Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Η προσωπικότητα του Σωκράτη σύμφωνα με τον Αριστοτέλη

Όπως μας τον παρουσιάζει ο Αριστοτέλης στα λίγα αποσπάσματα που του αφιερώνει, είναι ένας άνθρωπος μάλλον συμπαθής, μετριόφρων, χωρίς μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του.

Πρώτο παράδειγμα: ο Αρίστιππος χρησιμοποιεί ως επιχείρημα την αβρή και μετρημένη στάση του για να αποστομώσει τον Πλάτωνα σε μια από τις διαμάχες τους – διαμάχη μεταξύ συμμαθητών, στην οποία και δίνει τέλος επικαλούμενος τη μορφή του δασκάλου: «Ή όπως απάντησε ο Αρίστιππος στον Πλάτωνα θεωρώντας ότι αυτός μιλούσε με έπαρση: “Πάντως, ο φίλος μας δεν μίλησε ποτέ με παρόμοιο τρόπο”, υπαινισσόμενος τον Σωκράτη» (Ρητορική, Β, 23, 1398b, 29-31).

Άλλο παράδειγμα: ο Σωκράτης είναι από τους ανθρώπους που όταν κάποιος εγκωμιάζει τα προτερήματά τους, οι ίδιοι έχουν την τάση να τα μετριάζουν. Σ’ αυτό μάλιστα έγκεινται, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, και μια από τις σημασίες της σωκρατικής ειρωνείας. Καμιά ανάγκη για προβολή, καμιά ανάγκη για επιβεβαίωση στα μάτια των άλλων. «Οι είρωνες, από τη μεριά τους, επιμένουν να εμφανίζονται κατώτεροι όσων τους αποδίδονται. Παρουσιάζουν έτσι έναν πιο εκλεπτυσμένο χαρακτήρα (χαριέστεροι), γιατί, όπως φαίνεται, δεν μιλούν μ’ αυτό τον τρόπο προσβλέποντας σε κάποιο όφελος, αλλά για ν’ αποφύγουν την επίδειξη. Και μάλιστα αυτά που αρνούνται ότι διαθέτουν είναι τα γνωρίσματα που εξασφαλίζουν και τις μεγαλύτερες τιμές όπως ακριβώς συνέβαινε στην περίπτωση του Σωκράτη» (Ηθικά Νικομάχεια, Δ, 13, 1127b, 22-26).

Ο Αριστοτέλης πηγαίνει ακόμη παραπέρα, παρουσιάζοντας τον Σωκράτη ως πρότυπο μεγαλοψυχίας: «Αν, για παράδειγμα, ζητάμε να μάθουμε τι είναι η μεγαλοψυχία, μπορούμε να παρατηρήσουμε κάποιους άνδρες που είναι γνωστοί ως μεγαλόψυχοι, για να δούμε ποιο είναι το κοινό τους γνώρισμα. Αν λοιπόν ο Αλκιβιάδης, ο Αχιλλέας ή ο Αίαντας, είναι μεγαλόψυχοι, ποιο είναι το ιδιαίτερο στοιχείο στο οποίο οφείλουν αυτό το χαρακτηρισμό; Είναι το ότι δεν ανέχονται την προσβολή. Πράγματι, γι’ αυτό το λόγο ο πρώτος ξεκίνησε πόλεμο, ο δεύτερος οργίστηκε και ο τρίτος αυτοκτόνησε. Στη συνέχεια, ας εξετάσουμε κι άλλους άνδρες, σαν τον Λύσανδρο και τον Σωκράτη. Αν θεωρούμε πως ήταν μεγαλόψυχοι επειδή ήταν αδιάφοροι απέναντι στην καλή και στην κακή τύχη, συγκρατώντας αυτά τα δύο χαρακτηριστικά αναζητάμε το κοινό γνώρισμα που υπάρχει ανάμεσα στο να δείχνει κανείς απάθεια απέναντι στην τύχη και στο να μην ανέχεται την προσβολή. Αν δεν βρίσκουμε τίποτα κοινό, είναι γιατί υπάρχουν δυο είδη μεγαλοψυχίας» (Αναλυτικά Ύστερα, Β, 13, 97b, 15-25). Σ’ αυτό το απόσπασμα από τα Αναλυτικά Ύστερα ο Αριστοτέλης πραγματεύεται ένα ζήτημα λογικής και χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα το οποίο πρέπει ν’ αντανακλά καθένα από τα σημεία στον κανόνα του ορισμού. Η αναφορά δε στο πρόσωπο του Σωκράτη έχει χαρακτήρα έμμεσης απόδειξης. Αυτό σημαίνει ότι ο Αριστοτέλης δεν χρειάζεται να αιτιολογήσει γιατί επιλέγει τον Σωκράτη σαν παράδειγμα ενός τύπου μεγαλοψυχίας. Η επιλογή θεωρείται μάλλον δεδομένη στην Αθήνα της εποχής του […]

Ο Thomas Deman υποστηρίζει ότι το πορτρέτο του μεγαλόψυχου στα Ηθικά Νικομάχεια (Δ, 3-4, 1124 κ.ε.) εμπνέεται από την εικόνα του Σωκράτη που μετέφερε η παράδοση. Όμως το πιο αξιοσημείωτο εδώ είναι ότι ο Αριστοτέλης, τοποθετώντας τον Σωκράτη ανάμεσα στους μετριόφρονες, τους είρωνες και τους μεγαλόψυχους που μένουν «απαθείς απέναντι στην τύχη», απαλείφει τη ραχοκοκαλιά της εκκεντρικότητας του. Τον παρουσιάζει σαν μια καλόκαρδη προσωπικότητα […], αλλά σε καμιά περίπτωση σαν ένα ανησυχητικό πρότυπο, έναν τύπο με παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, όπως τον περιγράφει, για παράδειγμα, ο Ξενοφώντας στο δικό του Συμπόσιο, έναν τύπο που τον κοιτάμε με μισό μάτι και που, όπως θ’ αποδειχτεί και στη δίκη του, καταλήγει να γίνει ανυπόφορος […]

Ο Αριστοτέλης καταφέρεται εναντίον των σοφιστών, οι οποίοι στηρίζονται σε ψευδείς συλλογισμούς και παρουσιάζονται σαν να γνωρίζουν σε βάθος όλα τα θέματα για τα οποία μιλάνε […] Ο Σωκράτης όμως δεν υπέπεσε σ’ αυτό το σφάλμα, αλλά φροντίζει να κάνει τη σχετική διάκριση, «και γι’ αυτόν τον επιπλέον λόγο ο Σωκράτης έθετε ερωτήματα αλλά δεν έδινε απαντήσεις: ομολογούσε ότι δεν ξέρει τίποτα» (Σοφιστικοί έλεγχοι, 34, 183b, 6-8) […]

[…] Πως ένας δάσκαλος, πως ένας απλός άνθρωπος αρκείται στο να βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση χωρίς να γνωρίζει ποτέ τ’ αποτελέσματα των ερευνών του; […]

Ο Αριστοτέλης έχει τους λόγους του να μην εκπλήσσεται από την ομολογία άγνοιας του Σωκράτη […] Μ’ αυτό τον τρόπο, ο Αριστοτέλης δεν χρειάζεται να παραπέμψει στην ειρωνεία, δεν χρειάζεται να ερμηνεύει αυτή τη μη γνώση σαν προσποίηση ή σαν επιθυμία παραπλάνησης του συνομιλητή ούτως ώστε αυτός να αναλογιστεί ή να ανασκευάσει τις σκέψεις του. Ο Σωκράτης δεν ήξερε και είχε δίκιο να δηλώνει δημόσια ότι δεν ξέρει, γιατί το πρωταρχικό γι’ αυτόν ήταν να παραμείνει μέσα στην απορία, να μη βγει ποτέ από την ερωτηματοθεσία, να μην πάψει ποτέ ν’ αναζητεί, σαν να μην υπήρχε λύση, ή σαν να μην ήταν παρά δόλωμα ώστε να ανατροφοδοτείται η αναζήτηση. […] Πως εξηγείται, όμως αυτή η καθολική απουσία βεβαιότητας; Είναι δυνατή; Πως μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος αν δεν ξέρει τίποτα, αν δεν πιστεύει σε τίποτα, […] Όλα αυτά ελάχιστα απασχολούν ή προβληματίζουν τον Αριστοτέλη. Είδαμε άλλωστε ότι ορίζει την ειρωνεία πολύ διαφορετικά απ’ ότι οι μετέπειτα φιλόσοφοι ή σχολιαστές: η ειρωνεία δεν είναι παρά μια έκφραση μετριοφροσύνης, δεν είναι σε καμία περίπτωση ένα τέχνασμα που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο Σωκράτης προκειμένου να μας πείσει ότι δεν ξέρει τίποτα.

Ένα άλλο απόσπασμα από τη Ρητορική αυτή τη φορά, επιβεβαιώνει την οπτική του Αριστοτέλη. Πρόκειται για ένα χωρίο από το κεφάλαιο για την ερώτηση. Εκεί ο Σωκράτης παρουσιάζεται σαν εξπέρ στην τέχνη να μην απαντάει στις ερωτήσεις και ν’ αποφεύγει τις παγίδες που του στήνει ο συνομιλητής.

«Για παράδειγμα ο Σωκράτης. Όταν ο Μέλητος τον κατηγορούσε ότι δεν πιστεύει στους θεούς, εκείνος τον ρώτησε μήπως παρ’ όλα αυτά επιβεβαίωνε [ο ίδιος, δηλαδή ο Σωκράτης] την ύπαρξη μιας δαιμονικής φύσης (διαμόνιον τι). Ο Μέλητος συγκατένευσε. Τότε εκείνος τον ρώτησε αν οι δαίμονες είναι παιδιά των θεών ή κάτι θεϊκό κι αφού ο Μέλητος απάντησε καταφατικά, εκείνος του είπε: “Υπάρχει λοιπόν κάποιος στον κόσμο που να παραδέχεται την ύπαρξη παιδιών των θεών αλλά όχι την ύπαρξη των ίδιων των θεών;”» (Ρητορική, Γ, 18, 1419a 8-12).

Ο Αριστοτέλης δεν επιλέγει ένα τυχαίο παράδειγμα. Δεν θα μπορούσε να αγνοεί ότι αυτό προέρχεται από τη δίκη του Σωκράτη, ούτε ότι ο Μέλητος ήταν ο κατήγορος που είχε ανοίξει το δρόμο για την καταδίκη του (Απολογία Σωκράτη, 27c-e). Ο θάνατος ελλοχεύει, αλλά ο Σωκράτης εξακολουθεί να συμπεριφέρεται όπως πάντα. Επιμένει να είναι αυτός που θέτει τις ερωτήσεις, χωρίς να ενδίδει σε εκφοβισμούς και φροντίζει να υποδείξει στον υποτιθέμενο υπερασπιστή της δικαιοσύνης τις αντιφάσεις και την ανοησία του. Διαφυλάσσει με ευχέρεια τη σχέση του με το δαιμόνιο του, χωρίς να χρειάζεται να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. Προκειμένου ν’ αποφύγει την ομολογία πίστης στους θεούς, κάτι ενδεχομένως θα τον ανάγκαζε να προβεί σε λεπτές διακρίσεις, υποχρεώνει τον Μέλητο να ομολογήσει τη δική του αδυναμία να αποδείξει ότι ο Σωκράτης δεν πιστεύει στους θεούς. Λες και το βασικό ζήτημα για εκείνον ήταν ακριβώς αυτό!


(Εκδόσεις Κέλευθος, 2013, σ. 25-32)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου