Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Τέχνη και μίμηση στον Πλάτωνα


Είναι γνωστό ότι ο Πλάτων αποκλείει την τέχνη από το παιδευτικό σύστημα της Πολιτείας, καταδικάζοντας την, επειδή ως μίμηση, και μάλιστα τρίτου βαθμού, δεν μπορεί να προσεγγίσει την αλήθεια των ιδεών. […]

Το ρήμα «μιμήσθαι» και το ουσιαστικό «μίμησις» αποκτούν τη σημασία που τους αποδίδουμε ακόμη και σήμερα και χρωματίζονται αρνητικά για πρώτη φορά στον Πλάτωνα. Στο δέκατο βιβλίο της Πολιτείας, ο φιλόσοφος, έχοντας ως στόχο κυρίως τον ποιητή, τον εξισώνει με τον ζωγράφο, παραθέτοντας το γνωστό παράδειγμα της κλίνης. Ο θεός δημιούργησε την αρχέτυπη μορφή («είδος») της κλίνης, ο κλινοποιός την αντιγράφει στο έπιπλο και ο ζωγράφος αντιγράφει αυτό το «φάντασμα» ή «είδωλον» της αρχικής ιδέας. Το ζωγραφικό έργο είναι λοιπόν κατώτερο από το έργο του τεχνίτη, γιατί απέχει τρεις βαθμούς από την αλήθεια της πρωτόπλαστης ιδέας («τρίτον τι από της αληθείας»).  

Σκοπός του Πλάτωνα δεν ήταν ωστόσο να καταδικάσει τις εικαστικές τέχνες, αλλά να ενισχύσει τα επιχειρήματα του εναντίον των φιλολογικών ειδών, και κυρίως της δραματικής και επικής ποίησης. Από τις μιμητικές τέχνες θα αντλήσει και πάλι παραδείγματα για να περιγράψει και να επικρίνει την τακτική του σοφιστή στον ομώνυμο διάλογο.

Στους Νόμους (656d,e) βρίσκουμε […] στη φανερή προτίμηση που εκδηλώνει ο συγγραφέας προς τη πειθαρχημένη τέχνη των Αιγυπτίων. Εκείνη ορίζεται από αμετακίνητους νόμους και παραμένει απαράλλακτη επί αιώνες, σε αντίθεση με την ελληνική που απεικονίζει ευμετάβλητα φαινόμενα.

Στον Σοφιστή (235d-236c) εξάλλου ο Πλάτων προτείνει μια ποιοτική διάκριση ανάμεσα στην «εικαστική» μίμηση, πειστική αναπαραγωγή της φύσης, και στη «φανταστική» μίμηση, όπου ο καλλιτέχνης, αποβλέποντας στην οπτική εντύπωση, στο «φαίνεσθαι» του έργου, αναπροσαρμόζει τις αναλογίες του προτύπου και προβαίνει σε οπτικές διορθώσεις. Ο δημιουργός παραμερίζει «τας ούσας συμμετρίας» για να δώσει στα έργα του αυτές που του φαίνονται ορθές [«τα δοξούσης είναι καλά» (236a)]. Αυτό ισχύει κυρίως για τα έργα μεγάλων διαστάσεων, διευκρινίζει ο Πλάτων, ενήμερος προφανώς για τις οπτικές διορθώσεις που, κατά την παράδοση, είχε ήδη εισαγάγει ο Φειδίας στην πλαστική και επεξηγεί ότι αν οι καλλιτέχνες απέδιδαν «την των καλών αληθή συμμετρίαν», τα άνω μέρη θα φαίνονταν στο θεατή μικρότερα απ’ το κανονικό και τα κάτω μεγαλύτερα.

Ανάλογη διάκριση γίνεται πιο πέρα στον ίδιο διάλογο (267) ανάμεσα στη «δοξομιμητική», «την μετά δόξης μίμησιν» (τη μίμηση που αντιγράφει τα φαινόμενα στηριζόμενη στην ανεξέλεκτη γνώμη) και στην «μετ’ επιστήμης» μίμηση που βασίζεται στη γνώση. Οι διακρίσεις αυτές μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε πως ο φιλόσοφος ξεχώριζε την τυφλή μίμηση από την αναπαράσταση που υπακούει σε κανόνες. Πάντως καμιά μορφή μίμησης δεν βρίσκει έλεος στην επιείκειά του.

Η τόσο υποτιμητική για τις εικαστικές τέχνες άποψη της Πολιτείας αντισταθμίζεται από το ξακουστό και προσφιλές στους θεωρητικούς της σύγχρονης τέχνης χωρίο του Φίληβου (51b). Στον ύμνο του Σωκράτη για την ομορφιά και την υπεροχή των μαθηματικών σχημάτων και των αμιγών χρωμάτων, που μας χαρίζουν γνήσια πνευματική ηδονή, αναγνωρίζεται ο μακρινός ευαγγελισμός της ανεικονικής τέχνης. […]

Σύμφωνα με το λόγο που απευθύνει Σωκράτης στο ζωγράφο Παρράσιο, κατά τη μαρτυρία του Ξενοφώντα, οι καλλιτέχνες, επειδή δεν είναι εύκολο να βρουν έναν άνθρωπο αψεγάδιαστο σε όλα, πετυχαίνουν τη μορφική τελειότητα των σωμάτων, συναθροίζοντας τα ωραιότερα χαρακτηριστικά από πολλούς («επειφή ου ράδιον ενι ανθρώπου περιτυχείν άμεμπτα πάντα έχοντα, εκ πολλών συνάγοντες τα εξ εκάστου κάλλιστα, ούτως όλα τα σώματα καλά ποιείτε φαίνεσθαι», Ξενοφών, Απομνημονεύματα, ΙΙΙ.10,1) Το έργο δεν παύει να είναι η «απεικασία των ορομένων», αλλά προτείνει μια τελειότητα που είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να βρεθεί στη φύση.

Και ο ίδιος ο Πλάτων, λησμονώντας προσωρινά την αυστηρή κρίση του για τις τέχνες, παραλληλίζει την ιδανική του Πολιτεία με το πρότυπο της ομορφιάς που μπορεί να πλάσει ένας καλός ζωγράφος με τη μέθοδο της επιλογής. Η πολιτεία που οραματίστηκε δεν είχε το παράλληλό της, όπως ο «κάλλιστος άνθρωπος» του «αγαθού» ζωγράφου δεν μπορεί να αποδειχτεί ότι υπάρχει στην πραγματικότητα. (Πολιτεία, 472d και 500e)


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, 2004, σελ. 98-100)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου