Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Η πολιτική θεωρία του απολυταρχισμού


Η αυταρχική συμπεριφορά των ηγετών του 16ου, 17ου και 18ου αιώνα είχε καθαγιαστεί από μια ανάλογη πολιτική θεωρία. […]

Ένας από τους πρώτους φιλοσόφους που ενθάρρυνε τις απολυταρχικές φιλοδοξίες μοναρχών ήταν ο Γάλλος Μποντέν (Jean Bodin, 1530-1596). Συμφωνούσε με τους μεσαιωνικούς φιλοσόφους ότι οι ηγεμόνες δεσμεύονταν από τον θείο νόμο και αναγνώριζε ότι ο αρχηγός ενός κράτους έχει ηθική υποχρέωση να σέβεται τις συνθήκες που έχει υπογράψει. Ο Μποντέν, ωστόσο, δεν θεωρούσε χρήσιμο το κοινοβούλιο από καμία άποψη. Αρνούνταν με έμφαση το δικαίωμα κάθε νομοθετικού σώματος να επιβάλει οποιουσδήποτε περιορισμούς στη βασιλική εξουσία. Αν και παραδεχόταν ότι οι ηγεμόνες που παραβίαζαν τον θείο ή τον φυσικό νόμο ήταν τύραννοι, αρνούνταν να δεχτεί ότι οι υπήκοοι του είχαν δικαίωμα εξεγέρσεως εναντίον τους. Η εξουσία του ηγεμόνα προερχόταν από το θεό και η υπέρτατη υποχρέωση του λαού ήταν η παθητική υποταγή. Η επανάσταση έπρεπε να αποφεύγεται με κάθε θυσία, επειδή καταστρέφει την ισορροπία εκείνη που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση κάθε προόδου. Η κύρια συμβολή του Μποντέν, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι, ήταν η διατύπωση του δόγματος της κυριαρχίας, που καθόρισε ως «ανώτατη εξουσία επάνω σε πολίτες και υπηκόους, που δεν δεσμεύεται από νόμους». Με αυτό εννοούσε ότι ο ηγεμόνας, που είναι ο μόνος κυρίαρχος του κράτους, δεν δεσμεύεται από ανθρώπινους νόμους. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως νομικός περιορισμός στην εξουσία του εκτός από την υποταγή στον φυσικό ή ηθικό νόμο που έχει προέλθει από το Θεό.

Το εξώφυλλο της πρώτης εκδοσης
του Λεβιάθαν
Ο πιο αξιοσημείωτος από όλους τους αποστόλους της απολυταρχίας ήταν ο Χομπς (Thomas Hobbes, 1588-1679), ο οποίος έγραψε στη διάρκεια του αγγλικού εμφυλίου πολέμου, καθώς και μετά το τέλος του. Θορυβημένος από την τροπή των γεγονότων στην Αγγλία, ο Χομπς ανυπομονούσε για την αναβίωση της μοναρχίας. Ωστόσο, ο υλισμός του και το δόγμα του σχετικά με την κοσμική προέλευση της μοναρχίας δεν τον έκανε καθόλου αγαπητό στους Στιούαρτ. Για τίτλο του κυριότερου έργου του, ο Χομπς διάλεξε το όνομα Λεβιάθαν για να υποδηλώσει την αντίληψή του για το κράτος, αντίληψη ενός παντοδύναμου τέρατος (στο βιβλίο του Ιώβ, ο Λεβιάθαν είναι το τέρας που κυβερνούσε το πρωτογενές χάος). Όλες οι ενώσεις ατόμων στο πλαίσιο ενός κράτους, δεν είναι παρά «σκουλήκια στα εντόσθια του Λεβιάθαν». Η ουσία της πολιτικής φιλοσοφίας του Χομπς συνδέεται άμεσα με τη θεωρία του ως προς την προέλευση του κράτους. Υποστήριξε ότι, αρχικά όλοι οι άνθρωποι ζούσαν σε μια φυσική κατάσταση, χωρίς τον περιορισμό κανενός νόμου, εκτός από εκείνου του κτηνώδους ιδιοτελούς συμφέροντός τους. Η φυσική κατάσταση του ανθρώπου δεν ήταν παράδεισος αθωότητας και ευτυχίας, αλλά κατάσταση γενικής αθλιότητας. Κατά τον Χομπς, «ο άνθρωπος είναι λύκος για τον συνάνθρωπό του». Η ζωή για το άτομο «ήταν μοναχική, φτωχή, άθλια, κτηνώδης και βραχεία». Προκειμένου να γλυτώσουν από αυτόν τον αγώνα του καθενός εναντίον όλων, οι άνθρωποι τελικά ενώθηκαν μεταξύ τους για να σχηματίσουν την πολιτισμένη κοινωνία. Συνέταξαν ένα συμβόλαιο με το οποίο όλα τους τα δικαιώματα απαλλοτριώνονταν από τον κυρίαρχο ηγεμόνα τους. Έτσι ο ηγεμόνας, αν και δεν συμμετείχε στο συμβόλαιο, ήταν ο καρπωτής της απόλυτης εξουσίας: Οι άνθρωποι είχαν δώσει τα πάντα για το μοναδικό ευλογημένο αγαθό της ασφάλειας. Σε αντίθεση με τον Μποντέν, ο Χομπς δεν αναγνώριζε κανένα φυσικό ή θείο νόμο ως περιορισμό της εξουσίας του ηγεμόνα. Η απολυταρχία, υποστήριζε, εγκαθιδρύθηκε από τον ίδιο το λαό και, κατά συνέπεια, ο λαός δεν είχε δικαίωμα να παραπονιέται αν ο ηγέτης του γινόταν τύραννος. Στη βάση της επαγωγής, χωρίς καμιά αναφορά στη θρησκεία ή την ιστορία, ο Χομπς έφτασε στο συμπέρασμα ότι ο βασιλιάς έχει το δικαίωμα να κυβερνά δεσποτικά όχι επειδή αντλεί το δικαίωμα από το Θεό, αλλά επειδή ο λαός έχει δώσει σ’ αυτόν απόλυτη εξουσία.

Ο μεγάλος Ολλανδός Γκρότιους (Hugo Grotius, 1583-1645) μπορεί να θεωρηθεί ένας ακόμα εκφραστής του απολυταρχισμού, αν και γι’ αυτόν, το ζήτημα της εξουσίας σ’ ένα κράτος ήταν μάλλον περιθωριακό σε σχέση με το ευρύτερο πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ κρατών. Ζώντας την περίοδο της εξέγερσης των Κάτω Χωρών και του Τριακονταετούς Πολέμου, ο Γκρότιους είχε πειστεί για την αναγκαιότητα κανόνων που θα περιόριζαν τις διακρατικές σχέσεις σε ένα σχήμα λογικής και τάξης. Έγραψε το περίφημο έργο Νόμος του Πολέμου και της Ειρήνης για να αποδείξει ότι οι αρχές της πρωτογενούς δικαιοσύνης και ηθικής πρέπει να κυριαρχούν στις σχέσεις μεταξύ των εθνών. Είχε αντλήσει μερικές από αυτές τις αρχές από το ρωμαϊκό Δίκαιο των λαών και άλλες από το μεσαιωνικό φυσικό δίκαιο. Για τις εμπεριστατωμένες απόψεις του θεωρείται ένας από τους κυριότερους ιδρυτές του διεθνούς δικαίου. Η απέχθειά του προς τις ταραχές τον οδήγησε επίσης να συνηγορήσει υπέρ της απολυταρχικής διακυβέρνησης. Δεν καταλάβαινε πως μπορούσε να επιτευχθεί η τήρηση της τάξης στο εσωτερικό μιας επικράτειας, αν ο ηγέτης της δεν διέθετε απεριόριστη εξουσία. Υποστήριξε ότι, αρχικά οι άνθρωποι, είτε είχαν παραδοθεί με τη θέλησή τους σε κάποιον ηγέτη είτε είχαν υποχρεωθεί να υποκύψουν σ’ αυτόν, εξαιτίας της ανώτερης δύναμής του, μια και είχαν εγκαθιδρύσει ένα κράτος, όφειλαν να υποτάσσονται σ’ αυτόν αδιαμαρτύρητα για πάντα […]

Ο μερκαντιλισμός και η πολιτική των μοναρχών ταίριαζαν απόλυτα με τις νέες θεωρίες του απολυταρχισμού. Η ρήση «Το κράτος είμαι εγώ» που αποδίδεται στον Λουδοβίκο τον ΙΔ΄, δεν ήταν απλώς ο αυθάδης κομπασμός ενός τυράννου, αλλά εξέφραζε σε μεγάλο βαθμό την επικρατούσα αντίληψη για τη διακυβέρνηση των χωρών της ηπειρωτικής Ευρώπης.    


(ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2006, σελ. 332-336)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου