Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Ο μεγαλύτερος εχθρός των ψευτο-Ρεπουμπλικανών



Η αμερικανική τηλεοπτική σειρά  The Newsroom παρακολουθεί τον τηλεοπτικό αστέρα των ειδήσεων του φανταστικού τηλεοπτικού σταθμού Atlantis Cable News (ACN), Will McAvoy.

Στο δέκατο επεισόδιο της πρώτης σεζόν ο Will, σαν πραγματικός Ρεπουμπλικανός, συνεχίζοντας τη αποδόμηση του Tea Party, όχι μόνο ανασκευάζει τους ισχυρισμούς των στελεχών του ότι οι ΗΠΑ ιδρύθηκαν ως Χριαστιανικό Έθνος, αλλά, αναδυκνύει και τον μεγαλύτερο εχθρό των ψευτο-Ρεπουμπλικάνων όπως τους αποκαλεί:

Στις συγκεντρώσεις του Tea Party ακούσαμε ότι η Αμερική ιδρύθηκε ως Χριστιανικό Έθνος, και πως αν οι πατέρες του Έθνους μας ήταν εδώ, θα μας το επιβεβαίωναν.

Εδώ είναι ο Τζον Άνταμς στη Συνθήκη της Τρίπολης: «Η Κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν είναι, σε καμιά περίπτωση, βασισμένη στη χριστιανική θρησκεία»

Και εδώ ο Τόμας Τζέφερσον: «Τα πολιτικά μας δικαιώματα δεν εξαρτώνται από τις θρησκευτικές μας πεποιθήσεις»

Και εδώ η πρώτη τροπολογία στο Σύνταγμα των ΗΠΑ: «Το Κογκρέσο δεν θα θεσπίζει νόμους σε σχέση με την καθιέρωση θρησκείας».

Ακόμα πιο τρομακτικό από τη διαστρέβλωση της ιστορίας μας είναι πως οι λογικοί, έξυπνοι, και ισχυροί Ρεπουμπλικανοί, αυτοί που θα έπρεπε να εναντιώνονται στον ακραίο δογματισμό, φοβούνται πως θα χάσουν τις προκριματικές εκλογές από θρησκευτικούς ζηλωτές που έχουν παραιτηθεί κάθε λογικής. Κι έτσι έχουμε αυτό … John MacCain: «Ναι, το Σύνταγμα καθιέρωσε τις ΗΠΑ ως χριστιανικό έθνος».

Είναι ειρωνικό γιατί ο μεγαλύτερος εχθρός των ψευτο- Ρεπουμπλικάνων, δεν είναι η Νάνσι Πελόσι ή ο Χάρι Ριντ ή η Χιλαρι Κλίντον ή ο Μπάρακ Ομπάμα. Είναι αυτός ο άνδρας (Ιησούς). Είπε: «θεραπεύστε τους αρρώστους, ταΐστε τους πεινασμένους, φροντίστε τους αδυνάτους και να προσεύχεστε ιδιωτικά».



Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Η φάρμα των ζώων (10)


Κεφάλαιο δέκατο

Τα χρόνια πέρασαν. Οι εποχές έρχονταν κι έφευγαν και μαζί τους η σύντομη ζωή των ζώων. Ήρθε καιρός που δεν υπήρχε κανείς να θυμάται τις παλιές μέρες πριν την Επανάσταση εκτός από την Κλόβερ, το Βενιαμίν, το Μωησή το κοράκι, και μερικά γουρούνια.

[…] Η Κλόβερ ήταν πια μια γέρικη φοράδα […] Είχαν περάσει δύο χρόνια απ’ τον καιρό που έπρεπε να πάρει σύνταξη. […] Ο Ναπολέων ήταν τώρα ένας ώριμος, καλοθρεμμένος κάπρος. Ο Σκουήλερ ήταν τόσο χοντρός, που με δυσκολία μπορούσε να βλέπει μέσα από τις δίπλες των ματιών του. Μόνο ο γέρο-Βενιαμίν ήταν όπως πάντα· ίσως πιο σκυθρωπός και πιο σιωπηλός από ποτέ.

Τώρα, είχε αυξηθεί ο πληθυσμός, αν και όχι βέβαια όσο περίμεναν στην αρχή. Είχαν γεννηθεί πολλά ζώα, που γι’ αυτά η Επανάσταση ήταν μόνο μια θαμπή παράδοση που περνούσε από στόμα σε στόμα […]

Το κτήμα βρισκόταν τώρα σε μεγαλύτερη ακμή και ήταν καλύτερα οργανωμένο […] Ο ανεμόμυλος είχε τελειώσει επιτέλους και το κτήμα διέθετε μια αλωνιστική μηχανή κι ένα τρακτέρ για να μαζεύουν το σανό. […] Ο ανεμόμυλος, πάντως δεν χρησίμεψε τελικά για να παράξει ηλεκτρική δύναμη. Χρησιμοποιήθηκε για να αλέθει το καλαμπόκι και έφερε ένα σημαντικό κέρδος. Τα ζώα δούλευαν σκληρά για να κτίσουν κι άλλο ένα ανεμόμυλο. Τους είπαν ότι όταν θα τελείωνε αυτός, τότε θα τοποθετούσαν γεννήτριες. Όμως δεν γινόταν πια λόγος για τις πολυτέλειες που ο Σνόουμπωλ τους είχε μάθει να ονειρεύονται: για τους στάβλους με ηλεκτρικό φως, για το κρύο και ζεστό νερό, και για τις τρεις εργάσιμες μέρες την εβδομάδα. Ο Ναπολέων τις είχε αποκηρύξει αυτές τις ιδέες σαν αντίθετες με το πνεύμα του Ζωισμού. Η αληθινή ευτυχία, έλεγε, βρίσκεται στη σκληρή εργασία και στο λιτό τρόπο ζωής.

Κατά κάποιο τρόπο, το κτήμα φαινόταν να ευημερεί· όμως αυτή η ευημερία δεν φαινόταν να αφορά παρά μόνο τα γουρούνια και τους σκύλους. Η ζωή των υπόλοιπων ζώων έμενε ίδια […] Καμιά φορά, τα πιο γέρικα απ’ αυτά, βασάνιζαν τη θολή μνήμη τους και προσπαθούσαν να διαπιστώσουν αν τα πράγματα ήταν καλύτερα τις παλιές μέρες της Επανάστασης μόλις έδιωξαν τον Τζόουνς ή τώρα. Δεν μπορούσαν να θυμηθούν. […] Μόνο ο γέρο-Βενιαμίν ισχυριζόταν ότι θυμάται κάθε λεπτομέρεια της μακριάς ζωής του και ξέρει πως τα πράγματα ποτέ δεν ήταν ούτε μπορούσαν να είναι καλύτερα ή χειρότερα – μια που «η πείνα, ο μόχθος και η απογοήτευση», έλεγε, «είναι ο αμετάβλητος νόμος της ζωής».

Παρ’ όλα αυτά, τα ζώα δεν έπαψαν ποτέ να ελπίζουν. Κάτι περισσότερο: δεν έπαψαν ποτέ, ούτε για μια στιγμή, να αισθάνονται πως ήταν μεγάλη τιμή και προνόμιο το γεγονός ότι ήταν μέλη του Κτήματος των Ζώων. […]

Κανένα απ’ τα παλιά όνειρα δεν εγκαταλείφθηκε. Ακόμα πίστευαν στη Δημοκρατία των Ζώων που τους είχε προφητέψει ο γέρο-στρατηγός, […] Μπορεί η ζωή τους νάταν σκληρή και να μην είχαν πραγματοποιηθεί όλες οι ελπίδες τους, αλλά είχαν συνείδηση του γεγονότος ότι δεν είναι σαν τα άλλα ζώα. Αν πεινούσαν, αυτό δε συνέβαινε γιατί τάιζαν τυραννικά ανθρώπινα παράσιτα. […] Κανένα πλάσμα ανάμεσα τους δε στεκόταν στα δύο του πόδια. Κανένας δεν αποκαλούσε τον άλλο «αφέντη». Όλα τα ζώα ήταν ίσα.

Μια καλοκαιριάτικη μέρα, ο Σκουήλερ διέταξε τα πρόβατα να τον ακολουθήσουν. Τα οδήγησε σ’ ένα άγονο κομμάτι γης στην άλλη άκρη του κτήματος […] Έμειναν ολόκληρη την εβδομάδα και σ’ αυτό το διάστημα, τα’ άλλα ζώα δεν τα είδαν καθόλου. Ο Σκουήλερ έμενε μαζί τους σχεδόν όλη μέρα. Τα μάθαινε, είπε, ένα καινούργιο τραγούδι, πράγμα που χρειαζόταν κάποιαν απομόνωση.

Ακριβώς μετά το γυρισμό των προβάτων, ένα όμορφο δειλινό που τα ζώα είχαν μόλις τελειώσει τη δουλειά τους κι ετοιμάζονταν να γυρίσουν στο στάβλο, άκουσαν ένα τρομακτικό χλιμίντρισμα αλόγου που ερχόταν από την αυλή. […] Όλα τα ζώα έτρεξαν με καλπασμό στην αυλή. Τότε είδαν αυτό που είχε δει η Κλόβερ.

Ήταν ένα γουρούνι που στεκόταν όρθιο.

Μάλιστα, ήταν ο Σκουήλερ. Λίγο αδέξια […] αλλά με τέλεια ισορροπία, έκοβε βόλτες στην αυλή. Αμέσως μετά, από την πόρτα του σπιτιού βγήκαν στη σειρά άλλα γουρούνια περπατώντας όρθια. […] Τελικά ακούστηκε ένα φοβερό γαύγισμα από τους σκύλους και ένα διαπεραστικό λάλημα του πετεινού και βγήκε ο Ναπολέων, βαδίζοντας στα πισινά του πόδια όλος μεγαλοπρέπεια, ρίχνοντας υπεροπτικές ματιές δεξιά κι αριστερά, με τα σκυλιά να χοροπηδούν ολόγυρά του.

Κρατούσε και ένα μαστίγιο.

Επικράτησε νεκρική σιγή. Κατάπληκτα, έντρομα, τα ζώα συσπειρώθηκαν όλα μαζί παρακολουθώντας τη μακριά σειρά των γουρουνιών που περπατούσαν αργά μέσα στην αυλή. Ήταν σα να είχε αναποδογυρίσει ολόκληρος ο κόσμος! Τότε, ήρθε μια στιγμή όπου η πρώτη ταραχή πέρασε, και, παρά το φόβο των σκύλων, και παρά τη συνήθεια τόσων χρόνων να μην παραπονιούνται ποτέ, […] ετοιμάστηκαν να διαμαρτυρηθούν. Αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή, σαν από σύνθημα, όλα τα πρόβατα ξέσπασαν σ’ ένα βροντερό βέλασμα φωνάζοντας όλα μαζί:

«Τέσσερα πόδια καλό, δύο πόδια καλύτερο! Τέσσερα πόδια καλό, δύο πόδια καλύτερο! Τέσσερα πόδια καλό, δύο πόδια καλύτερο!»

Αυτό συνεχίστηκε πέντε λεπτά χωρίς διακοπή. Και όταν σώπασαν τα πρόβατα, η ευκαιρία να διαμαρτυρηθούν είχε περάσει, γιατί τα γουρούνια είχαν ξαναμπεί στο σπίτι.

Ο Βενιαμίν αισθάνθηκε κάποιον να τον ακουμπάει στον ώμο. Κοίταξε πίσω του. Ήταν η Κλόβερ […] τον τράβηξε απαλά και τον οδήγησε στην άκρη της σιταποθήκης όπου ήταν γραμμένες οι Εφτά Εντολές. Για ένα λεπτό, στάθηκαν και κοίταζαν τον τοίχο με τα γράμματα […] «Δε μου λες Βενιαμίν, είναι οι Εφτά Εντολές όπως ήταν γραμμένες πάντοτε;»

Για πρώτη φορά ο Βενιαμίν δέχθηκε να παραβεί τις αρχές του, και διάβασε δυνατά τι έβλεπε γραμμένο στον τοίχο. Δεν υπήρχε τίποτα τώρα, εκτός από μια μοναδική Εντολή. Έλεγε:

ΟΛΑ ΤΑ ΖΩΑ ΕΙΝΑΙ ΙΣΑ
ΑΛΛΑ ΜΕΡΙΚΑ ΖΩΑ ΕΙΝΑΙ
ΠΙΟ ΙΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΛΛΑ

Κατόπιν αυτού δε φάνηκε παράξενο το γεγονός ότι την άλλη μέρα τα γουρούνια που επέβλεπαν την εργασία στο κτήμα κρατούσαν από ένα μαστίγιο στο μπροστινό τους πόδι· […] δε φάνηκε περίεργο όταν ο Ναπολέων εμφανίστηκε με μια πίπα στο στόμα να κάνει βόλτες στον κήπο του Κτήματος, όχι, ούτε ακόμα όταν τα γουρούνια έβγαλαν από την ντουλάπα τα ρούχα του κ. Τζόουνς και τα φόρεσαν. […]

Μια εβδομάδα αργότερα, ένα απόγευμα, ήρθαν μερικά αμάξια στο αγρόκτημα. Είχαν προσκαλέσει μια επιτροπή ιδιοκτητών από τα γειτονικά κτήματα να κάνουν μια επιθεώρηση […]

Το βραδάκι ακούστηκαν γέλια και τραγούδια από το σπίτι. Ξαφνικά, έπιασε τα ζώα μια περιέργεια ακούγοντας όλες αυτές τις φωνές. Τι θα μπορούσε να συμβεί τώρα που τα ζώα συναντιόνταν με τους ανθρώπους για πρώτη φορά σαν ίσος προς ίσο; Με μια κίνηση, όλα μαζί, σύρθηκαν μέσα στον κήπο του σπιτιού όσο πιο σιγά μπορούσαν. […] Πατώντας στα νύχια, έφτασαν στο σπίτι και τα πιο ψηλά κοίταξαν στα παράθυρα της τραπεζαρίας. Εκεί, γύρω από το μεγάλο τραπέζι, κάθονταν μια ντουζίνα κτηματίες κι έξη από τα πιο εξέχοντα γουρούνια. Ο Ναπολέων κάθονταν στην τιμητική θέση επικεφαλής του τραπεζιού. […]

Ο κ. Πίλκινγκτον σηκώθηκε όρθιος με το κύπελλο στο χέρι. Ζήτησε από τη συντροφιά την άδεια να κάνει μια πρόποση, αλλά πριν κάνει την πρόποση αισθάνεται ότι επιβάλλεται να πει μερικά πράγματα.

Είναι πολύ ευχάριστο γι’ αυτόν, είπε, […] ότι η μακρά περίοδος των παρεξηγήσεων και της δυσπιστίας έληξε. […] Είχαν ανησυχήσει για τις επιπτώσεις που ενδεχομένως θα είχε μια τέτοια κατάσταση στα δικά τους ζώα ή ακόμα και στους ανθρώπους υπαλλήλους τους. Αλλά τώρα όλες αυτές οι αμφιβολίες είχαν σκορπιστεί. […] Πραγματικά σήμερα αυτός κι οι φίλοι του παρατήρησαν πολλές μεθόδους τις οποίες σκόπευαν να εφαρμόσουν αμέσως και στα δικά τους κτήματα. […] ο κύριος Πίλκινγκτον συνεχάρη ακόμα μια φορά τα γουρούνια για το πενιχρό συσσίτιο, τα μεγάλα ωράρια εργασίας και τη γενική απουσία καλοζωίας στο Κτήμα των Ζώων […] «Κύριοι», κάνω μια πρόποση: πίνω στην άνθηση και την ευημερία του Κτήματος των Ζώων».

Επάνω σ’ αυτό, επικράτησε ενθουσιασμός και ακούστηκαν ποδοκροτήματα. […] Όταν έγινε ησυχία, ο Ναπολέων, […] δήλωσε ότι είχε και αυτός να πει δύο λόγια. […] Και εκείνος, είπε, είναι ευτυχής που έληξε η περίοδος των παρεξηγήσεων. […] η μοναδική τους επιθυμία – τώρα και στο παρελθόν – ήταν να ζήσουν ειρηνικά και να έχουν εμπορικές σχέσεις με τους γείτονες. […]

Έχει, είπε μόνο μια παρατήρηση να κάνει πάνω στον έξοχο λόγο του κυρίου  Πίλκινγκτον. Ο κύριος Πίλκινγκτον αναφερόταν διαρκώς στο Κτήμα των Ζώων […] Δεν μπορούσε βέβαια να ξέρει – γιατί είναι η πρώτη φορά που αυτός, ο Ναπολέων, το ανακοινώνει – ότι καταργήθηκε η ονομασία «Κτήμα των Ζώων». Από εδώ και πέρα, το αγρόκτημα θα ονομάζεται «Αρχοντικό Κτήμα», […]

Αλλά καθώς τα ζώα παρακολουθούσαν απ’ έξω τη σκηνή, τους φάνηκε ότι συνέβαινε ένα παράξενο πράγμα. Τι ήταν αυτό που είχε αλλάξει στα πρόσωπα των γουρουνιών; Τα θαμπά γέρικα μάτια της Κλόβερ πήγαιναν από το ένα πρόσωπο στο άλλο. Μερικά είχαν πέντε προγούλια, άλλα τέσσερα, άλλα τρία. Όμως τι ήταν αυτό που φαινόταν να τα μπερδεύει και να τα αλλάζει; […] Τα ζώα γλίστρησαν σιγά- σιγά και έφυγαν.

[…] Ένας θόρυβος από δυνατές φωνές σαν από καυγά έρχονταν από το σπίτι. Έτρεξαν πίσω και ξανακοίταξαν απ’ το παράθυρο.  Ναι, είχε ανάψει βίαιος καυγάς […] Η αιτία της φασαρίας φαίνεται ότι ήταν το γεγονός ότι ο Ναπολέων και ο κύριος Πίλκινγκτον έπαιζαν ταυτόχρονα τον άσσο πίκα.

Δώδεκα φωνές ούρλιαζαν από θυμό, και έμοιαζαν όλες. Τώρα μπορούσε να καταλάβει κανείς, τι συνέβη στα πρόσωπα των γουρουνιών. Τα ζώα απ’ έξω κοίταζαν από γουρούνι σε άνθρωπο, και από άνθρωπο σε γουρούνι, και ξανά από γουρούνι σε άνθρωπο· αλλά ήταν αδύνατο να αποφανθεί κανείς ποιος ήταν ποιος.     

ΛΟΝΔΙΝΟ – Ιούνιος 1944        

Τζωρτζ Όργουελ, Η φάρμα των ζώων

(ΚΑΚΤΟΣ, 1978, σελ. 136-149)


Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Ρεπουμπλικανοί στα Λόγια


Η αμερικανική τηλεοπτική σειρά  The Newsroom παρακολουθεί τον τηλεοπτικό αστέρα των ειδήσεων του φανταστικού τηλεοπτικού σταθμού Atlantis Cable News (ACN), Will McAvoy.

Στο δέκατο επεισόδιο της πρώτης σεζόν ο Will, αφού παρουσιάζει τις βασικές Ρεπουμπλικανικές θέσεις αρχίζει την αποδόμηση των θέσεων του Tea Party:

Είμαι αυτό που οι επικεφαλείς του Tea Party αποκαλούν ΡΕ.Σ.Λ. Ρεπουμπλικανός στα Λόγια. Κι αυτό είναι ειρωνικό, γιατί αυτό ακριβώς πιστεύω κι εγώ για εκείνους, επειδή οι πιο συντηρητικοί Ρεπουμπλικανοί σήμερα δεν είναι Ρεπουμπλικανοί.

Οι Ρεπουμπλικανοί πιστεύουν σ’ ένα αποτρεπτικό στράτευμα.

Εμείς πιστεύουμε σε μια κυβέρνηση κοινής λογικής, και ότι έχουν θεσπιστεί κοινωνικά προγράμματα, τα τελευταία πενήντα χρόνια που είναι αποτελεσματικά, αλλά υπάρχουν και πάρα πολλά, που κοστίζουν πάρα πολύ, που απέτυχαν.

Πιστεύουμε στο νόμο και την τάξη και τον καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς.

Ø  Το Tea Party υποστηρίζει την αγάπη για την Αμερική, αλλά μισεί τους Αμερικανούς.
Ο Γερουσιαστής του Tea Party Άλεν Γουέστ από την Φλόριντα: «Ομολογώ πως όταν βλέπω ανθρώπους με αυτοκόλλητα Ομπάμα στον προφυλακτήρα, τους θεωρώ απειλή για τον πληθυσμό μας».

Ø  Αγαπούν την Αμερική αλλά μισούν την κυβέρνησή της.
Ενεργό μέλος των Συντηρητικών Γκρόβερ Νόρκουιστ: «Δεν θέλω να καταργήσω την κυβέρνηση, απλά θέλω να συρρικνώσω το μέγεθός της ώστε να μπορώ να τη σύρω στο μπάνιο και να την πνίξω στη μπανιέρα».

Ø  Και πιστεύουν πως όποιος διαφωνεί μα το Tea Party έχει αντι-αμερικανικά κίνητρα:
«Ο σκοπός των φιλελεύθερων είναι να καταστρέψουν τη χώρα. Ο σκοπός των φιλελεύθερων είναι να οδηγήσουν την Αμερική στη μετριότητα».

Ø Το κυριότερο, δεν πρέπει ποτέ, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να προσπαθήσετε να συμβιβαστείτε με τον αντίπαλό σας ή να κάνετε αυτό που οι Δημοκρατικοί και οι γνήσιοι Ρεπουμπλικανοί αποκαλούν «Διακυβέρνηση».
Ο Επικεφαλής της Μειοψηφίας στη Γερουσία, Μιτς ΜακΚόνελ: «Η πολιτική μας προτεραιότητα για τα επόμενα δύο χρόνια είναι να μην επιτρέψουμε 2η θητεία στον Πρόεδρο Ομπάμα».

Ø  Ακόμη μια αρχή, από την ιδεολογική πλατφόρμα του Tea Party: Αν είσαι φτωχός σημαίνει πως είσαι πολύ οκνηρός, είτε πολύ ηλίθιος για να γίνεις πλούσιος.
Ακούστε τον Αντρέ Μπάουερ ηγετικό στέλεχος του Tea Party και βοηθός Κυβερνήτη της Νότιας Καρολίνα: «Η γιαγιά μου ήταν μια γυναίκα χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση, μου είπε όμως όταν ήμουν παιδί να σταματήσω να ταΐζω αδέσποτα ζώα. Ξέρετε γιατί; Επειδή γεννοβολάνε». 




Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Είναι νεωτερική η Ελλάδα;


Ότι η σύγχρονη Ελλάδα έχει μια ενισχυμένη σχέση με την αρχαία Ελλάδα εκ του γεγονότος ότι είναι Ελλάδα, είναι κάτι που μοιάζει προφανές. Αλλά τι μας μαθαίνει αυτό; Οι Νεοέλληνες ζουν βεβαίως στους ίδιους τόπους όπου εκτυλίχθηκε το δράμα της αρχαίας Ελλάδας […] και μιλούν μια γλώσσα που «προέρχεται» από την αρχαία ελληνική. Αλλά ακόμη, τι;

Ότι η σύγχρονη Ελλάδα έχει μια γενική σχέση κι έναν πολύ ιδιαίτερο δεσμό με τον ιουδαιοχριστιανισμό, επειδή βγήκε ζωντανή (γεννημένη μάλλον παρά αναγεννημένη) από τις στάχτες της χριστιανικής αυτοκρατορίας του Βυζαντίου, κι αυτό επίσης φαίνεται μάλλον σαφές […] Ανάμεσα στους ειδωλολατρικούς ναούς ορθώνονται τώρα οι ορθόδοξες εκκλησίες, και το βλέμμα της άμεσης ευλάβειας κατευθύνεται προς τις ασκητικές εικόνες […]  

Ότι η νεωτερική Ελλάδα είναι νεωτερική, μοιάζει ταυτολογία. Τι σημαίνει, όμως αυτό κατά βάθος; Μήπως σημαίνει ότι ο λόγος ύπαρξης της σύγχρονης Ελλάδας συγχέεται (από κοντά ή από μακριά) με το λόγο ύπαρξης του δυτικού κόσμου; Το ερώτημα προκαλεί αμηχανία. Η σύγχρονη Ελλάδα συγκροτείται –κάπως καθυστερημένα- σε κράτος και σε σύγχρονο έθνος, απελευθερώνεται από τους θυλάκους της μουσουλμανικής και χριστιανικής φεουδαρχίας, και δείχνει ότι επιθυμεί να καταστεί ελεύθερη. Αποκτά νεωτερική αυτό-συνείδηση και προσφέρει το θέαμα μιας σχεδόν «πραγματικής» κοινωνίας. Κατευθύνεται προς – και κατευθύνεται από – τις μεγάλες δυνάμεις και διατηρεί πολύ ταραγμένες σχέσεις με τη δική της θέληση για δύναμη.

Το πρόσωπο αυτής της νεωτερικής Ελλάδας είναι εξίσου κατακερματισμένο όσο και ο γεωγραφικός της κορμός. Το στόμα προφέρει λέξεις ελληνικές, τα ελληνικά είναι αλλαγμένα αλλά πάντως ελληνικά. […] τα αυτιά σίγουρα ακούνε το βυζαντινό άσμα. Αλλά ως προς τι είναι όλα αυτά νεωτερικά; Σε τι αυτές οι δύο (ισχυρές και ασθενείς) επιβιώσεις θεμελιώνουν μια ζωή; - ας την ονομάσουμε νέα. Με τι ζει η σύγχρονη Ελλάδα; Και "ζει" έχει την έννοια που έδινε στη λέξη ο Ευαγγελιστής όταν έγραφε (ελληνικά): ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος.

Η ελληνική Αρχαιότητα δεν είναι παρά Αρχαιότητα που κληροδοτεί την κληρονομιά της. Κι αυτή την κληρονομιά είναι δύσκολο να τη διαχειριστεί κανείς. Ο βυζαντινός χριστιανισμός δεν είναι πια βυζαντινός, αλλά οι εικόνες που εξακολουθούν να λατρεύονται. Η νεωτερική Ελλάδα είναι κάτι παραπάνω από ένα μουσείο και κάτι παραπάνω από μια χώρα απλώς γραφική. Είναι, όμως, και κάτι λιγότερο από μια νεωτερική πραγματικότητα.

[…] Νεωτερικό είναι αυτό που είναι θεμελιωμένο στη δρώσα υποκειμενικότητα, στην αυτό-συνείδηση η οποία ερμηνεύει εαυτήν και ερμηνεύει τον κόσμο· η νεωτερικότητα τρέφεται από τη θέληση για δύναμη που ρίχνεται στην κατάκτηση του κόσμου. Τα όργανα αυτής της σκέψης κι αυτής της δράσης παρέχονται από τη φιλοσοφία του Ντεκάρτ και του Καντ, του Χέγκελ και του Μαρξ, από τη φυσικομαθηματική επιστήμη κι από την πολιτική και στρατιωτική τεχνική. Νεωτερικός σημαίνει ισχυρός, συνειδητός, οργανωτικός και τεχνικός. Η σκέψη γίνεται τεράστιος μοχλός δράσης, και τα ανθρώπινα όντα με την τέχνην θέλουν να επαναδημιουργήσουν την φύσιν –κατ’ εικόνα της θεότητας, […]

Είναι, λοιπόν, νεωτερική η Ελλάδα; Η αυτοσυνείδηση των Νεοελλήνων επιτελεί ένα πρώτο βήμα δεδομένου ότι ονομάζει τον εαυτό της, αλλά η προσπάθεια της σταματάει εκεί. Η αυτοσυνείδηση αυτή συγκροτείται βέβαια από διαταραγμένες αναπαραστάσεις σχετικά με το πεπρωμένο της αλλά, παραμένοντας μες στη διαταραχή αυτή, απιστεί απέναντι στη διάνοια της ίδιας της γλώσσας της, η οποία ονομάζει λόγον την ομιλία και τη σκέψη. […] Αλλά ο διάλογος των Νεοελλήνων με την αυτό-συνείδηση είναι δύσκολο να επιχειρηθεί· μήπως αυτός ο διάλογος, για να είναι διάλογος, χρειάζεται να έχει μια συνέχεια σημαδεμένη από τη μνήμη;

Θα μπαίναμε επίσης στον πειρασμό ν’ απαντήσουμε αρνητικά στο ερώτημα αν η (σύγχρονη) Ελλάδα διαθέτει μια σκέψη, μια επιστήμη και μια πολιτική. Συμμετέχει στην ευρωπαϊκή –και οσονούπω πλανητική- σκέψη, επιστήμη και πολιτική, αλλά συμμετέχω δεν σημαίνει καθόλου και κατέχω. Τα δέντρα αυτά δεν φυτρώνουν στο δικό της έδαφος. Η ευρωπαϊκή σκέψη διατηρεί ένα κατά πολύ ζωηρότερο διάλογο με την αρχαία σκέψη απ’ ότι η νεοελληνική σκέψη. Και η ευρωπαϊκή είναι, επίσης, σκέψη του επίκαιρου. Έτσι, η σύγχρονη Ελλάδα τρέφεται με τη δυτική σκέψη· «τρέφεται» σημαίνει: δέχεται τους καρπούς που καλλιεργούνται αλλού. Αυτό που της λείπει είναι το σύνολο: οι ρίζες, ο κορμός και τα κλαδιά του δέντρου. Φυσικά, όπως παντού, υπάρχουν θάμνοι, αλλά δεν είναι αρκετά ισχυροί ώστε να φιλτράρουν το φως μέσα απ’ το φύλλωμά τους και να δημιουργήσουν μια ακόμη αληθινή σκιά.

Καθώς λείπουν οι ρίζες του δέντρου, είναι προφανές ότι δεν υπάρχουν ούτε ο κορμός της γνώσης ούτε οι κλάδοι των επιστημών. Μπορεί η σύγχρονη Ελλάδα να «τρέφεται» με τη δυτική σκέψη, αλλά προσπαθεί απεγνωσμένα να χωνέψει τις ξένες επιστημονικές επιτεύξεις. Στην πραγματικότητα, η δίδυμη αδελφή της επιστήμης, η τεχνική, λείπει παντελώς. Οι Νεοέλληνες δεν κατασκευάζουν τον κόσμο, ούτε καν την ίδια τη χώρα τους. Δεν ξέρουν να «φτιάχνουν». Οι άνθρωποι της χώρας αυτής κοπιάζουν αλλά δεν παράγουν έργο. Μεγάλα έργα της επιστήμης, της τεχνικής ή της τέχνης – δεν βλέπουν το φως της ημέρας. […]   

Και βλέπουμε ν’ αναδύεται η πολιτική (α)-συνειδησία. Η πολιτική προέρχεται από την πόλιν (άστυ) και η σύγχρονη Ελλάδα τείνει από τότε που συγκροτήθηκε, να πραγματώνει το παράδοξο μιας πολιτικής πραγμάτωσης που δεν έχει κέντρα πραγμάτωσης. Οι σημαντικές πόλεις που έφεραν εν σπέρματι τη μελλοντική νεοελληνική αυτό-συνείδηση  δεν βρίσκονταν επί του καθαυτό ελληνικού εδάφους. Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα παιχνίδι εισαγωγής και εξαγωγής απ’ το οποίο λείπει μια στέρεη αυτόχθων βάση. Η πολιτική δεν είναι, λοιπόν, μια ισχυρή τεχνική σκέψη που δίνει συγκεκριμένη μορφή στη μοίρα ενός συνόλου μέσω μιας ευφυούς στρατηγικής, αλλά περιπέτεια. Κι ανάμεσα στις περιπέτειες υπάρχουν μεγάλες και μικρές.

Οι Έλληνες – ή οι μη Έλληνες – που σκέπτονται το παιχνίδι της ελληνικής πολιτικής εφαρμόζουν νοητικά και ρηματικά τους δυτικούς κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού. Επιχειρούν να συλλάβουν μια πραγματικότητα ακολουθώντας ένα ακατάλληλο σχήμα. […] Σ’ αυτή την ακαταλληλότητα έρχονται να προστεθούν οι πολυάριθμες αυταπάτες της αυτοσυνείδησης του έθνους.


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΕΦΕΛΗ, 2010, σελ.13-21)

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Η καταδίκη της καλλιτεχνίας από τον Πλάτωνα


Πολιτεία (595a – 608b)

Ξαναγυρίζοντας ο Σωκράτης στην επισκόπηση της πολιτείας που σχεδιάστηκε δικαιολογεί, άλλη μια φορά, τον εξοστρακισμό των μιμητικών τεχνών από την περιοχή της. […] Για να καταλάβουμε τι είναι μίμηση, προσθέτει ο Σωκράτης, ας πάρουμε το ακόλουθο παράδειγμα:

Υπάρχει μέσα στη φύση μια από το θεό δημιουργημένη ιδέα που προσδιορίζει τι είναι η κλίνη· σ’ αυτή αποβλέποντας ο ξυλουργός κατασκευάζει κάποια συγκεκριμένη κλίνη, ο ζωγράφος έρχεται και αναπαριστά με τα χρώματα το πώς φαίνεται η από τον ξυλουργό κατασκευασμένη κλίνη.

Ο θεός επειδή κατασκευάζει τα φυσικά αντικείμενα χαρακτηρίζεται ως φυτουργός, ο ξυλουργός ως δημιουργός και ο ζωγράφος ως μιμητής. Ώστε η μίμηση έρχεται στη σειρά Τρίτη και τα έργα του μιμητή πρέπει να τοποθετηθούν από την άποψη της αλήθειας και της ουσιαστικότητας στην Τρίτη και έσχατη βαθμίδα.

Πρέπει ακόμη να προστεθεί ότι τα μάτια του μιμητή δεν είναι στραμμένα στο αιώνιο ιδεώδες πρότυπο αλλά στις συγκεκριμένες του εμφανίσεις και ότι δεν δίνουν και τις εμφανίσεις αυτές όπως είναι, αλλά όπως φαίνονται. Γι’ αυτό θα είμαστε δικαιολογημένοι αν χαρακτηρίζουμε την ενεργητικότητα των μιμητών ως «μίμησιν φαντάσματος» (598b). Δεν είναι μόνο σχετικά με την εργασία του ζωγράφου οι σκέψεις τούτες αληθινές αλλά η ισχύς τους απλώνεται επάνω στον Όμηρο και στους τραγικούς και κωμικούς ποιητές. Κανένας από τους ποιητές αυτούς δεν ήταν κάτοχος αληθινών γνώσεων σχετικά με τα αντικείμενα που παρέστησε στα ποιήματά του· […] Όλοι όσοι από τον καιρό του Ομήρου κατέγιναν με την ποίηση ήταν μιμητές «ειδώλων αρετής» και η ιστορική παράδοση δεν αναφέρει να έγιναν πρακτικά ωφέλιμοι οι άνθρωποι αυτοί ούτε στον εαυτό τους ούτε και στις πατρικές τους πόλεις ούτε και στους συνανθρώπους τους. […] Πως μπορεί να εξηγηθεί, ρωτά ο Σωκράτης, το ότι ο Ησίοδος και ο Όμηρος τριγύριζαν περιφρονημένοι μέσα στις πολιτείες […]

Δεν θα είχαμε για όλα αυτά άδικο αν λέγαμε ότι η γοητεία που παρουσιάζουν τα μιμητικά κατασκευάσματα είναι παροδική και απατηλή· στην ουσία τους και στο περιεχόμενο τους τα έργα των μιμητών είναι ωσάν τα γερασμένα σώματα ανθρώπων που την άσχημη διάπλασή τους δεν την άφηνε η λάμψη της νεανικής ηλικίας να φανερώνεται, ξεκάθαρα.

Η θέση των μιμητών θα καθοριστεί καλύτερα, λέει ο Σωκράτης, αν σκεφτούμε πως σχετικά με κάθε αντικείμενο υπάρχουν τρείς τέχνες η τέχνη που το χρησιμοποιεί, η τέχνη που το κατασκευάζει και η τέχνη που απομιμείται. Π.χ. σχετικά με το χαλινάρι η ιππευτική είναι η τέχνη που το χρησιμοποιεί, η σκυτοτομική το κατασκευάζει και η ζωγραφική το αναπαριστά στη ζωγραφιά. Ποια από τις τρείς τούτες τέχνες κατέχει την πιο απηκριβωμένη γνώση σχετικά με το χαλινάρι ερωτά ο Σωκράτης; η απάντηση είναι την γνώση αυτή την έχει η τέχνη που θα το χρησιμοποιήσει, γιατί αυτή θα έρθει να δώσει στη σκυτοτομική οδηγίες σχετικά με σχέδιο και το υλικό της κατασκευής· ο κατασκευαστής του χαλιναριού θα κάνει ότι του ειπούν, θα πιστέψει δηλαδή στα λεγόμενα του ιππέα και θα συμμορφωθεί μ’ αυτά· ώστε αυτός πια κατέχει όχι επιστήμη αλλά πίστη· τρίτος έρχεται ο μιμητής αναπαριστάνοντας το πώς φαίνεται το αντικείμενο χωρίς να έχει καμιά γνώση για τη χρησιμοποίησή του, το σχέδιο του και τη κατασκευή του. Αυτός τριγυρίζει στην περιοχή της εικασίας (602b).

Η μίμηση κατέχει ακόμη θέση πολύ μειονεκτική και από την άποψη της αναφοράς της στις ψυχικές δυνάμεις. Όλοι έχουμε παρατηρήσει ότι η ψυχή είναι υποκείμενη σε παραισθήσεις και απάτες, γιατί όλοι έχουμε προσέξει τη διάθλαση που μαθαίνει ένα ευθύ αντικείμενο αν βυθιστεί στο νερό. Με το τμήμα ακριβώς της ψυχής το υποκείμενο στις απάτες τούτες έχει να κάνει η μίμηση των εικαστικών τεχνών· γι’ αυτό στέκει πάντα σε αντίθεση προς το λογιστικό που εξουδετερώνει με τις μετρήσεις και τον υπολογισμό όλες αυτές τις παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις. Επειδή λοιπόν αναφέρεται η μίμηση στο κατά την αξία κατώτερο τμήμα της ψυχής μας είναι αδύνατο να μην χαρακτηρίζονται και τα γεννήματα της από την ίδια κατωτερότητα (603b).

Τις παρατηρήσεις τούτες τις επεκτείνει ο Σωκράτης και στην περιοχή και των άλλων ποιητικών ειδών. Η ποιητική μίμηση διαπιστώνει ο Σωκράτης ότι αναφέρεται σε ανθρώπινες πράξεις· τι χαρακτηριστικό όμως έχουν οι πράξεις αυτές; δείχνουν την ανθρώπινη ψυχή στην ήρεμη και σταθερή της κατάσταση ή την παρουσιάζουν στο στασιασμό της και στην αστάθειά της; Είναι αναμφισβήτητο ότι θέμα των ποιητικών συνθέσεων είναι η αναπαράσταση καταστάσεων που χαρακτηρίζονται από αστάθεια, από χαρά και λύπη. Όταν συμβεί να παρουσιαστεί μέσα στην ψυχή μας μια τέτοια έντονη κατάσταση παρατηρούμε ότι εμφανίζονται δύο αντίθετες ροπές· η μία φέρνει ταραχή και ωθεί τον άνθρωπο να εκδηλώσει το πάθος που τον κατέχει με βίαιες και άτακτες εκδηλώσεις· η άλλη τον συγκρατεί στην αταραξία και την ευσχημοσύνη και στην κοσμιότητα. Οι δύο τούτες αντιθετικές ωθήσεις που αισθάνεται η ανθρώπινη ψυχή δεν μπορεί παρά να προκαλούνται από δύο εσωτερικές δυνάμεις. Η πρώτη μας συγκρατεί στην κοσμιότητα και μας βοηθά να συμμορφωθούμε με τα προστάγματα του λόγου και του νόμου· η άλλη μας ρίχνει σε βίαιες και άτακτες εκδηλώσεις κάνοντας μας να ξεφεύγουμε από του λόγου και του νόμου τις προσταγές. Η πρώτη δύναμη είναι το λογιστικό, η δεύτερη είναι μια μη λογική δύναμη που ωθεί στο θρήνο, στον οδυρμό και την αταξία.

Όταν στον άνθρωπο επικρατεί το λογιστικό τμήμα το ήθος του είναι σταθερό και ησυχασμένο· η επικράτησή του άλλου τμήματος κάνει να παρουσιάζεται το αγανακτητικό ήθος. Το ησυχασμένο όμως ήθος, επειδή είναι πάντοτε το ίδιο με τον εαυτό του, είναι μονότονο και ακατάλληλο για μίμηση. Το αγανακτητικό επειδή παρουσιάζει απειράριθμες ποικιλίες, είναι ευκολομίμητο.  Η ποίηση επειδή είναι μίμηση αναγκαστική, δεν μπορεί παρά θα ασχολείται και θα συσχετίζεται με το πολυποίκιλο και αγανακτητικό ήθος. Ώστε έχει να κάμει με το κατώτερο τμήμα της ψυχής, αυτό εξυπηρετεί, αυτό επαυξάνει και είναι κίνδυνος αν αφεθεί αχαλιναγώγητο να διαφθείρει το ησυχασμένο και κόσμιο ήθος των πολιτών.  

Είχαμε δίκιο λοιπόν να πούμε ότι, όπως και η ζωγραφική απευθύνεται στο μη λογικό το γεμάτο από ψεύδος και σύγχυση τμήμα της ψυχής, έτσι και η ποίηση αναφέρεται στο άλογο τμήμα της ανθρώπινης ψυχής.

Τη σοβαρότερη κατηγορία που έχει να απαγγείλει εναντίον των ποιητών ο Σωκράτης την εκφράζει τελευταία. Η ποίηση και ιδιαίτερα η τραγική ποίηση αναπαριστώντας θλιβερά και συγκινητικά γεγονότα μας δίνει κάποια ιδιαίτερη ηδονή και μας παρακινεί να συμπάσχουμε με τους ήρωες που εκφράζουν θρήνους, οδυρμούς και σχετλιασμούς τα παθήματά τους. Η συμπάθεια όμως τούτη μας κάνει να ξεχνάμε τους δικούς μας τρόπους και το δικό μας ήθος και να επιδοκιμάζουμε το ήθος των ηρώων που βλέπουμε στις τραγωδίες. Κανείς μας δεν θα δεχόταν να εκφράζει τον πόνο του όπως οι τραγικοί ήρωες όταν τον βρει στην πραγματική ζωή ένα δυστύχημα· αντίθετα θα ήταν υπερήφανος να καταπνίξει κάθε εκδήλωση συγκίνησης διατηρώντας τη σταθερότητα του ήθους του. Ολοφάνερο είναι λοιπόν πως η τραγωδία μας κάνει να επαινούμε ένα ήθος που δεν θα θέλαμε να ήταν δικό μας. Το ίδιο γίνεται και με την κωμωδία. Μας συνηθίζει και αυτή να ευρίσκουμε ηδονή σε γελοιότητες που εμείς δεν θα είμαστε καθόλου διατεθειμένοι να πραγματοποιήσουμε στην ιδιωτική ζωή μας. Ο δελεασμός όμως της καλλιτεχνικής ηδονής μας κάνει να προσοικειωθούμε σιγά σιγά στο ήθος του γελοίου ανθρώπου.

Η ποίηση όπως βλέπουμε, δίνει αναμφισβήτητα κάποια ηδονή. Αυτή η ηδονή προέρχεται από το ότι στην ενατένιση τραγικών ή κωμικών γεγονότων απελευθερώνονται οι καταπιεσμένες επιθυμίες του μη λογικού τμήματος της ψυχής και αυτό φέρνει την ευχαρίστηση που εμείς χαρακτηρίζουμε ως καλλιτεχνική απόλαυση. Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι μπορεί ο Όμηρος και η χορεία των άλλων ποιητών να ξέρουν καλά την τέχνη τους, η αλήθεια όμως είναι ότι για την παιδεία είναι όχι μόνο ακατάλληλοι αλλά και επικίνδυνοι. […]

Έπειτα από την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης για την ποίηση ο Σωκράτης προσθέτει ότι ανάμεσα στην ποίηση και τη φιλοσοφία υπάρχει αρχαιοτάτη διαμάχη που διαρκεί έως και σήμερα. Εύχεται ακόμη να μπορούσε να παρουσιάσει η ποίηση κάποιαν απολογία που θα της επέτρεπε να γίνει δεκτή στην περιοχή της αρίστης πολιτείας (608b).

Ο Πλάτων αφήνει ανοιχτή κάποια δυνατότητα για τη διόρθωση των αντιλήψεων του σχετικά με το ζήτημα τούτο. Πραγματικά στο Φαίδρο που έγραψε έπειτα από την Πολιτεία, βλέπουμε ότι δίνει μια καλύτερη θέση στους ποιητές· ενώ εδώ τους βάζει στην κατώτερη βαθμίδα έπειτα από τους δημιουργούς, στο Φαίδρο τοποθετεί τον ποιητικό βίο έπειτα από τον μαντικό και εμπρός από το δημιουργικό: «πέμπτην μαντικόν βίον ή τινα τελεστικόν έξουσαν έκτη ποιητικός ή των περί μίμησίν τις άλλος αρμόσει, έβδομη δημιουργικός ή γεωργικός» (248e).

Κ. Δ. Γεωργούλη, Πλάτωνος Πολιτεία    

(ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ «Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ», 1963, σελ. LXXI-LXXV)

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Η φάρμα των ζώων (9)


Κεφάλαιο ένατο

[…] Εν τω μεταξύ, η ζωή ήταν δύσκολη. Ο χειμώνας ήταν το ίδιο βαρύς με τον προηγούμενο, και το φαγητό είχε λιγοστέψει ακόμα περισσότερο. Για μια άλλη φορά οι μερίδες περικόπηκαν, εκτός από τις μερίδες των γουρουνιών και των σκύλων. Μια εντελώς αυστηρή ισότητα στο συσσίτιο, εξήγησε ο Σκουήλερ, θα ήταν αντίθετη με τις αρχές του Ζωισμού. Οπωσδήποτε, δε δυσκολεύτηκε να αποδείξει στ’ άλλα ζώα πως, παρά τα φαινόμενα, δεν είχε πραγματικά λιγοστέψει το φαγητό. Προς το παρόν, φυσικά ήταν αναγκαίο να γίνει μια αναπροσαρμογή στο συσσίτιο (ο Σκουήλερ μιλούσε πάντα για «αναπροσαρμογή», ποτέ για «περικοπή»), αλλά συγκρίνοντας το κανείς με τις μέρες του Τζόουνς έβλεπε μια τεράστια βελτίωση. […] τα ζώα πίστευαν κάθε λέξη. Για να πούμε την αλήθεια ο Τζόουνς και κάθε τι που αντιπροσώπευε είχαν σχεδόν σβήσει από τη μνήμη τους. Ήξεραν ότι η ζωή τους τώρα ήταν σκληρή και πανάθλια, ότι πολύ συχνά πεινούσαν και κρύωναν, και ότι δούλευαν όλες τις ώρες που ήταν ξύπνια. Αλλά χωρίς αμφιβολία τα πράγματα ήταν χειρότερα τον παλιό καιρό. Χαίρονταν να πιστεύουν έτσι. Εξ άλλου, εκείνες τις μέρες ήταν σκλάβοι ενώ τώρα ήταν λεύτεροι, κι αυτό τάλαζε όλα, καθώς δεν παρέλειπε να τονίζει ο Σκουήλερ.

Τώρα είχαν περισσότερα στόματα να θρέψουν. Το φθινόπωρο, οι τέσσερις γουρούνες γέννησαν περίπου ταυτόχρονα τριάντα ένα γουρουνάκια. […] Ανακοινώθηκε ότι αργότερα, όταν αγοράσουν κεραμίδια και ξυλεία, θα χτίσουν ένα σχολείο στον κήπο του σπιτιού. Προς το παρόν, τα γουρουνάκια έπαιρναν τη μόρφωσή τους απ’ τον ίδιο τον Ναπολέοντα, στην κουζίνα του σπιτιού. Έκαναν ασκήσεις στον κήπο, και τους απαγόρευαν να παίζουν με τα άλλα μικρά ζώα. […]

Αυτή η χρονιά στάθηκε παραγωγική για το κτήμα, αλλά εξακολουθούσαν να μην υπάρχουν χρήματα. Έπρεπε να αγοράσουν τούβλα, άμμο, και ασβέστη για το χτίσιμο του σχολείου και έπρεπε ν’ αρχίσουν να μαζεύουν χρήματα και για τα μηχανήματα του ανεμόμυλου. […]

Το συσσίτιο, που είχε περικοπή το Δεκέμβριο, περικόπηκε πάλι το Φεβρουάριο, και οι λάμπες στο στάβλο καταργήθηκαν, για να μην καίνε λάδι. Αλλά τα γουρούνια ήταν πολύ άνετα, και μάλιστα είχαν πάρει και βάρος. Ένα απόγευμα προς το τέλος του Φεβρουαρίου, απλώθηκε σ’ όλη την αυλή μια λεπτή, πλούσια, ορεκτική ευωδιά που τα ζώα δεν είχαν ξαναμυρίσει ως τώρα. Ερχόταν από το μικρό ζυθοποιείο που δεν είχε χρησιμοποιηθεί από τον καιρό του Τζόουνς. […] Τα ζώα οσμίζονταν τοα αέρα πειναλέα και αναρωτιόταν αν τους ετοίμαζαν κανένα ζεστό φαγητό για το δείπνο τους. Αλλά κανένα ζεστό φαγητό δεν παρουσιάστηκε, και την επομένη Κυριακή, τους ανακοίνωσαν ότι από τώρα και στο εξής όλο το κριθάρι θα φυλαγόταν για τα γουρούνια […] Γρήγορα βγήκε η διάδοση ότι κάθε γουρούνι θα έπαιρνε με το συσσίτιο του ένα όγδοο του γαλονιού μπύρα τη μέρα,  και μισό γαλόνι ο ίδιος ο Ναπολέων. Του την σέρβιραν πάντα σε μια σουπιέρα πολυτελείας.

Όμως σαν αντιστάθμισμα στις δυσκολίες, υπήρχε το γεγονός ότι η ζωή είχε περισσότερη αξιοπρέπεια από πριν. […]

Τον Απρίλιο, το Αγρόκτημα των Ζώων ανακηρύχτηκε Δημοκρατία, και δημιουργήθηκε η ανάγκη να εκλεγεί ένας πρόεδρος. Υπήρχε μόνο ένας υποψήφιος, ο Ναπολέων, ο οποίος και εξελέγη παμψηφεί. Την ίδια μέρα ανακοινώθηκε ότι ανακαλύφθηκαν καινούργια στοιχεία τα οποία αποκάλυπταν περισσότερες λεπτομέρειες για την συνενοχή του Σνόουμπωλ με τον Τζόουνς […]

Στα τέλη του καλοκαιριού, εμφανίστηκε ξανά, ύστερα από τόσο καιρό, ο Μωυσής το κοράκι. […] Ανέβηκε σ’ ένα δέντρο, χτυπούσε τα φτερά του μιλούσε με τις ώρες σ’ όποιον τον άκουγε. «Εκεί ψηλά, σύντροφοι», έλεγε με μεγάλη επισημότητα, δείχνοντας τον ουρανό με το μεγάλο ράμφος του – «εκεί ψηλά, ακριβώς πίσω απ’ αυτό το μαύρο σύννεφο που βλέπετε – εκεί βρίσκεται τα Ζαχαρένιο Βουνό, αυτός ο ευτυχισμένος τόπος, όπου εμείς τα φτωχά ζώα θα βρούμε την αιώνια ανάπαυση!». […]

Πολλά ζώα τον πίστευαν. Η ζωή τους τώρα, συλλογίζονταν, ήταν σκληρή και στερημένη· δεν ήταν σωστό και δίκαιο να υπάρχει καλύτερος κόσμος κάπου αλλού; Ένα πράγμα που ήταν δύσκολο να εξηγήσει κανείς ήταν η στάση των γουρουνιών απέναντι στον Μωησή. Όλα δήλωσαν περιφρονητικά ότι οι ιστορίες για το Ζαχαρένιο Βουνό ήταν παραμύθια · κι όμως παρ’ όλα αυτά του επέτρεπαν να παραμένει στο αγρόκτημα, άνεργος, προσφέροντας του και πέντε ουγγιές μπύρα την ημέρα.

[…] Πραγματικά, όλα τα ζώα δούλεψαν σα σκλάβοι τούτη τη χρονιά. Εκτός από την κανονική δουλειά στο κτήμα, και το ξανακτήσιμο του μύλου από την αρχή, ήταν και το σχολείο για τα γουρουνάκια που άρχισε να χτίζεται το Μάρτιο. […]

Αλλά, ένα καλοκαιριάτικο απόγευμα, ακούστηκε ότι κάτι συνέβη στο Μπόξερ […] Τα μισά ζώα του κτήματος έτρεξαν στο λόφο όπου ήταν ο ανεμόμυλος. Εκεί κείτονταν ο Μπόξερ, […], αδύναμος να σηκώσει το κεφάλι του […] Όλα τα ζώα έτρεξαν γρήγορα στο σπίτι να πουν τα νέα στο Σκουήλερ […] Ύστερα από ένα τέταρτο φάνηκε ο Σκουήλερ, γεμάτος ενδιαφέρον και συμπάθεια. Είπε ότι ο σύντροφος Ναπολέων πληροφορήθηκε το ατύχημα που συνέβη σ’ ένα από τους πιο αφοσιωμένους εργάτες του κτήματος και στεναχωρήθηκε πάρα πολύ. Έκανε ήδη τις προετοιμασίες να στείλει το Μπόξερ για θεραπεία στο νοσοκομείο […] Τα ζώα ανησύχησαν πάνω σ’ αυτό. […], δεν είχε ποτέ φύγει από το κτήμα κανένα άλλο ζώο, και δεν τους άρεσε η ιδέα ότι ο άρρωστος σύντροφός τους θα βρισκόταν στα χέρια ανθρώπων. Οπωσδήποτε, ο Σκουήλερ, τους έπεισε μ’ ευκολία ότι ο κτηνίατρος – χειρούργος θα μπορούσε να θεραπεύσει την περίπτωση του Μπόξερ πολύ καλύτερα απ’ οτιδήποτε του έκαναν στο αγρόκτημα. […]

Τα ζώα ήταν όλα στη δουλειά σκαλίζοντας τα γογγύλια κάτω απ’ την επίβλεψη ενός γουρουνιού, όταν μ’ έκπληξη είδαν το Βενιαμίν να έρχεται καλπάζοντας από τη μεριά των κτηρίων του κτήματος, γκαρίζοντας μ’ όλη του τη δύναμη. […] «Γρήγορα, γρήγορα!» φώναξε. «Ελάτε γρήγορα! Παίρνουν το Μπόξερ!». Χωρίς να περιμένουν να ζητήσουν την άδεια από κανένα, τα ζώα άφησαν τη δουλειά κι έτρεξαν στα κτήρια. Πράγματι, εκεί στην αυλή στεκόταν ένα μεγάλο κλειστό φορτηγό, που το έσερναν δύο άλογα, και είχε κάτι γράμματα γραμμένα στο πλάι. […]

Τα ζώα μαζεύτηκαν γύρω από το φορτηγό. «Αντίο Μπόξερ!» φώναξαν όλα μαζί, «Αντίο! …».

«Ηλίθιοι! Ηλίθιοι!» ούρλιαξε ο Βενιαμίν. […] «Ηλίθιοι! Δεν βλέπετε τι είναι γραμμένο στα πλάγια του φορτηγού;» […] O Βενιαμίν […] μέσα στη νεκρική σιγή διάβασε: «¨Άλφρεντ Σίμονς, Εκδορεύς Αλόγων. Έμπορος Δερμάτων Ζώων¨. Δεν καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό; Πάνε το Μπόξερ για σφάξιμο!»

Μια κραυγή φρίκης βγήκε απ’ το στόμα όλων των ζώων. Εκείνη τη στιγμή ο άνθρωπος μαστίγωσε τα άλογα του και το αμάξι ξεκίνησε με γοργό καλπασμό […]. Όλα τα ζώα ούρλιαζαν: «βγες έξω Μπόξερ! Βγες έξω αμέσως!». Αλλά το αμάξι είχε ήδη απομακρυνθεί […]

Μετά τρεις μέρες τους ανακοινώθηκε ότι πέθανε στο νοσοκομείο παρ’ όλο που έκαναν ότι μπορούσαν γι’ αυτόν. Ο Σκουήλερ ήρθε να φέρει τα νέα. Ήταν, είπε, παρών στις τελευταίες στιγμές του Μπόξερ. […] «Ήμουν δίπλα του την τελευταία του στιγμή, και στο τέλος, πολύ αδύναμος να μιλήσει, ψιθύρισε στ’ αυτί μου το μοναδικό του καημό, που έφευγε χωρίς να έχει τελειώσει ο ανεμόμυλος. «Τραβήξτε μπροστά, σύντροφοι!» ψιθύρισε. «Μπροστά στ’ όνομα της Επανάστασης! Ζήτω το Κτήμα των Ζώων! Ζήτω ο σύντροφος Ναπολέων! Ο Ναπολέων έχει πάντα δίκιο!» Αυτές ήταν οι τελευταίες του λέξεις σύντροφοι».

[…] Μερικά ζώα παρατήρησαν ότι το αμάξι που τον έπαιρνε έγραφε «Εκδορεύς Αλόγων» […] Είναι σχεδόν απίστευτο, είπε ο Σκουήλερ, πως τα ζώα μπορεί να είναι τόσο ηλίθια. Ασφαλώς ήξεραν, ούρλιαξε αγανακτισμένος […], ήξεραν ασφαλώς πως ο λατρευτός τους αρχηγός ο σύντροφος Ναπολέων, δεν θα επέτρεπε ποτέ να γίνει κάτι τέτοιο. Η εξήγηση ήταν πολύ απλή. Πριν, το αμάξι ανήκε στον εκδορέα, ο οποίος το πούλησε στον κτηνίατρο, που δεν είχε προφτάσει να σβήσει το όνομα. Να από πού προερχόταν η παρεξήγηση. Τα ζώα ανακουφίστηκαν εξαιρετικά ακούγοντας τα αυτά. […] Η λύπη που ένιωσαν για το θάνατο του συντρόφου τους μετριάστηκε με τη σκέψη ότι τουλάχιστον πέθανε ευτυχισμένος.

Ο ίδιος ο Ναπολέων εμφανίστηκε στη συγκέντρωση της επόμενης Κυριακής και απήγγειλε ένα επικήδειο λόγο προς τιμήν του Μπόξερ. Δεν στάθηκε δυνατό, είπε, να φέρει τη σωρό του αείμνηστου πολυαγαπημένου συντρόφου τους για να ταφεί στο κτήμα αλλά παρήγγειλε να του κάνουν ένα μεγάλο στεφάνι […] Ακόμη, είπε, τα γουρούνια σχεδιάζουν να κάνουν σε λίγες μέρες μια αναμνηστική γιορτή προς τιμή του Μπόξερ. Ο Ναπολέων τελείωσε το λόγο του θυμίζοντας ξανά τα δύο αγαπημένα αποφθέγματα του Μπόξερ «Θα δουλέψω περισσότερο» και «Ο Ναπολέων έχει πάντα δίκιο» - αποφθέγματα, είπε, που καλά θα έκαναν να τα υιοθετήσουν όλα τα ζώα.

Την ορισμένη μέρα για τη γιορτή, ήρθε ένα αμάξι […] και παρέδωσε στο σπίτι ένα μεγάλο ξύλινο κιβώτιο. Εκείνο το βράδυ ακούστηκε ένας θόρυβος από δυνατά τραγούδια, που τον ακολούθησαν φωνές που έμοιαζαν με βίαιο καυγά, […] Κανείς δεν έδωσε σημεία ζωής στο σπίτι πριν από το μεσημέρι της επομένης, και βγήκε η διάδοση ότι από κάπου βρήκαν λεφτά τα γουρούνια και αγόρασαν για τον εαυτό τους άλλη μια κάσα ουίσκι.


(ΚΑΚΤΟΣ, 1978, σελ. 121-135)






Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Πλάτων: Ο κόσμος των ιδεών


Μια από τις ιδέες που οι περισσότεροι θεωρούν ότι δεν είναι του Σωκράτη, αλλά του Πλάτωνα είναι ότι ο κόσμος δεν είναι καθόλου έτσι όπως φαίνεται. Υπάρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ φαινομενικότητας και πραγματικότητας. Οι περισσότεροι συγχέουμε τη φαινομενικότητα με την πραγματικότητα. Πιστεύουμε πως καταλαβαίνουμε, αλλά δεν καταλαβαίνουμε. Ο Πλάτων πίστευε ότι μόνο οι φιλόσοφοι καταλαβαίνουν πως είναι πραγματικά ο κόσμος. Ανακαλύπτουν τη φύση της πραγματικότητας με το να σκέφτονται παρά με το να βασίζονται στις αισθήσεις τους.

Για να υποστηρίξει τη θέση του, ο Πλάτων περιέγραψε ένα σπήλαιο. Σε αυτό το φανταστικό σπήλαιο υπάρχουν άνθρωποι αλυσοδεμένοι που κοιτάζουν έναν τοίχο. Μπροστά τους βλέπουν σκιές να τρεμοπαίζουν, τις οποίες εκλαμβάνουν ως αληθινά πράγματα. Δεν είναι. Αυτό που βλέπουν είναι σκιές τις οποίες δημιουργούν πράγματα που βρίσκονται μπροστά από μια φωτιά. Αυτοί οι άνθρωποι περνούν όλη τους τη ζωή πιστεύοντας ότι οι σκιές που προβάλλονται στον τοίχο είναι ο πραγματικός κόσμος. Ύστερα ένας από αυτούς ελευθερώνεται από τις αλυσίδες του και στρέφεται προς τη φωτιά. Αρχικά τα μάτια του είναι θαμπά, έπειτα όμως αρχίζει να βλέπει που βρίσκεται. Βγαίνει παραπατώντας από το σπήλαιο και εντέλει κατορθώνει να κοιτάξει τον ήλιο. Όταν επιστρέψει στο σπήλαιο, κανείς δεν πιστεύει όσα εκείνος τους λέει για τον εξωτερικό κόσμο. Ο άνθρωπος που ελευθερώνεται μοιάζει με τον φιλόσοφο. Βλέπει πέρα από τα φαινόμενα. Οι απλοί άνθρωποι γνωρίζουν ελάχιστα την πραγματικότητα επειδή αρκούνται στο να βλέπουν ότι βρίσκεται μπροστά τους και δεν το στοχάζονται βαθιά. Όμως τα φαινόμενα απατούν. Βλέπουν σκιές, όχι την πραγματικότητα.

Αυτή η ιστορία για το σπήλαιο συνδέεται με ότι έμεινε γνωστό ως Πλατωνική Θεωρία των Ιδεών. […] Σκεφτείτε όλους τους κύκλους που έχετε δει στη ζωή σας. Ήταν κανείς τέλειος; Όχι. Κανείς δεν ήταν απόλυτα τέλειος. […] Ο Πλάτων θα έλεγε ότι η ιδέα ενός τέλειου κύκλου είναι η Ιδέα του κύκλου. Αν θέλετε να καταλάβετε τι είναι ένας κύκλος, πρέπει να εστιάσετε στην Ιδέα του κύκλου, όχι στους πραγματικούς κύκλους που μπορείτε να σχεδιάσετε και να βιώσετε μέσω της όρασης σας, καθώς όλοι αυτοί είναι κατά κάποιον τρόπο ατελείς.

Ομοίως πίστευε ο Πλάτων, αν θέλετε να καταλάβετε τι είναι το αγαθό, τότε πρέπει να επικεντρωθείτε στην Ιδέα του αγαθού, όχι σε συγκεκριμένα παραδείγματα του που παρατηρείτε. Οι φιλόσοφοι είναι οι πιο κατάλληλοι άνθρωποι στο να στοχάζονται τις Ιδέες με αυτό τον αφηρημένο τρόπο· οι απλοί άνθρωποι παρεκκλίνουν από τον κόσμο όσο τον αντιλαμβάνονται με τις αισθήσεις τους.

Επειδή οι φιλόσοφοι στοχάζονται καλά την πραγματικότητα, ο Πλάτων πίστευε πως πρέπει να κατέχουν τον έλεγχο και όλη την πολιτική εξουσία. Στην Πολιτεία του, το διασημότερο έργο του, περιέγραψε μια φανταστική τέλεια κοινωνία. Οι φιλόσοφοι βρίσκονται στην κορυφή και έχουν ειδική εκπαίδευση· όμως θυσιάζουν τις ηδονές τους για χάρη των πολιτών τους οποίους κυβερνούν. Από κάτω τους βρίσκονται οι στρατιώτες - φύλακες που έχουν εκπαιδευτεί για να υπερασπίζονται τη χώρα, και κάτω απ’ αυτούς βρίσκονται οι εργάτες. Αυτές οι τρεις ομάδες ανθρώπων μπορούν να έχουν την τέλεια ισορροπία, πίστευε ο Πλάτων, μια ισορροπία που μοιάζει με τον καλά ισορροπημένο νου, όπου το έλλογο τμήμα ελέγχει τα συναισθήματα και τις επιθυμίες. […]

Ο Πλάτων απαγόρευε την τέχνη, επειδή πίστευε πως αναπαριστά εσφαλμένα την πραγματικότητα. […] Κάθε πτυχή της ζωής στην ιδανική πολιτεία του Πλάτωνα ελέγχεται αυστηρά άνωθεν […] Ο Πλάτων πίστευε πως το να αφήνουμε τους ανθρώπους να ψηφίζουν είναι σαν να αφήνουμε τους περαστικούς να οδηγήσουν ένα πλοίο –είναι καλύτερο να αναλαμβάνουν τα πράγματα οι άνθρωποι που γνωρίζουν τι κάνουν.  


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ, 2012, σελ. 15-17)