή την επαγγελματική ομάδα («Οισθά τι έθνος ηλιθιώτερον ραψωδών;» — Συμπ. 3,6).

Στον Αισχύλο χρησιμοποιείται για τις Ερινύες (Εΰμ. 366) ή για οπλισμένη ομάδα («έθνος μαχαιροφόρον» - Περσ. 56) και στον Σοφοκλή αναφέρεται σε αγέλες ζώων («Θηρών... έθνη» - Άντ. 344 και «έθνη Θηρών» - Φιλ. 1147).

Στον Πλάτωνα ή λέξη έθνος έχει την έννοια του είδους (« Ιχθύων έθνος» - Τίμ. 92γ), της επαγγελματικής ομάδας («δημιουργικόν έθνος» - Γοργ. 455β, «έθνος κηρυκικόν» - Πολιτικός 290β) και του γένους ή της φυλής («τών Θετταλών... πενεστικόν έθνος» - Νόμοι 776δ).

Στον Αριστοτέλη ο όρος αναφέρεται στις βαρβαρικές φυλές σε αντιδιαστολή με τις ελληνικές (Πολιτικά 1324β10). Οι σημασίες της λέξης λοιπόν ποικίλλουν και όχι μόνον δεν έχουν τη σημερινή πολιτισμική και πολιτική φόρτιση, αλλά δεν αναφέρονται καν σε μία και μόνη θεματική κατηγορία.

Και στην Παλαιά Διαθήκη όμως (μετάφραση των Ο') η λέξη έθνος χρησιμοποιείται για το χαρακτηρισμό όχι του εβραϊκού ή άλλου έθνους με τη σύγχρονη σημασία, αλλά όλων όσοι δεν ανήκουν στην εβραϊκή θρησκευτική κοινότητα, δεν πιστεύουν δηλαδή στο θεό του Ιεχωβά («Ίνατί έφρύαξαν έθνη...;» - Ψαλμ. Β ',1).

Ανάλογη σημασία θρησκευτικής διάκρισης έχει και στην Καινή Διαθήκη («Εις οδόν εθνών μη απέλθητε» - Ματθ. I', 5) και στα αποστολικά κείμενα («έν τη κατασχέσει των εθνών» - Πράξεις Αποστόλων Ζ', 45 και «των εθνών τε και Ιουδαίων» - Πράξεις Αποστόλων ΙΔ', 5), ενώ ο Παύλος (ο «εθνών απόστολος» - Πρός Ρωμαίους ΙΑ', 13) τη χρησιμοποιεί για να χαρακτηρίσει τους μη εβραϊκής καταγωγής χριστιανούς (Προς Ρωμαίους ΙΕ', 27).

Στους Λατίνους η λέξη natio συναντάται στον Κικέρωνα με τη σημασία άλλοτε της θεότητας της γέννησης (N.D. 3,18,47) κι άλλοτε της φυλής (N.D. 2,29,74, Q.Fr. 1,1,9, §27, Phil. 10,10,20), της κοινωνικής τάξης (Sest. 44,96) ή κάποιας μερίδας υποψηφίων (Pis. 23,55). Στον Βάρρωνα εννοείται ως ράτσα ζώων (R.R. 2,6,4) ή ανθρώπων (L.L. 9, §93), στον Πλίνιο ως είδος ζώων ή πραγμάτων (22,24,50, §109 και 21,14,49, §83), στον Πλίνιο ως γένος ανθρώπων (Men. 2,1,34 καί Rud. 2,2,6), ενώ παρόμοια σημασία έχει και στον Τάκιτο (G. 38).

Με την επικράτηση του χριστιανισμού η λέξη έθνος και τα παράγωγά της δηλώνουν τους μη Χριστιανούς, όπως προκύπτει από τα πατερικά κείμενα, αλλά και από τη χρήση της λέξης natio στην εκκλησιαστική λατινική του Τερτυλλιανού (De Idol. 22).

Κι αυτή όμως η σημασία αλλάζει στη μεσαιωνική Δύση, όπου ο όρος natio αποτελεί, όπως μας πληροφορεί ο Μάξ Βέμπερ, «νομική έννοια» για την υποδήλωση της οργανωμένης κοινότητας ή του μοναστικού τάγματος μέσα στα εκκλησιαστικά συμβούλια και τα πανεπιστήμια.

Εξίσου άσχετες προς τη σημερινή έννοια είναι και οι σημασίες της λέξης nation στις λατινογενείς γλώσσες έως και τον 18ο αιώνα.

Είναι άξιος, νομίζω, προσοχής για τις πολλαπλές συνδηλώσεις της λέξης μέχρι και σχετικά πρόσφατα ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται από τον Άνταμ Σμίθ στο Ο Πλούτος των Εθνών, πού εκδίδεται μόλις το 1776,[2] έτος διακήρυξης της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας.

Παντελής Ε. Λέκκας, Η εθνικιστική ιδεολογία

(ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΕΛΕΤΗΣ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ – ΜΝΗΜΩΝ, 1992, σελ. 75-78)






[1] Βλ. το σχετικό λήμμα στο: Η. Stephanus, Thesaurus Graecae Linguae, Graz 1954, τ. 4,182-183 και στο: Η. C. Liddell κ.ά., A Creek-English Lexicon, Οξφόρδη 1940, 480.

[2] Όπου βεβαίως nation σημαίνει γενικά «κοινωνία» ή «κράτος».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου