Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Το μοντέλο του Freud για τα όνειρα

Ο Freud ξεκίνησε με δύο θεμελιώδη ερωτήματα: Ποια είναι η λειτουργία του ονείρου -δηλαδή γιατί ονειρευόμαστε γενικώς- και πώς εξηγείται το παράδοξο των ονείρων, δηλαδή ο αλλόκοτος χαρακτήρας τους. Όπως θα δούμε, οι απαντήσεις του και στα δύο αυτά ερωτήματα είναι, υπό το φως των γνώσεων που αποκτήσαμε στο μεταξύ, εν μέρει λανθασμένες. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί εδώ ότι επιχείρησε να συνδέσει τα όνειρα με τις διαταραχές της ψυχικής λειτουργίας: «Στόχος μου είναι να χρησιμοποιήσω τη γνώση μου από την παρούσα κατανόηση της λειτουργίας του ονείρου ως πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της επίλυσης του δυσκολότερου προβλήματος που είναι η ψυχολογία των νευρώσεων».

Όταν τη νύχτα της 24ης Ιουλίου 1895 ο Freud ονειρεύτηκε το πασίγνωστο όνειρο «δείγμα», δηλαδή το όνειρο της Ίρμα, η αυτοανάλυσή του τον είχε οδηγήσει στην πεποίθηση ότι είχε λύσει το πρόβλημα το σχετικό με το σκοπό του ονείρου -είχε εκπληρώσει το όνειρό του- «το όνειρο αποτελεί εκπλήρωση μιας επιθυμίας».

Παράδειγμα: το όνειρο «δείγμα» του Freud.
Η «Ίρμα» ήταν ασθενής του Freud για την υγεία της οποίας ανησυχούσε. Την ημέρα που προηγήθηκε του ονείρου, είχε συναντήσει ένα συνάδελφό του, τον «Ότο» (δρα Oscar Rie), ο οποίος την είχε δει πρόσφατα. Ο Freud τον ρώτησε πώς τα πήγαινε η Ίρμα, «καλύτερα, αλλά όχι τελείως καλά» ήταν η απάντηση. Στο όνειρο, ο Freud τη συναντά σε ένα πάρτι. Αντιλαμβάνεται ότι εκείνη δεν είναι καλά και ανησυχεί μήπως του έχει διαφύγει η ύπαρξη κάποιας οργανικής νόσου. Στη συνέχεια την εξετάζουν, ο Freud μαζί με άλλους τρεις γιατρούς. Εκείνη ανοίγει το στόμα της και οι γιατροί διαπιστώνουν ότι μεγάλες λευκές κηλίδες καλύπτουν τα ρινικά οστά. Ο Freud τότε επιβεβαιώνεται ότι όντως εκείνη δεν είναι καλά και ότι αυτό μπορεί να οφείλεται σε μια ένεση «τριμεθυλαμίνης» με μολυσμένη σύριγγα που της χορήγησε ο Ότο. Βλέπει το χημικό τύπο της τριμεθυλαμίνης τυπωμένο με σκούρα γράμματα. Στην ανάλυση του ονείρου ο Freud συνδέει αυτό το γεγονός με τις σεξουαλικές θεωρίες του Fliess, που επίσης υποστήριζε ότι υπάρχει σχέση μεταξύ μύτης και γεννητικών οργάνων και ο οποίος είχε όντως χειρουργήσει την Ίρμα στη μύτη.

Όταν κανείς απελευθερωθεί από τους περιορισμούς της πραγματικότητας, οπότε λειτουργεί βάσει της αρχής της ευχαρίστησης και με αφορμή όσα απασχολούν τη σκέψη του τη στιγμή εκείνη, δηλαδή τα κατάλοιπα της ημέρας, τότε ενεργοποιούνται τα βαθύτερα συναισθήματα και οι επιθυμίες του. Ενοχοποιώντας τους φίλους και συναδέλφους του, το όνειρο της Ίρμα απάλλαξε τον Freud από την ευθύνη για την επιδείνωση της κατάστασής της, για την οποία ένιωθε βαθιά ένοχος. Όμως οι επιθυμίες αυτές, που συχνά αποτελούν έκφραση της πρώιμης σεξουαλικότητας, μολονότι είναι περίεργο που ο Freud ούτε καν θίγει αυτές τις πλευρές -τέσσερις άνδρες να εξετάζουν μια γυναικεία «κοιλότητα», μάλιστα ο ένας από αυτούς ήταν ένας «φαντασμένος παλιανθρωπάκος» (Erikson, 1954)- είναι ενοχλητικές για το συνειδητό μέρος του ψυχισμού, το οποίο έχει επίγνωση των περιορισμών και των απαγορεύσεων της πραγματικότητας, επειδή, αν και χαλαρωμένο στη διάρκεια του ύπνου, δεν αδρανεί τελείως. Οι ενοχλητικές επιθυμίες απειλούν τη συνείδηση που κοιμάται ειρηνικά και δεν επιθυμεί τίποτε άλλο παρά να την αφήσουν στην ησυχία της. Για το λόγο αυτό, οι επιθυμίες μεταμφιέζονται έξυπνα σε μια συμβιβαστική λύση που εξασφαλίζεται από τη διεργασία του ονείρου: κατ’ αυτόν τον τρόπο τροποποιημένες, απαλλάσσονται από την ενέργεια που περιέχουν, η συναισθηματική τους επένδυση εκφορτίζεται, χωρίς παράλληλα να διαταραχθεί ο ύπνος. Επομένως «το όνειρο είναι φρουρός του ύπνου». Όπως συμβαίνει στην περίπτωση ενός μυστικού κώδικα σε περίοδο πολέμου, το κρυφό μήνυμα περνά λαθραία από τις γραμμές του εχθρού (τη λογοκρισία), χωρίς να υποκινήσει υποψίες το φανερό του περιεχόμενο. Το αλλόκοτο των ονείρων είναι συνέπεια αυτού του μπερδέματος του αρχικού ή λανθάνοντος περιεχομένου του ονείρου.

Η ερμηνεία των ονείρων, που αποτελεί βασικό ψυχαναλυτικό εργαλείο, έχει τη σημασία της αντιστροφής αυτής της διαδικασίας μεταμφίεσης, δηλαδή της ανατροπής της διεργασίας του ονείρου, ώστε να αποκαλυφθεί η αρχική επιθυμία που βρίσκεται από κάτω, όπως ακριβώς για το υστερικό άτομο απαιτείται να αποκαλυφθεί η λανθάνουσα παρόρμηση που κρύβεται κάτω από το σύμπτωμα, ώστε να μπορέσει το άτομο να ιδιοποιηθεί την επιθυμία του και να μη βρίσκεται πλέον στο έλεος της. Για να είναι σε θέση να ερμηνεύει τα όνειρα, ο αναλυτής χρειάζεται να κατανοήσει πρώτα τους μηχανισμούς της διεργασίας του ονείρου, οι οποίοι μετατρέπουν «τις σκέψεις που πρωτύτερα ήταν δομημένες με λογική σειρά» (Freud, 1900) στις περίεργες και αντιφατικές εικόνες του ονείρου. Η ανάλυση των ονείρων, όπως τη συνέλαβε ο Freud, αποτελεί το θρίαμβο του λογικού επί του παραλόγου.

Ο Freud μελέτησε αρκετούς μηχανισμούς με τους οποίους, κατά την άποψή του, οι αρχικές σκέψεις του ονείρου τροποποιούνται καθ’ οδόν από την ασυνείδητη στην έκδηλη μορφή του ονείρου, την οποία μπορεί κανείς να διηγηθεί. Κατά τη συμπύκνωση, διαφορετικά στοιχεία συνδυάζονται ή συγχωνεύονται σε μία μόνο απεικόνιση, με αποτέλεσμα η εξήγηση ή το ξετύλιγμα αυτής της απεικόνισης να είναι πάντα πιο εκτεταμένα και περίπλοκα από το ίδιο το όνειρο. Στο σημείο αυτό θα παραθέσουμε ένα ασυνήθιστο αλλά διασκεδαστικό παράδειγμα: ο Rycroft (1979b) αναφέρει την περίπτωση κάποιου με το όνομα Έρνεστ, του οποίου το όνειρο αποτελούνταν από μία μόνο λέξη: Frank (η λέξη μπορεί να είναι κύριο όνομα, αλλά σημαίνει και ειλικρινής, έντιμος). Ο άνθρωπος αυτός είχε μπει στον πειρασμό να κάνει μια οικονομική ατασθαλία και έπρεπε να υπενθυμίζει συνεχώς στον εαυτό του πόσο σημαντικό ήταν να είναι έντιμος.

Παράδειγμα: λογοπαίγνια και συγχωνεύσεις σημασιών.
Ένα άλλο παράδειγμα συμπύκνωσης παρατηρείται στο όνειρο ενός πολύ φιλόδοξου και ναρκισσιστικού άνδρα, του οποίου η μητέρα υπήρξε συγχρόνως αποπλανητική και απρόσιτη. Ονειρεύτηκε λοιπόν ότι είχε συναντήσει στο τρένο ένα φίλο του που δεν τον είχε δει για μεγάλο διάστημα. Όταν τον ρώτησε τι έκανε εκείνο τον καιρό, ο φίλος απάντησε ότι εμφανιζόταν σε ένα πρόγραμμα της τηλεόρασης που είχε τον τίτλο «Knockers»[1]. Ο «φίλος» αποτελούσε συμπύκνωση της εικόνας δύο επιτυχημένων συναδέλφων του ασθενούς που εκείνος φανταζόταν ότι γνώριζαν πολλές γυναίκες και ήταν άνθρωποι περιωπής, σε αντίθεση με τον ίδιο που, λόγω της αστάθειας των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων, τα στερούνταν όλα αυτά. Η συμπυκνωμένη διττή σημασία της λέξης «knockers» περιείχε τη φθονερή του επιθυμία να γίνει διάσημος και επιτυχημένος, αλλά και την υποτιμητική χρησιμοποίηση της λέξης, για να δηλώσει τα γυναικεία στήθη, που εκείνος με τόσο φθόνο φανταζόταν ότι απολάμβαναν οι συνάδελφοί του.

Η μετάθεση μοιάζει με τις κινήσεις του ταχυδακτυλουργού: η προσοχή του λογοκριτή αποσπάται λόγω μετάθεσης του σημείου στο οποίο δίνεται έμφαση, με αποτέλεσμα αυτό που είναι σημαντικό στο όνειρο να εμφανίζεται στο έκδηλο περιεχόμενό του ως ασήμαντο, και το αντίστροφο. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα: ένας νέος άνδρας, στον οποίο προκαλούσε άγχος το θέμα της ολοκλήρωσης των σεξουαλικών του σχέσεων με τη φίλη του, αρχικά παραξενεύτηκε με ένα όνειρό του, στο οποίο κολυμπούσε πρόσθιο σε βαθιά νερά, ώσπου ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι το όνειρο υπαινισσόταν το φόβο του να προχωρήσει από τα προκαταρκτικά στη σεξουαλική διείσδυση.

Μια βασική έννοια που χρησιμοποιεί ο Freud για την ανάπτυξη της σημασίας των ονείρων είναι η έννοια των συνειρμών, δηλαδή της σύνδεσης των σκέψεων μεταξύ τους. Ο ελεύθερος συνειρμός αποτελεί τη βάση στην τεχνική της ανάλυσης των ονείρων, κατά την οποία ο δημιουργός του ονείρου διερευνά τις αντιδράσεις του απέναντι σε στοιχεία του ονείρου, ακολουθώντας το θεμελιώδη κανόνα σύμφωνα με τον οποίο καμία ανάμνηση ή σκέψη δεν απορρίπτεται, όσο ασήμαντη, δυσάρεστη ή άσχετη κι αν φαίνεται. Μέσω των ελεύθερων συνειρμών το άτομο αποκτά πρόσβαση στις σκέψεις του ονείρου, οι οποίες, «υπό την πίεση της διεργασίας του ονείρου... έχουν διασπαστεί σε θραύσματα και συμπιεστεί μεταξύ τους - με αποτέλεσμα να μοιάζουν με σωρούς από επιπλέοντα κομμάτια πάγου» (Freud, 1900). Κατά τη διαδικασία αυτής της μεταξύ τους συμπίεσης ή συμπύκνωσης, οι λογικοί σύνδεσμοι μεταξύ των σκέψεων -που γλωσσικά έχουν τη μορφή συνδέσμων, όπως είναι το «επειδή», το «αν» και το «καθώς»- απαλείφονται και οι σκέψεις παρουσιάζονται περισσότερο σε εικόνες παρά σε λεκτική μορφή. Τις διαδικασίες αυτές ο Freud αποκαλεί αναπαράσταση ή δραματοποίηση.

Στη δεύτερη, καθώς και στις μεταγενέστερες εκδόσεις της Ερμηνευτικής των ονείρων, επηρεασμένος από το μαθητή του Stekel (τον οποίο στη συνέχεια αποκήρυξε), ο Freud πραγματεύεται το συμβολισμό στα όνειρα. Το «φροϋδικό σύμβολο» στα όνειρα είναι σήμερα κλισέ, ωστόσο ο Freud υποστήριζε ότι τα θεμελιώδη βιολογικά φαινόμενα, όπως είναι η γέννηση, ο θάνατος, η γονεϊκή ιδιότητα, η σχέση με τα αδέρφια και η σεξουαλικότητα, αναπαρίστανται στα όνειρα με σύμβολα που συνήθως έχουν οικουμενικό χαρακτήρα και αντικατοπτρίζουν την αρχαϊκή ψυχική κληρονομιά του ανθρώπου. Η άποψη αυτή αναπτύχθηκε μεταγενέστερα σε μεγάλο βαθμό από τον Jung στη θεωρητική του σύλληψη των «αρχετύπων». Αυτή η άποψη για τα σύμβολα σε ένα βαθμό έρχεται σε αντίθεση, τόσο με την επικριτική στάση του Freud απέναντι στην προσέγγιση τύπου «ονειροκρίτη» για την ερμηνεία των ονείρων, όσο και με την επιμονή με την οποία υποστήριζε το προσωπικό νόημα των στοιχείων του ονείρου, τα οποία διαφωτίζονται κυρίως μέσω των ελεύθερων συνειρμών. Ιδού ένα παράδειγμα: μια γυναίκα, που είχε πρόσφατα αποβάλει, ονειρεύτηκε ένα μικρό μόσχευμα από ένα φυτό που ξεριζώθηκε και μαράθηκε. Εδώ το φαινόμενο της μετάθεσης αποτελεί ειδική περίπτωση του γενικότερου φαινομένου του συμβολισμού. Θα ακολουθήσει άλλο ένα παράδειγμα ονείρου που δείχνει ότι πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί στις εύκολες αναγνώσεις των συμβόλων στα όνειρα.

Παράδειγμα: το φροϋδικό ψάρι.
Μια γυναίκα ονειρεύτηκε ότι κρατούσε ένα μεγάλο ψάρι που σπαρταρούσε τρομαγμένο στα χέρια της. «Ψάρι», σχολίασε, «αυτό είναι φροϋδικό σύμβολο - πρέπει να συμβολίζει το πέος». Όταν όμως ο αναλυτής της ζήτησε να μιλήσει για τους συνειρμούς της, εκείνη θυμήθηκε ότι η μητέρα της ανήκε στο ζώδιο των Ιχθύων και πίστευε φανατικά στην αστρολογία. Έτσι, με αφορμή το όνειρο, συζητήθηκε το ότι η μητέρα της δεν ενέκρινε το γεγονός ότι εκείνη έκανε ανάλυση.

Η τελική φάση της διεργασίας του ονείρου αποκαλείται από τον Freud δευτερογενής επεξεργασία ή δευτερογενής αναθεώρηση. Ο όρος αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο το άτομο, στην προσπάθεια του να θυμηθεί και να διηγηθεί το όνειρο, αυτομάτως ανασυντάσσει και αποκαθαίρει το κείμενο, για να του προσδώσει μεγαλύτερη συνοχή και ευκρίνεια νοημάτων. Με τη δυσπιστία που τον χαρακτήριζε απέναντι στο έκδηλο περιεχόμενο του ονείρου, ο Freud θεωρούσε ότι αυτή η διαδικασία συσκοτίζει ακόμα περισσότερο το αληθινό νόημα του ονείρου. Παρατήρησε επίσης ότι αν ζητήσουμε από το άτομο να επαναλάβει το όνειρό του, τότε εμφανίζονται στοιχεία που είχαν παραλειφθεί κατά την πρώτη διήγηση, τα οποία συχνά είναι πολύ σημαντικά. Λόγου χάρη, μια ασθενής της οποίας η μητέρα εμφάνισε επιλόχεια κατάθλιψη έπειτα από τη γέννηση ενός νεκρού παιδιού, όταν η ίδια ήταν τριών ετών, θυμήθηκε κατά τη δεύτερη αφήγηση του ονείρου της τα εξής: «Ήμουν μέσα σε ένα μεγάλο σπίτι, άδειο και με ατμόσφαιρα μάλλον πένθιμη... Α, μόλις το θυμήθηκα, θαρρώ πως ήταν και η μητέρα μου εκεί που έκλαιγε και έπειτα απομακρύνθηκε από κοντά μου».

Μολονότι ο Freud παρέμεινε πιστός στις αρχικές του θεωρήσεις, όσον αφορά στα όνειρα -και στη δεκαετία του 1930 παραπονιόταν για τη σχετική αμέλεια που είχε επιδείξει απέναντι τους η νέα γενιά των αναλυτών (Freud, 1932)- παραδέχτηκε τελικά ότι υπάρχει μια σημαντική εξαίρεση στην υπόθεσή του για το στοιχείο της εκπλήρωσης επιθυμιών στα όνειρα. Η εξαίρεση αυτή αναφέρεται στο φαινόμενο των μετατραυματικών ονείρων, στα οποία ο πάσχων ονειρεύεται κατ’ επανάληψη ένα απροκάλυπτα οδυνηρό ή τρομακτικό γεγονός. Αυτό το φαινόμενο το απέδιδε στην προσπάθεια του πάσχοντος να κυριαρχήσει πάνω στα ψυχικά ερεθίσματα που απειλούν να κατακλύσουν τον οργανισμό του (Freud, 1920) ώστε, κατά την ορολογία του Bion, να κατορθώσει να περιέχει αυτό που είναι αδύνατον να περιεχθεί (Garland, 1991). Και στην περίπτωση αυτή, θεωρούνταν ότι το όνειρο εξυπηρετεί ένα σκοπό: να «δεσμεύσει» την ψυχική ενέργεια που αποτελεί πρόδρομο των φυσιολογικών διαδικασιών απώθησης και εκφόρτισης μέσω του ονείρου. Ο Anzieu (1989· Flanders, 1993) υποστηρίζει ότι, αντί να θεωρηθεί αυτή η περίπτωση εξαίρεση του κανόνα ότι το όνειρο αποσκοπεί στην εκπλήρωση επιθυμιών, για όλα τα όνειρα μπορούμε να δεχτούμε ότι βασίζονται στα μικροτραύματα που αποτελούν τα κατάλοιπα της ημέρας και απαιτούν ψυχική επεξεργασία.

Άντονυ Μπέιτμαν, Τζέρεμυ Χολμς: Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση

(Εκδόσεις Καστανιώτη, 2001, σ. 236-244 )







[1] Knocker: η λέξη στο πλαίσιο του ονείρου έχει διττή σημασία. Εδώ σημαίνει: α) τον επιτυχημένο και φαντασμένο συγχρόνους, β) στον πληθυντικό Knockers σημαίνει, εκτός των άλλων, και γυναικείο στήθος.

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Η Θεωρία Μ

«Δε δημιούργησε ο Θεός το σύμπαν αλλά οι νόμοι της φυσικής», γράφει ο περίφημος βρετανός θεωρητικός φυσικός Στήβεν Χόκινγκ στο βιβλίο του «The Grand Design» (Το μεγάλο σχέδιο») το οποίο έχει συγγράψει με τον Αμερικανό φυσικό Λέονταρντ Μλοντίνοφ.

«Επειδή υπάρχει ένας νόμος όπως αυτός της βαρύτητας, το σύμπαν μπορεί να δημιουργηθεί και θα δημιουργηθεί μόνο του από το τίποτα. Η αυτόματη δημιουργία είναι ο λόγος που υπάρχει κάτι από το να μην υπάρχει τίποτα, ο λόγος που υπάρχει το σύμπαν, ο λόγος που υπάρχουμε εμείς», γράφει ο Hawking. 

Στον πυρήνα του, το «Μεγάλο Σχέδιο» είναι μια εξέταση μιας σχετικά νέας υποψηφιότητας για την «τελική θεωρία των πάντων», την αποκαλούμενη M-theory, η οποία με τη σειρά της είναι μια επέκταση της θεωρίας των χορδών και προσπαθεί να συμφιλιώσει τη γενική σχετικότητα με την κβαντομηχανική. «Η M-theory δεν είναι μια θεωρία με τη συνηθισμένη έννοια», λένε οι συγγραφείς. «Είναι μια ολόκληρη οικογένεια διαφορετικών θεωριών». Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, «το δικό μας σύμπαν δεν είναι το μοναδικό. Αντίθετα η θεωρία Μ υποστηρίζει ότι πολλά σύμπαντα δημιουργήθηκαν εκ του μηδενός». 

Μια εκλαϊκευμένη παρουσίαση αυτής της Θεωρίας, χρησιμοποιώντας μάλιστα άδεια κουτάκια μπύρας, μας προσφέρει ο ντεντέκτιβ Ραστ Κολ στο πέμπτο επεισόδιο (The Secret Fate of All Life) της πρώτης σεζόν της τηλεοπτικής σειράς True Detective:


Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Κοινοβουλευτισμός και υπερτροφικό κράτος

[…] Η εισαγωγή του βασιλευόμενου κοινοβουλευτισμού στη χώρα, και μάλιστα πάνω στη βάση της καθολικής ψηφοφορίας, δεν υπήρξε αναγκαία και αναπόδραστη απόρροια εσωτερικών διεργασιών, αλλά κατά πρώτο λόγο η απάντηση των Δυτικών Δυνάμεων στην ανυπακοή της οθωνικής κυβέρνησης σε κρίσιμα θέματα εξωτερικής πολιτικής (υποστήριξη των αλυτρώτων κτλ.) και συνάμα το μέσο, με το οποίο οι Δυνάμεις αυτές φαντάζονταν ότι στο εξής θα μπορούσαν να ασκήσουν πιο τελεσφόρα την επιρροή τους.

Αλλά, ανεξάρτητα από τα αίτια της, η εισαγωγή του κοινοβουλευτισμού έθεσε σε κίνηση διαδικασίες που αποδείχτηκαν κρίσιμες για τον σχηματισμό της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας του νεοελληνικού κράτους. Με άλλα λόγια, ο μηχανισμός της λειτουργίας του κράτους διαμορφώθηκε και εν μέρει τερατογενετικό και εν μέρει ιλαροτραγικό αποτέλεσμα της διασταύρωσης των πιο προηγμένων τοτινών πολιτικών θεσμών, όπως ο κοινοβουλευτισμός και η καθολική ψηφοφορία σε μια κοινωνία διεπόμενη από πατριαρχικές σχέσεις, στάσεις, νοοτροπίες και αξίες. Πριν από την εισαγωγή, ή μάλλον την επιβολή, των κοινοβουλευτισμού το κράτος ήταν υποτυπώδες και, παρά τη συχνά γραφική απλώς επίφαση της βασιλικής αυταρχίας, μόλις μετά βίας συγκρατούσε σε μια ενότητα τους τοπικούς πόλους ισχύος, καθώς δεν κατείχε ούτε καν το μονοπώλιο της ένοπλης βίας∙ σε σχέση με το κράτος της οθωμανικής περιόδου είχε κάνει βέβαια ορισμένα βήματα προς την κατεύθυνση του σύγχρονου έννομου κράτους, όμως οι νόμοι και τα διατάγματα του σε πλείστες όσες περιπτώσεις δεν έφθαναν ίσαμε τη βάση της κοινωνίας, όπου η ζωή ρυθμιζόταν από το πατριαρχικό εθιμικό δίκαιο.

Ο κοινοβουλευτισμός, σε συνδυασμό με την καθολική ψηφοφορία, συνεπέφερε μια κοινωνική κινητικότητα ίσως ακόμα εντονότερη απ’ αυτήν που γέννησε ή ανάπτυξη του καπιταλιστικών σχέσεων, γιατί όχι μόνο δημιούργησε ευκαιρίες πολιτικής και κοινωνικής σταδιοδρομίας για άτομα με αντίστοιχες φιλοδοξίες, αλλά και άνοιξε σε ευρύτερες μάζες τον δρόμο από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. Και οι δύο αυτές πλευρές της κοινωνικής κινητικότητας, οι οποίες απέρρεαν από το κοινοβουλευτικό παιχνίδι, σήμαιναν αυτόματα τη διόγκωση του κρατικού μηχανισμού και παράλληλα την ενίσχυση του καθοδηγητικού ρόλου του κράτους […]

Η διόγκωση του κρατικού μηχανισμού εξ αιτίας του κοινοβουλευτικού συστήματος και της καθολικής ψηφοφορίας ήταν αναπόδραστη, γιατί εκείνο που είχαν να προσφέρουν τα κόμματα για την προσέλκυση ή την συγκράτηση ψηφοφόρων ήσαν οι κρατικές θέσεις, οι οποίες ήσαν τόσο πιο περιζήτητες όσο η καχεξία της οικονομίας και γενικότερα η κοινωνική στενότητα έκαναν τις υπόλοιπες επαγγελματικές διεξόδους λιγοστές και αβέβαιες. Εφ’ όσον το κράτος παρέμενε ο πιο σίγουρος και ανθεκτικός εργοδότης, πρώτο μέλημα του κόμματος ήταν η κατάκτηση και η νομή του κράτους, ειδ’ άλλως θα έχανε την πίστη των οπαδών του στην ικανότητά του να υπερασπίσει τα συμφέροντά τους.

Όταν η πατριαρχική σχέση μεταφέρεται από την κοινωνία στην πολιτική, τότε μεταβάλλεται στη λεγόμενη πελατειακή σχέση, διατηρώντας όμως το θεμελιώδες της γνώρισμα, δηλαδή την αναγκαία συνάφεια υπακοής και προστασίας: ο κοινοβουλευτικός πατριάρχης, είτε κομματικός ηγέτης είναι είτε τοπικός κομματάρχης, απαιτεί από τους «ανθρώπους του» υπακοή, όμως ταυτόχρονα αναλαμβάνει να «ενεργήσει για τις υποθέσεις τους», […]

Ο πατριαρχικός ή πελατειακός χαρακτήρας του κοινοβουλευτισμού και συνάμα η σπάνη των θέσεων στην ελεύθερη αγορά εργασίας είχαν ως συνέπεια να παίξει ο κρατικός μηχανισμός στην Ελλάδα ρόλο ανάλογο μ’ εκείνον που έπαιξαν τα βιομηχανικά αστικά κέντρα στη Δύση: απορρόφησε μάζες αγροτικής προέλευσης, αλλά για να τις διοχετεύει και να τις χρησιμοποιήσει με τρόπο πολύ διαφορετικό και προ παντός πολύ λιγότερο παραγωγικό […] ο όγκος, η δυσκαμψία και η δαπανηρότητα του κράτους αποτέλεσε τροχοπέδη για τη διοχέτευση πόρων και ενεργειών σύμφωνα με τις ανάγκες μιας αμιγούς καπιταλιστικής ανάπτυξης […]

Σε καμμιά περίπτωση, […] δεν πρέπει να παραβλέπεται η εκτεταμένη αυτονομία του πολιτικού-κομματικού παιχνιδιού ως πελατειακής σχέσης μεταξύ πολιτικού και ψηφοφόρου, κατά την οποία ο μεν ψηφοφόρος παρέχει υποστήριξη προσδοκώντας προστασία, ενώ ο πολιτικός εκποιεί το κράτος στους ψηφοφόρους με αντάλλαγμα να το κατέχει ο ίδιος, δηλαδή να θεμελιώνει την ισχύ του στη δυνατότητα να διανέμει –αυτός, κι όχι κάποιος άλλος– προσοδοφόρες θέσεις και αξιώματα.

Τούτη η αυτονομία του πολιτικού-κομματικού παιχνιδιού κάνει κατά κανόνα δευτερεύουσες ή και απλώς προσχηματικές τις «ιδεολογικές» κτλ. αντιθέσεις, ήτοι τις λεγόμενες αντιθέσεις «αρχών»· στο ιδεολογικό φάσμα ενός πολιτικός καταλαμβάνει ορισμένη θέση γιατί όλες οι υπόλοιπες είναι κατειλημμένες, και είναι πρόθυμος, αν το κρίνει συμφέρον, να εγκαταλείψει τη θέση που κατέλαβε αρχικά, αν κενωθεί κάποια άλλη. Μονάχα σ’ αυτήν την προοπτική μπορεί να εξηγηθεί ικανοποιητικά το χαρακτηριστικό για τη νεοελληνική πολιτική φαινόμενο της συνεχούς μετατόπισης πολιτικών σε διάφορες θέσεις του παραπάνω φάσματος. Πολύ λιγότερο μετατοπίστηκε η συγκεκριμένη πολιτική πράξη, δηλαδή η άσκηση της πολιτικής ως πελατειακής σχέσης. Η διόγκωση του κρατικού μηχανισμού για σκοπούς κομματικού οφέλους υπήρξε εξ ίσου έργο των «δεξιών» όσο και των «φιλελεύθερων» ή «δημοκρατικών» κομμάτων, όλα τα ελληνικά κόμματα υπήρξαν δηλαδή, μ’ αυτήν  την πολύ χειροπιαστή έννοια, κόμματα κρατιστικά, ανεξάρτητα απ’ το πώς αντιμετώπιζαν το κράτος στο επίπεδο των προγραμματικών τους αρχών.

Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού (Απόσπασμα από την εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης με τίτλο: Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία)

(Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2000, σ. 20-23)

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Σωκράτης

Ο Σωκράτης (περ. 470-399 π. Χ.) συμφωνούσε με τους σοφιστές ως προς το ότι η ατομική εμπειρία είναι σημαντική. Θεωρούσε ότι η εντολή «Γνώθι σαυτόν», που ήταν αναγεγραμμένη στην είσοδο του ναού του Απόλλωνα στους Δελφούς, δήλωνε τη σημασία του να γνωρίσει κανείς το περιεχόμενο του νου ή της ψυχής του. Κατέληξε μάλιστα στο σημείο να τονίσει: «Η ζωή χωρίς να εξετάζει κανείς αυτά είναι μια ζωή που δεν αξίζει να τη ζει ο άνθρωπος»[1]. Απεναντίας, όμως, διαφωνούσε με τον ισχυρισμό των σοφιστών ότι δεν υπάρχει αλήθεια πέρα από τη προσωπική γνώμη.

Στην αναζήτηση του για την αλήθεια, ο Σωκράτης χρησιμοποιούσε μερικές φορές τη μέθοδο που ονομαζόταν επαγωγικός ορισμός[2], η οποία άρχιζε με την εξέταση παραδειγμάτων εννοιών, όπως κάλλος, αγάπη, δικαιοσύνη ή αλήθεια, και μετά προχωρούσε σε ερωτήματα, όπως τι κοινό έχουν όλα τα παραδείγματα κάλλους. Με άλλα λόγια, ο Σωκράτης ρωτούσε τι είναι αυτό που κάνει ωραίο, δίκαιο ή αληθινό. Με αυτόν τον τρόπο, επεδίωκε να ανακαλύψει γενικές έννοιες εξετάζοντας μεμονωμένα παραδείγματα. Θεωρείτο ότι αυτές οι έννοιες υπερβαίνουν τις ατομικές τους εκδηλώσεις και, συνεπώς, είναι εδραιωμένες και κατανοήσιμες. Αυτό που αναζητούσε ο Σωκράτης ήταν η ουσία πραγμάτων όπως το κάλος, η δικαιοσύνη και η αλήθεια. Η ουσία ενός πράγματος είναι η βασική του φύση, τα διαρκή χαρακτηριστικά του που του προσδίδουν την ταυτότητα του. Η ουσιαστική γνώση κάποιου όντος, σύμφωνα με τον Σωκράτη, σημαίνει κατανόηση της ουσίας του. Δεν αρκεί να αναγνωρίσει κανείς κάτι ως ωραίο· πρέπει να γνωρίζει γιατί είναι ωραίο. Πρέπει να γνωρίζουμε τι κοινό έχουν όλες οι εκφάνσεις του κάλλους. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως, αν και ο Σωκράτης, αναζητούσε την ουσία διάφορων εννοιών, δεν πίστευε ότι οι ουσίες είχαν αφηρημένη ύπαρξη. Γι’ αυτόν, η ουσία ήταν ένας καθολικά αποδεκτός ορισμός μιας έννοιας – ένας ορισμός που ήταν τόσο ακριβής όσο και αποδεκτός από όλους τους ενδιαφερόμενους. Από τη στιγμή που θα διατυπωνόταν αυτού του είδους οι ορισμοί, ήταν δυνατή η επικοινωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων ατόμων. Αντίθετα με τους σοφιστές, που πίστευαν ότι η αλήθεια είναι υποκειμενική και μη μεταδόσιμη ο Σωκράτης πρέσβευε ότι η αλήθεια μπορούσε να είναι γενική και κοινή μεταξύ των ανθρώπων. Ωστόσο, οι ουσίες που αναζητούσε ο Σωκράτης ήταν λεκτικοί ορισμοί, τίποτε περισσότερο.

Για τον Σωκράτη, η κατανόηση των ουσιών συνιστούσε γνώση και σκοπός της ζωής ήταν η απόκτηση γνώσης. Όταν η συμπεριφορά κάποιου καθοδηγείται από γνώση, είναι αναγκαστικά ηθική. Για παράδειγμα αν γνωρίζει κάποιος τι είναι δικαιοσύνη, δρα δίκαια. Για τον ίδιο η γνώση και η ηθική συνάπτονται αδιάρρηκτα· η γνώση είναι αρετή και η άτοπη συμπεριφορά προκύπτει από άγνοια. Αντίθετα προς τους περισσότερους από τους παλαιότερους φιλοσόφους ο Σωκράτης ενδιαφερόταν κυρίως για το τι σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος και για τα προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης[3]. Λόγω αυτών των μελημάτων του, αναφέρεται μερικές φορές ως ο πρώτος υπαρξιστής φιλόσοφος. 

Το 399 π.Χ., όταν ο Σωκράτης ήταν 70 ετών, κατηγορήθηκε για ασέβεια προς τους θεούς της πόλης και για διαφθορά των νέων της Αθήνας. Του καταμαρτυρούσαν ότι διέφθειρε τους νέους επειδή τους έκανε να θέτουν τα πάντα υπό αμφισβήτηση, συμπεριλαμβανομένων πολλών παραδοσιακών  πεποιθήσεων. Ίσως ήταν ένοχος αυτής της τελευταίας κατηγορίας. Εν πάση περιπτώσει, ο Σωκράτης κηρύχθηκε ένοχος και των δύο κατηγοριών και καταδικάστηκε σε θάνατο. Όμως το τέλος της δίκης του συνέπεσε με ένα θρησκευτικό εορτασμό, κατά τη διάρκεια του οποίου οι εκτελέσεις ήταν παράνομες. Κατά την καθυστέρηση αυτή, που διήρκεσε ένα μήνα, ο Σωκράτης ήταν φυλακισμένος, αλλά συναντιόταν τακτικά με τους φίλους του. Προφανώς θα του ήταν εύκολο να δραπετεύσει από την Αθήνα […] και οι φίλοι του τον προέτρεπαν να το κάνει. […] Ο Σωκράτης προτίμησε το θάνατο από την εξορία από την αγαπημένη του Αθήνα και τελικά ήπιε το κώνειο εκτελώντας τη διαταγή του δικαστηρίου. […]


(Εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2008, σελ. 49-50)






[1] «Ο δε ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπου», Πλάτων, Απολογία Σωκράτους, 38a.
[2] Επακτικοί λόγοι και ορίζεσθαι καθόλου.
[3] Ο Σωκρατικός διάλογος και η ψυχοθεραπευτική λειτουργία της εκφόρτισης δια του λόγου αποτελούν κοινή μεθοδολογία στη ραγδαία αναπτυσσόμενη σύγχρονη φιλοσοφική συμβουλευτική […]

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Ο σωστός χυμός

Ο Σπάικ Τζόουνς («Adaptation», «Where the Wild Things Are») υπογράφει όχι μόνο τη σκηνοθεσία αλλά και το σενάριο του «Her». Αδιαμφισβήτητα, είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους και οραματιστές σκηνοθέτες που δουλεύουν στις μέρες μας.

Στο «Her», ο Θίοντορ (Χοακίν Φίνιξ) είναι ένας μοναχικός συγγραφέας που ζει στο Λος Άντζελες, στο… όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Βασανισμένος μετά το χωρισμό του βρίσκει ενδιαφέρον σε ένα νέο λειτουργικό σύστημα τεχνητής νοημοσύνης. Οι κατασκευαστές του υπόσχονται άλλωστε πως αυτό το νέο προϊόν θα ξετυλίγει μια εντελώς διαφορετική προσωπικότητα ανάλογα με τον εκάστοτε αγοραστή. Κάπως έτσι ο Θίοντορ «συναντά» τη Σαμάνθα (-δυστυχώς μόνο- με τη φωνή της Σκάρλετ Γιόχανσον), μια ψηφιακή προσωπικότητα με ευαισθησία και χιούμορ. Η σχέση τους θα γίνει ολοένα και πιο στενή δημιουργώντας απρόβλεπτες καταστάσεις.

Στη σκηνή που ακολουθεί ένας φίλος του Θίοντορ, βλέποντας τον να πίνει χυμό φρούτων, του εξηγεί το λάθος του:

«… πρέπει να τρως τα φρούτα και να κάνεις χυμό τα λαχανικά… Κάνοντας χυμό τα φρούτα χάνεις όλες τις ίνες. Ακριβώς αυτό που θέλει το σώμα μας, είναι πολύ σημαντικές αλλιώς είναι μόνο καθαρή ζάχαρη…»


Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Ανθρώπινη φύση και αυστηρότητα των νόμων

«Ο Θουκυδίδης βλέπει στην ανθρώπινη φύση κάποιες ανθρωπολογικές σταθερές», παρατηρεί ο κ. Σκουτερόπουλος, […] «Ο Θουκυδίδης πιστεύει ότι υπάρχουν ενδιάθετες τάσεις του ανθρώπου που δημιουργούν ένα υπόστρωμα πάνω στο οποίο ξετυλίγεται η όποια δραστηριότητά του. Η ιδέα αυτή εκφράστηκε με μεγάλη σαφήνεια σε μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα δημηγορία που υπάρχει στον Θουκυδίδη, ενός κάποιου Διοδότου. Εκεί, συμπυκνώνει όλα όσα θέλει να πει για την ανθρώπινη φύση». 

Θουκυδίδη Ιστορία: Απόσπασμα από τη δημηγορία του Διοδότου (Βιβλίο Γ 45, 1-6)

«Στις διάφορες πόλεις έχει καθιερωθεί η θανατική ποινή για πολλά εγκλήματα και μάλιστα όχι τόσο σοβαρά […] Ωστόσο οι άνθρωποι ρίχνονται στον κίνδυνο ελπίζοντας ότι θα τον αποφύγουν, και κανένας τους ποτέ δεν εκτέθηκε σε κίνδυνο ενώ πίστευε ότι δεν θα τα κατάφερνε σε ότι επίβουλο είχε σχεδιάσει. Το ίδιο και οι πόλεις. Ποια πόλη αποστάτησε ποτέ ενώ πίστευε ότι τα μέσα που διέθετε, τα δικά της ή των συμμάχων της δεν αρκούσαν για ένα τέτοιο εγχείρημα;

Είναι στη φύση όλων, των ατόμων όσο και των πόλεων, να λαθεύουν στους υπολογισμούς τους, και δεν υπάρχει νόμος ικανός να τους εμποδίσει, αφού οι άνθρωποι έχουν δοκιμάσει όλες τις ποινές, κάνοντας τες διαρκώς αυστηρότερες, μήπως και προστατευτούν καλύτερα από τα αδικήματα των κακοποιών. Και είναι πιθανό ότι παλιότερα οι ποινές για τα βαρύτερα αδικήματα ήταν ελαφρότερες, επειδή όμως οι παρανομίες συνεχίζονταν, έφτασε με τον καιρό να είναι οι περισσότερες θανατικές. Παρ’ όλα αυτά, τα ανομήματα εξακολουθούν.

Ή λοιπόν πρέπει να βρεθεί κάτι που να προκαλεί μεγαλύτερο φόβο από τη θανατική ποινή ή να παραδεχτούμε ότι αυτή διόλου δεν αναχαιτίζει το κακό, αλλά ότι αφ’ ενός η φτώχεια με την τόλμη που γεννούν οι ανάγκες, αφ’ ετέρου ο πλούτος με την πλεονεξία που γεννάει η αλαζονεία και η έπαρση, έπειτα οι άλλες περιστάσεις της ζωής, ανάλογα με το ισχυρότερο ακόρεστο πάθος που κυριαρχεί σε καθεμία, εξωθούν τους ανθρώπους, στον κίνδυνο. Και σε κάθε περίπτωση η ελπίδα και ο πόθος, τούτος πηγαίνοντας μπροστά κι εκείνη ακολουθώντας, τούτος σχεδιάζοντας την επιβουλή κι εκείνη υποβάλλοντας την ιδέα πως θα βοηθήσει η τύχη, προξενούν μεγάλες συμφορές και, μολονότι αόρατα τα δύο αυτά, έχουν μεγαλύτερη δύναμη από τα ορατά δεινά. Και πραγματικά, η τύχη δεν έχει μικρότερο μερίδιο στα παραστρατήματα των ανθρώπων. Διότι καμιά φορά παρουσιάζεται ανέλπιστα και παρασύρει κάποιους στην ανάληψη κινδύνων, ενώ γνωρίζουν ότι τα μέσα που διαθέτουν είναι ανεπαρκή, κι αυτό ισχύει περισσότερο για τις πόλεις, στο βαθμό που ο αγώνας είναι για τα πιο μεγάλα, την ελευθερία ή την εξουσία πάνω σε άλλους, και όπου ο καθένας, έχοντας μαζί του όλους τους συμπολίτες του, υπερτιμά αλόγιστα τις δυνάμεις του.

Με λίγα λόγια, είναι αδύνατον και αποτελεί μεγάλη αφέλεια να πιστεύει κανείς πως, όταν η ανθρώπινη φύση ξεκινάει για κάτι που το θέλει ολόψυχα, μπορεί κάπως να συγκρατηθεί με την αυστηρότητα των νόμων ή με κάποιο άλλο φόβητρο».

Εισαγωγή – μετάφραση – σημειώσεις Ν. Μ. Σκουτερόπουλος.

Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2014.

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Μακιαβέλλι: η αλεπού και το λιοντάρι

Φανταστείτε πως είστε ένας ηγεμόνας […] Πως πρέπει να συμπεριφέρεστε; Πρέπει άραγε να είστε έντιμος, να κρατάτε τις υποσχέσεις σας, να φέρεστε πάντα με καλοσύνη, να έχετε την καλύτερη άποψη για τους ανθρώπους;
Ο Νικολό Μακιαβέλλι (1469-1527) θεωρούσε πως αυτό θα ήταν μια μάλλον κακή ιδέα, αν και ίσως θα θέλατε να φαίνεστε έντιμος και να φαίνεστε καλός. Κατά τη γνώμη του, κάποιες φορές είναι καλύτερα να λέμε ψέματα, να αθετούμε τις υποσχέσεις μας ακόμα και να δολοφονούμε τους εχθρούς μας. Ένας ηγεμόνας δεν πρέπει να νοιάζεται για την τήρηση του λόγου του. Όπως το έθεσε ο Μακιαβέλλι, «ένας αποτελεσματικός ηγεμόνας πρέπει να μάθει πώς να μην είναι καλός». Το σημαντικότερο είναι να παραμείνει στην εξουσία, και κάθε τρόπος επίτευξης είναι αποδεκτός. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι το βιβλίο στο οποίο ο Μακιαβέλλι εκφράζει αυτές τις απόψεις, Ο Ηγεμόνας, είναι διαβόητο από τότε που εκδόθηκε το 1532 […]
Ο Ηγεμόνας δεν στόχευε στο να αποτελέσει ένα εγχειρίδιο για τον καθένα, αλλά μόνο για όσους είχαν εξουσία […] Όταν ήταν νεαρός είχε διοριστεί διπλωμάτης, […] είχε συναντήσει πολλούς βασιλιάδες, έναν αυτοκράτορα και τον πάπα. Δεν τους είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση. Ο μόνος ηγέτης που πραγματικά τον εντυπωσίασε ήταν ο Καίσαρας Βοργίας, ένας αδίστακτος άνδρας νόθο τέκνο του πάπα Αλέξανδρου ΣΤ΄, που δεν είχε κανένα ενδοιασμό να εξαπατά τους εχθρούς του και να τους δολοφονεί καθώς κέρδιζε την εξουσία σε μεγάλο μέρος της Ιταλίας. Κατά τον Μακιαβέλλι, ότι έκανε ο Βοργίας ήταν σωστό, αλλά τον νίκησε η ατυχία. Αρρώστησε τη στιγμή που του επιτίθονταν. Η ατυχία έπαιξε σημαντικό πόλο και στη ζωή του  Μακιαβέλλι (φυλακίστηκε, βασανίστηκε και εξορίστηκε), γι’ αυτό και στοχάστηκε σε βάθος αυτό το θέμα.
Τι ακριβώς συμβούλευε λοιπόν ο Μακιαβέλλι και γιατί σοκάρει τόσο πολύ τους περισσότερους αναγνώστες του; Η βασική του ιδέα ήταν ότι ο ηγεμόνας πρέπει να έχει αυτό που ο Μακιαβέλλι αποκαλούσε virtù. Αυτή είναι η ιταλική λέξη για την «ανδροπρέπεια» ή την ανδρεία. Τι σημαίνει; Ο Μακιαβέλλι πίστευε πως η επιτυχία βασίζεται αρκετά στην τύχη. Κατά την γνώμη του, τα μισά όσων μας συμβαίνουν οφείλονται στην τύχη και τα άλλα μισά είναι αποτέλεσμα των επιλογών μας. Πίστευε όμως ότι μπορούμε να βελτιώσουμε τις πιθανότητες επιτυχίας πράττοντας με γενναιότητα και ταχύτητα […]

Ο Μακιαβέλλι ήταν αποφασισμένος να εδραιώσει τη φιλοσοφία του σε όσα πραγματικά συμβαίνουν. Έδειξε στους αναγνώστες του τι εννοούσε με μια σειρά από παραδείγματα της πρόσφατης ιστορίας, εκ των οποίων τα περισσότερα αφορούσαν ανθρώπους που είχε γνωρίσει. Όταν, για παράδειγμα, ο Καίσαρας Βοργίας ανακάλυψε ότι η οικογένεια των Ορσίνι σχεδίαζε να τον ανατρέψει, έκανε πως δε γνώριζε τίποτα. Ξεγέλασε τους ηγέτες τους με το να τους καλέσει για συνομιλίες μαζί του σε ένα μέρος ονόματι Σενιγκάλια. Όταν εκείνοι έφτασαν, τους δολοφόνησε όλους. Ο Μακιαβέλλι επιδοκίμασε αυτή εξαπάτηση. Τη θεωρούσε ένα καλό παράδειγμα της virtù. Όταν και πάλι ο Βοργίας απέκτησε τον έλεγχο της περιοχής Ρομάνια, έθεσε επικεφαλής έναν ιδιαζόντως αμείλικτο άνδρα, τον Ρεμίρο ντε Όρκο. Ο Ντε Όρκο τρομοκρατούσε τον λαό της Ρομάνια ώστε να τον υπακούν. Όταν τα πράγματα στη Ρομάνια ηρέμησαν, ο Βοργίας ήθελε να πάρει αποστάσεις από τη σκληρότητα του Ντε Όρκο. Έτσι, έβαλε κάποιους να τον δολοφονήσουν και άφησε το κορμί του κομμένο στα δύο στην κεντρική πλατεία της πόλης σε κοινή θέα. Ο Μακιαβέλλι επιδοκίμασε αυτή τη στυγερή πράξη, καθώς ο Βοργίας πέτυχε αυτό που ήθελε, δηλαδή να κρατήσει με το μέρος του τους ανθρώπους της Ρομάνια. Αυτοί χαίρονταν που ο Ντε Όρκο ήταν νεκρός, αλλά συγχρόνως συνειδητοποίησαν πως μάλλον ο Βοργίας είχε διατάξει τη δολοφονία και αυτό τους τρόμαζε. Αν ο Βοργίας είχε ασκήσει τόση βία στον διοικητή που ο ίδιος είχε διορίσει, κανείς τους δεν ήταν ασφαλής. Η πράξη του Βοργία ήταν αντρίκια στα μάτια του Μακιαβέλλι: επιδείκνυε virtù και ήταν αυτό που ένας λογικός ηγεμόνας όφειλε να κάνει.

Αυτό ακούγεται ωσάν ο Μακιαβέλλι να επιδοκίμαζε τη δολοφονία. Προφανώς την επιδοκίμαζε σε κάποιες περιστάσεις αν τα αποτελέσματα τη δικαιολογούσαν. Αλλά τα παραδείγματα δε στόχευαν στο να δείξουν αυτό. Ο Μακιαβέλλι προσπαθούσε να δείξει ότι η ενέργεια του Βοργία […] είχε αποτέλεσμα […] Για τον Μακιαβέλλι, αυτό το τελικό αποτέλεσμα είχε μεγαλύτερη σημασία από το πώς επετεύχθη […] Ο Μακιαβέλλι δεν θα επιδοκίμαζε τη δολοφονία δίχως νόημα, τον καθαυτό φόνο […] Η συμπόνια σε τούτες τις περιστάσεις, πίστευε ο Μακιαβέλλι, θα ήταν καταστροφική τόσο για τον Βοργία όσο και για το κράτος.

Ο Μακιαβέλλι τονίζει πως είναι καλύτερο για έναν ηγέτη να τον φοβούνται παρά να τον αγαπούν. Η ιδανική περίπτωση είναι ο συνδυασμός αγάπης και φόβου, αλλά αυτό δύσκολα επιτυγχάνεται. Αν βασίζεστε στην αγάπη των ανθρώπων, τότε διακινδυνεύετε να σας εγκαταλείψουν όταν έρθουν δύσκολοι καιροί. Αν σας φοβούνται, θα είναι υπερβολικά τρομοκρατημένοι για να σας προδώσουν. Αυτός είναι ο κυνισμός του Μακιαβέλλι. Δεν έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση στην ανθρώπινη φύση. Πίστευε πως οι άνθρωποι είναι αναξιόπιστοι, άπληστοι και ανέντιμοι. Αν θέλει κανείς να γίνει ένας επιτυχημένος ηγέτης, αυτό πρέπει να το γνωρίζει. Είναι επικίνδυνο να πιστεύει κανείς ότι οι άνθρωποι θα τηρούν τις υποσχέσεις τους, εκτός αν τρέμουν τις συνέπειες από το να τις αθετήσουν.

Αν μπορείτε να πετύχετε αυτό που επιδιώκετε δείχνοντας καλοσύνη τηρώντας τις υποσχέσεις σας και αγαπώντας, τότε οφείλετε να το κάνετε (ή τουλάχιστον να φαίνεται ότι το κάνετε). Αλλά αν δεν μπορείτε, τότε πρέπει να συνδυάζετε αυτές τις ανθρώπινες ιδιότητες με κάποιες ζωώδεις […] Τα ζώα που μπορούν να μας διδάξουν είναι η αλεπού και το λιοντάρι. Η αλεπού είναι πανούργα και αντιλαμβάνεται τις παγίδες, αλλά το λιοντάρι είναι πάρα πολύ ισχυρό και προκαλεί τρόμο. Δεν είναι καλό να είστε συνέχεια λιοντάρι, δηλαδή να δράτε με θηριώδη ισχύ, αφού αυτό μπορεί να σας ρίξει σε κάποια παγίδα. Ούτε μπορείτε να είστε απλώς μια πονηρή αλεπού, μερικές φορές χρειάζεστε τη δύναμη του λιονταριού για να μείνετε ασφαλείς. Αν όμως βασίζεστε στην καλοσύνη και στο αίσθημα δικαίου, δεν θα αντέξετε για πολύ. Ευτυχώς, οι άνθρωποι είναι εύπιστοι. Παρασύρονται από τα φαινόμενα. Έτσι, ως ηγέτης, ίσως μπορέσετε να τα βγάλετε πέρα δείχνοντας πως είστε έντιμοι και καλοί, ενόσω αθετείτε τις υποσχέσεις και δράτε με σκληρότητα. […]


(Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, σ. 69-74)