Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

Ο Φρόυντ για τη σεξουαλικότητα

Τα Τρία δοκίμια πάνω στη θεωρία της σεξουαλικότητας θα μείνουν πάντα ένα από τα κορυφαία έργα του Φρόυντ. Προσφέρουν τα θεμέλια για τη θεωρία του περί των νευρώσεων, την εξήγηση της ανάγκης για καταπίεση και της πηγής της συναισθηματικής ενέργειας που βρίσκεται στη βάση των συνειδητών κι ασυνείδητων παρορμήσεων και συμπεριφορών που ονόμασε λιμπίντο. […]

Καθώς τα έγραψε, τα Τρία δοκίμια ασχολούνται αντίστοιχα με τις σεξουαλικές διαστροφές, την παιδική σεξουαλικότητα και τις μεταμορφώσεις της εφηβείας, μ' αυτή τη σειρά. Αργότερα θα έδινε στους αναγνώστες του πρώτα την παιδική σεξουαλικότητα κι από αυτή θα ανέπτυσσε τις υπόλοιπες σχετικές ιδέες. […]

Μπορούμε ακόμη να μάθουμε πολλά μελετώντας τα ίδια του τα λόγια μέσα στα πλαίσια αυτά όπου η τελική του σαφήνεια κι ακρίβεια δεν μπορούσαν να είναι καλύτερες. Ένα παράδειγμα πάνω σ' αυτό είναι η «Εισαγωγή στην ανάπτυξη της σεξουαλικής λειτουργίας» στο κεφάλαιο 3 της Σύντομης ιστορίας της ψυχανάλυσης, ένα από τα τελευταία έργα που έγραψε (1939):

«Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, η ανθρώπινη σεξουαλική ζωή συνίσταται βασικά στην προσπάθεια να φέρουμε τα γεννητικά μας όργανα σ' επαφή με τα όργανα κάποιου από το αντίθετο φύλο. Με αυτό σχετίζονται, σαν συμπληρωματικά φαινόμενα και εισαγωγικές πράξεις, τα φιλιά, το κοίταγμα και το χάϊδεμα. Αυτή η προσπάθεια υποτίθεται ότι κάνει την εμφάνισή της κατά την εφηβεία - δηλαδή στην ηλικία της σεξουαλικής ωρίμανσης - και εξυπηρετεί τους σκοπούς της αναπαραγωγής. Παρόλα αυτά, ορισμένα γεγονότα ήταν από πάντα γνωστά ότι δεν ταιριάζουν μέσα στα στενά πλαίσια αυτής της άποψης.

(α) Είναι αξιοσημείωτο γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι που γοητεύονται μόνο από άτομα του ίδιου φύλου κι από τα γεννητικά τους όργανα.

(β) Είναι το ίδιο αξιοσημείωτο γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι που οι επιθυμίες τους εκδηλώνονται ακριβώς σαν σεξουαλικές, μα που, ταυτόχρονα, αδιαφορούν ολότελα για τα σεξουαλικά όργανα ή για την ομαλή χρήση τους· και τα άτομα αυτού του είδους είναι γνωστά σαν «διεστραμμένα».

(γ) Τέλος, είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι μερικά παιδιά (που από αυτή την πλευρά θεωρούνται σαν εκφυλισμένα) φανερώνουν ένα πολύ πρώιμο ενδιαφέρον για τα γεννητικά τους όργανα και δείχνουν ότι ερεθίζονται εκεί.

Θα μπορούσαμε θαυμάσια να πιστέψουμε το γιατί η ψυχανάλυση προκάλεσε κατάπληξη κι αρνήσεις, αφού, ως ένα βαθμό, πάνω στη βάση αυτών των τριών παραμελημένων γεγονότων, ερχόταν σ' αντίθεση με την όποια λαϊκή αντίληψη περί σεξουαλικότητας. Τα βασικά ευρήματά της είναι τα ακόλουθα:

1. Η σεξουαλική ζωή δεν αρχίζει μόνο στην εφηβεία, αλλά αρχίζει με ολοφάνερες εκδηλώσεις αμέσως μετά τη γέννηση.

2. Είναι αναγκαίο να κάνουμε μια ξεκάθαρη διάκριση ανάμεσα στις έννοιες «σεξουαλικό» και «γενετήσιο». Η πρώτη είναι πλατύτερη έννοια και περικλείνει πλήθος δραστηριότητες που δεν έχουν καμιά σχέση με τα γεννητικά όργανα.

3. Η σεξουαλική ζωή περιλαμβάνει τη λειτουργία της επίτευξης ηδονής από ζώνες του σώματος - μια λειτουργία που κατοπινά έρχεται να εξυπηρετήσει την αναπαραγωγή. Οι δυο λειτουργίες συχνά δε συνδυάζονται.

Το βασικό ενδιαφέρον φυσικά συγκεντρώνεται στην πρώτη από αυτές τις διαβεβαιώσεις, την πιο απρόσμενη από όλες. Έχει ανακαλυφθεί ότι στην πρώτη παιδική ηλικία υπάρχουν ενδείξεις σωματικής δραστηριότητας που σ’ αυτές μόνο μια αρχαία προκατάληψη θα μπορούσε ν' αρνηθεί την ονομασία σεξουαλικές και που συνδέονται με ψυχικά φαινόμενα που τα συναντούμε αργότερα στην ενήλικη ερωτική ζωή - τέτοια φαινόμενα είναι η προσήλωση σε ιδιαίτερα αντικείμενα, η ζήλια κτλ. Ωστόσο, έχει ανακαλυφθεί ακόμη ότι αυτά τα φαινόμενα που γεννιούνται στην πρώτη παιδική ηλικία σαν τμήμα μιας διατεταγμένης αναπτυξιακής πορείας, περνούν μέσα από μια κανονική διαδικασία αύξησης, φτάνοντας στο αποκόρυφωμά τους περί τα τέλη του πέμπτου χρόνου, για ν' ακολουθήσει ύστερα μια περίοδος ηρεμίας. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, η πρόοδος παραμένει στάσιμη και πολλά ξεμαθαίνονται, πολλά υποχωρούν. Μετά το τέλος αυτής της λανθάνουσας περιόδου, όπως αποκαλείται, η σεξουαλική ζωή προωθείται γι’ άλλη μια φορά μαζί με την εφηβεία· θα μπορούσαμε να πούμε ότι σημειώνει μια δεύτερη άνθηση. Κι εδώ είναι που συναντούμε το γεγονός ότι η εμφάνιση της σεξουαλικής ζωής είναι διφασική - ότι συμβαίνει σε δυο φάσεις - κάτι που είναι άγνωστο έξω από τον άνθρωπο και σίγουρα είχε μια σημαντική επίπτωση στον εξανθρωπισμό του είδους. Δεν μπορούμε να αδιαφορήσουμε πάνω στο ότι τα γεγονότα αυτής της πρώτης περιόδου, εκτός από ελάχιστα κατάλοιπα, γίνονται θύματα της νηπιακής αμνησίας. Οι απόψεις μας σχετικά με την αιτιολογία των νευρώσεων κι η τεχνική μας της ψυχαναλυτικής θεραπείας έχουν προκύψει από αυτές τις έννοιες· κι η διαπίστωσή μας σχετικά με την αναπτυξιακή διαδικασία από αυτή την πρώτη περίοδο, μας πρόσφερε αποδείξεις γι' ακόμη πιο πέρα συμπεράσματα.

Το πρώτο όργανο του σώματος που προβάλλει σαν ερωτογενής ζώνη και που στέλνει λιμπιντικά αιτήματα στο πνεύμα, από την εποχή της γέννησης κι ύστερα, είναι το στόμα. Και για ν' αρχίσουμε, η κάθε ψυχική δραστηριότητα συγκεντρώνεται στην προσφορά ικανοποίησης των αναγκών αυτής της ζώνης. Πρωταρχικά, φυσικά, αυτή η ικανοποίηση εξυπηρετεί το σκοπό της αυτοσυντήρησης, μέσα από τη διατροφή· αλλά η φυσιολογία δε θα έπρεπε να συγχέεται με την ψυχολογία. Η όλο πείσμα επιμονή του μωρού να πιπιλίζει, προσφέρει, απόδειξη για ένα αρχικό στάδιο της ανάγκης, για την ικανοποίηση της οποίας - παρόλο που ξεκινά και παρακινείται από τη λήψη τροφής - αγωνίζεται παρόλα αυτά να πετύχει ηδονή, ανεξάρτητα από τη διατροφή, και γι' αυτό το λόγο, μπορεί και θα έπρεπε να χαρακτηριστεί σαν σεξουαλική» (Σύντομη ιστορία της ψυχανάλυσης).

Έχοντας υπόψη μας αυτή την αρχή, μπορούμε ν' αντιληφθούμε ολόκληρη τη σεξουαλική θεωρία του Φρόυντ. Ακόμη κι όταν πιπιλίζει για ηδονή, σαν μέρος από τις δραστηριότητές του, τα ούλα του μωρού σκληρύνονται και βοηθούν τα δόντια του να σχηματιστούν. Αποκτά μια αυξημένη ηδονή κι ακόμη μια αίσθηση δύναμης δαγκώνοντας μαζί καθώς πιπιλίζει, όπως πολλές μητέρες που θηλάζουν μπορούν να το βεβαιώσουν από προσωπική τους εμπειρία. Όταν θηλάζει η μικρή αγριάδα του, μασουλίζοντας τη θηλή, κι η αντίστασή του, όταν του την παίρνουν, θα προκαλέσουν πόνο που όμως δε είναι χωρίς ηδονή και χωρίς ευχάριστες πλευρές για τη γυναίκα που θηλάζει το μωρό· μια ορισμένη επιθετικότητα είναι έντονα φανερή, ακόμη κι όταν η μητέρα τρέφει το μωρό με μπιμπερό.

Με την πιο πέρα ανάπτυξη της συνείδησης του παιδιού μια άλλη περιοχή φορτίζεται μ’ ευχάριστα συναισθήματα και είναι ικανή να χρησιμοποιηθεί κατά δυο αντίθετους, μα το ίδιο ενδεικτικούς τρόπους. Πρόκειται για την περιοχή του πρωκτού και, ιδιαίτερα, στην ένωση της επιδερμίδας και του πρωκτοεντερικού βλεννογόνου. Οι γιατροί έχουν από τότε αναγνωρίσει ότι όλες οι επιδερμικές ενώσεις με βλεννογόνους του σώματος είναι όχι μόνο ευαίσθητες αλλά και ικανές να παράγουν απαλούς ερεθισμούς που φέρνουν συναισθήματα ηδονής. Είναι αμφισβητήσιμο το πόσο γρήγορα και πρόθυμα θα γινόταν αυτή η αναγνώριση, αν ο Φρόυντ δεν είχε πρώτος στρέψει την προσοχή σ’ αυτό που αποκαλούσε ερωτογενείς ζώνες, που όλες τους έχουν αυτό το κοινό χαρακτηριστικό.

Η πρωκτική ηδονή έρχεται πρώτα από τη σωματική ικανοποίηση, καθώς κενώνεται το εντερικό σύστημα, κι η δευτερεύουσα αμοιβή είναι διανοητική ικανοποίηση που το παιδί νιώθει εκτελώντας αυτή τη λειτουργία για τους γονείς του. Η γλώσσα που μεταχειρίζονται οι μητέρες όταν το παιδί κάθεται στο καρεκλάκι αντικαθρεφτίζει αυτό το συναίσθημα. Λόγου χάρη, λέμε: «Κάνε τη σπουδαία σου δουλειά». Κι εδώ πάλι, η δύναμη κι η ανεξαρτησία μπορεί να συγκρουστούν με την επιθυμία απλά ν' αρέσει και να κερδίσει και να δεχτεί παθητικά την αγάπη. Συγκρατώντας το περιεχόμενο του εντερικού συστήματος, καθώς αρνιέται με πείσμα να «κάνει τη σπουδαία δουλειά» στο καρεκλάκι, το παιδί έχει ένα τρόπο ν' αψηφά το πατρικό κύρος. Υπάρχει μια επιπρόσθετη ηδονή στην ουσιαστική αίσθηση του να συγκρατεί το περιεχόμενο του γεμάτου εντερικού συστήματος, μια σωματική ηδονή που συνδέεται με την αναβολή κι επομένως την παράταση της αντίθετης ηδονής, της κένωσης δηλαδή του εντέρου.

Πέρα από αυτές τις δυνατότητες ηδονής, με τον αντιφατικό τους τρόπο έκφρασης βρίσκεται η τρίτη και τελική σωματική ηδονή της νηπιακής ηλικίας που εδρεύει στη γενετήσια περιοχή του σώματος. Οι περιοχές αυτές, ενώ δεν είναι ακόμη έτοιμες για πλήρη φυσιολογική εκτέλεση της σεξουαλικής πράξης, είναι, παρόλα αυτά, ισχυρές και σημαντικές περιοχές της ηδονικής αίσθησης. Στην αρχή ο Φρόυντ σκέφτηκε ότι ο ερεθισμός τους θα πρέπει να περικλείνει κι ένα στοιχείο εσκεμμένης αποπλάνησης από μέρους των γονιών του παιδιού ή άλλου παιδιού· αλλά η τελική του θεωρία έλαβε υπόψη το γεγονός ότι οι φαντασιώσεις αποπλάνησης ήταν πιο συχνά μια σειρά αναμνήσεις-οθόνες από τη νηπιακή ηλικία.

Πραγματικά, τόσο η ομαλή τάση του νηπίου να εξερευνά το δικό του σώμα όσο κι οι περιστασιακές ηδονές καθώς το σκουπίζουμε μετά το μπάνιο, το πουντράρουμε, ή ακόμη και το ότι νιώθει τον αέρα να χαϊδεύει τη γενετήσια περιοχή του, όπως κι όταν ένα παιδί μένει γυμνό πριν ή μετά το μπάνιο, ειδοποιούν την προσοχή του στην ικανότητα αυτών των περιοχών να του προσφέρουν μια ειδική και έντονη σωματική αίσθηση ηδονής.

Ακόμη, ο Φρόυντ μπόρεσε να συνδέσει την ανάπτυξη αυτής της ανακάλυψης τόσο με ουσιαστικά γεγονότα της νηπιακής ηλικίας, όσο και με το συμβολισμό των ονείρων και την εμπειρία των ενηλίκων, που τα έχουμε κιόλας εξετάσει. Οι φυσικές ευκαιρίες για γύμνωμα, κίνηση μέσα στον αέρα, μυϊκή άσκηση και παιχνίδι, ιδιαίτερα αυτά τα παιχνίδια που περιλαμβάνουν πάλη και ανταγωνισμό μεταξύ των παιδιών - όλα αυτά μπορούν να ξυπνήσουν σεξουαλικό ερεθισμό, παρόλο που, φυσικά, αυτός ο σεξουαλικός ερεθισμός δε θα αναγνωριστεί ότι έχει καμιά σχέση με την αναπαραγωγή ή, πραγματικά, με κάθε τι που θα έπρεπε να γίνει περισσότερο κατανοητό και σημαντικό στην ενήλικη ζωή.

Πραγματικά, καθώς επανειλημμένα τόνιζε ο Φρόυντ, πολύ συχνά είναι μέσα στη μοίρα των παιδιών να δοκιμάζουν αθώο σεξουαλικό ερεθισμό στη διάρκεια των πρώτων πέντε χρόνων της ζωής τους, με τον κίνδυνο της εξαγριωμένης επιτίμησης των ενηλίκων και καμία φορά των απειλών από μέρους τους, που ξεκινούν μέσα από την καταπιεσμένη νηπιακή ηλικία αυτού του ίδιου ενήλικου κι αναδημιουργούν τους υπολανθάνοτες φόβους απόρριψης, στέρησης κι ακρωτηριασμού, που τα παιδιά αναπόφευκτα δοκιμάζουν από τους ενήλικους που υιοθετούν τέτοιες στάσεις απέναντί τους. Το μικρό αγόρι που έχει ανακαλύψει ότι το πέος του είναι μια πηγή ηδονής είναι πολύ πιθανό ότι θα ακούσει από μια μητέρα που θα το ανακαλύψει να παίζει έτσι: «Αν συνεχίσεις να το πειράζεις θα στο κόψω...». Οι τέτοιες απειλές, που καμιά φορά μεταφέρονται από τους γονείς στον οικογενειακό γιατρό ή ακόμη και στον υδραυλικό που θα κληθεί για μια δουλειά, είναι τμήμα της επικίνδυνης μοίρας του να είσαι παιδί και ν' ανακαλύπτεις τις σωματικές σου ηδονές και τους τρόπους για να τις παράγεις.

Κατ' αυτό τον τρόπο και γι' αυτό το λόγο, τα συναισθήματα του παιδιού σχετικά με το θέμα των σχέσεων με τους γονείς και της στάσης τους απέναντι στο σώμα του και στο μέλλον του μπορεί να διαιρεθούν έντονα.

Ο Φρόυντ πίστευε ότι μια που η πρώτη εσώτερη ανθρώπινη σχέση του παιδιού είναι ομαλά με τη μητέρα του ή με κάποιον που εκπληρώνει αυτό το ρόλο στην ανατροφή και στην αγωγή, του, θα είναι αυτή ο πρώτος έρωτας του παιδιού. Επινόησε δυο φράσεις για να καθορίσει ακριβώς αυτό που εννοούσε σχετικά μ' αυτή την άποψη της εξέλιξης της σεξουαλικότητας στην ανθρώπινη φυλή. Τα σεξουαλικά ή ερωτικά αντικείμενα είναι άνθρωποι ή πράγματα που προς αυτά στρέφουμε τη λιμπίντο, την ενστικτώδη μας παρόρμηση προς τη σεξουαλική ικανοποίηση. Η διοχέτευση αυτής της παρόρμησης αποκλήθηκε από το Φρόυντ σεξουαλικός στόχος. Στα γραφτά του χρησιμοποίησε τη γερμανική λέξη «trieb», που κανονικά μεταφράστηκε στην αγγλική έκδοση του έργου του σαν «ένστικτο», μα που ίσως θα ήταν καλύτερα ν' αποδοθεί με τη λέξη «ορμή» ή με τη φράση «ενστικτώδης ορμή». Ο σεξουαλικός στόχος είναι η πλευρά αναζήτησης σκοπού της ενστικτώδους ορμής της σεξουαλικότητας· και το σεξουαλικό αντικείμενο είναι ο σκοπός που επιδιώκεται.

Αλλά ακόμη και στη νηπιακή ηλικία το μυστικό πάθος του παιδιού για τη μητέρα μπορεί να παραμείνει είτε αθώο μέσα στο ίδιο το πνεύμα του παιδιού είτε ικανό να ολοκληρωθεί με τον όποιο βαθμό πληρότητας. Δεν μπορεί να ολοκληρωθεί, επειδή το παιδί δεν μπορεί να έχει τη μητέρα ολοκληρωτικά δική του- δεν μπορεί να παραμείνει αθώο, επειδή το παιδί συνδέει τη φανερή επιτίμηση των γονιών για το σεξουαλικό του ερεθισμό με τα δικά του μυστικά συναισθήματα ζήλιας κι ανταγωνιστικότητας απέναντι στον πατέρα, που αναπόφευκτα και διορατικά αντιλαμβάνεται σαν αντίπαλο απέναντι στην αφοσίωση της μητέρας του, την προσοχή κι όλα τ' άλλα που θέλει από αυτή και που, κατά κάποιο τρόπο, εκείνη τα δίνει και στον πατέρα του.

Σ’ αυτή την κατάσταση ο Φρόυντ έδωσε το όνομα οιδιπόδειο σύμπλεγμα, που βασιζόταν στον κλασικό αρχαιοελληνικό μύθο του αθώου βασιλόπαιδα της Θήβας, που το μαντείο προλέγει ότι θα δολοφονήσει τον πατέρα του. Ο πατέρας του τον εγκατέλειψε. αφού του τρύπησε τα πόδια, σ' ένα λόφο για να πεθάνει από την πείνα και το κρύο. Το παιδί το βρήκαν και το πήραν μαζί τους ξένοι και τελικά ξαναγύρισε, αγνοώντας και ξένος, για να ολοκληρώσει την προφητεία. Μόνο αφού σκότωσε το βασιλιά, απελευθέρωσε το βασίλειο από ένα άγριο και τρομερό πλάσμα τη (Σφίγγα των Θηβών) και πήρε τη βασίλισσα γυναίκα του, πληροφορήθηκε αυτά που είχε κάνει. Από τύψεις για το φοβερό του έγκλημα, που γι’ αυτό, όπως φαίνεται από την ίδια την ιστορία, δεν είχε καμιά προσωπική ευθύνη, έβγαλε τα ίδια του τα μάτια και γι’ άλλη μια φορά άρχισε να περιπλανιέται, τυφλός κι εξόριστος, μέσα στον κόσμο.

Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα πρέπει να γίνει αντιληπτό σαν τον πραγματικό, μα καταπιεσμένο φόβο του παιδιού ότι ο πατέρας του θα το ευνουχίσει, σαν αντίποινα για την επιθυμία της αποκλειστικής κατοχής της μητέρας του. Προσπαθώντας να περιγράψουμε αυτό το σύμπλεγμα με λόγια, χρησιμοποιούμε βέβαια λέξεις μ' ένα τρόπο που, φυσικά, κανένα άτομο που υπόκειται σ' ένα τέτοιο σύμπλεγμα δε θα μπορούσε να κάνει. Κανένα νήπιο δε θα μπορούσε να διατυπώσει το οιδιπόδειο σύμπλεγμα με λόγια, ούτε πραγματικά ένα νήπιο θα μπορούσε να εξομολογηθεί, να εξηγήσει ή ακόμη και να ζητήσει μια ανακούφιση με λόγια. Ωστόσο, συναισθήματα τόσο βαθιά φορτισμένα σαν κι αυτά δεν μπορούν να διατηρηθούν στη συνείδηση κι έτσι καταπιέζονται. Με την καταπίεση του οιδιπόδειου συμπλέγματος, η περίοδος της νηπιακής σεξουαλικής δραστηριότητας και του συνειδητού ερεθισμού παίρνει τέλος. Τα σεξουαλικά συναισθήματα παραμένουν, αλλά έχουν μειωθεί κι έχουν αποδυναμωθεί. Η περιέργεια παραμένει, αλλά ελάχιστα είναι τα παιδιά που τολμούν να κάνουν ερωτήσεις. Η περίοδος ανάμεσα στα 5 και στα 11 χρόνια περίπου, που στη διάρκειά της αυτή η απατηλή ηρεμία μοιάζει να βασιλεύει, αποκλήθηκε από το Φρόυντ λανθάνουσα περίοδος.

Αλλά το ίδιο το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, παρόλο που είναι κρίσιμη περίοδος στην παιδική ηλικία, δεν είναι το μόνο που απωθείται. Εκτός από την πιθανότητα της πατρικής απειλής, γιατί το παιδί θα έπρεπε να φοβάται τον ευνουχισμό και γιατί ο ενήλικος να μεταφέρει αυτό το φόβο και να τον επαναλαμβάνει στα παιδιά της επόμενης γενιάς; Ο Φρόυντ διατύπωσε δυο απαντήσεις στο πιο πάνω ερώτημα: μια για κάποια έμφυτη συνειδητοποίηση του ευνουχισμού σαν την υπέρτατη σωματική βία, εκτός από τον ουσιαστικό φόνο· η άλλη, αντλημένη άμεσα από την ίδια την εμπειρία του παιδιού και την παρατήρηση του κόσμου του. Τα μικρά αγόρια, είπε ο Φρόυντ, όχι μόνο ανακαλύπτουν ότι το πέος τους είναι μια πηγή ηδονής αλλά και υποθέτουν ότι όλοι είναι καμωμένοι όπως αυτά, ιδιαίτερα οι γυναίκες και τα κορίτσια έχουν πέος, όπως τ' αγόρια κι άντρες. Αυτό βέβαια επιβιώνει της πρώτης ανακάλυψης, ότι κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα δεν είναι αλήθεια. Τα παιδιά μπορεί να έχουν συγκαλυμμένες μνήμες από γυναίκες και κορίτσια που είδαν να έχουν πέος, έστω κι αν δεν τις έχουν δει όπως πραγματικά είναι. Αλλά, από τη στιγμή που θα εμφανιστεί η ιδέα του ευνουχισμού, οι γυναίκες και τα κορίτσια προσφέρουν το φοβερό παράδειγμα για το πως πρέπει να είναι κάτι τέτοιο. Τα μικρά κορίτσια, από την άλλη μεριά, ανακαλύπτουν αρκετά νωρίς ότι έχουν μια κλειτορίδα που, βέβαια, είναι μικρότερη, αλλά πολύ όμοια με το πέος που βλέπουν στα μικρά αγόρια. Μερικά κορίτσια το θεωρούν αυτό σαν ένδειξη κατωτερότητας από μέρους τους και δυσκολεύονται πολύ να το ξεπεράσουν στην υπόλοιπη ζωή τους.

Σ' ολόκληρη αυτή την πρώτη περίοδο της νηπιακής σεξουαλικής δραστηριότητας, που αρχίζει από τη γέννηση μέχρι την ηλικία των 5 χρόνων περίπου, τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια διαθέτουν μια ισότιμη ικανότητα ν' αναζητούν και να βρίσκουν ικανοποίηση και να κάνουν ισότιμη τη χρήση της. Η πιο φανερή, μα κι η πιο αναπτυξιακά προοδευμένη μέθοδος για κάτι τέτοιο είναι ο νηπιακός αυνανισμός στα ίδια τα γεννητικά όργανα. Έχουμε δει κιόλας ότι στα μικρά αγόρια αυτό είναι, φυσικά, κάτι που μαθαίνουν να το κάνουν, αγγίζοντας ή τρίβοντας το πέος τους, ενώ στα μικρά κορίτσια η ίδια προσοχή συγκεντρώνεται στην κλειτορίδα. Αλλά από τη θεωρία του Φρόυντ περί ερωτογενών ζωνών γίνεται ξεκάθαρο ότι θα μπορούσαμε ν' ανακαλύψουμε συγκριτική δραστηριότητα που να σχετίζεται με το στόμα και τα χείλη και με τον πρωκτό στο σημείο που ενώνεται η επιδερμίδα του πρωκτο-εντερικού συστήματος με το βλεννογόνο. Το κλασικό παράδειγμα ερεθισμού της ερωτογενούς ζώνης του στόματος είναι το πιπίλισμα του αντίχειρα. Ο Φρόυντ το μεταχειρίστηκε αυτό για να δώσει ένα παράδειγμα της νηπιακής σεξουαλικής δραστηριότητας, στην πιο απλή και πρωτόγονη μορφή της. Μπόρεσε ν' αναφέρει την περίπτωση ενός κοριτσιού που το συνέχισε αυτό σ' όλη τη παιδική της ηλικία κι ως μετά την εφηβεία και που αργότερα παρατηρούσε ότι, παρόλο που τα φιλιά της έφερναν μια (ίδιου τύπου ηδονή, μόνο τα πολύ καλά φιλιά μπορούσαν να συναγωνιστούν με την ηδονή που έβρισκε πιπιλίζοντας τον αντίχειρά της.

Εδώ έχουμε τη λιμπιντική καθήλωση να προβάλλει σ' ένα επίπεδο δραστηριότητας, αρκετά σημαντικό για το παιδί, μόνο στην αρχική ζωή του. Ακόμη όμως κι όταν αυτή ξεπεραστεί και μια πιο ώριμη ανάπτυξη σημειωθεί, μια αναστροφή στο αρχικό επίπεδο, που ο Φρόυντ αποκαλούσε παλινδρόμηση, μπορεί να εμφανιστεί κάτω από συνθήκες αντιξοότητας ή άγχους. Ακόμη, σε μερικές περιπτώσεις, η καθήλωση είναι σχετικά απόλυτη, έτσι που η πιο πέρα συναισθηματική και ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη να γίνεται αδύνατη πέρα από αυτό το στάδιο. Η θεωρία ότι η διαθέσιμη ποσότητα αρχικής σεξουαλικής ενέργειας (λιμπίντο) είναι περιορισμένη και ότι σε ορισμένα άτομα καθηλώνεται σε διάφορα στάδια ανάπτυξης, εμποδίζοντας την ωριμότητα, θα πρόσφερε στο Φρόυντ τη βάση για τη γενική του θεωρία περί νευρώσεων.

Ανάμεσα στη στοματική ηδονή και στην ηδονή των γεννητικών οργάνων βρίσκεται η ηδονή του πρωκτικού ερεθισμού ή της συγκράτησης κατά τη νηπιακή ηλικία. Έχουμε κιόλας δει ότι η κένωση ή η συγκράτηση του περιεχόμενου των εντέρων μπορεί να έχουν τόσο σωματική όσο και συναισθηματική σημασία για το παιδί, μέσα από τα συναισθήματα του ίδιου του σώματός του και της σχέσης του με τους γονείς του, που μ' όλα αυτά τούτες οι λειτουργίες συνδέονται. Μπορεί ακόμη να έχουν και μια συμβολική σημασία, που διαρκεί μέσα από ολόκληρη τη ζωή. Τα κόπρανα στην αρχή θεωρούνται σαν τμήμα του εαυτού μας κι έτσι αποτελούν όχι μόνο ένα δώρο, αλλά ένα πολύτιμο δώρο, επειδή βγαίνουν μέσα από την ίδια μας την ύπαρξη. Αλλά το παιδί γρήγορα μαθαίνει ότι το να ενδιαφέρεται γι' αυτό το προϊόν, να το χειρίζεται, να το μυρίζει, να πασαλείφεται ή και να το πιάνει, είναι κάτι που έντονα δεν το εγκρίνουν οι γονείς.

Ελάχιστα παιδιά δεν πειραματίστηκαν μ' αυτό τον τρόπο και δεν υπέφεραν από αυτή την εμπειρία. Σ' αυτή την περίπτωση η κατάληξη είναι να γίνονται τα κόπρανα μισητά. Θεωρούνται κάτι βρώμικο κι ακάθαρτο και στο συνειδησιακό επίπεδο αυτό ακριβώς συμβολίζουν. Ωστόσο, σ' ένα ασυνείδητο επίπεδο, εξακολουθούν να διατηρούν ένα στοιχείο της πρωταρχικής αξίας τους. Και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει καθήλωση στο πρωκτικό επίπεδο, παρόλο που τα κόπρανα δεν μπορούν να συγκρατηθούν απεριόριστα, μια που η δυσκοιλιότητα δε διαρκεί για πάντα, το κάθε άλλο αξιόλογο που το άτομο μπορεί ν’ αποκτήσει μπορεί να συσσωρεύεται κι ακόμη, έτσι, να παρεμποδίζεται από το να φτάσει στην πραγματική του αξία.

Ο τσιγκούνης που συσσωρεύει χρήματα, ο συλλέκτης που αγοράζει πολύτιμους πίνακες, αλλά που, από τη στιγμή που θα τους αποκτήσει, ούτε τους δείχνει ούτε τους κοιτάζει, τα ιδεοψυχαναγκαστικά άτομα που υποχρεώνονται ν' αγωνίζονται μακρόχρονα και μη παραγωγικά με ανολοκλήρωτους στόχους – όλα αυτά είναι παραδείγματα τέτοιου είδους συμβολικής προσήλωσης που μετάλλαξε σ’ ένα ολόπλευρο πρότυπο δραστηριότητας στην κατοπινή ζωή.

[…] Όταν ο Φρόυντ ρωτήθηκε πώς ήταν δυνατό να ξέρει ότι η όποια από τις εξελίξεις αυτές σημειωνόταν στη νηπιακή ηλικία, ιδιαίτερα καθώς ο ίδιος αναγνώριζε τη δύναμη της απώθησης στην ηλικία αυτή, η απάντησή του ήταν ότι, με αρκετή ευστροφία και υπομονή, η ανάλυση ενός ενηλίκου αναπόφευκτα θα οδηγήσει πίσω, πέρα ακόμη κι από το φανερό κι ορμητικό τραύμα της όποιας τρέχουσας νεύρωσης ή συμπτωματικής πράξης ή προβλήματος, στις τελικά καταπιεσμένες ρίζες της νηπιακής ηλικίας.

[…] Ακόμη, λειτουργικά κι εύκολο ν' ανακαλυφθούν, μέσα από την κατοπινή ανάλυση, ήταν κι άλλα συγκριτικά συμπλέγματα, όπως ο ανταγωνισμός με τ' άλλα αδέλφια και μια θαμπή αλλά ενδεικτική συνειδητοποίηση του χαρακτήρα της ίδιας της ενήλικης σεξουαλικής πράξης. Αυτή η πληροφόρηση αποχτιέται με φήμες, ψιθύρους ή σε μερικές περιπτώσεις, από ουσιαστική παρατήρηση της συνουσίας των ενηλίκων από το παιδί, μια παρατήρηση πολύ πιθανή από όσο πιστεύεται, καθώς πολλοί ενήλικοι εξακολουθούν να νομίζουν πως και να δει το παιδί μια σεξουαλική πράξη ελάχιστο νόημα μπορεί να βγάλει από αυτή. Στην πραγματικότητα τα παιδιά διαταράσσονται έντονα, αφυπνίζονται και ερεθίζονται από τη φανερή σεξουαλικότητα των ενηλίκων, καθώς φαντάζονται τη συνουσία σαν μια επιθετικότητα, σαν κατάκτηση και σαν απελπισμένη παράδοση του κατακτημένου. Κατάπληκτα και γοητευμένα, θέλουν πάρα πολύ να μετάσχουν, παρόλο που απελπιστικά φοβούνται μήπως τα πιάσουν να κοιτάζουν. […]

[...] Είτε το νήπιο πιπιλίζει τον αντίχειρα, είτε νιώθει ικανοποίηση μέσα από τη χρήση του πρωκτικού σφικτήρα είτε, έχοντας ανακαλύψει το πέος ή την κλειτορίδα, περηφανεύεται να τοποθετεί σ' αυτό τη μορφή της ηδονικής ερεθιστικότητας, σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις το άτομο πρέπει να βοηθιέται μόνο του και να στηρίζεται στον εαυτό του. Ο Φρόυντ έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι νταντάδες, μητέρες, ακόμη και πατέρες θα μπορούσαν ν’ αποπλανήσουν τα παιδιά, με την έννοια του ερεθισμού της νηπιακής σεξουαλικότητας, είτε αθώα είτε εσκεμμένα.

Το ότι αυτό συμβαίνει είναι κάτι αδιάψευστο. Οι νταντάδες χαϊδεύουν τα γεννητικά όργανα των μωρών που τους εμπιστεύονται, μητέρες χαϊδεύουν τους γιούς ή τις κόρες τους σεξουαλικά, καθώς και μητρικά, πατέρες ερεθίζουν τα παιδιά τους χορεύοντάς τα στον αέρα, καθώς τα τινάζουν ψηλά και τα ξαναπιάνουν ή τα κουνούν στην αγκαλιά τους ή αφήνοντάς τα να καβαλικεύουν το πόδι τους, κι ο πατέρας απολαμβάνει το ίδιο, για λόγους που ούτε αυτός ούτε τα παιδιά παραδέχονται. Αλλά ακριβώς επειδή οι περισσότερες από αυτές τις πράξεις είναι φυσικές και συχνά μη αναγνωρίσιμες, δεν είναι μόνο αθώες αλλά, στο μεγαλύτερο μέρος τους, απλούστατα αφυπνίζουν πιο πέρα ένα πρότυπο σεξουαλικών συναισθημάτων και διακανονισμού του σεξουαλικού στόχου, που κιόλας έχει ενδόμυχα αναπτυχθεί από το παιδί. Αυτό που καθορίζει την ωρίμανση είναι όχι μόνο η πορεία που ο σεξουαλικός στόχος ακολουθεί, αλλά και το αντικείμενο που σ’ αυτό προσκολλάται. Αυτό είναι που μας οδηγεί στην εξέταση των σεξουαλικών διαστροφών.

Αυτές οι διαστροφές μπορεί να γίνουν κατανοητές, σύμφωνα με τη θεωρία του Φρόυντ περί σεξουαλικότητας, με το να τις θεωρήσουμε απλά σαν παρεκκλίσεις από τον ομαλό σεξουαλικό στόχο ή καθηλώσεις πάνω σ' ένα σεξουαλικό αντικείμενο, εκτός από αυτό που φυσιολογικά πραγματοποιείται στην ενήλικη ζωή, συγκεκριμένα, την καθήλωση σ' ένα ώριμο μέλος του αντίθετου φύλου. Η κάθε διαστροφή επιδέχεται μια εξήγηση σύμφωνα μ' αυτούς τους όρους […] Παραδείγματα πάνω σ' αυτό θα το καταστήσουν ξεκάθαρο.

Πιθανό η πιο συνηθισμένη μορφή παρέκκλισης στην ενήλικη σεξουαλική ζωή να είναι η ομοφυλοφιλία, που τώρα συνήθως αποκαλείται αναστροφή (μια αναστροφή της λιμπίντο σ' ένα αντικείμενο που είναι όμοιο μ' εμάς) περισσότερο παρά διαστροφή (μια μεταστροφή από την ομαλή ετεροφυλοφιλική επιθυμία, σε μια επιθυμία για επιμέρους ή διαστρεβλωμένα συμβολικά αντικείμενα). Όλο αυτό απλά αντιπροσωπεύει μια καθήλωση της λιμπίντο σ' ένα σεξουαλικό αντικείμενο που δε διαφοροποιείται απόλυτα από το ενδιαφερόμενο άτομο. Μερικές από τις ρίζες του φτάνουν ως πίσω στη νηπιακή ηλικία, όπου τα παιδιά μοιράζονται την πίστη, πως και τα δυο φύλα είναι ίδια και ταυτόχρονα ταυτίζουν τις έντονες ανάγκες τους με τη μητέρα, είτε είναι αγόρια είτε είναι κορίτσια. Μια κατοπινή όξυνση αυτού που θα δούμε, μπορεί να θεωρηθεί σαν η ομαλή ομοφυλοφιλική φάση της εφηβείας και να καταστήσει αυτό το σημείο ανάπτυξης το πιο απώτατο που έφτασε το άτομο, οπότε η πλήρης έκφραση των σεξουαλικών συναισθημάτων μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσα από κάποιο είδος ένωσης και συναισθηματικής ανάμειξης μ' ένα μέλος του ίδιου φύλου.

Οι διαστροφές είναι μορφές μη ολοκληρωμένης ωρίμανσης του σεξουαλικού αντικείμενου και στόχου, που εμποδίζουν την πλήρη όποιου είδους ένωση μ' ένα άλλο άτομο. Ανάμεσά τους μπορεί να περιληφθεί κι ο ηδονοβλεψίας, όπου το να βλέπεις άτομα του ίδιου ή του αντίθετου φύλου γυμνά, το να κοιτάζεις άλλους να κάνουν έρωτα, το να επιδιώκεις να δεις γεννητικά όργανα άλλων ή το να τους παρατηρείς όταν ουρούν ή αποπατούν παίρνει τη θέση ενός πιο ολοκληρωμένου σεξουαλικού στόχου. Ο επιδειξίας που νιώθει την ανάγκη να δείχνει, κι αν είναι δυνατό να προκαλεί μια επίδειξη κι από το άλλο άτομο των σεξουαλικών του οργάνων, είναι η εικόνα μέσα σε καθρέφτη του ηδονοβλεψία. Συχνά κι οι δυο αυτές καταστάσεις υπάρχουν στο ίδιο άτομο κι οι δυο είναι πολύ πιο συνηθισμένες στους άντρες παρά στις γυναίκες, επειδή οι συμβολικές πλευρές της σεξουαλικότητας είναι περισσότερο παρούσες, χωρίς απαγορεύσεις, στους άντρες παρά στις γυναίκες. […]

Ο σαδισμός κι μαζοχισμός αποτελούν ένα άλλο ζευγάρι αντίθετων που αλληλοσυμπληρώνονται. Ο σαδισμός είναι αυτή η πλευρά της σεξουαλικότητας που απαιτεί επιβολή πόνου ή ταπείνωσης ή, στις λιγότερο σοβαρές μορφές του, απλά την εγκαθίδρυση σωματικής ή συναισθηματικής επιβολής πάνω στο σύντροφο, πριν επιτευχθεί η πλήρης ικανοποίηση. Ο μαζοχισμός είναι η αντίθετη τάση: η ανάγκη να νιώσεις αβοήθητος, να δοκιμάσεις πόνο ή ταπείνωση ή απλά να υποταχτείς σωματικά για να νιώσεις πλήρη ικανοποίηση. Οι ακραίες περιπτώσεις είτε του σαδισμού είτε του μαζοχισμού μπορούν να οδηγήσουν σε ουσιαστικό σωματικό τραυματισμό ή υποταγή σε απεχθείς σωματικές και συναισθηματικές ταπεινώσεις, από μέρους των ενδιαφερόμενων. Οι σεξουαλικοί φόνοι και η ταπεινωτική υποταγή, όπου μερικοί άντρες δέχονται να πληρώσουν πόρνες για να τους την επιβάλουν, στη θέση της σεξουαλικής συνουσίας είναι ακραία παραδείγματα αυτού του είδους.

Η κτηνοβασία και η παιδεραστία, η επιθυμία να έχεις σεξουαλική επαφή με ζώα ή να περιορίζεις τη σεξουαλική δραστηριότητα στην αποπλάνηση παιδιών, είναι άλλα παραδείγματα διαστροφών όπου το σεξουαλικό αντικείμενο είναι χοντροκομμένα ανώμαλο, ενώ ένα παράδειγμα πιο ακραίου ανώμαλου σεξουαλικού αντικείμενου, που εξακολουθεί να διατηρεί την ανθρώπινη μορφή, είναι η νεκροφιλία, η ικανότητα ή η επιθυμία να έχεις σεξουαλική επαφή μ' ένα πτώμα. Τελικά υπάρχουν κι εκείνες οι διαστροφές όπου κάποιο τμήμα του δικού σας σώματος ή ενός άλλου, ή κάποιο ρούχο ή σύμβολο τέτοιου είδους (π.χ. παπούτσια με ψηλά τακούνια, γούνινα ρούχα η μεταξωτά εσώρουχα ή νάιλον) παίρνουν τη θέση της ανθρώπινης σχέσης γενικά· οι διαστροφές αυτές αποκαλούνται φετιχισμός, ονομασία που προήλθε από τη λατρεία άψυχων αντικειμένων από μέρους πρωτόγονων φυλών, που πίστευαν ότι τα αντικείμενα αυτά περικλείουν το νόημα της θεότητας. Ο φετιχισμός συνδυάζει σε μια πράξη τη μη πλήρη ανάπτυξη του σεξουαλικού στόχου και την ανώμαλη επιλογή του σεξουαλικού αντικείμενου. […]

Φανερά, η ομοφυλοφιλία είναι απλά η αντικατάσταση, μ’ ένα πιο κοντινό και πιο προσιτό στόχο, του συντρόφου από το ίδιο φύλο, της τελικής πρόκλησης να κάνεις το ίδιο πράγμα μ' έναν εκπρόσωπο του αντίθετου φύλου. Για τους άντρες, οι γυναίκες κουβαλούν μέσα τους την απειλή μιας άγνωστης σεξουαλικής περιοχής: μιας περιοχής χωρίς πέος, μιας περιοχής όπου σύμφωνα με την παιδική φαντασίωση το πέος έχει αποκοπεί. Από αυτό γεννιέται η φαντασίωση ότι το πέος θα υποστεί βλάβη από το αιδοίο και τον κόλπο της γυναίκας κατά τη συνουσία. Η αντίληψη ότι ο κόλπος δαγκώνει το πέος μπορεί καμιά φορά να βρεθεί στη βάση της προτίμησης ενός αρσενικού ομοφυλόφιλου για έναν άλλο άντρα.

Στη γυναίκα η απειλή είναι πιο φανερή, αν και ίσως πιο εύκολα αποδεκτή, μια που πιο εύκολα αναγνωρίζεται κι έτσι μπορεί να συζητηθεί τουλάχιστο κατά την εφηβεία. Η σεξουαλική επαφή μ' έναν άντρα, σαν ομαλό σεξουαλικό αντικείμενο, είναι η κατάληξη του ομαλού γυναικείου σεξουαλικού στόχου- μα αυτό, παρόλα αυτά απαιτεί διείσδυση στην πιο εσώτερη ύπαρξη της γυναίκας, στο πιο μυστικό κι απόρρητο τμήμα του σώματός της, από κάτι που όχι μόνο μοιάζει να είναι, αλλά και που συχνά το ονομάζουν σαν όπλο, εργαλείο, ένα όργανο που φέρνει πάνω του μια απειλή, καθώς και μια υπόσχεση. Δεν υπάρχει συγκριτική πληροφόρηση για τον κίνδυνο στο νηπιακό επίπεδο ενδιαφέροντος, όπου η κόρη ταυτίζεται με τον πατέρα της, ισχυρίζεται ότι κι αυτή το ίδιο έχει πέος κι έτσι μπορεί ν' αναλάβει τη φροντίδα μιας άλλης γυναίκας καλύτερα από ένα άντρα. Ο τρόπος με τον οποίο η φαντασίωση καταστέλλει και καμιά φορά αντικαθιστά την πραγματικότητα απεικονίζεται εδώ ξεκάθαρα. Η ενήλικη σεξουαλική ολοκλήρωση, ο ώριμος σεξουαλικός στόχος μ' ένα ώριμο σεξουαλικό αντικείμενο, εξαρτάται από την αποδοχή ότι τελικά το πέος δεν είναι πλήρες χωρίς το αιδοίο και τον κόλπο- κι η επιθυμία της γυναίκας για ένα πέος θα φτάσει σίγουρα στην ικανοποίηση από τη στιγμή που θα δεχτεί το σεξουαλικό ρόλο ενός άντρα στη ζωή της. Αλλά οι φαντασιώσεις περί αυτάρκειας ή οι φόβοι ακρωτηριασμού μπορούν να οδηγήσουν τους ανθρώπους ν’ αρνηθούν είτε ότι οι γυναίκες δεν έχουν πέος είτε ότι το πέος του άντρα μπορεί να είναι εξασφαλισμένο μέσα σε μια γυναίκα. Εδώ η πρωταρχική απειλή μεταφέρεται από τη νηπιακή ηλικία στην ενήλικη ζωή και μπορεί να παράγει έναν ομοφυλόφιλο, μέσα από το ομαλό στάδιο ομοφυλοφιλίας κατά την ίδια εφηβεία.

Ακόμη πιο εύκολο είναι να καταλάβει κανείς την ηδονοβλεψία και την επιδειξιομανία. Το να κυκλοφορούν γυμνά τα παιδιά είναι κάτι αυταπόδεικτα ικανοποιητικό και διεγερτικό γι’ αυτά. Τα αστεία παιχνίδια των μικρών παιδιών που κάνουν πριν μπουν στο μπάνιο, το μείγμα αυτό της συστολής και της αυτοεπικύρωσης, το τρέξιμό τους για να τα πιάσουμε και να τα φέρουμε πίσω, η γενική χαρά κι ο ενθουσιασμός γι’ αυτή την κατάσταση είναι κάτι φανερό σ' όλους τους γονείς με ήρεμη κι αδιατάραχτη παρατηρητικότητα και μ' ανοιχτό πνεύμα. Το να βλέπεις και να σε βλέπουν είναι σημαντικά στοιχεία της συναισθηματικής ολοκλήρωσης και του σεξουαλικού ερεθισμού των παιδιών. Όχι μόνο δεν κάνουν κάτι λάθος, αλλά κάνουν ακριβώς αυτό που πρέπει: γιατί έχουν κάνει επιτέλους το πρώτο βήμα πάνω στο δρόμο και θα υποστούν καθήλωση σ' αυτό το στάδιο μόνο αν τους αρνηθούμε την πιο πέρα ανάπτυξη, τους την απαγορεύσουμε ή την απωθήσουν.

Ο σαδισμός κι ο μαζοχισμός έχουν υποστεί μια ενδιαφέρουσα ανατροπή προτεραιότητας στη σκέψη του Φρόυντ. Την εποχή που πρωτόγραψε Τα τρία δοκίμια πάνω στη θεωρία της σεξουαλικότητας (1905) ο Φρόυντ έβλεπε το σαδισμό σαν μια επέκταση της ομαλής επιθετικότητας και της σωματικής και συναισθηματικής κυριαρχίας που είχε ανάγκη ένας σύντροφος για να εξασφαλίσει την πλήρη σεξουαλική ένωση μ' ένα άλλο. Στα ανθρώπινα πλάσματα, ο Φρόυντ το θεωρούσε αυτό σαν ένα βασικό αντρικό χαρακτηριστικό, παρόλο που παρατηρούσε ότι σε μερικά είδη ζώων το χαρακτηριστικό αυτό επιδεικνυόταν κι από τα θηλυκά. Η σεξουαλική δραστηριότητα κι η σεξουαλική παθητικότητα ανταποκρίνονταν αντίστοιχα στο σαδισμό και στο μαζοχισμό και, στους ανθρώπους, στα ομαλά αντρικά και γυναικεία χαρακτηριστικά. Ακόμη παρατηρούσε, όχι χωρίς θλίψη, ότι η επιθυμία κι η ικανότητα να πετυχαίνεις κυριαρχία και να επιβάλλεις πόνο, σαν απόδειξη δύναμης πάνω στους άλλους, εμφανίζονταν στην παιδική ηλικία του ανθρώπου νωρίτερα από όσο το περιοριστικό των πιο πάνω συναίσθημα της συμπάθειας. Προσδοκούσε και βρήκε αποδείξεις ότι είχε δίκιο ότι τόσο ο σαδισμός όσο κι ο μαζοχισμός θα υπήρχαν πάντα ως ένα βαθμό στο όποιο άτομο που φανέρωνε δείγματα είτε του ενός, είτε του άλλου. Μια ανώμαλη επικράτηση του ενός ή του άλλου απόδειχνε μια ανώμαλη ικανότητα ενδιαφέροντος για το αντίθετο. Όλα αυτά τα τμήματα της θεωρίας του ήταν σε θέση να τα υποστηρίξει. Μα αργότερα, όταν καλλιέργησε το συλλογισμό του πάνω στα ένστικτα της ζωής και του θανάτου, έδωσε στο μαζοχισμό πρωτεύουσα θέση σαν την πιο πρωτόγονη πηγή των δυο, μια που ο μαζοχισμός ενσωμάτωνε την παρόρμηση της αυτοκαταστροφής, της υποταγής στη μοίρα, που πια εκείνη την εποχή αντιλαμβανόταν σαν τμήμα του οργανικού και του συναισθηματικού εξοπλισμού όλων των ζωντανών πλασμάτων.

Ο φετιχισμός είναι, κατά κάποιο τρόπο, το πιο ενδιαφέρον κι απεικονιστικό παράδειγμα για όλα τα άλλα. Ο σεξουαλικός στόχος εμποδίζεται και δεν ολοκληρώνεται σε κάποια κρίσιμη περίοδο της παιδικής ηλικίας κι έτσι αντικαθίσταται με ένα σύμβολο της δυνατότητας για μια τέτοια εκπλήρωση αντί για το πλήρες σεξουαλικό αντικείμενο που ενσωματώνεται από το άλλο άτομο. Οι ομαλοί κίνδυνοι κατά την εφηβεία από την εξερεύνηση, τον πειραματισμό και την απογοήτευση γίνονται κατανοητοί σαν ν’ απωθούν το άτομο πίσω, μέσα από την οπισθοδρόμηση, σ’ ένα επιμεριστικό και ανολοκλήρωτο συμβολικό υποκατάστατο της πλήρους ωρίμανσης, οπότε μετά από αυτό ο στόχος θα στραφεί ολοκληρωτικά προς την απόκτηση αυτού του αντικείμενου και η λιμπίντο θα προσηλωθεί, ίσως αμετάκλητα, πάνω στο σύμβολο περισσότερο παρά πάνω σ' αυτό που συμβολίζεται. Για άλλη μια φορά, όλες οι πιθανές μετατροπές και οι συνδυασμοί του φετιχισμού μπορούν να εμφανιστούν στην κλινική πρακτική κι ο Φρόυντ αντιμετώπισε πολλούς από αυτούς: άντρες που μπορούσαν να φτάσουν σε οργασμό με γυναίκες που φορούσαν μόνο κάποιο ειδικό ρούχο, όπως ιδιαίτερα παπούτσια ή εσώρουχα, άντρες που έφταναν σε οργασμό μόνο αν χρησιμοποιούσαν αυτά τα είδη για ν’ αυνανιστούν μαζί τους, ή άντρες που γι’ αυτούς η τελική σεξουαλική ικανοποίηση μπορούσε να επέλθει μόνο αν φορούσαν πράγματα ή ρούχα που ανήκαν ή που συνήθως πάλιωναν πάνω σε γυναίκες και που ζητούσαν να τους τα πάρουν ή και να τα αγοράσουν κι ακόμη άντρες που μπορούσαν τελικά να έχουν οργασμό μόνο αν αυνανίζονταν γυμνοί μπροστά σ’ ένα καθρέφτη, φορώντας ή σφίγγοντας πάνω τους το σύμβολο-φετίχ.

Η μετενδυμασία (τραβεστισμός), η ανάγκη να φοράς ρούχα του αντίθετου φύλου και να υποθέτεις μέσα σου, ή και δημόσια, ότι ταυτίζεσαι με το πρόσωπο αυτό, είναι καμιά φορά, ένας νευρωτικός συνδυασμός φετιχισμού και ομοφυλοφιλίας κι άλλοτε μια ψυχωτική ασθένεια όπου η πεποίθηση για αντιστροφή της σεξουαλικής ταυτότητας απαιτεί την ολοκλήρωση της κάθε συμβολικής πράξης που θα ενισχύσει αυτή την πεποίθηση στην εξωτερική πραγματικότητα, όπως την αντιλαμβάνεται και την δοκιμάζει ο άρρωστος. […]

Σ' αντίθεση με την αντίσταση που συνάντησε, παρουσιάζοντας τις θεωρίες του για τη νηπιακή σεξουαλικότητα και την ψυχογένεση των διαστροφών σ' επαγγελματίες κι αργότερα σε λαϊκά ακροατήρια, οι παρατηρήσεις του Φρόυντ σχετικά με τους μετασχηματισμούς της εφηβείας, που περιέχονται στο τρίτο από τα δοκίμια της συλλογής, έμειναν σχετικά άθικτες ακόμη κι από τους πιο προκατειλημμένους κριτικούς του.

Κατά την εφηβεία η λανθάνουσα περίοδος παίρνει τέλος. Εξαιτίας των βιοχημικών κι αδενικών αλλαγών που πραγματοποιούνται στο ανθρώπινο σώμα εκείνη την εποχή, υπάρχει μια τεράστια αναζωπύρωση όλων των σεξουαλικών παρορμήσεων που χαρακτήριζαν τη νηπιακή ηλικία και που τώρα φορτίζονται με την πιθανότητα της ολοκλήρωσης. Η οιδιπόδεια σύγκρουση, ανάμεσα στην επιθυμία για αποκλειστική κατοχή της μητέρας και έτσι η ζήλια προς τον πατέρα, και των αντίθετων συναισθημάτων φόβου για απόρριψη από τη μητέρα, για τελική τιμωρία από τον πατέρα και για ένα στη βάση σεβασμό κι αγάπη γι’ αυτόν - όλα αυτά συνδυάζονταν για να παράγουν την απώθηση που ευθύνεται για την λανθάνουσα περίοδο - τώρα έρχονται πάλι στην επιφάνεια. Η ανάλογη σύγκρουση στα κορίτσια, από τη στιγμή που θα αρχίσουν ένα ειδικό παιχνίδι με τον πατέρα, όταν η πλήρης εξάρτησή τους από τη μητέρα αρχίσει να υποχωρεί σε μια αναγνώριση του ρόλου του πατέρα και του ενδιαφέροντός του γι’ αυτές, που πριν ήταν καταπιεσμένα πράγματα, τώρα έρχονται το ίδιο στην επιφάνεια. Ακολουθώντας το πρότυπο να ονομάζει τις θεμελιακές συγκρούσεις σύμφωνα με τις αρχαιοελληνικές τραγωδίες, ο Φρόυντ αποκάλεσε την προσωρινή καθήλωση της κόρης στον πατέρα της σύμπλεγμα της Ηλέκτρας.

Η εξωτερική επίπτωση αυτών των αλλαγών είναι ότι ο έφηβος γίνεται επαναστατικός και προκλητικός απέναντι στη εξουσία των γονιών του, συχνά μάλιστα ιδιαίτερα απέναντι στο κύρος του πατέρα του, ενώ μεταχειρίζεται τη μητέρα του με κάτι που συχνά μοιάζει να είναι ένα ανήσυχο μείγμα ιδιωτικής τρυφερότητας και δημόσιας επικύρωσης, που κλυδωνίζεται ανάμεσα στην εξάρτηση και σε μια προσπάθεια επιβολής. Το δείχνει αυτό αφήνοντας τη μητέρα του να του πλύνει διάφορα πράγματα, ελπίζοντας ότι εκείνη θα κάνει περισσότερα γι' αυτόν και ταυτόχρονα με το ν’ αρνιέται να παραδεχτεί τις ευθύνες ενός ώριμου άντρα μέσα στην οικογένεια, όπως ακριβώς θέλει η ηγεσία κι η οργάνωση του πατέρα. Το κορίτσι στην ίδια ηλικία θα αψηφά τη μητέρα της μα ανοιχτά θα επιδιώκει να κερδίσει τον πατέρα της με ολοφάνερες επιδείξεις γυναικείας γοητείας, που σχετικά μ’ αυτές μπορεί να δείχνει στην αρχή όλο αφέλεια και χωρίς ντροπή, μα που αργότερα θα αποκαλυφθούν σαν πειραματικές απόπειρες της θηλυκότητάς της για τον τελικό σκοπό της αναζήτησης συντρόφου έξω από την οικογένεια. Τα στάδια της εφηβείας ανακεφαλαιώνουν ως ένα βαθμό τα στάδια της νηπιακής ηλικίας με τις στοματικές, πρωκτικές και γενετήσιες απασχολήσεις αλλά η προτεραιότητα των γεννητικών οργάνων έρχεται σχετικά νωρίς, ενώ οι άλλες πλευρές της νηπιακής ηλικίας επανεμφανίζονται με μασκαρεμένη μορφή.

Ο ναρκισσισμός, η απασχόληση με τον εαυτό μας σαν αντικείμενο έρωτα είναι, ως ένα βαθμό, ένα ομαλό φαινόμενο κατά την εφηβεία. Τα αγόρια αρχίζουν ν' απασχολούνται με τον εαυτό τους και την εμφάνισή τους το ίδιο σχεδόν όπως και τα κορίτσια· είναι σ' αυτό το στάδιο της ζωής τους που και τα δυο φύλα αρχίζουν να είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σ' εκκλήσεις στη ματαιοδοξία τους ή σε απειλές στις ιδιαίτερες φαντασιώσεις τους, σχετικά με το πως θα ήθελαν να μοιάζουν. Κρέμες και καλλυντικά χρησιμοποιούνται για τον καθαρισμό του προσώπου και των δυο φύλων ή για ν' αυξηθεί ο όγκος ή το περίγραμμα του στήθους στα κορίτσια. Και στα δυο φύλα, η διακήρυξη μιας όλο αψηφισιά σεξουαλικότητας με το στυλ των μαλλιών και του ντυσίματος, γίνεται μια σημαντική πλευρά της έφηβης ζωής. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε το πως αυτή η περίοδος του ναρκισσισμού οδηγεί σε μια περίοδο ομαλής ομοφυλοφιλίας, όταν η παρόρμηση για αντικείμενο του έρωτα έξω από το ίδιο το άτομό μας γίνεται πιο ισχυρή. Το πρώτο και το πιο άμεσο αντικείμενο έξω από μας είναι κάποιος σαν κι εμάς. Ακόμη, όπως είδαμε και πιο πριν, η πρόκληση, η αξεχώριστη με την ωρίμανση, είναι λιγότερη αν η πρώτη εμπλοκή με το άλλο πρόσωπο γίνει με κάποιον που δεν είναι ολότελα ξένος, κάποιον άσχετο με τις καταπιεσμένες φαντασιώσεις της νηπιακής ηλικίας για το πως μπορεί να μοιάζει το άλλο φύλο.

Όπως τόνισε ο Φρόυντ προς το τέλος του δοκιμίου του περί των Μετασχηματισμών της εφηβείας, το φράγμα ενάντια στην αιμομειξία είναι κάτι το μυστήριο.

«Είπαμε ότι η αφοσίωση των γονιών στο παιδί τους μπορεί ν' αφυπνίσει το σεξουαλικό του ένστικτο πρόωρα (δηλαδή πριν εμφανιστούν οι σωματικές συνθήκες της εφηβείας) σε τέτοιο βαθμό ώστε ο διανοητικός ερεθισμός ξεσπά κατά αλάθητο τρόπο στο γενετήσιο σύστημα. Αν, από την άλλη μεριά, είναι αρκετά τυχεροί ώστε να το αποφύγουν αυτό, τότε η τρυφερότητά τους μπορεί να εκτελέσει το έργο της που είναι να κατευθύνει το παιδί στην εκλογή του ενός σεξουαλικού αντικείμενου, όταν φτάσει στην ωριμότητα. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι η πιο απλή πορεία για το παιδί θα ήταν να διαλέξει σαν σεξουαλικά του αντικείμενα τα ίδια πρόσωπα που από την παιδική του ηλικία αγάπησε, πράγμα που θα μπορούσε ν' αποκληθεί μια μετριασμένη λιμπίντο. Αλλά με το ν' αναβάλλουμε τη σεξουαλική ωρίμανση, έχει φτάσει ο χρόνος όπου το παιδί μπορεί να οικοδομήσει ανάμεσα στα άλλα εμπόδια ενάντια στη σεξουαλικότητα και το φράγμα κατά της αιμομειξίας και μπορεί ν' αναλάβει μόνο του τις ηθικές έννοιες που επίτηδες αποκλείουν από το αντικείμενο του έρωτά του, σαν άτομα που μ' αυτά έχει σχέσεις αίματος, τα πρόσωπα που αγάπησε κατά την παιδική του ηλικία. Ο σεβασμός γι' αυτό το φράγμα είναι βασικά ένα πολιτιστικό αίτημα που τέθηκε από την κοινωνία... Ένας από τους απόλυτους στόχους στην εκλογή αντικείμενου είναι ότι θα πρέπει να στραφεί προς το αντίθετο φύλο. […]» (Τρία δοκίμια πάνω στη σεξουαλικότητα).

[…] Ο Φρόυντ βρήκε ακόμη την ευκαιρία στο δοκίμιο αυτό να ξαναδιατυπώσει τη βασική έννοια της «λιμπίντο». Αυτή είναι μια σχετικά σταθερή ποσότητα ενέργειας μέσα στο κάθε άτομο, που σχετίζεται πρωταρχικά και βασικά με τη σεξουαλική ορμή, σαν ένα μέρος του εξοπλισμού με τον οποίο γεννιόμαστε, και που διαρκεί, με την όποια μορφή κι αν εκφράζεται, σ' ολόκληρη τη ζωή μας, ως τα γηρατειά. Η λιμπίντο μπορεί να καθηλωθεί στα διάφορα επίπεδα, όπως έχουμε δει κιόλας.

Από τη στιγμή που ο Φρόυντ συνέλαβε την ιδέα ότι η λιμπίντο θα μπορούσε να εξεταστεί σχεδόν σαν να ήταν ένα σωματικό ποσοστό ενέργειας, οικοδόμησε κι ένα υποθετικό πλαίσιο όπου αυτή θα μπορούσε να προσκολληθεί, με ποικίλες ποσότητες, σε διαφορετικά αντικείμενα και συμπλέγματα. Αποκάλεσε αυτή την προσκόλληση «κάθεξη» και είπε ότι η λίμπιντο μπορεί να κατέχεται από όποιο αντικείμενο ή σύμπλεγμα κι αν είναι. Όσο μεγαλύτερη είναι η κάθεξη προς την όποια κατεύθυνση, τόσο λιγότερα είναι τα ελεύθερα και διαθέσιμα ποσά της λίμπιντο που έμειναν στη διάθεση του ατόμου. Όσο πιο πρώιμη και πιο πλήρης είναι η καθήλωση, τόσο λιγότερη πιθανότητα θα έχει το άτομο να φτάσει στη σεξουαλική ωρίμανση και, πραγματικά, τόσο λιγότερη παρόρμηση θα νιώσει προς αυτή την κατεύθυνση.

Σχεδόν όλα τα φαινόμενα της θεωρητικής ερμηνείας του Φρόυντ σχετικά με τη συνειδητή κι ασυνείδητη ψυχολογική ύπαρξη, έχουν τώρα αναθεωρηθεί. Παραμένουν μόνο οι σκέψεις πάνω στην τυπική δομή που συμπλήρωσε τη θεωρία του για το σχέδιο της ψυχικής ζωής και η εφαρμογή της συμπληρωμένης θεωρίας για μια κατανόηση των νευρώσεων. […]

Τελικά, η ευρύτερη επίπτωση των θεωριών του, όπως αργότερα τις επεξεργάστηκε και μερικές από τις πιο σημαντικές τροποποιήσεις που εισήγαγε, θα μας προετοιμάσουν για το συμπέρασμά μας, όπου θα αναθεωρήσουμε το αποτέλεσμα όλων αυτών που πραγματικά είπε ο Φρόυντ και την ασταμάτητη απήχησή τους μέσα στη ζωή και μέσα στην ανθρώπινη φυλή.

Νταίηβιντ Στάφφορντ-Κλάρκ, Τι είπε πραγματικά ο Φρόυντ 

(Εκδόσεις Γλάρος, 1980, σελ. 115 – 139)

3 σχόλια:

  1. Η αληθινή και πλήρης άποψη του Φρόιντ:

    «Ὑπάρχουν κατηγορίες ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων πού ἡ ζωή τους παρεκκλίνει ἀπό τήν συνηθισμένη σεξουαλική ζωή κατά τον πιό κτυπητό τρόπο. Μία ὁμάδα ἀπό αὐτούς τούς «διεστραμμένους» ἔχει ἐξοστρακίσει τήν διαφορά τῶν φύλων ἀπό τή ζωή τους… Σ᾽αὐτούς μονάχα τό δικό τους φῦλο προκαλεῖ πόθο. Τά πρόσωπα αὐτά παραιτοῦνται ἀπό κάθε συμμετοχή στήν ἀναπαραγωγή. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί λέγονται ὁμοφυλόφιλοι… Ἀνήκουν ἐκεῖνοι πού παραιτήθηκαν ἀπό τήν ἕνωση σεξουαλικῶν ὀργάνων ἤ μέρη τοῦ σώματος… ξεπερνώντας τίς ἀνατομικές δυσκολίες καί κατανικώντας τή σχετική ἀποστροφή… Τώρα ποιά πρέπει νἆναι ἡ στάση μας σ᾽ αὐτές τίς ἀσυνήθεις μορφές ἱκανοποίησης; Ἡ ἀγανάκτηση καί ἡ ἔκφραση τῆς προσωπικῆς μας ἀποστροφῆς. Παραμένει νά ἐξηγήσουμε τήν ὕπαρξη τῶν διαστροφῶν καί νά τίς συσχετίσουμε μέ τήν ὁμαλή σεξουαλικότητα… Πάντως τίς ἀποκαλοῦμε διεστραμμένες ἀνάγκες».

    (ΣΙΓΚΜΟΥΝΤ ΦΡΟŸΝΤ, Εἰσαγωγή στήν ψυχανάλυση,
    ἐκδ. «Γκοβόστη», Ἀθήνα, σελ. 260-263, 270)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αντιλογε Χανιων, 100 χρονια πριν, δεν πηγαιναμε στο φεγγαρι και μετα βιας ειχανε ρευμα τα σπιτια...απο τοτε κυλησε πολυ νερο στο αυλακι και η ψυχολογια αλλα και η ψυχαναλυση, εχουν προχωρησει πολυ απο τοτε....μακαρι να μπορουσα να πω το ιδιο και για σενα... :)

      Διαγραφή
    2. Η ψυχολογία δεν είναι μόνο ο Φρόυντ. Ο χρόνος περνά και νέα πράγματα ανακαλύπτονται για την ψυχοσύνθεση του ανθρώπου. Ο Φρόυντ ανακάλυψε απαντήσεις σε μια εποχή που κάνεις δεν είχε σκεφθεί. Προφανώς και είναι ο πατέρας της ψυχολογίας. Αλλά από τότε μέχρι σήμερα έχουν υπάρξει και "γιοι" οι οποίοι καλώς ή κακώς τον ξεπερνούν.

      Διαγραφή