Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζάντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζάντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018

Η πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης


Το 1185 ανεβαίνει στην εξουσία στο Βυζάντιο μία δυναστεία η οποία θεωρείται η δυναστεία η οποία συνεπέφερε τα μεγαλύτερα δεινά στην αυτοκρατορία, μια δυναστεία ατόμων που το μόνο που τελικά πέτυχαν ήταν να βαθύνουν την παρακμή και την κρίση. Είναι η δυναστεία των Αγγέλων. Στη διάρκεια της δυναστείας αυτής, η οποία θα λήξει φυσικά φαίνεται ήδη, και μπορείτε να το φανταστείτε με ποια χρονολογία τη χρονολογία 1204, που είναι η χρονολογία της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, η πρώτη κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους, δηλαδή τους σταυροφόρους της 4ης Σταυροφορίας,...

Στη διάρκεια της δυναστείας των Αγγέλων θα συμβούν γεγονότα τα οποία είναι κορυφαία. Ανάμεσα σε αυτά είναι η ανάκαμψη της δύναμης των Βουλγάρων, η δημιουργία του μεγάλου βουλγαρικού βασιλείου, και είναι τα γεγονότα της 4ης Σταυροφορίας, που μας ενδιαφέρουν εξαιρετικά. Τι συνέβη εκεί γύρω στο 1203: Ήδη στις αρχές του 1200 ετοιμαζόταν μία νέα σταυροφορία.

Οι σταυροφορίες μετά την 1η, δεν ήταν πια τόσο πεζές, και σταδιακά έγιναν σταυροφορίες των οποίων η δύναμη μεταφερόταν με ναυτικό τρόπο, με τα πλοία, από την Ιταλία συνήθως, ή από περιοχές της Γαλλίας, ή κάπου από περιοχές της Μεσογείου, προς τους Αγίους Τόπους, που βρίσκονται στην ανατολική Μεσόγειο. Αυτή τη φορά, σε αυτή την 4η Σταυροφορία, όταν ξεκινούν οι ετοιμασίες της, η Βενετία, εκεί γύρω στο 1200, είναι πια μια πολύ μεγάλη δύναμη, μια σπουδαία πόλη, η οποία έχει εμπορικά δίκτυα σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, πλούτο μέσα στην πόλη της, και βρίσκεται σε πραγματική άνοδο. Μάλιστα παίζει μεγάλο ρόλο και στις σταυροφορίες, διότι με τα πλοία της είναι σε θέση να μεταφέρει χιλιάδες στρατιωτών, και ο Πάπας είναι σε στενή επαφή με τους Βενετούς γι’ αυτές του τις ανάγκες, της ανάγκες μεταφοράς, αλλά και οι Βενετοί μετέχουν και στις διαδικασίες των σταυροφοριών. Βέβαια οι Βενετοί ήταν πάντοτε εξαιρετικοί στις οικονομικές τους πλευρές, και μπορεί να ήταν Χριστιανοί, και βέβαια είχαν μια δύσκολη σχέση με τον Πάπα, είχαν φυσικά σχέση με τον Πάπα, όμως, όπως έλεγαν: «Siamo primo Veneziani e dopo Cristiani». Δηλαδή «πρώτα είμαστε Βενετοί και έπειτα Χριστιανοί». Που σήμαινε: πρώτα τα συμφέροντα της Βενετίας και εννοούσαν τα εμπορικά και οικονομικά συμφέροντα και, μην τρελαθούμε, έπειτα είναι το Χριστιανικό σκέλος. Ήταν πραγματιστές. Βέβαια είχαν μεγάλες σχέσεις με τον Πάπα, δύσκολες σχέσεις, όπως σας είπα. Γιατί τα λέω όλα αυτά: Διότι εκεί, στην προετοιμασία της 4ης Σταυροφορίας, οι Βενετοί παίζουν μεγάλο ρόλο, τα πλοία τους χρησιμοποιούνται, Γερμανοί (Φράγκοι δηλαδή) κατεβαίνουν για τη σταυροφορία ένοπλοι απ’ όλες τις πλευρές, Γάλλοι, Ισπανοί κλπ., και όλοι αυτοί ετοιμάζονται να περάσουν στους Αγίους Τόπους, όταν συμβαίνει ένα γεγονός.

Μέσα στη δυναστεία των Αγγέλων-, έχει ξεκινήσει αυτή η Σταυροφορία όταν η δυναστεία των Αγγέλων έχει μεγάλα εσωτερικά προβλήματα. Στο Βυζάντιο, όπως και σε όλες τις αυτοκρατορίες δηλαδή, είναι σχήματα μεγάλα, κεντρικά διοικούμενα, υπάρχουν πάντοτε στις αυτοκρατορίες δυναστικές διαμάχες. Κυρίως προέρχονται από εσωτερικά θέματα, δηλαδή ένας συγγενής θεωρεί ότι αυτός θα’ πρεπε να ‘ναι αυτοκράτορας και όχι ο αδελφός του ή ο ξάδελφός του ή ο θείος του, προσπαθεί, δημιουργεί μια συμμαχία με κάποιους άλλους, δηλαδή μια συνωμοσία για την ανατροπή, να πάρει εκείνος, ή κάποιος άλλος φιλόδοξος προσπαθεί να παντρευτεί κόρη του αυτοκράτορα για να μπει εκείνος στη δυναστεία, να πάρει την εξουσία κλπ. Αυτά είναι μέσα στα ανθρώπινα δυστυχώς, και ήταν αρκετά διαδεδομένα σε όλο τον κόσμο. Στο Βυζάντιο αυτή την εποχή-, πάντα τα είχε, αλλά αυτή την εποχή της δυναστείας των Αγγέλων τα πράγματα έχουν πάρει βαριά τροπή, που αδυνατίζουν ακόμη περισσότερο το Βυζάντιο. Αυτοκράτορας εκεί κοντά στη χρονολογία αυτή είναι ο Άγγελος Δ’, του οποίου όμως η εξουσία αμφισβητείται από συγγενείς του. Ένας από αυτούς, Άγγελος κι αυτός στο όνομα, μαθαίνοντας ότι είναι σε εξέλιξη μία ακόμη σταυροφορία που θα διασχίσει τα ύδατα της ανατολικής Μεσογείου, άρα θα βρεθεί σε “χορικά ύδατα” θα λέγαμε σήμερα του Βυζαντίου για να φτάσει στους Αγίους Τόπους, σκέφτεται να απευθυνθεί στους σταυροφόρους και να τους ζητήσει να έλθουν στην Κωνσταντινούπολη, να ανατρέψουν τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, να τοποθετήσουν τον ίδιο αυτοκράτορα, και τους υποσχόταν μία μεγάλη χρηματική αμοιβή και ένωση των Εκκλησιών. Οι Σταυροφόροι, και ο Πάπας και οι Βενετοί, θεώρησαν πολύ δελεαστικές αυτές τις προτάσεις. Διότι μία Σταυροφορία είναι ακριβό πράγμα, είναι ένας πόλεμος, σου χρειάζονται χρήματα. Η ένωση των Εκκλησιών είναι πολύ σημαντικό πράγμα. ... τελικά κάνουν τις κινήσεις τους, έρχονται στην Κωνσταντινούπολη, και μετά από περιπετειώδεις εξελίξεις ανατρέπουν τον Άγγελο Δ’ και μπαίνει στη θέση του ο Άγγελος Ε’. Αυτός ο οποίος δηλαδή είχε προκαλέσει την επέμβαση των δυτικών δυνάμεων. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1204 έγινε με έναν παράξενο τρόπο, διότι εν πολλοίς οι Δυτικοί βρέθηκαν μέσα στην Κωνσταντινούπολη. Βέβαια έγινε και με άμυνα, από την πλευρά του Αγγέλου Δ’ έγιναν μάχες στα κάστρα, σε διάφορα σημεία, αλλά καθώς η πρόσκληση ήταν από το εσωτερικό, η κατάληψη του 1204 ήταν σχετικά εύκολη για τους Δυτικούς, και η ανατροπή της σειράς της δυναστείας να γίνει με άνεση.

Όμως ο Άγγελος Ε’ (αυτός ο οποίος πήρε την εξουσία με τον τρόπο που περιγράψαμε) είχε υποσχεθεί πολλά στους σταυροφόρους, τα οποία και δεν ήταν σε θέση να τηρήσει. Δηλαδή τα χρήματα που τους είχε υποσχεθεί δεν υπήρχαν στο δημόσιο ταμείο, άνοιξε το ταμείο και είδε ότι ήταν μείον. Άρχισε να ψάχνει να βρει τρόπους για να ανταμείψει τους σταυροφόρους, αλλά δεν τους έβρισκε. Άρχισε τις υπεκφυγές, προσπαθούσε να αποτρέψει τις εξελίξεις, οι Σταυροφόροι άρχισαν να γίνονται ανήσυχοι, περίμεναν γρήγορα τα υπεσχεθέντα και τις εσωτερικές διαδικασίες, τις συνομιλίες για την ένωση των Εκκλησιών, όλα αυτά τα περίμεναν. Τίποτα από αυτά δεν γίνεται. Καθώς λοιπόν κωλυσιεργούσε η Βυζαντινή   πλευρά, οι σταυροφόροι έστειλαν τελεσίγραφο: «Ή εκπληρώνετε όσα μας υποσχεθήκατε, ή θα τα πάρουμε μόνοι μας». Με αποτέλεσμα φυσικά τελικά, αφού η Βυζαντινή πλευρά δεν μπορούσε, δεν κάλυπτε αυτά τα οποία είχε υποσχεθεί, να επιτεθούν πια σαν λεηλάτες στην Κωνσταντινούπολη και να λεηλατήσουν το παν.

Η Κωνσταντινούπολη το 1204 ήταν μία πόλη θαυμαστή. Σαν την Κωνσταντινούπολη το 1204 δεν υπήρχε πόλη στην Ευρώπη, ... Καμία πόλη στη γη δεν έχει τη θέση της Κωνσταντινούπολης, καμία πόλη στη γη δεν γεφυρώνει δύο ηπείρους και δύο θάλασσες, καμία πόλη στη γη! Είναι η πιο προνομιούχος πόλη στον κόσμο η Κωνσταντινούπολη. Και είχε συμβεί να είναι και η πρωτεύουσα μιας πολύ σπουδαίας αυτοκρατορίας, της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δηλαδή του Βυζαντίου, και στη συνέχεια να έχει την εξέλιξη που ξέρουμε, δηλαδή να γίνει και η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είχε 500.000 περίπου πληθυσμό, μαζί με τους στρατιώτες, τη φύλαξη κλπ. Μόνο το Πεκίνο, η Τσαγκάν, το Τόκιο μπορούσε ν’ αναμετρηθεί μαζί της σε διάφορες περιόδους. Ήταν μια τεράστια πόλη, την εποχή που το Λονδίνο και το Παρίσι ήταν λασπουπόλεις των ελάχιστων κατοίκων, η Κωνσταντινούπολη ήταν πέραν πάσης περιγραφής. Όταν είχαν έρθει οι πρώτοι σταυροφόροι, όταν πέρασαν οι πρώτοι σταυροφόροι από την Κωνσταντινούπολη, και απ’ όλη βέβαια τη Βυζαντινή   Αυτοκρατορία, Γερμανοί, Ισπανοί, Άγγλοι, Γάλλοι, έμειναν άναυδοι. ...

Και η λεηλασία της Κωνσταντινούπολης το 1204 έχει μείνει στην ιστορία. Σε ένα αγαπημένο μου βοήθημα [...], «Atlas of World History», [...] όταν μας μιλά για την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1204 γράφει: «1204. Κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Το μίσος των Λατίνων για τους Έλληνες βρήκε έκφραση σε βαρβαρικές ωμότητες. Πρόκειται για την πιο εκτεταμένη λεηλασία μνημείων, έργων τέχνης και άλλων σπουδαίων ακριβών, πολύτιμων αντικειμένων όλου του μεσαιωνικού κόσμου»...

Το 1204 λοιπόν καταλαμβάνεται η Κωνσταντινούπολη και αυτή είναι η κομβική χρονολογία για τις εξελίξεις των πραγμάτων, όχι μόνο λόγω της λεηλασίας, αλλά διότι αυτή η χρονολογία θα ετοιμάσει την επόμενη κομβική χρονολογία, δηλαδή το 1453, ...

Η επίθεση αυτή συνοδεύτηκε και με τον έλεγχο κεντρικότατων σπουδαίων εδαφών του Βυζαντίου, εδαφών που ήταν σημαντικότατα για τον έλεγχο της ανατολικής Μεσογείου, τόσο τον  πολιτικό όσο και τον εμπορικό, για τις διάφορες δυνάμεις που συμμετείχαν σε αυτή την 4η Σταυροφορία. Σε αυτές τις δυνάμεις περιλαμβάνονταν Γερμανοί ευγενείς και φεουδάρχες, Γάλλοι ευγενείς και φεουδάρχες, Ισπανοί, και φυσικά Βενετοί. Αυτοί μοίρασαν, αυτές οι διάφορες οικογένειες, τα τμήματα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τη Μικρά Ασία και δυτικότερα, δηλαδή το δυτικότερο κομμάτι της Μικράς Ασίας, που βρίσκεται κοντά προς την Κωνσταντινούπολη, τη Θράκη, τμήματα της Μακεδονίας, της Στερεάς Ελλάδος, την Πελοπόννησο, την Κύπρο, την Κρήτη, τα Επτάνησα και τα νησιά του Αιγαίου. Έκτοτε αυτές οι περιοχές, και για μεγάλο διάστημα, θα μείνουν “υπό λατινικό έλεγχο” όπως λέμε. Ξεκινά δηλαδή για την ελληνική ιστορία, την ιστορία της ανατολικής Μεσογείου και φυσικά στο βαθμό που μας αφορά και την ελληνική ιστορία, η μακρά μας επαφή ως Έλληνες με τη δυτική πλευρά, τη δυτικοευρωπαϊκή πλευρά. Δεν είναι καινούρια, είχαμε επαφές μαζί τους, και θρησκευτικές και οικονομικές σας θυμίζω τα προνόμια κλπ. , όμως τώρα για πρώτη φορά οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι της ανατολικής Μεσογείου βρίσκονται υπό πολιτική εξουσία Δυτικών. Οι Δυτικοί πλέον έχουν γίνει κυρίαρχοι πολιτικά στην περιοχή.

Πολλές φορές στην ελληνική ιστορία παρότι τα πράγματα γράφονται, δεν είναι ότι δεν γράφονται στη μέση συνείδηση του Έλληνα, του σημερινού Έλληνα, η πτώση του Βυζαντίου συνδέεται με τους Οθωμανούς. Δηλαδή, αν ρωτήσει κανείς έναν μέσο Έλληνα: «Έπεσε το Βυζάντιο. Ποιος ακολούθησε;» θα απαντήσουμε νομίζω οι περισσότεροι από μας: «Οι Οθωμανοί». Η τουρκοκρατία δηλαδή. Ενώ μεσολάβησε η φραγκοκρατία, η λατινοκρατία, και μάλιστα για κάποιες περιοχές η λατινοκρατία ήταν μακρύτερη από την τουρκοκρατία. Διότι λέμε γενικά ότι η τουρκοκρατία διήρκησε από το 1453 έως το 1821. Αυτό ισχύει και δεν ισχύει, διότι για πολλές περιοχές η τουρκοκρατία ξεκίνησε πολύ ενωρίτερα, και 100 και 150 χρόνια νωρίτερα από το 1453, επομένως αυτές μετρούν. Και δεν απελευθερώθηκαν από τους Τούρκους το 1821, ένα πολύ μικρό κομμάτι του Ελληνισμού απελευθερώθηκε το 1821. […] για παράδειγμα η Κρήτη παρέμεινε υπό βενετικό έλεγχο από περίπου το 1204 έως περίπου το 1669, δηλαδή για 460-τόσα χρόνια. Οι Οθωμανοί κατέλαβαν οριστικά τη μεγαλόνησο το 1669 και την έχασαν το 1912. […]

Μαρία Ευθυμίου, Ιστορία  του Νέου Ελληνισμού, 11ος – 18ος αιώνας   

mathesis.cup.gr (σ. 37-44)

Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Η διακυβέρνηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας

Μέχρι τον 11ο αιώνα οι επιτυχίες που είχαν σημειώσει οι Βυζαντινοί ηγεμόνες στις πολυμέτωπες συγκρούσεις τους με εχθρικά στρατεύματα οφείλονταν, σε μεγάλο βαθμό, στο αποτελεσματικό τους σύστημα διακυβέρνησης […]

Σύμφωνα με την παράδοση των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας θεωρούνταν παντοδύναμος, ένας ιεράρχης που η εξουσία του εκπορευόταν απευθείας από τον Θεό, μολονότι τον έστεφε ο πατριάρχης. Η απόδοση τιμών στον αυτοκράτορα ακολουθούσε ένα ολοένα και πιο περίτεχνο αυλικό πρωτόκολλο, που περιγράφεται λεπτομερειακά στο σύγγραμμα Περί βασιλείου τάξεως, που το έγραψε ο Κωνσταντίνος Ζ' Πορφυρογέννητος τον 10ο αιώνα. Ο αυτοκράτορας έλεγχε πλήρως τη διπλωματία, την εξωτερική πολιτική και τις στρατιωτικές υποθέσεις. Στις εκστρατείες συχνά οδηγούσε ο ίδιος τον στρατό και αρκετοί αυτοκράτορες που ενδύθηκαν την πορφύρα ύστερα από πραξικοπήματα είχαν αρχίσει τη σταδιοδρομία τους ως στρατιωτικοί.

Κατά παράδοξο τρόπο, δεν υπήρχε κάποιος καθιερωμένος κανόνας για τη διαδοχή. Ο αυτοκρατορικός τίτλος δεν ήταν κληρονομικός. Ορισμένοι αυτοκράτορες έστεφαν τους γιους τους, ώστε να εξασφαλίσουν τη διαδοχή των απογόνων τους, αλλά αυτό σήμαινε ότι συχνά υπήρχαν συμβασιλείς. Από τις αρχές του 7ου αιώνα, ο κυρίως αυτοκράτορας έφερε τον αρχαίο ελληνικό τίτλο του βασιλέως. Ο αυτοκράτορας μπορούσε επίσης να ορίσει τον διάδοχό του, αλλά συνήθως η διαδοχή των ηγεμόνων πυροδοτούσε αιματηρές παλατιανές εξεγέρσεις, στη διάρκεια των οποίων οι φατρίες του στρατού και της αυλής προωθούσαν αντίπαλους υποψηφίους. Ο νέος αυτοκράτορας έπρεπε να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη του λαού, της συγκλήτου της Κωνσταντινούπολης και του στρατού, και ύστερα ακολουθούσε η τελετή της στέψης. Στη θεωρία, οποιοδήποτε από τα τρία σώματα των εκλεκτόρων —λαός, σύγκλητος, στρατός— μπορούσε να ανατρέψει έναν αυτοκράτορα και να προτείνει τον δικό του υποψήφιο, ο οποίος μπορούσε στη συνέχεια να νομιμοποιηθεί, αρκεί να αποσπούσε τη συγκατάθεση των άλλων δύο. Στην πράξη ωστόσο, από τη στιγμή της ενθρόνισής του ο αυτοκράτορας ήταν απόλυτος μονάρχης και το μοναδικό μέσο για την ανατροπή του ήταν η δολοφονία του.

Αν και θεωρητικά οι αυτοκράτορες ηγεμόνευαν επί της Εκκλησίας, διακρίνονται ορισμένες αλλαγές αφότου έχασαν τη μάχη της αποκαθήλωσης των εικόνων. Από τον 10ο αιώνα η βυζαντινή εικονογραφία υπογραμμίζει τη συνεργασία του αυτοκράτορα με τον πατριάρχη, όχι την υπεροχή του πρώτου εις βάρος του δευτέρου. Μετά τον 12ο αιώνα, καθώς κλονιζόταν η ουσιαστική ισχύς των αυτοκρατόρων, ορισμένοι πατριάρχες κατάφεραν να στρέψουν τις μάζες της Κωνσταντινούπολης και της σλαβικής Ευρώπης κατά του βυζαντινού θρόνου, εκμεταλλευόμενοι κυρίως την αντιλαϊκή πρόταση των αυτοκρατόρων για ένωση της ανατολικής και της δυτικής Εκκλησίας. Ο αυτοκράτορας ήταν η πηγή του νόμου, και στην αυλή του παραπέμπονταν οι προσφυγές από τα τοπικά δικαστήρια. Ιδίως όμως μετά το 1261, συχνά χρησιμοποιούνταν κληρικοί μαζί με λαϊκούς ως περιοδεύοντες δικαστές στα βυζαντινά κοσμικά δικαστήρια, αν και υπήρχαν και ειδικά δικαστήρια, όπως στη Δύση, για τους κληρικούς και τις θρησκευτικές υποθέσεις. Εκείνη την εποχή το εκκλησιαστικό στοιχείο είχε αρχίσει να υποχωρεί από τις αυλές των δυτικών μοναρχιών.

Συνεχίζοντας την πρακτική των Ρωμαίων αυτοκρατόρων του 4ου και του 5ου αιώνα οι Βυζαντινοί ηγεμόνες εξακολουθούσαν να παραχωρούν ειδικούς τίτλους και αξιώματα που δήλωναν την ιεραρχία. Οι διαβαθμίσεις των τίτλων επιλέγονταν με αυστηρά κριτήρια και η μετακίνηση σε ανώτερη ιεραρχική βαθμίδα ισοδυναμούσε με κοινωνικό άλμα. Κάθε βαθμίδα είχε τα δικά της ξεχωριστά εμβλήματα. Κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα, ο τίτλος του πατρικίου ήταν ο ανώτερος που μπορούσε να αποκτήσει ένα πρόσωπο το οποίο δεν ανήκε στην αυτοκρατορική οικογένεια, αν και τον 10ο αιώνα είχαν ήδη δημιουργηθεί έντεκα διαβαθμίσεις πατρικίων· έκτοτε, όπως ήταν φυσικό, η αίγλη του τίτλου ξεθώριασε. Οι αυτοκρατορικοί ευνούχοι είχαν υψηλή θέση, αλλά και πάλι υπήρχαν διαβαθμίσεις. Το ακριβές περιεχόμενο ενός τίτλου μπορούσε να αλλάξει με τον καιρό. Ο τίτλος του καίσαρα, για παράδειγμα, που αρχικά σήμαινε συμβασιλέας, έπαψε να σημαίνει πολλά μετά τον 7ο αιώνα. Τον 13ο αιώνα είχε πια λιγότερο κύρος από τον δεσπότη, έναν τίτλο που συνήθως λάβαινε ο ηγεμόνας μιας κτήσης. Κατά τον ύστερο Μεσαίωνα ορισμένοι δεσπότες ανεξαρτητοποιήθηκαν ουσιαστικά από την Κωνσταντινούπολη.

Η βυζαντινή δημόσια διοίκηση ήταν πολύ ευέλικτη και αποτελεσματική. Πολλές υψηλές θέσεις στον αυτοκρατορικό οίκο, συγκαταλεγομένου του πριμικηρίου, απονέμονταν κατά παράδοση στους ευνούχους, που δεν μπορούσαν να ιδρύσουν δυναστείες. Ο έπαρχος της Κωνσταντινούπολης [praefectus urbi] ασκούσε σημαντική εξουσία. Αυτός ρύθμιζε τα ζητήματα των συντεχνιών και της οικονομίας, επόπτευε τα δικαστήρια και τις φυλακές και, όταν απουσίαζε ο αυτοκράτορας, τελούσε συνήθως χρέη αναπληρωτή του στην πόλη. Τον 10ο αιώνα, ο κεντρικός έλεγχος είχε πια γίνει πιο συστηματικός και ο αριθμός των υπουργείων (οφφίκια) είχε αυξηθεί σημαντικά.

Οι δικαστικές και οι οικονομικές υπηρεσίες είχαν αρκετά τμήματα. Γενικά, υπεύθυνος για τα οικονομικά της αυτοκρατορίας ήταν ο σακελλάριος ή αρχιγραμματέας, στον οποίο αναφέρονταν οι προϊστάμενοι των επιμέρους υπηρεσιών. Στις αρμοδιότητές του συγκαταλέγονταν η επίβλεψη των κρατικών εργαστηρίων, των υδάτινων αρτηριών, των τελωνείων και των ταχυδρομείων. Τον 12ο αιώνα ο αρχιγραμματέας αντικαταστάθηκε από τον μέγα λογοθέτη, που αρχικά ήταν ο πρώτος αναπληρωτής του σακελλαρίου στην υπηρεσία ταχυδρομείων.

Το εισόδημα των αυτοκρατόρων ήταν υψηλό. Τα κύρια φορολογικά έσοδα προέρχονταν από τους έγγειους φόρους, η εκτίμηση των οποίων αναθεωρούνταν ανά δεκαπενταετία. Όταν κάποιος αγρότης αδυνατούσε να πληρώσει το φόρο που του αναλογούσε, η ευθύνη βάραινε ολόκληρη την κοινότητα [θεσμός του «αλληλεγγύου»] και όχι τόσο τους δημοσιώνες, όπως συνέβαινε κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Υπήρχαν επίσης κεφαλικοί φόροι και φόροι κατοικίας, αλλά ελάχιστα γνωρίζουμε για τον τρόπο υπολογισμού ή συλλογής τους. Επίσης, οι αυτοκράτορες εξέδιδαν υποχρεωτικά δάνεια και συγκέντρωναν σημαντικούς πόρους από τα κρατικά μονοπώλια και την παραχώρηση εμπορικών προνομίων. Το αποτέλεσμα ήταν μια εξαιρετικά υψηλή φορολογία που ενίσχυε τη δυσαρέσκεια των υπηκόων τους. Έτσι, στην περίοδο των σταυροφοριών η οικονομία της αυτοκρατορίας κατέρρευσε.

Η κεντρική διοίκηση ήταν υπερβολικά συγκεντρωτική και άκαμπτη, αλλά ως τα τέλη περίπου του 10ου αιώνα λειτουργούσε με εκπληκτική επάρκεια, ιδίως στην Ανατολία. Το βυζαντινό κράτος είχε και μια επαρχιακή οργάνωση. Τα «θέματα», που διαδέχτηκαν το σύστημα των υπαρχιών [praefecturae] ήταν ο πυρήνας της τοπικής διοίκησης. Συναντάμε θέματα στις μεθοριακές περιοχές από τον 7ο αιώνα και οι Ίσαυροι επεξέτειναν βαθμιαία το σύστημα των θεμάτων και στην υπόλοιπη αυτοκρατορία. Κάθε θέμα έπαιρνε την ονομασία του σώματος που ήταν στρατωνισμένο στην περιοχή του και, τελικά, τα ίδια τα στρατιωτικά σώματα κατέληξαν να ονομάζονται θέματα. Γαίες παραχωρήθηκαν σε εποίκους που είχαν την υποχρέωση να υπηρετήσουν στον στρατό ή στο ναυτικό υπό τις διαταγές στρατηγών που είχαν και πολιτικές αρμοδιότητες.

Ωστόσο, στη διάρκεια του 10ου αιώνα οι «πολιτοφυλακές» των θεμάτων χρησιμοποιούνταν κυρίως για αμυντικούς σκοπούς. Ο ρόλος τους αποδυναμώθηκε καθώς τις αντικατέστησαν επαγγελματίες στρατιώτες που κατακτούσαν εδάφη. Η κυβέρνηση άρχισε να ενθαρρύνει το σχηματισμό μεγάλων γαιοκτησιών που ήταν υποχρεωμένες να παρέχουν ομάδες ιππικού, με αντάλλαγμα εκχωρήσεις γης και δικαστικών αρμοδιοτήτων (πρόνοια). Στη συνέχεια, οι άρχοντες αυτών των ιδιοκτησιών απορρόφησαν τις ελεύθερες κτήσεις που βρίσκονταν κοντά στα σύνορα. Έτσι, η θεματική οργάνωση περιερχόταν ολοένα και περισσότερο στα χέρια μιας αριστοκρατίας γαιοκτημόνων πολεμιστών. Οι νίκες που σημείωσε ο Βασίλειος Β' επί των γαιοκτημόνων [δυνατών] ήταν μόνο μια ανάπαυλα, καθώς ολόκληρα χωριά τέθηκαν τελικά υπό την προστασία τους. Η αυξανόμενη ισχύς των γαιοκτημόνων πολλαπλασίασε τις πιέσεις που αντιμετώπιζαν οι αυτοκράτορες τον 11ο αιώνα από τους σταυροφόρους και τους Τούρκους.


Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1999.

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

Το Βυζαντινό έπος του Διγενή Ακρίτα

Όπως στη Δύση γύρω από τα ονόματα του Ρολάνδου και του Σιντ, έτσι και στην Ανατολή, γύρω στον 11ο αιώνα, δημιουργήθηκε ένας ολόκληρος επικός κύκλος γύρω από το όνομα ενός εθνικού ήρωα. Όπως και στη Δύση, η φήμη αυτού του ήρωα διαδόθηκε σε λαϊκά τραγούδια σ’ ολόκληρο τον κόσμο της Ανατολής, από την Καππαδοκία ως την Τραπεζούντα και από την Κύπρο ως τα βάθη της Ρωσίας περιλαμβάνεται κυρίως σε ένα μεγάλο έπος, του οποίου το παλαιότερο χειρόγραφο χρονολογείται από τον 14ο αιώνα, αλλά η προέλευσή του είναι χωρίς αμφιβολία παλαιότερη. Η ιστορία μας διηγείται τις περιπέτειες του Βασιλείου Διγενή Ακρίτη τον 10ο αιώνα […]

Σε αυτό το ηρωικό έπος δεν μας παρουσιάζεται ο κόσμος της πρωτεύουσας και της αυλής, αλλά η κοινωνία των ασιατικών επαρχιών, κοντά στα σύνορα, όπου οι μεγάλοι γαιοκτήμονες διεξάγουν στο όνομα του αυτοκράτορα τον αιώνιο αγώνα εναντίον των Μουσουλμάνων. Είναι η περιοχή των Ακριτών ή φυλάκων των συνόρων, των απελατών, πραγματικών Κλεφτών του μεσαίωνα, η περιοχή των μεγάλων μονομαχιών, των αιφνιδιασμών, των σφαγών, των πολεμικών και ερωτικών περιπετειών. […] Η ζωή του Διγενή Ακρίτη είναι μια ζωή φεουδαλικού ιππότη και αυτή η ζωή, που την έζησαν όπως αυτός  πολλοί μεγάλοι άρχοντες του 10ου αιώνα, είναι γεμάτη από γραφικές λεπτομέρειες για τα ήθη και τις ιδέες της εποχής.

Σελίδα από το «Έπος του Διγενή Ακρίτα»,
χειρόγραφο Αθηνών-Άνδρου.
[…] Ονομαζόταν Διγενής, λέει το τραγούδι, γιατί ήταν ειδωλολάτρης από τον πατέρα του, που καταγόταν από τη φυλή των Αγαρηνών και Έλληνας από τη Μητέρα του, που ανήκε στην οικογένεια των Δουκάδων. Ονομάστηκε Ακρίτης, γιατί ήταν φρουρός των συνόρων. Ο παππούς του ήταν ο Ανδρόνικος, της οικογένειας των Κιννάμων, που πέθανε εξόριστος με αυτοκρατορική διαταγή του μακαριότατου Ρωμανού. Γιαγιά του ήταν μια στρατήγισσα, της οικογένειας των Δουκάδων και θείοι του οι ένδοξοι αδελφοί της μητέρας του που, έπεσαν μαχόμενοι για την αδελφή τους, νίκησαν τον εμίρη πατέρα του.

Η ιστορία του γάμου των γονέων του Διγενή αποτελεί το θέμα ενός πρώτου άσματος, που αποτελεί σήμερα τις τρεις πρώτες ραψωδίες του ποιήματος. Βλέπουμε εκεί, πως ο εμίρης Μουσούρ, αφού απήγαγε σ’ ένα γιουρούσι την κόρη ενός Έλληνα στρατηγού, ερωτεύεται την αιχμάλωτή του και για να την παντρευτεί, ασπάζεται τον χριστιανισμό, πως σύμφωνα με τα λόγια του ποιητή «μια χαριτωμένη νέα, χάρη στη γοητευτική ομορφιά της, νίκησε τα φημισμένα στρατεύματα της Συρίας». […] Ανάμεσα στους δύο συζύγους βασίλεψε η πιο τέλεια ομόνοια, και από την ένωση του μουσουλμάνου με την κόρη των Δουκάδων γεννήθηκε ο θαυμαστός ήρωας οι περιπέτειες του οποίου γεμίζουν το έπος.  

Ας παραθέσουμε πρώτα την εικόνα του νεαρού άνδρα που δίνει το ποίημα. «Είχε ξανθά και σγουρά μαλλιά, μεγάλα μάτια, λευκό και ρόδινο πρόσωπο, πολύ μαύρα φρύδια, φαρδύ στήθος και λευκό σαν κρύσταλλο. Φορούσε ένα κόκκινο χιτώνα στολισμένο με χρυσά κεντήματα και μαργαριτάρια· τα κουμπιά του, από καθαρό χρυσάφι, έλαμπαν· τα πασούμια του ήταν στολισμένα με χρυσάφι και τα σπιρούνια του με πολύτιμες πέτρες. Καβαλούσε μια ψηλή φοράδα, άσπρη σαν περιστέρι, που η χαίτη του ήταν στολισμένη με τουρκουάζ. Φορούσε χρυσά πέταλα στολισμένα με πολύτιμα πετράδια, που έκαναν ένα χαριτωμένο και υπέροχο θόρυβο. Στα καπούλια της είχε ένα σκέπασμα από πράσινο και ροζ μετάξι που σκέπαζε τη σέλα και την προστάτευε από τη σκόνη· η σέλα και τα χαλινάρια ήταν χρυσοκέντητα και στολισμένα με σμάλτο και μαργαριτάρια. Ο Ακρίτης, επιδέξιος εκπαιδευτής αλόγων, έβαζε το υποζύγιό του να κάνει κύκλους. Κράδαινε στο δεξί του χέρι μια πράσινη λόγχη, αραβικής κατασκευής, σκεπασμένη με χρυσά γράμματα. Είχε γοητευτικό πρόσωπο, κομψό παράστημα και τέλειες αναλογίες. Και ανάμεσα στους ιπποκόμους του ο νέος έλαμπε σαν ήλιος».

Αυτός ήταν ο ήρωας. Ας δούμε τώρα τα πρώτα κατορθώματά του. Σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών, ονειρεύεται μόνο περιπέτειες. Στο κυνήγι, όπου συνοδεύει τον πατέρα του, σκοτώνει μια αρκούδα με μια γροθιά, σχίζει στα δύο μια ελαφίνα που την ξεπέρασε στο τρέξιμο, σκοτώνει ένα λιοντάρι με μια σπαθιά και οι σύντροφοί του, γεμάτοι θαυμασμό, αναγνωρίζουν σ’ αυτά τα κατορθώματα έναν ήρωα που τον βοηθάει ο Θεός. «Αυτός, λένε, δεν είναι άνθρωπος αυτού του κόσμου. Ο Θεός τον έστειλε για να τιμωρήσει τους απελάτες, που θα είναι ο τρόμος τους σ’ όλη του τη ζωή».

Ο Διγενής Ακρίτας και ο δράκος,
 βυζαντινό πιάτο του 12ου αιώνα από την Αθήνα.
Και πράγματι, όσο ο νέος μεγαλώνει, η δόξα των φημισμένων απελατών δεν τον αφήνει να ησυχάσει· φλέγεται από λαχτάρα να τους γνωρίσει, να τους νικήσει, να ξεπεράσει τα κατορθώματά τους. «Ω μάτια μου, φωνάζει αναστενάζοντας, πότε θα δείτε αυτούς τους ήρωες;» Ψάχνει να βρει ένα τρόπο για να γίνει απελάτης, και πηγαίνει τολμηρά να επισκεφτεί τον αρχηγό των ληστών «στο παράξενο και φοβερό καταφύγιό του». «Και βρήκε, λέει το τραγούδι, τον Φιλόπαππο ξαπλωμένο σ’ ένα κρεβάτι· πάνω και κάτω απ’ το κρεβάτι υπήρχαν πολλά δέρματα άγριων ζώων· και ο νεαρός Βασίλειος Διγενής υποκλίθηκε, τον χαιρέτησε και του ευχήθηκε καλημέρα. Και ο γέρος Φιλόπαππος του μίλησε έτσι: «Καλώς όρισες, νεαρέ, αν δεν είσαι προδότης». Τότε ο Βασίλειος του αποκρίθηκε: «Δεν είμαι προδότης, αλλά θέλω να γίνω απελάτης μαζί σας σ’ αυτή την ερημιά». Όταν ο γέρος τον άκουσε, του είπε: «Νεαρέ, αν έχεις τη φιλοδοξία να γίνεις απελάτης, πάρε αυτό το ρόπαλο και πήγαινε να φυλάξεις σκοπός. Αν μπορέσεις να μείνεις νηστικός δεκαπέντε μέρες και να διώξεις τον ύπνο από τα βλέφαρά σου, και μετά να πας να σκοτώσεις λιοντάρια, να φέρεις εδώ τα κουφάρια τους και μετά να ξαναγυρίσεις στη σκοπιά, τότε θα είσαι άξιος να μπεις ανάμεσά μας». Αντί για άλλη απάντηση, ο Διγενής αρπάζει το ρόπαλο από τη γερή λαβή του, επιτίθεται στους ίδιους τους απελάτες, τους αφοπλίζει και γυρίζοντας κοντά στον Φιλόπαππο: «Ορίστε, του λέει, τα όπλα όλων των απελατών σου. Και αν αυτό δεν σου αρέσει, θα σε μεταχειριστώ κι εσένα με τον ίδιο τρόπο». Μετά από αυτό το πρώτο κατόρθωμα, όλοι υποκλίνονται μπροστά στον νεαρό ήρωα και πολύ σύντομα με τη γενναιότητά του αποκτά λαμπρή φήμη σ’ όλη τη γειτονική περιοχή.

Μετά τις πολεμικές περιπέτειες, να τώρα και οι ερωτικές περιπέτειες.

Ο στρατηγός Δούκας, διοικητής μια από τις επαρχίες της αυτοκρατορίας, έχει μια κόρη, την Ευδοκία, ένα θαύμα ομορφιάς. «Η ομορφιά του προσώπου της, λέει ο ποιητής, θαμπώνει τα βλέμματα και κανείς δεν μπορεί να κοιτάξει στο πρόσωπο αυτή την κόρη του ήλιου. Μια αχτίδα λάμπει στη μέση του προσώπου της· έχει περήφανο βλέμμα, ξανθά μαλλιά, μαύρα φρύδια· το πρόσωπό της είναι χιονάτο με λίγο ρόδινο χρώμα όπως η πολύτιμη πορφύρα που αγαπούν να φορούν οι βασιλείς». Πολλοί ιππότες έχουν ήδη ζητήσει το χέρι της νέας. Όμως ο πατέρας της Ευδοκίας είναι ζηλότυπος και φοβερός άνθρωπος. Κλείνει την κόρη του στο γυναικωνίτη, […] Όλοι όσοι θέλησαν το χέρι της νέας και προσπάθησαν να την απαγάγουν πλήρωσαν την αψηφισιά τους με τη ζωή τους […] Ο Διγενής, όμως, επιχειρεί με τη σειρά του το τόλμημα. Και η πρώτη συνάντηση των δυο νέων είναι μια χαριτωμένη σκηνή. Κάτω από τα παράθυρα της ωραίας, ο Διγενής τραγουδάει περνώντας ένα ερωτικό τραγούδι και η Ευδοκία, γοητευμένη, μουρμουρίζει στην παραμάνα της: «Σκύψε από το παράθυρο, παραμάνα και κοίταξε αυτό τον χαριτωμένο νέο». Και όταν η παραμάνα της απάντησε: «Ο Θεός να δώσει, κυρία, να τον θελήσει ο πατέρας σας και κύριός μου για γαμπρό, γιατί δεν υπάρχει όμοιός του στον κόσμο», η νέα, που η καρδιά της έχει κιόλας κατακτηθεί – «γιατί η εξωτερική ομορφιά, λέει ο ποιητής, και το τραγούδι μπαίνουν από τα μάτια ως τα βάθη της ψυχής» - ξεχνιέται κοιτάζοντας από μια τρύπα του παράθυρου εκείνον που λάτρεψε με την πρώτη ματιά. Σε λίγο όμως ο Διγενής γίνεται πιο τολμηρός ξεγελώντας τους φρουρούς, βρίσκει τρόπο να μιλήσει στην Ευδοκία. «Σκύψε, της λέει, γλυκό μου φως, για να δω την ομορφιά σου και η αγάπη σου να μπει στην καρδιά μου. Είμαι νέος, το βλέπεις, και δεν ξέρω τι είναι αγάπη. Αλλά αν η αγάπη σου μπει στην ψυχή μου, ξανθή νέα, ο πατέρας και όλοι οι συγγενείς σου και όλοι οι υπηρέτες τους, ακόμη κι αν γίνουν βέλη και αστραφτερά σπαθιά, δεν θα μπορούν να με βλάψουν».

Σίγουρος για την καρδιά της Ευδοκίας, ο Διγενής αποφασίζει να απαγάγει την αγαπημένη του. Τη νύχτα, κάτω από το παράθυρό της, έρχεται να τραγουδήσει σιγανά συνοδεύοντας το τραγούδι του με την λύρα: […] Στο κάλεσμα της σερενάτας, η νέα παρουσιάζεται στο παράθυρο· διστάζει όμως ακόμη να ακολουθήσει τον Διγενή, […] Η Ευδοκία φοβάται τις συνέπειες της περιπέτειας για τον αγαπημένο της […] ωστόσο τελικά υποκύπτει στους όρκους του ιππότη που της ορκίζεται αιώνια αγάπη: «Και η νέα, λέει το ποίημα, σκύβει από το χρυσό παράθυρο και ο νέος την δέχεται όρθιος πάνω στο άλογό του. και ο νέος, φλεγόμενος από χαρά και θάρρος, σταματάει απέναντι στο παλάτι και φωνάζει με δυνατή φωνή: «Ευλόγησέ με, άρχοντα πεθερέ, και μαζί μου και την κόρη σου· και ευχαρίστησε τον Θεό που σου δίνει ένα τέτοιο γαμπρό».

Όταν η απαγωγή γίνεται αντιληπτή, φυσικά επικρατεί μεγάλη αναταραχή στο παλάτι. Ο στρατηγός και οι γιοί του μαζί με τους ένοπλους τους καταδιώκουν τον απαγωγέα. Αλλά ο Διγενής, μόλις τον πλησιάζουν, μάχεται σαν λιοντάρι, εξουδετερώνει τους αντιπάλους του και μετά απευθυνόμενος στον πατέρα της Ευδοκίας, του λέει ευγενικά: «Άρχοντα στρατηγέ, ευλόγησέ μας, την κόρη σου κι εμένα· συγχώρεσέ με και με κατακρίνεις. Οι άνθρωποί σου δεν ξέρουν τι θα πει μάχη· τους έδωσα ένα μικρό μάθημα που δεν θα το ξεχάσουν. Μη στεναχωριέσαι όμως· πήρες ένα καλό γαμπρό, δεν θα βρεις καλύτερο σ’ όλο τον κόσμο. Δεν είμαι από ταπεινή γενιά, ούτε είμαι δειλός· αν ποτέ είχες κάποια υπόθεση να μου αναθέσεις, θα βεβαιωνόσουν τι άνθρωπος είναι ο γαμπρός που έχεις». Ο στρατηγός σαν καλός ηγεμόνας, δίνει στον νέο το χέρι της κόρης του. και επειδή δεν θέλει να μπορούν να πουν ποτέ ότι ο Διγενής απήγαγε μια γυναίκα χωρίς προίκα – «πράγμα που, παρατηρεί, είναι ατίμωση στα μάτια όλων των φρονίμων ανθρώπων» - απαριθμεί την μεγαλοπρεπή προίκα της μνηστής, […]

Παρά τις υποσχέσεις του όμως, ο Διγενής – και αυτό το στοιχείο είναι χαρακτηριστικό – αμφιβάλλει για την ειλικρίνεια του στρατηγού και φοβάται κάποια απιστία εκ μέρους του. «Φοβάμαι λέει, πως κάποιος κίνδυνος με απειλεί, και πως θα πεθάνω με επονείδιστο τρόπο, γιατί σου φέρθηκα σαν εχθρός και προδότης». Προτιμάει λοιπόν να πάρει την Ευδοκία μαζί του για να κάνει το γάμο στο σπίτι των γονέων του και η επιστροφή του στο πατρικό σπίτι δίνει την ευκαιρία για μια περιγραφή μεγάλης πολυτέλειας […] «Και οι γάμοι, λέει ο ποιητής, διήρκεσαν τρεις ολόκληρους μήνες και η χαρά δεν σταματούσε καθόλου».

Ο Διγενής όμως δεν επαναπαύεται στην επιτυχία του. «Με την ωραία του και τους γενναίους του, πήγε στα σύνορα· κατέλαβε τους τόπους όπου κυβερνούσε ο πατέρας του και εξολόθρεψε εντελώς τους άτακτους. Έκανε επιδρομές στις κλεισούρες και στα σύνορα κι έτσι του έδωσαν το παρατσούκλι Ακρίτης. […] Και τότε η ρωμαϊκή χώρα όπου ζούσαν οι ορθόδοξοι μπόρεσε να απολαύσει την ειρήνη έχοντας αυτόν τον ήρωα για υπερασπιστή, φύλακα και προστάτη εναντίον των εχθρών». Πολύ σύντομα η φήμη του και η φήμη των υπηρεσιών που προσφέρει στην αυτοκρατορία φτάνει στην αυλή. Ο βασιλεύς έρχεται αυτοπροσώπως να τον επισκεφτεί στο μακρινό του φέουδο στον Ευφράτη· για να τον ανταμείψει για την ανδρεία του, τον ονομάζει πατρίκιο και μαργράβο και του επιστρέφει όλη την περιουσία που είχε κάποτε κατασχεθεί από τον παππού του, και γεμάτος θαυμασμό για τον αξιοθαύμαστο αυτό στρατιώτη αναφωνεί: «Μακάρι να έδινε ο Θεός να είχε η Ρωμανία τέσσερις άνδρες σαν αυτόν».

Από εδώ και πέρα η μια περιπέτεια διαδέχεται την άλλη στη ζωή του ιππότη. Σαν πραγματικός περιπλανώμενος ιππότης, διατρέχει ολόκληρο τον κόσμο και όπου εμφανίζεται και μόνο το όνομά του σκορπίζει τρόμο. […] Όπως ο Ζίγκφριντ, με τον οποίο μοιάζει σε πολλά σημεία, πολεμάει τον δράκοντα του οποίου τα τρία κεφάλια ξερνάνε φλόγες και αστραπές και που κάθε κίνησή του κλονίζει τη γη με ένα θόρυβο κεραυνού· κατατροπώνει τα λιοντάρια, τρέπει σε φυγή τους απελάτες, ζώντας μακρυά από τον κόσμο, μόνος με την πολυαγαπημένη του γυναίκα, σ’ ένα παραδείσιο τοπίο, γεμάτο φυλλώματα και τρεχούμενα νερά. […] Αλλά η λαμπρή ομορφιά της ευγενικής νέας έλαμπε περισσότερο από τα παγώνια και απ’ όλα τα λουλούδια».

Ωστόσο το μεγάλο πάθος που νιώθει ο Διγενής για την Ευδοκία δεν αποκλείει μερικές άλλες περιπέτειες. […]

Μια ημέρα που προχωρούσε καβάλα στο άλογό του στα σύνορα της Συρίας, συναντάει μια νεαρή Άραβα που ένας έλληνας ευγενής, αιχμάλωτος των απίστων, την είχε πλανέψει, απαγάγει και μετά εγκαταλείψει. Ο Διγενής την παρηγορεί, ίσως με κάποια υπερβολική συμπόνια. Η κοπέλα είναι όμορφη και ενώ, αφού την πήρε πάνω στο άλογό του, την οδηγεί στον εραστή της, νιώθει ανεπαίσθητα τον πόθο να τρυπώνει στην καρδιά του. […] « … χάρη στην επέμβαση του Σατανά και στην αμέλεια της ψυχής μου, παρ’ όλη την αντίσταση που πρόβαλε η νέα, συντελέστηκε μια από τις πιο ένοχες πράξεις και ο δρόμος λερώθηκε από ένα έγκλημα. Ο εχθρός, ο άρχοντας του σκότους, ο μανιασμένος εχθρός της φυλής μας μ’ έκανε να ξεχάσω τον Θεό και τη φοβερή ημέρα της κρίσεως». Χωρίς αμφιβολία, μετά το σφάλμα του, ο Ακρίτης είναι γεμάτος τύψεις· ωστόσο κρίνει προτιμότερο να αποσιωπήσει διακριτικά την περιπέτειά του. Σπεύδει να παντρέψει τη νέα με τον απαγωγέα της, «κρύβοντας όσα δεν έπρεπε να πει από φόβο μήπως ο νέος βρει σ’ αυτό αφορμή για σκάνδαλο»· και όταν γυρίζει κοντά στη γυναίκα του, σπεύδει ν’ αλλάξει τόπο εγκατάστασης, για να μη μάθει εκείνη τίποτα για την αθέτηση του όρκου πίστης που της είχε δώσει.

Όμως η σάρκα του ιππότη είναι αδύναμη και ο Σατανάς παραμονεύει για να βάλει τους ανθρώπους σε πειρασμό. Ο Διγενής το καταλαβαίνει όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με τη Μαξιμώ. Η Μαξιμώ είναι μια παρθένα πολεμίστρια, μια αδάμαστη αμαζόνα που οι νικημένοι από τον Διγενή απελάτες κάλεσαν σε βοήθεια εναντίον του ήρωα. «Ίππευε, λέει το τραγούδι, ένα άλογο λευκό σαν χιόνι, που τα πέταλά του ήταν βαμμένα πορφυρά. […] Αυτή η γυναίκα καταγόταν από τις γενναίες Αμαζόνες που ο βασιλιάς Αλέξανδρος έφερε από τη χώρα των Βραχμάνων. Είχε τη μεγάλη ενεργητικότητα της φυλής της και περνούσε τη ζωή της πολεμώντας». Όταν αυτή η Βαλκυρία ήρθε στην όχθη του Ευφράτη να προκαλέσει τον Διγενή σε μονομαχία, εκείνος, σαν ευγενικός ιππότης χαρίζεται φανερά στην ωραία αντίπαλό του. την πρώτη φορά αρκείται να σκοτώσει το άλογό της. Στη δεύτερη επίθεση την αφοπλίζει με ένα ελαφρό τραύμα· και η ηττημένη Μαξιμώ, γεμάτη για την ομορφιά και τη γενναιοδωρία του νικητή της, προσφέρει τον εαυτό της στον άνθρωπο που τη δάμασε, όπως η Βρουγχίλδη προσφέρεται στον Ζίγκφριντ. «Ορκίστηκα, λέει η πολεμίστρια, στον κύριο όλων των πραγμάτων να μην πλησιάσω ποτέ άνδρα και να μείνω παρθένα ωε την ημέρα που ένας άνδρας θα με νικήσει εντελώς και θα αποδειχθεί ανώτερός μου σε ανδρεία. Μέχρι σήμερα έχω μείνει πιστή στον όρκο μου». Σ’ αυτή τη δήλωση ο Διγενής αντιστέκεται στην αρχή· αλλά η κοπέλα είναι όμορφη, θωπευτική και τρυφερή: «Δεν ήξερα τι να κάνω, διηγείται ο ήρωας. Φλεγόμουν ολόκληρος. Έκανα κάθε προσπάθεια για να αποφύγω τον πειρασμό και έλεγα μέσα μου, ενώ αισθανόμουν τον πειρασμό και έλεγα μέσα μου, ενώ αισθανόμουν λαιμαργία […] το πνεύμα μου υπέκυψε στους εγκληματικούς πόθους της». Και πάλι αποφεύγει να διηγηθεί την περιπέτεια στη γυναίκα του. και όταν η Ευδοκία, ζηλιάρα τον κατηγορεί γιατί έμεινε πολύ κοντά στη Μαξιμώ, ο ήρωας, μ’ ένα έξυπνο ψέμα, καταπραΰνει τις υποψίες της αγαπημένης του. έμεινε τόσο πολύ γιατί βοήθησε την πληγωμένη εχθρά του: «γιατί δεν θέλω, λέει, να με προσβάλλουν αποκαλώντας με δολοφόνο γυναικών».

Αφού έκανε αυτά τα κατορθώματα και αφού η χώρα ελευθερώθηκε από τους εχθρούς, ο Ακρίτης έρχεται να αναπαυθεί και να χαρεί τη δόξα του στο υπέροχο παλάτι που έχει χτίσει στις όχθες του Ευφράτη. «Περνούσε εκεί ευτυχισμένες ώρες, […]» και με μια μόνο λύπη, ότι δεν είχε κληρονόμους του ονόματός του. Τότε τον βρήκε ξαφνικά ο θάνατος, σε ηλικία τριάντα τριών ετών, και τα τελευταία λόγια που ανταλλάσει στο κρεβάτι με τη γυναίκα του έχουν μέσα στη λεπτή τρυφερότητα τους, κάτι το μοναδικά συγκινητικό. Ο Βασίλειος θυμίζει στην Ευδοκία πόσο την αγάπησε: […] Μετά τη συμβουλεύει τρυφερά να μην απορροφηθεί από το πένθος της, αλλά να ξαναπαντρευτεί: «Δεν θα μπορέσεις να μείνει χήρα· το ξέρω μετά το θάνατό μου, θα πρέπει να πάρεις άλλο σύζυγο· η νεότητά σου θα σε αναγκάσει. Μόνο μην εξετάσεις την περιουσία ή την καταγωγή· διάλεξε έναν καλό ιππότη, γενναίο και τολμηρό· και μαζί του, όπως και πριν, θα συνεχίσεις να βασιλεύεις στον κόσμο, γλυκιά μου ψυχή». Η Ευδοκία όμως δεν θέλει ν’ ακούσει τίποτα· αν ο Διγενής πεθάνει, θέλει να πεθάνει μαζί του. και η Θεία Πρόνοια εισακούει την προσευχή της. «Οι δυο λαμπροί νέοι, λέει ο ποιητής, άφησαν την ίδια ώρα την ψυχή τους να φύγει, σαν από μια στενή συμπάθεια».

Η είδηση του θανάτου του ήρωα προκάλεσε γενικό πένθος. Από όλη την Ανατολή, οι μεγαλύτεροι άρχοντες τρέχουν κοντά στο νεκρικό κρεβάτι, […] Και το ποίημα τελειώνει με την περιγραφή της κηδείας όπου, σύμφωνα με το έθιμο, ένα μοιρολόι υμνεί τις αρετές, τη γενναιότητα και τη φήμη του πεθαμένου ήρωα. […]

Diehl Charles, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

(ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 2005, τόμος τέταρτος, σελ. 645-653)



***

[…] «Διγενής» είν’ εκείνος που προέρχεται από δυό γένη, από δυό λαούς, από δυό φυλές. Ο «Βασίλειος» του έπους, ο φρουρός – και ηγεμόνας – ακριτικού θέματος στον Ευφράτη ή στην Καππαδοκία (υπάρχουν και οι δυό εκδοχές) είναι, για τον ποιητή του Ι αιώνα, «Διγενής, είναι γιος ενός μουσουλμάνου εμίρη που για να παντρευτεί την Ελληνίδα μητέρα του ήρωα (κόρη αρχοντικής βυζαντινής γενιάς) δέχεται να γίνει Χριστιανός. Ο ήρως στέκεται πάνω από τις αντιθέσεις των φυλών, επάνω από την εχθρότητα των κρατών (οι αραβικοί πόλεμοι των Βυζαντινών που κράτησαν αιώνες είχαν οριστικά λήξει, όταν γράφτηκε το έπος). Και στέκεται ο ήρως στα σύνορα, στις «άκρες», όχι επικεφαλής στρατού που πολεμάει ξένους λαούς και κράτη εχθρικά, αλλά λίγο ή πολύ μόνος, ταγμένος να τα βάζει με όσους πήγαιναν να διαταράξουν την ειρήνη ασχέτως αν οι ταραχοποιοί ήταν χριστιανικές ληστρικές συμμορίες ή αλλόφυλοι. Μέγας σκοπός του Διγενή Ακρίτα είναι η ηρεμία, η τάξη, η ειρήνη, ως αγαθό ανθρώπινο, όχι φυλετικό ή κρατικό ιδανικό. Το πνεύμα του – σε θέματα θρησκείας ή φυλής – είναι πέρα για πέρα ανεκτικό. […]

Ύστερ’ από πολλούς αιώνες (βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς), που δεν έδωσαν καμμιά συνέχεια στο μέγα τούτο νόημα του παλαιού έπους, ήρθε και το πρόσεξε στις μέρες μας ο θαυμάσιος Άγγελος Σικελιανός. Στα τελευταία του χρόνια, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και την εμπειρία της κατοχής που την έζησε ως ανυπόταχτος υπερήφανος Έλλην, έγραψε την τραγωδία (την πέμπτη και τελευταία) «Ο θάνατος του Διγενή», με έντονη πρόθεση να ξαναζωντανέψει το πρόσωπο του ανεκτικού – εχθρού κάθε μισαλλοδοξίας – Διγενή, που όλους , «Έλληνες, Ιουδαίους, οχτρούς και φίλους», τους «κράζει στο πλευρό του», εν ονόματι του Χριστού «οπού άνοιξε τα χέρια για ν’ αγκαλιάσει τη γην όλη». […] Όπως παρατηρεί σωστά ο Μήτσος Λυγίζος στο δοκίμιο «Άγγελος Σικελιανός», ένας βάρδος του σύγχρονου Λυρισμού» («Νέα Εστία», 1 Ιουλίου 1966), το έργο του Σικελιανού είναι «σχηματικά» τοποθετημένο «στη Βυζαντινή περίοδο», αλλά «είναι εμπνευσμένο, απ’ τα τραγικά περιστατικά των χρόνων της κατοχής». Ο ποιητής είχε το δικαίωμα να ενώσει το παρελθόν με το παρόν.

Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος 

[Εκδόσεις Δ. ΓΙΑΛΛΕΛΗΣ, 1998, Τόμος 1, σελ. 69]   

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

Η ιδέα του ελληνικού έθνους: 1. Οι δύο ασυμφιλίωτοι μύθοι

[…] Η Κωνσταντινούπολη, πρωτεύουσα της βυζαντινής αυτοκρατορίας, είχε πέσει το 1453 και μέχρι το 1460 είχε κατακτηθεί όλη η ηπειρωτική Ελλάδα. Αλλά οι Βυζαντινοί που κατακτήθηκαν από τους Τούρκους τον 15ο αιώνα (και που τα εδάφη τους στη Μικρά Ασία και σ’ άλλες περιοχές είχαν κατακτηθεί αρκετούς αιώνες πιο πριν) δεν είχαν συνείδηση εθνικότητας με την ίδια έννοια, που την αντιλαμβάνονταν οι Έλληνες όταν πολεμούσαν για την ελευθερία τους στις αρχές του 19ου αιώνα. Οι άνθρωποι που αγωνίστηκαν στον πόλεμο της Ανεξαρτησίας, το 1821 και μετά, θεωρούσαν και ονόμαζαν τους εαυτούς τους Έλληνες. Και το κράτος που σχηματίσθηκε σαν αποτέλεσμα του αγώνα τους πήρε το όνομα Ελλάς.

Οι Βυζαντινοί αντίθετα –με την εξαίρεση μιας μικρής ομάδας […]- ούτε ονόμαζαν ούτε θεωρούσαν τους εαυτούς τους Έλληνες. Ήταν μέλη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μ’ αυτή την ανατολική και χριστιανικά μορφή που της είχε προσδώσει ο Μέγας Κωνσταντίνος. Με την έννοια αυτή, δεν ήταν μόνο Ρωμαίοι πολίτες, αλλά ήταν επίσης ο εκλεχτός λαός του Θεού και η Αυτοκρατορία τους ήταν ο χώρος όπου γινόταν η εκπλήρωση της Βασιλείας του Θεού επί της γης.

[…] η λέξη «έθνος» δε σημαίνει γι’ αυτούς παρά διάφορες φυλές και γένη ελάσσονος σημασίας και εκτός νόμου, ορδές βαρβάρων ή αιρετικών (ή και τα δύο μαζί) που δεν είχαν το προνόμιο να ζουν μέσα στα όρια του βασιλείου του Χριστού επί της γης ή να κυβερνώνται από τον θείω δικαίω αντιπρόσωπό Του, τον χριστιανό Αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Ακόμα περισσότερη αποστροφή θα τους προκαλούσε η ιδέα ότι αποτελούσαν το έθνος των Ελλήνων. Το Βυζάντιο, σαν Κράτος Χριστιανικό, ήταν ένας εχθρός του «ελληνισμού» και σ’ όλη τη διαδρομή της ιστορίας του (πάλι μ’ ελάχιστες εξαιρέσεις) αντιμετώπισε μ’ εχθρότητα τις φιλοσοφικές, θρησκευτικές και ηθικές ιδέες της αρχαιότητας - μια εχθρότητα που εκδηλώθηκε με το κλείσιμο της φιλοσοφικής Σχολής των Αθηνών από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό, τον 6ο αιώνα […] Ελληνισμός σήμαινε παγανισμός και πολυθεϊσμός. Ακόμη και ο πρώτος Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης μετά την άλωση, ο Γεώργιος Σχολάριος, αρνιόταν να δεχτεί για τον εαυτό του τον τίτλο του Έλληνα.     

Ωστόσο, παρά την επίσημη αυτή αντίθεση προς τον ελληνισμό σαν φιλοσοφική και ηθική δύναμη […] οι Βυζαντινοί τελικά διατήρησαν μια κάποια παράδοση ελληνικής κουλτούρας. Αυτό είναι αλήθεια, περιορίζονταν κυρίως στην ουδέτερη ζώνη της γλώσσας και της φιλολογίας […] Αλλά η κλασική παιδεία, και ιδιαίτερα η γνώση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, είχαν φτάσει να γίνουν το sine que non για κάθε προαγωγή στα ανώτερα αξιώματα του βυζαντινού κράτους. […] Πρέπει εντούτοις να τονιστεί ότι αρχικά αυτή η κλασσική παιδεία είχε μια μορφή ελληνιστική ή μάλλον ρωμαιο-ελληνιστική, με την έννοια ότι έδινε έμφαση κυρίως στη γραμματική, το συντακτικό και τη ρητορική – δηλαδή τα «κλασικά» όπως τα εννοούν και τα μελετούσαν οι κλασσικοί φιλόλογοι της μετά την Αναγέννηση εποχής. Δεν έδειχνε επομένως κανένα άμεσο ενδιαφέρον για την ίδια τη ζωή του αρχαίου ελληνικού κόσμου, ούτε οδηγούσε σε καμία εξιδανίκευση την κοινωνικών και θρησκευτικών μορφών αυτής της ζωής. Ακόμη λιγότερο μπορούσε να σημαίνει ρομαντικό θαυμασμό για τους σύγχρονους κατοίκους των περιοχών της αρχαίας Ελλάδας. Αυτοί οι «Ελλαδικοί», όπως του ονόμαζαν δεν ήταν παρά οι κάτοικοι μιας όχι και πολύ σημαντικής επαρχίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, χωρίς καμία αξίωση για ιδιαίτερη μεταχείριση.

Οπωσδήποτε, γεγονός είναι ότι: μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τον Μ. Αλέξανδρο και την επακόλουθη μετανάστευση του εντόπιου πληθυσμού στα νέα και ακμάζοντα κέντρα του ελληνιστικού κόσμου στην Αίγυπτο και την Ασία· μετά την ερήμωση που έφερε η ρωμαϊκή κατάκτηση, ιδίως με την καταστροφή της Κορίνθου και τον άγριο σφαγιασμό των Αθηναίων· μετά τις λεηλασίες των Τευτονικών ορδών στον 3ο αιώνα μ.Χ., των Γότθων και του Αλάριχου στον 4ο· μετά τις δολοφονικές μαζικές επιδρομές των Σλάβων και την εγκατάσταση τους στην Ελλάδα, κυρίως στον 6ο και 7ο αιώνα· τέλος μετά από νέο κύμα επιδρομών, αυτή τη φορά από τους Αλβανούς, τον 14ο αιώνα· μετά από όλα αυτά και ακόμη περισσότερα, οι κάτοικοι αυτοί της ηπειρωτικής Ελλάδας του 15ου αιώνα αποτελούσαν ένα μείγμα πολυφυλετικού υλικού, στο οποίο η συμβολή της αρχαίας Ελληνικής φυλής θα πρέπει να ήταν πολύ μέτρια.

Παρ’ όλα αυτά, προς το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, άρχισε να πραγματοποιείται κάποια αλλαγή στη στάση μιας τουλάχιστον μερίδας της βυζαντινής «elite» απέναντι στις εδαφικές περιοχές του αρχαίου ελληνικού κόσμου και μη στους σύγχρονους ανθρώπους που τις κατοικούσαν. Το γεγονός αυτό είχε βαθύτερες ρίζες. Από τη μια μεριά, οι στρατιωτικές δραστηριότητες των Τούρκων προκαλούσαν έναν διαρκώς αυξανόμενο εδαφικό περιορισμό στην αυτοκρατορία, κι από την άλλη, η πνευματική εξέλιξη της λατινικής Δύσης καθιστούσε για τους Βυζαντινούς πολύ πιο δύσκολη τη διατήρηση της αξίωσης σε μια πολιτιστική υπεροχή. Σαν συνέπεια, ορισμένοι βυζαντινοί διανοούμενοι αισθάνθηκαν αναγκασμένοι να κάνουν μια επανεκτίμηση της θέσης τους: σε τι, επί τέλους, βασιζόταν αυτή η ιδιαίτερη τους υπεροχή; Εξακολουθούσαν να είναι, αναμφισβήτητα, ο εκλεκτός λαός. Εν τούτοις, το άλλοτε φυσικό επακόλουθο αυτού του γεγονότος, ότι ήταν θέλημα του Θεού όλοι οι λαοί της γης να σχηματίσουν ένα ενιαίο πολιτικό σώμα, σε οικουμενική εξάρτηση από τον Αντιπρόσωπό Του, τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα, έμοιαζε τώρα να είναι υπερβολικό. Διότι οι Τούρκοι, που η στρατιωτική τους δύναμη είχε γίνει ολοφάνερη, ήταν καθαρά αιρετικοί. Και οι χριστιανοί της Δύσης, τώρα σχισματικοί: ως όρο για κάθε βοήθεια σε όπλα ή άνδρες που θα πρόσφεραν στους Βυζαντινούς για ν’ αντιμετωπίσουν τις τουρκικές επιδρομές, ζητούσαν την αναγνώριση από τον Αυτοκράτορα, την Εκκλησία και το λαό, της οικουμενικής εξουσίας του Πάπα σαν αντιπροσώπου του Θεού επί της γης. Μπροστά στον κίνδυνο αυτής της διπλής απώλειας του τίτλου τους – εδαφικής και θρησκευτικής – και σαν απεγνωσμένη προσπάθεια για τη διαφύλαξη μιας ιστορικής ταυτότητας και συνέχειας, τα μέλη αυτά της βυζαντινής πνευματικής «elite» που αναφέραμε άρχισαν να διεκδικούν μια κληρονομιά, την οποία, ιδιόρρυθμη καθώς ήταν, ούτε οι Τούρκοι ούτε οι Λατίνοι μπορούσαν ν’ αξιώσουν με τον ίδιο τρόπο. Διεκδικούσαν την «ελληνική» κληρονομιά, εντελώς ξέχωρη από τη ρωμαιο-ελληνιστική παράδοση που μοιράζονταν με τη λατινική Δύση. Και ισχυρίζονταν – με καμία ή με ελάχιστη ιστορική δικαίωση, όπως είδαμε – ότι οι σύγχρονοι κάτοικοι της ηπειρωτικής και νότιας Ελλάδας, που ακόμη δεν είχε κατακτηθεί από τους προελαύνοντες Τούρκους ήταν οι αληθινοί πνευματικοί και φυλετικοί της αντιπρόσωποι.

Έτσι άρχισε ν’ αναπτύσσεται ανάμεσα σ’ αυτούς τους «ελληνίζοντες», ή θαυμαστές της Ελλάδας, μια νέα στάση απέναντι στο ελληνικό παρελθόν, με άμεσες θρησκευτικές και πολιτικές επιπτώσεις στο παρόν. Σχετικά με τις θρησκευτικές επιπτώσεις θα υπενθυμίσουμε ότι για τους χριστιανούς του Βυζαντίου ελληνισμός σήμαινε παγανισμός και πολυθεϊσμός. Σήμαινε ακόμη, στο πιο επικίνδυνο θέμα των φιλοσοφικών του αρχών, πλατωνισμός. Κατά τους πριν από την πτώση της Αυτοκρατορίας αιώνες, ο πλατωνισμός, για λόγους που δεν χρειάζεται ν’ αναφερθούν εδώ, είχε αποτελέσει έναν αυξανόμενο πειρασμό για μερικούς από τους πιο φιλοσοφικά τοποθετημένους Βυζαντινούς. Τούτο είχε δημιουργήσει μια αντίστοιχη ισχυρή αντίδραση μέσα στους κόλπους των υπερασπιστών της Ορθοδοξίας: ο Ψελλός, νεοπλατωνιστής του 11ου αιώνα, που αποτελούσε ο ίδιος δημόσια προσβολή με τον «πλατωνισμό» του, αναφέρει ότι οι μοναχοί στα μοναστήρια του Ολύμπου της Βιθυνίας, όπου είχε καταφύγει το 1055, έκαναν το σημείο του σταυρού και μόνο στο άκουσμα του ονόματος του Πλάτωνα, και αναθεμάτιζαν αυτόν τον «ελληνικό» σατανά. Στον 14ο αιώνα, η Ιερά Σύνοδός είχε απαγγείλει ένα επίσημο ανάθεμα εναντίον εκείνων που πίστευαν στις «πλατωνικές ιδέες». Σ’ αυτή την πλατωνική παράδοση, οι νέοι ελληνίζοντες πίστευαν τώρα πως αναγνώριζαν τη φιλοσοφική βάση της αρχαίας πατρογονικής τους κληρονομιάς. Η νέα άποψη δεν ήταν φυσικά χωρίς πολιτικές επιπτώσεις. Διότι κάθε «εθνικός» ισχυρισμός των ελληνιζόντων, ότι οι κάτοικοι της Πελοποννήσου ήταν οι άμεσοι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και κατά συνέπεια θα έπρεπε να αποκαταστήσουν ένα εθνικό κράτος στα εδάφη που κρατούσαν άλλοτε οι Έλληνες, συνεπάγονταν κατ’ ανάγκη μια απόρριψη του υπερεθνικού και συνενωτικού οικουμενισμού που αντιπροσώπευε η βυζαντινή αυτοκρατορική και θεοκρατική ιδέα.

Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων 
Λεπτομέρεια από τοιχογραφία, Φλωρεντία, Ιταλία
Η «ελληνίζουσα» κίνηση έφτασε σ’ ένα αποκορύφωμα κατά το πρώτο ήμισυ του 15ου αιώνα, δηλαδή πριν από την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453, και εκδηλώθηκε κυρίως στο πρόσωπο του αξιόλογου Γεωργίου Πλήθωνα του Γεμιστού. Ο Πλήθων αντιπροσωπεύει το αποκρυστάλλωμα αυτής της αλλαγής στη στάση απέναντι στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, τον ισχυρισμό ότι οι σύγχρονοι κάτοικοι της ηπειρωτικής Ελλάδας ήταν οι άμεσοι φυλετικοί και πνευματικοί απόγονοι των παλαιών Ελλήνων. Στο υπόμνημα του προς τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄, σκιαγραφώντας τα κύρια σημεία του προγράμματος του για την αναβίωση ενός εθνικού ελληνικού κράτους, ο Πλήθων έγραφε: «Εμείς, που μας κυβερνάς και μας ελέγχεις, είμαστε Έλληνες κατά τη φυλή, όπως φανερώνει η γλώσσα μας και η προγονική μας παιδεία. Και για τους Έλληνες, δεν υπάρχει καλύτερος και καταλληλότερος τόπος από την Πελοπόννησο, μαζί με το γειτονικό τμήμα της Ευρώπης και τα γύρω νησιά. Γιατί φαίνεται ότι αυτός ο τόπος είχε πάντα κατοικηθεί από τους ίδιους Έλληνες, όσο μακρά μπορεί να φτάσει η μνήμη του ανθρώπου. Κανείς δεν έζησε εδώ πριν απ’ αυτούς, ούτε ποτέ μετανάστες κατέλαβαν τον τόπο εκδιώκοντας τους κατοίκους, για να εκδιωχθούν και οι ίδιοι αργότερα με τον ίδιο τρόπο. Όχι, αντίθετα, οι ίδιοι οι Έλληνες φαίνεται να υπήρξαν πάντοτε οι κάτοχοί του και ποτέ δεν τον εγκατέλειψαν». […]

Εκείνο που οραματίζονταν ο Πλήθων ήταν στην πραγματικότητα ένα είδος πλατωνικής κοινωνίας. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για τη διαμόρφωση αυτής της κοινωνίας ο Πλήθων επιθυμούσε να παίξει ένα ρόλο σε σχέση με τους βυζαντινούς πρίγκιπες, παρόμοιο με εκείνον που ο Πλάτων είχε θελήσει να παίξει σε σχέση με τους τυράννους στην αυλή των Συρακουσών. […]

Η πολιτική και κοινωνική αποσύνθεση της βυζαντινής αυτοκρατορίας τον είχε πείσει ότι ο ορθόδοξος Χριστιανισμός ήταν ανίκανος πλέον να προσφέρει τη θρησκευτική βάση για το νέο ελληνικό κράτος […] Οι Έλληνες θα μπορούσαν οι ίδιοι να σωθούν μόνο αν αποφάσιζαν να ξεκαθαρίσουν όλα τα πρόσθετα στοιχεία και τα σφάλματα που είχαν αμαυρώσει τα υψηλά πνευματικά ιδανικά των προγόνων τους, και στο φως αυτών των ιδανικών ν’ αναμορφώσουν τη ζωή τους και το πρότυπο της κοινωνίας τους. Ένας μύθος είχε γεννηθεί – ο μύθος ότι οι άνθρωποι που κατοικούσαν τώρα στη γη της αρχαίας Ελλάδας ήταν οι άμεσοι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και ότι μόνο η παιδεία και η σκέψη αυτών των ενδόξων προγόνων μπορούσε ν’ αποτελέσει μια σίγουρη βάση για την αναγέννηση του νέου ελληνικού έθνους.

Ωστόσο, από μια άποψη ο μύθος ήταν θνησιγενής, γιατί η εξέλιξη του και η πρακτική του εφαρμογή σταμάτησε σχεδόν αμέσως μετά τη γέννησή του, με την πτώση της Κωνσταντινούπολης (1453) και την επακόλουθη κατάκτηση της ηπειρωτικής Ελλάδας από τους Τούρκους. Ανεξάρτητα όμως από το γεγονός αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι η κίνηση και οι ιδέες που εκπροσωπούσε ο Πλήθων υποστηρίζονταν από μια μικρή μόνο ομάδα Βυζαντινών διανοούμενων […] Τόσο η πλειοψηφία των μορφωμένων Βυζαντινών όσο και οι μάζες των κατοίκων της ηπειρωτικής Ελλάδας, έμεναν πιστοί στην ορθόδοξη Χριστιανική  Παράδοση […] Γι’ αυτόν το λαό […] τα ονόματα Έλλην και Πλάτων εξακολουθούσε να είναι εχθρικά και αποκρουστικά. Ενώ, απ’ την άλλη μεριά, η τουρκική κατάκτηση σήμαινε γι’ αυτούς κάτι εντελώς διαφορετικό. Σήμαινε πρώτα απ’ όλα μια πρόσκαιρη τιμωρία για τις αμαρτίες που είχε διαπράξει αυτός ο λαός απέναντι στον Θεό του (παρόμοια με την τιμωρία της αιχμαλωσίας της Βαβυλώνας)· σήμαινε ακόμη, αν και κάπως πιο έμμεσα μια θεία παρέμβαση που θα εμπόδιζε την ολοφάνερα αναπόφευκτη υποδούλωση αυτού του λαού στη σχισματική, για να μη πούμε αιρετική, Δύση και στον Πάπα της. «Καλύτερα σαρίκιον Μωαμεθανού παρά μήτρα Λατίνου», ήταν η κλασική έκφραση που έδειχνε τη συναίσθηση ότι υπήρχε η θεία πρόνοια σ’ αυτή την παρέμβαση.

Έτσι, οι ορθόδοξοι Χριστιανοί – κι’ αυτός ήταν ο μόνος κοινός τίτλος που είχαν οι σύγχρονοι κάτοικοι των ελληνικών εδαφών την εποχή της τούρκικης κατάκτησης – με την πτώση της Κωνσταντινούπολης αποδέχθηκαν και πίστεψαν ένα μύθο εντελώς διαφορετικό από εκείνον που τους είχε προσφέρει ο Πλήθων και οι οπαδοί του: αποδέχθηκαν σαν δίκαιη την προσδοκία ότι μια μέρα, αργά ή γρήγορα, (λίγο ενδιέφερε το πότε), ο Θεός θα οδηγούσε τον εκλεκτό λαό Του έξω από την αιχμαλωσία, θα του έδινε πίσω όλα είχε χάσει από τους Τούρκους και τους Φράγκους. Κι αφού καθαριζόταν απ’ τις αμαρτίες και τις αδυναμίες της, η Χριστιανική Αυτοκρατορία – το βασίλειο του Θεού επί της γηςθ’ αναγεννιόταν μέσα σ’ όλη την πρώτη της δόξα, όχι σαν καρπός μιας ιδιαίτερης προσπάθειας, εκτός από τη μετάνοια, των ορθόδοξων Χριστιανών, αλλά σαν μέρος μια εξέλιξης στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων, που κατευθύνονταν από τη θεία θέληση. Μέσα σε λίγα χρόνια από την πτώση της Κωνσταντινούπολης, κυκλοφορούσαν κι’ όλας ανάμεσα στους Χριστιανούς τραγούδια, πούλεγαν για το πάρσιμο της Πόλης και της μεγάλης εκκλησίας της, της Αγίας-Σ0φιάς:

Πάλι με χρόνια, με καιρούς,
πάλι δικά μας θάναι.     

Έτσι, στο τέλος της βυζαντινής περιόδου, βλέπουμε το μέλλον των Χριστιανών κατοίκων της άλλοτε Αυτοκρατορίας να διαγράφεται με τη μορφή δύο ασυμφιλίωτων μύθων. Ο πρώτος είχε γεννηθεί από την πίστη σ’ ένα κλασσικό παρελθόν, και ο δεύτερος από την πίστη στη συνέχιση του αυτοκρατορικού πεπρωμένου του χριστιανικού Βυζαντίου. Ήταν ο δεύτερος μύθος, όπως τον διατήρησε και τον έθρεψε πάνω απ’ όλα η Εκκλησία, που έδωσε στους ορθόδοξους Χριστιανούς του ελλαδικού χώρου τη δύναμη να διασώσουν μια συνείδηση ταυτότητας μέσα από τους μακρούς αιώνες της τουρκικής κατοχής. Κι όμως, από μια παράξενη ειρωνεία, ο πρώτος μύθος, μολονότι αποκομμένος από τη ζωή σχεδόν αμέσως με τη γέννησή του όπως παρατηρήσαμε, έριξε ωστόσο το σπόρο του, πέρα από κάθε προσδοκία, σε μια γη εχθρική όπου ρίζωσε κι’ αναπτύχθηκε με τέτοια δύναμη, ώστε, όταν μεταφυτεύτηκε πίσω στη δική του γη, το 17ο και 18ο αιώνα, απλώθηκε με μια ορμή εκπληκτική.

 Philip Sherrard, Δοκίμια για τον νέο ελληνισμό 

(Εκδόσεις Δωδώνη, 1971, σελ. 14-27)