Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Μαΐου 2024

Η ιδιαιτερότητα των Ελλήνων

ANΑΜΕΣΑ ΣΤO 550 και τo 500 π.Χ. κάτι πολύ παράξενο συνέβη στον κόσμο. Ούτε εγώ καταλαβαίνω πώς έγινε, αλλά ακριβώς αυτό είναι που το κάνει συναρπαστικό: Στις ψηλές ασιατικές οροσειρές που εκτείνονται βόρεια της Μεσοποταμίας ζούσε από παλιά μια άγρια, ορεσίβια φυλή. Είχαν μια υπέροχη θρησκεία: Λάτρευαν το φως και τον ήλιο, και πίστευαν πως βρισκόταν σε αιώνια πάλη με το σκοτάδι, άρα και με τις σκοτεινές δυνάμεις του κακού. Αυτός ο ορεσίβιος λαός ήταν οι Πέρσες. Για αιώνες ήταν υπό την κυριαρχία αρχικά των Ασσυρίων, και αργότερα των Βαβυλωνίων. Μια ωραία μέρα είπαν: «Φτάνει ως εδώ». Ένας σπουδαίος, γενναίος και έξυπνος ηγέτης με το όνομα Κύρος αποφάσισε να μην ανεχτεί άλλο να είναι ο λαός του υπόδουλος. Έτσι οδήγησε το ιππικό του στα πεδινά της Βαβυλώνας. Μόλις οι Βαβυλώνιοι κοίταξαν πάνω από τα πανύψηλα τείχη τους και είδαν μια χούφτα πολεμιστές να θέλουν να καταλάβουν την πόλη τους, έβαλαν τα γέλια. Όμως οι Πέρσες, με την καθοδήγηση του Κύρου, με δόλο και γενναιότητα, τα κατάφεραν. Έτσι ο Κύρος έγινε κυρίαρχος αυτού του μεγάλου βασιλείου, και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ελευθερώσει τους λαούς που οι Βαβυλώνιοι κρατούσαν αιχμαλώτους – ανάμεσά τους και τους Εβραίους, που επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ. Αυτό έγινε, όπως θυμάσαι, το 538 π.Χ. Του Κύρου όμως δεν του αρκούσε το μεγάλο του βασίλειο, έτσι προχώρησε προς την Αίγυπτο, αλλά στο δρόμο πέθανε. O γιος του ο Καμβύσης όμως κατάφερε πράγματι να εκθρονίσει το φαραώ και να κυριεύσει την Αίγυπτο. Αυτό ήταν το τέλος του αιγυπτιακού βασιλείου, που διήρκεσε σχεδόν 3.000 χρόνια! Και με την πτώση του ο μικρός λαός των Περσών έγινε παρά λίγο κυρίαρχος όλου του τότε γνωστού κόσμου. Παρά λίγο όμως, γιατί την Ελλάδα δεν την είχαν κυριεύσει ακόμα. Αυτό ήταν κάτι που σκόπευαν να κάνουν αργότερα.

Το «αργότερα» ήρθε μετά το θάνατο του Καμβύση, την εποχή του Πέρση βασιλιά Δαρείου, ενός μεγάλου ηγέτη. Kυβερνούσε με τέτοιον τρόπο την απέραντη Περσική Αυτοκρατορία –που πλέον εκτεινόταν από την Αίγυπτο μέχρι τα σύνορα της Ινδίας–, ώστε παντού να γίνεται μόνο αυτό που εκείνος όριζε. Έφτιαξε δρόμους μόνο και μόνο για να μπορούν οι διαταγές του να φτάνουν αμέσως και στο πιο απομακρυσμένο σημείο της αυτοκρατορίας. Ακόμα και οι διοικητές των επαρχιών, οι λεγόμενοι σατράπηδες, παρακολουθούνταν από τους πληροφοριοδότες του, που ήταν γνωστοί ως «τα μάτια και τ’ αυτιά του βασιλιά». O Δαρείος λοιπόν επέκτεινε την αυτοκρατορία μέχρι τη Μικρά Ασία, στις ακτές της οποίας ήταν οι ιωνικές πόλεις των Ελλήνων. Oι Έλληνες όμως δεν είχαν συνηθίσει να αποτελούν μέρος μιας μεγάλης αυτοκρατορίας και να υπακούουν σ’ ένα δυνάστη που ένας Θεός ξέρει από ποιο σημείο της ενδοχώρας της Ασίας έστελνε τις αυστηρές διαταγές του. Oι κάτοικοι των ελληνικών αποικιών ήταν κυρίως πλούσιοι έμποροι που ήταν συνηθισμένοι να διευθετούν τις υποθέσεις τους μόνοι τους και να αποφασίζουν για τα θέματα της διοίκησης της πόλης από κοινού και ανεξάρτητα. Δεν ήθελαν ούτε να κυβερνιούνται από έναν Πέρση βασιλιά, ούτε να του καταβάλλουν φόρους. Γι’ αυτό λοιπόν επαναστάτησαν και πέταξαν έξω τους Πέρσες διοικητές

Οι Έλληνες των μητροπόλεων, κυρίως η Αθήνα, που είχαν ιδρύσει παλιότερα αυτές τις αποικίες, τους υποστήριξαν και τους έστειλαν πλοία. Κάτι τέτοιο δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό του Πέρση βασιλιά, του «βασιλέα των βασιλέων» –αυτός ήταν ο τίτλος του–, ότι δηλαδή ένας τοσοσδά λαός, μια ασήμαντη φυλή, θα τολμούσε να αντιταχθεί σ’ αυτόν, τον κυρίαρχο όλου του κόσμου. Με τις ιωνικές πόλεις στη Μικρά Ασία ξεμπέρδεψε αμέσως. Δεν του έφτανε όμως, γιατί πραγματικά έξαλλος ήταν κυρίως με τους Aθηναίους, που είχαν ανακατευτεί στις υποθέσεις του. Έχοντας στόχο να καταστρέψει την Αθήνα και να κατακτήσει την Ελλάδα, εξόπλισε ένα μεγάλο στόλο. Τα πλοία όμως έπεσαν σε θύελλα, τσακίστηκαν πάνω στα βράχια και βούλιαξαν. Φυσικά η οργή του Δαρείου έγινε ακόμα μεγαλύτερη. Λένε μάλιστα πως έδωσε σ’ ένα σκλάβο τη διαταγή να του φωνάζει σε κάθε γεύμα τρεις φορές: «Κύριε, θυμήσου τους Αθηναίους». Τόσο μεγάλη ήταν η οργή του. Μετά έστειλε το γαμπρό του με καινούριο, πανίσχυρο στόλο στην Αθήνα. Oι Πέρσες κατέκτησαν πολλά νησιά που βρήκαν στο δρόμο τους και κατέστρεψαν πολλές πόλεις. Τελικά αγκυροβόλησαν σ’ ένα μέρος πολύ κοντά στην Αθήνα, στο Μαραθώνα. Εκεί αποβιβάστηκε ολόκληρος ο περσικός στρατός, έτοιμος να επιτεθεί στην Αθήνα. Πρέπει να ήταν 70.000 άντρες, περισσότεροι δηλαδή απ’ όσους κατοίκους είχε ολόκληρη η πόλη. O αθηναϊκός στρατός, με 10.000 άντρες περίπου, αντιστοιχούσε στο ένα έβδομο του περσικού. Η μοίρα του ήταν προδιαγεγραμμένη. Όχι όμως εντελώς. Oι Αθηναίοι είχαν ένα στρατηγό, το Μιλτιάδη, ένα θαρραλέο και έξυπνο άντρα, που είχε ζήσει χρόνια κοντά στους Πέρσες και γνώριζε ακριβώς τις πολεμικές τακτικές τους. Επιπλέον όλοι οι Αθηναίοι ήξεραν τι διακυβευόταν – η ελευθερία τους, η ζωή τους, η ζωή των παιδιών και των γυναικών τους. Έτσι παρατάχθηκαν σε ζυγούς στο Μαραθώνα και επιτέθηκαν στους σαστισμένους Πέρσες, οι οποίοι δεν περίμεναν καθόλου να συμβεί κάτι τέτοιο. Και νίκησαν. Oι Πέρσες είχαν πολλές απώλειες. Αυτοί που επέζησαν επιβιβάστηκαν στα πλοία κι έφυγαν.

Τέτοιος θρίαμβος! Και εναντίον τέτοιας υπερδύναμης! Άλλος στη θέση του θα ήταν τόσο ενθουσιασμένος, που δε θα μπορούσε να σκεφτεί τίποτ’ άλλο. O Μιλτιάδης όμως δεν ήταν μόνο θαρραλέος, ήταν και ευφυής. Πρόσεξε πως τα περσικά πλοία δεν πήραν το δρόμο της επιστροφής, αλλά κατευθύνονταν προς την Αθήνα, όπου δεν υπήρχαν πια στρατιώτες και έτσι η πόλη ήταν εύκολος στόχος. Ευτυχώς η απόσταση από το Μαραθώνα είναι πιο μεγάλη από τη θάλασσα παρά από την ξηρά. Τα πλοία έπρεπε να πλεύσουν γύρω από ένα μεγάλο κομμάτι στεριάς που ήταν πιο εύκολο να το διανύσει κανείς πεζός. Αυτό έκανε κι ο Μιλτιάδης. Διέταξε έναν αγγελιαφόρο να τρέξει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στην Αθήνα, να προειδοποιήσει τους Αθηναίους. Από αυτό πήρε το όνομά του αργότερα ο μαραθώνιος αγώνας. O αγγελιαφόρος έτρεξε τόσο γρήγορα, που, όταν έφτασε, εκτέλεσε την εντολή και αμέσως μετά ξεψύχησε. Στο μεταξύ ο Μιλτιάδης με ολόκληρο το στρατό του ακολούθησε την ίδια διαδρομή με απίστευτη βιασύνη. Κι έκαναν πολύ καλά, γιατί, μόλις παρατάχθηκαν όλοι στο λιμάνι της Αθήνας, τον Πειραιά, εμφανίστηκε στον ορίζοντα ο περσικός στόλος. Oι Πέρσες αιφνιδιάστηκαν. Δεν ήθελαν να τα βάλουν ποτέ ξανά μ’ αυτό το γενναίο στρατηγό. Έβαλαν λοιπόν την ουρά στα σκέλια και γύρισαν σπίτι τους. Κι έτσι σώθηκε όχι μόνο η Αθήνα, αλλά και ολόκληρη η Ελλάδα. Όλα αυτά έγιναν το 490 π.Χ. Μπορείς να φανταστείς πώς άφρισε από το θυμό του ο μεγάλος βασιλιάς Δαρείος μόλις έμαθε για την ήττα στο Μαραθώνα. Προς το παρόν όμως δεν μπορούσε να οργανώσει νέα επιχείρηση εναντίον της Ελλάδας γιατί στο μεταξύ είχε ξεσπάσει εξέγερση στην Αίγυπτο και έπρεπε να οδηγήσει εκεί τα στρατεύματά του για να την καταπνίξει. Έπειτα από λίγο καιρό πέθανε, κληροδοτώντας στο διάδοχό του Ξέρξη την υποχρέωση να εκδικηθεί την Ελλάδα μια για πάντα. O Ξέρξης, που ήταν ένας σκληρός και αρχομανής βασιλιάς, δεν ήθελε δεύτερη κουβέντα για να ξεκινήσει. Στρατολόγησε άντρες από τους λαούς που ήταν υποτελείς στους Πέρσες –Αιγύπτιους, Βαβυλώνιους και Μικρασιάτες– και συγκρότησε στρατό. Όλοι ήρθαν με την τοπική ενδυμασία τους, με τα δικά τους όπλα, με βέλη και τόξα, ξίφη και ασπίδες, ακόντια και πολεμικά άρματα, ακόμα και με σφεντόνες. Ήταν ένα τεράστιο, πολύχρωμο πλήθος, λέγεται πως ξεπερνούσε το 1 εκατομμύριο άντρες, και κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τι θα έκαναν οι Έλληνες όταν θα έρχονταν αντιμέτωποι με αυτό το στρατό. Αυτή τη φορά επικεφαλής της εκστρατείας ήταν ο ίδιος ο Ξέρξης. Όταν όμως ο στρατός έφτασε στον πορθμό που χωρίζει τη Μικρά Ασία από τη σημερινή Κωνσταντινούπολη και προσπάθησε να περάσει από μια γέφυρα φτιαγμένη από πλοία, σηκώθηκαν μεγάλα κύματα και διέλυσαν τη γέφυρα. Πάνω στο θυμό του ο Ξέρξης μαστίγωσε τη θάλασσα με αλυσίδες. Αμφιβάλλω όμως αν η θάλασσα πτοήθηκε έπειτα απ’ αυτό. Ένα μέρος του πελώριου στρατού ετοιμάστηκε να επιτεθεί στην Ελλάδα από τη θάλασσα, και ένα άλλο από τη στεριά. Στη νότια Ελλάδα ένας μικρός αριθμός από Σπαρτιάτες, που είχαν συμμαχήσει με τους Αθηναίους, προσπάθησαν να σταματήσουν τους Πέρσες στα στενά των Θερμοπυλών. Όταν οι Πέρσες απαίτησαν να καταθέσουν οι Σπαρτιάτες τα όπλα, η απάντηση ήταν «Μολών λαβέ!». «Τα βέλη μας είναι τόσα πολλά, που θα κρύψουν τον ήλιο!» απείλησαν οι Πέρσες. «Τόσο το καλύτερο» είπαν οι Σπαρτιάτες «θα πολεμάμε στη σκιά». Ένας Έλληνας προδότης όμως έδειξε στους Πέρσες ένα μονοπάτι πάνω από τα βουνά, κι έτσι περικύκλωσαν τους Έλληνες και τους παγίδευσαν. Oι 300 Σπαρτιάτες και οι 700 σύμμαχοί τους έπεσαν στο πεδίο της μάχης και κανείς δεν προσπάθησε να το βάλει στα πόδια. Αυτός ήταν ο νόμος τους. Αργότερα ένας Έλληνας ποιητής έγραψε προς τιμήν τους μια επιτύμβια στήλη που λέει: Ω ξείν’ αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι. Στο μεταξύ στην Αθήνα, μετά το μεγάλο θρίαμβο του Μαραθώνα, δεν είχαν μείνει με σταυρωμένα τα χέρια. Ένας άλλος στρατηγός, ο Θεμιστοκλής, ένας τετραπέρατος και διορατικός άντρας, έλεγε στους συμπατριώτες του ξανά και ξανά πως ένα τέτοιο θαύμα όπως αυτό στο Μαραθώνα συμβαίνει μόνο μία φορά, και πως η Αθήνα έπρεπε να αποκτήσει στόλο αν ήθελε να συνεχίσει να αντιστέκεται στους Πέρσες. Έτσι οι Αθηναίοι φτιάξανε στόλο. O Θεμιστοκλής διέταξε να αδειάσει ολόκληρη η Αθήνα –άλλωστε ο πληθυσμός της δε θα πρέπει να ήταν και τόσο μεγάλος τότε– και έστειλε τους κατοίκους της στη Σαλαμίνα. Εκεί παρατάχθηκε και ο ελληνικός στόλος. Μόλις λοιπόν το περσικό πεζικό έφτασε στην Αθήνα, τη βρήκε έρημη, την πυρπόλησε και την αφάνισε. Δεν μπορούσε όμως να κάνει τίποτα στους Αθηναίους, που από το νησί της Σαλαμίνας έβλεπαν την πόλη τους να τυλίγεται στις φλόγες. Τώρα ο περσικός στόλος πλησίαζε και απειλούσε να περικυκλώσει τη Σαλαμίνα. Oι σύμμαχοι των Αθηναίων άρχισαν να φοβούνται. Ήθελαν να φύγουν με τα πλοία τους και να αφήσουν τους Αθηναίους στην τύχη τους. Τότε ο Θεμιστοκλής απέδειξε την υπεροχή του, την τόλμη και την εξυπνάδα του. Μόλις είδε ότι όλες του οι προσπάθειες να πείσει τους συμμάχους του έπεφταν στο κενό και ότι ήταν αποφασισμένοι να φύγουν την άλλη μέρα το πρωί, έστειλε κρυφά στους Πέρσες έναν αγγελιαφόρο να αναγγείλει στον Ξέρξη το εξής: «Κάνε γρήγορα επίθεση, γιατί αλλιώς θα σου ξεφύγουν οι σύμμαχοι των Αθηναίων». O Ξέρξης έπεσε όντως στην παγίδα. Το αμέσως επόμενο πρωινό επιτέθηκε με τα μεγάλα πολεμικά πλοία του με τα πολλά κουπιά. Κι έχασε. Τα πλοία των Ελλήνων ήταν μεν μικρότερα, αλλά γι’ αυτό ακριβώς ήταν και πιο ευκίνητα. Στη γεμάτη μικρά νησιά θάλασσα αυτό ήταν το πιο συμφέρον. Επιπλέον οι Έλληνες αγωνίζονταν για άλλη μια φορά για την ελευθερία τους, ενώ η νίκη τους στο Μαραθώνα πριν από δέκα χρόνια είχε τονώσει το ηθικό τους. Από ένα ύψωμα ο Ξέρξης ήταν αναγκασμένος να παρακολουθήσει τα δυσκίνητα πλοία του να εμβολίζονται από τα μικρά και γρήγορα ελληνικά πλοία και να βυθίζονται. Συντετριμμένος, έδωσε διαταγή να υποχωρήσουν. Έτσι λοιπόν οι Αθηναίοι νίκησαν για δεύτερη φορά, και μάλιστα έναν ακόμα μεγαλύτερο στρατό. Αυτό έγινε το 480 π.Χ. Σύντομα, το 479 π.Χ., ηττήθηκε και το πεζικό, από τις ενωμένες δυνάμεις των Ελλήνων στις Πλαταιές. Από τότε οι Πέρσες δεν τόλμησαν να επιτεθούν ξανά στην Ελλάδα. Κι αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, γιατί οι Πέρσες δεν ήταν πιο αδύναμοι ή πιο χαζοί από τους Έλληνες – σίγουρα όχι.

Όπως όμως έχω ήδη πει, οι Έλληνες ήταν ένας ιδιαίτερος λαός. Ενώ οι κοινωνίες στις αυτοκρατορίες της Ανατολής ήταν πάντα προσηλωμένες στα πατροπαράδοτα έθιμα και διδάγματα και δεν ήταν ανοιχτές στις καινούριες ιδέες, στην Ελλάδα, και ειδικά στην Αθήνα, ίσχυε το ακριβώς αντίθετο. Σχεδόν κάθε χρόνο συλλάμβαναν και κάτι νέο. Κανένας θεσμός δεν έμενε ο ίδιος για πολύ. Oύτε και κανένας αρχηγός. Αυτό το έζησαν στο πετσί τους κι οι μεγάλοι ήρωες των Περσικών Πολέμων, ο Μιλτιάδης κι ο Θεμιστοκλής. Στην αρχή τούς εξύμνησαν, τους τίμησαν και έστησαν ανδριάντες προς τιμήν τους, αλλά μετά άρχισαν να τους κατηγορούν και να τους συκοφαντούν, ώσπου στο τέλος τούς εξοστράκισαν. Αυτό σίγουρα δεν ήταν θετικό γνώρισμα των Αθηναίων, ήταν όμως στοιχείο του χαρακτήρα τους – πάντα να αναζητούν το καινούριο, πάντα να πειραματίζονται, ποτέ να μην είναι ικανοποιημένοι, ποτέ πλήρεις και εφησυχασμένοι! Έτσι μέσα στα επόμενα εκατό χρόνια μετά τους Περσικούς Πολέμους το πνεύμα των ανθρώπων της μικρής αυτής πόλης συνέλαβε πολύ περισσότερα πράγματα απ’ ό,τι μέσα σε χιλιάδες χρόνια αυτό των ανθρώπων στις μεγάλες αυτοκρατορίες της Ανατολής. Όσα είχαν τότε ζωγραφίσει, σκεφτεί, συνθέσει ή επινοήσει, όσα συζητούσαν οι νέοι στην αγορά και για όσα διαπληκτίζονταν οι μεγαλύτεροι στην εκκλησία του δήμου μάς απασχολούν κι εμάς σήμερα. Είναι περίεργο, αλλά όντως έτσι είναι. Με τι άραγε θα ασχολούμασταν σήμερα αν οι Πέρσες είχαν νικήσει το 490 στο Μαραθώνα ή το 480 στη Σαλαμίνα; Αυτό δεν το ξέρω.

GOMBRICH HANS-ERNST: ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Από το κεφάλαιο 8: Ένας άνισος αγώνας

Πατάκης, Σεπτέμβριος 2012

Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2023

Οι πολλοί προτιμούν τα έτοιμα σχήματα

[1.20.1] Αυτά είναι τα όσα μπόρεσα να εξακριβώσω για τα αρχαιότερα χρόνια. Είναι δύσκολο, όμως, να δώσει κανείς πίστη σ όλες τις πληροφορίες, γιατί οι άνθρωποι, όταν πρόκειται ακόμα και για τη δική τους πατρίδα, δέχονται αβασάνιστα τα όσα ακούνε για το παρελθόν

[1.20.2] Οι περισσότεροι Αθηναίοι πιστεύουν ότι ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων σκότωσαν τον Ίππαρχο όταν ήταν τύραννος και δεν ξέρουν ότι τύραννος ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Πεισιστράτου, ο Ιππίας. Ο Ίππαρχος και ο Θεσσαλός ήσαν αδελφοί του. Αλλά την ημέρα του φόνου, την τελευταία στιγμή, ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων υποπτεύθηκαν ότι κάποιος από τους συνωμότες είχε ειδοποιήσει τον Ιππία και δεν επιχείρησαν τίποτε εναντίον του. Θέλοντας, όμως, προτού συλληφθούν και αφού κινδύνευαν, να κάνουν κάτι το άξιο, βρήκαν τον Ίππαρχο στο Λεωκόρειον, όπου ετοίμαζε την πομπή των Παναθηναίων, και τον σκότωσαν. 

[1.20.3] Υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα, και σύγχρονα ακόμα, που δεν τα έχει θολώσει ο χρόνος, για τα οποία και οι άλλοι Έλληνες έχουν λανθασμένη ιδέα όπως, λόγου χάρη, ότι στην Σπάρτη οι Βασιλείς δεν έχουν μία αλλά δύο ψήφους ο καθένας ή ότι έχουν στον στρατό τους έναν λόχο ονομαζόμενον Πιτανάτη, που δεν υπήρξε ποτέ. Τέτοια είναι η αδιαφορία των πολλών, που δεν κοπιάζουν για να εξακριβώσουν την αλήθεια, αλλά προτιμούν τα έτοιμα σχήματα.

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ - στορίαι 

Πηγή:  Μνημοσύνη, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

 

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2019

Πυθαγόρας και Πυθαγόρειο Θεώρημα


Υπάρχει ένα μαθηματικό θεώρημα που σχεδόν όλοι το έχουμε δει στο σχολείο. Τώρα φέρει το όνομα του Πυθαγόρα, αλλά ήταν γνωστό στην αρχαιότητα πολύ πριν γεννηθεί ο Πυθαγόρας. […]

Το πυθαγόρειο θεώρημα: για ένα ορθογώνιο τρίγωνο, το άθροισμα των τετραγώνων των δύο μικρών πλευρών ισούται με το τετράγωνο της μακρύτερης πλευράς. Είναι δυνατόν να σχηματιστούν τέτοια τρίγωνα με ακέραιες πλευρές. Το πιο φημισμένο είναι το τρίγωνο με πλευρές μήκους 3,4 και 5 υπάρχει άπειρος αριθμός τέτοιων πυθαγόρειων τριάδων, όπως ονομάζονται, π.χ. οι 5,12,13 και 7,24,25 οι οποίες ήταν ήδη γνωστές στην αρχαιότητα.

Ένα από τα πιο συναρπαστικά βαβυλωνιακά μαθηματικά κείμενα είναι η πινακίδα που είναι γνωστή τώρα με το όνομα Πλίμπτον 322 και φυλάσσεται στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Έχει 4 στήλες και 15 σειρές αριθμών και μοιάζει να είναι ατελής· μπορεί να είναι θραύσμα μεγαλύτερης πινακίδας. Είναι σήμερα γενικά αποδεκτό ότι αποτελεί έναν κατάλογο κλασματικών πυθαγόρειων τριάδων. Μία τέτοια λεπτή τεχνική πρέπει να σήμαινε ότι οι Βαβυλώνιοι καταλάβαιναν το πυθαγόρειο θεώρημα ήδη από την περίοδο 1800-1650 π.Χ., περισσότερο από 1000 χρόνια πριν από τον Πυθαγόρα

Αυτή η ερμηνεία υποστηρίζεται και από μία ακόμα πινακίδα που βρέθηκε κοντά στη Βαβυλώνα και χρονολογείται από την ίδια εποχή, ένα από τα παλαιότερα παραδείγματα του θεωρήματος που είναι γνωστά σήμερα. Οι Βαβυλώνιοι χρησιμοποιούσαν τον κανόνα για γεωμετρικούς υπολογισμούς και για να βρίσκουν λύσεις αλγεβρικών εξισώσεων, αν και αυτού του είδους η Άλγεβρα ήταν προφορική μάλλον παρά συμβολική. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι οι Βαβυλώνιοι μπορεί να είχαν αναπτύξει μία πρώιμη μορφή τριγωνομετρίας. […]

Η βαβυλωνιακή πινακίδα που σήμερα είναι γνωστή με το
όνομα Πλίμπτον 322 είναι ένα από τα πιο καλά μελετημένα
μαθηματικά ευρήματα της αρχαιότητας. 
Και φτάνουμε τελικά στον μύθο που λέγεται Πυθαγόρας (περ. 580-500 π.Χ.). Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι ο Πυθαγόρας ήταν σχεδόν σύγχρονος του Βούδα, του Κομφούκιου, του Μαχαβίρα, του Λάο Τσε και ίσως του Ζωροάστρη. Το μίγμα μαθηματικών και μυστικισμού που καλλιέργησε έχει απόηχους ακόμα και σήμερα, κυρίως μέσω της εξέλιξης του τον 3ο αι. π.Χ., του Νεοπλατωνισμού. Ο πραγματικός Πυθαγόρας παραμένει άγνωστος.

Οι αναφορές σ' αυτόν είναι συχνότατα προκατειλημμένες, και ακόμα και ο Αριστοτέλης, λιγότερο από 200 χρόνια αργότερα, δεν καταφέρνει να μας δώσει μία καθαρή εικόνα γι' αυτόν. Το σημαντικό στον Πυθαγόρα και στους οπαδούς του είναι η μαθηματική τους φιλοσοφία. Η πεποίθηση τους ότι τα μαθηματικά είναι η μία και μοναδική πηγή αληθινής γνώσης έφτασε μέχρις εμάς μέσω φιλοσόφων και μαθηματικών όπως ο Πλάτωνας, ο Πλωτίνος, ο Ιάμβλιχος και ο Πρόκλος (411 -485 μ.Χ.), και αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του Νεοπλατωνισμού, ο οποίος βρήκε αργότερα διάφορες εκφάνσεις στη Δυτική σκέψη.

Αφού μαθήτευσε στους Αιγυπτίους και στους Χαλδαίους, ο Πυθαγόρας εγκαταστάθηκε στον Κρότωνα, σ' αυτό που τώρα είναι η νότια Ιταλία, όπου ίδρυσε σχολή. Αυτή η σχολή έμοιαζε περισσότερο με μυστική εταιρεία ή λατρεία, όπου ένα μέρος της γνώσης ήταν προνόμιο μόνο μερικών μυημένων εκλεκτών. Οι Πυθαγόρειοι ζούσαν κοινοβιακή ζωή με έναν πολύ αυστηρό κώδικα ηθικής και συμπεριφοράς, ο οποίος περιλάμβανε την πίστη στη μετεμψύχωση και αυστηρή προσήλωση στη χορτοφαγία.

Καθώς δεν άφησε γραπτά, δεν μπορούμε παρά να υποθέσουμε ποια μαθηματικά ευρήματα μπορούν να αποδοθούν στον ίδιο τον Πυθαγόρα. Υπάρχουν πολύ συχνές αναφορές στους Πυθαγόρειους, κάτι που δείχνει ότι τα μέλη της σχολής του έπαψαν αργότερα να τηρούν την απαγόρευση δημοσίευσης των ευρημάτων τους, την οποία είχε επιβάλει ο δάσκαλος τους.

Μία από τις βασικές διδασκαλίες της σχολής του Πυθαγόρα ήταν ότι οι αριθμοί ήταν τα πάντα και ότι τίποτα δεν μπορούσε να νοηθεί ή να γνωσθεί χωρίς αυτούς. Ο πιο σημαντικός αριθμός γι' αυτούς ήταν το δέκα, ή τετρακτύς, γιατί ήταν το άθροισμα του 1+2+3+4, δηλαδή του αριθμού των σημείων που χρειάζονται για τη δημιουργία των διαστάσεων του σύμπαντος: το ένα είναι το αδιάστατο σημείο το οποίο γεννά τις άλλες διαστάσεις· δύο σημεία μπορούν να ενωθούν για να δημιουργήσουν μία γραμμή, η οποία έχει μία διάσταση∙ τρία σημεία μπορούν να ενωθούν για να δημιουργήσουν ένα δισδιάστατο τρίγωνο και τέσσερα σημεία μπορούν να ενωθούν για να φτιάξουν το τρισδιάστατο τετράεδρο. Η τετρακτύς έγινε το σύμβολο των Πυθαγορείων, οι οποίοι προχώρησαν πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε προηγούμενο αριθμητικό μυστικισμό στην κατασκευή ενός σύμπαντος, στο οποίο οι αριθμοί είχαν και φιλοσοφικό και αποκαλυπτικό ρόλο.

Σε αυτούς επίσης αποδίδεται η αριθμητική ανάλυση της μουσικής, και εδώ η τετρακτύς συμβόλιζε τις βασικές αναλογίες ανάμεσα στις νότες, αρχίζοντας από τον λόγο 1:2 για την οκτάβα. Η όλη έννοια της αρμονίας των σφαιρών προέρχεται από αυτήν την αριθμολογία της μουσικής, η οποία έμελλε να επηρεάσει το πλανητικό μοντέλο του Κέπλερ παραπάνω από 2000 χρόνια αργότερα.

Ωστόσο, το όνομα του Πυθαγόρα είναι περισσότερο γνωστό από το ομώνυμο θεώρημα, που ήταν στην πραγματικότητα γνωστό από πολύ νωρίτερα. Θεωρείται ότι ο Πυθαγόρας έμαθε τον κανόνα αυτόν από τους Αιγυπτίους. Πράγματι, οι ελληνικές πηγές αναφέρονται συχνά στην Αίγυπτο ως τόπο προέλευσης των γεωμετρικών τους γνώσεων και είναι κρίμα που δεν έχουμε καθόλου αιγυπτιακές πηγές που να αποδεικνύουν τη γνώση του πυθαγόρειου θεωρήματος.

Ο Αριστοτέλης αποδίδει στους Πυθαγόρειους την πρώτη απόδειξη ότι η √2 είναι άρρητη. Εάν πάρουμε ένα ορθογώνιο τρίγωνο με βάση και ύψος μήκους 1, τότε η υποτείνουσα θα είναι μήκους √2. Στη γλώσσα των ελληνικών μαθηματικών, οι Πυθαγόρειοι προσπαθούσαν να εκφράσουν το λόγο της υποτείνουσας προς το μοναδιαίο μήκος, ή √2:1 όπως θα γράφαμε σήμερα, ως λόγο ακεραίων. Αντίθετα από το τρίγωνο (3,4,5), στο οποίο ο λόγος οποιονδήποτε δύο πλευρών είναι λόγος ακεραίων αριθμών, αυτό δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί με το συγκεκριμένο τρίγωνο. Η υποτείνουσα και η μοναδιαία πλευρά ήταν ασύμμετρες, εάν παίρναμε δηλαδή έναν διαβαθμισμένο χάρακα, τότε οι δύο πλευρές δεν θα μπορούσαν να μετρηθούν ακριβώς από αυτόν. Και δεδομένου ότι η μοναδιαία πλευρά είναι ρητή, τότε η υποτείνουσα είναι άρρητη σε σχέση με αυτή. Ο ιστορικός Διογένης λέει ότι αυτή η ανακάλυψη έγινε από τον Ίππασο τον Μεταπόντιο, μέλος της Πυθαγόρειας σχολής, και ότι οι συνάδελφοι του τον πήγαν σηκωτό στη θάλασσα και τον πέταξαν στο νερό για να τον εκδικηθούν που κατέστρεψε την αντίληψη τους ότι τα πάντα μπορούσαν να εκφραστούν ως ακέραιοι αριθμοί ή αναλογίες ακεραίων. Αυτή η ιστορία θεωρείται σήμερα μάλλον υπερβολική, αλλά τόσο η σχέση ανάμεσα στα σύμμετρα και στα ασύμμετρα μήκη όσο και η σχέση μεταξύ των ρητών και των άρρητων αριθμών έχει πολύ μεγάλη σημασία στα μαθηματικά. Και όμως, για να φτάσουμε σε έναν ορισμό των αρρήτων συναρτήσει ρητών θα έπρεπε να περάσουν ακόμα 2000 χρόνια.

Το πυθαγόρειο θεώρημα σε αραβικό κείμενο. 
Η απόδειξη που δίδεται είναι εκείνη του Ευκλείδη.

Το πιο εντυπωσιακό στην ελληνική αντιμετώπιση του πυθαγόρειου θεωρήματος είναι η μέθοδος απόδειξης, που βρίσκεται στο τέλος του βιβλίου των Στοιχείων του Ευκλείδη. Μία πολύ γενική γεωμετρική απόδειξη, που χρησιμοποιεί μία αλληλουχία κατασκευών, οι οποίες μεταμορφώνουν τα δύο μικρότερα τετράγωνα σε δύο ορθογώνια, που τοποθετούνται μαζί για να σχηματίσουν το μεγαλύτερο τετράγωνο. Παρουσιάζεται χωρίς καμία αναφορά σε αριθμητικές τιμές, και το χαρακτηριστικό διάγραμμα-«ανεμόμυλος», που συνοδεύει την απόδειξη βρίσκεται αργότερα στα μαθηματικά πολλών ευρασιανών πολιτισμών. Και πράγματι, ο Πρόκλος σχολίαζε ότι, «ενώ θαυμάζω αυτούς που πρώτα παρατήρησαν την ισχύ αυτού του θεωρήματος, θαυμάζω ακόμα περισσότερο τον συγγραφέα των Στοιχείων».

Ωστόσο, το όνομα που συνδέθηκε μ’ αυτό το θεώρημα είναι εκείνο του Πυθαγόρα και η έλξη την οποία ασκεί το πυθαγόρειο ιδανικό του μαθηματικού σύμπαντος εξακολουθεί να ζει.

Richard Mankiewicz, Η ιστορία των μαθηματικών 

Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2002 (σελ. 17-22)

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2018

Αρχαία Σπάρτη


Οι Σπαρτιάτες είχαν εντελώς ξεχωριστή θέση στην […] Ελλάδα. Είχαν αναδειχτεί με τους δύο μεσσηνιακούς πολέμους, ο πρώτος απ’ τους οποίους τερματίσθηκε στο δεύτερο μισό του όγδοου αιώνα με την κατάληψη του οχυρού της Ιθώμης.

Οι Μεσσήνιοι έγιναν είλωτες: υποτελείς δεμένοι με τη γη, που είχαν το δικαίωμα να καλλιεργούν μόνοι τους το έδαφός τους, αλλά έπρεπε να πληρώνουν στον ιδιοκτήτη της γης ένα σταθερό φόρο και να τον ακολουθούν στον πόλεμο ως υπηρέτες. Ήταν ιδιοκτησία του κράτους και μόνο το κράτος είχε το δικαίωμα να τους πουλάει ή να τους απελευθερώνει. Όταν στα μέσα του έβδομου αιώνα προσπάθησαν ν' αποσείσουν τον ζυγό, συμμαχώντας με τους Αργείους και τους Αρκάδες, οι Σπαρτιάτες μόνον έπειτα από μακρόχρονο και αιματηρό αγώνα κατάφεραν να ξαναγίνουν κύριοι της κατάστασης.

Ολόκληρη η πολιτειακή δομή των Σπαρτιατών καθοριζόταν από τον μόνιμο μεσσηνιακό κίνδυνο. Μερικές χιλιάδες κατακτητές εξουσίαζαν μια πολλαπλάσια πλειονότητα υποδουλωμένων και εκμεταλλευμένων αυτόχθονων κατοίκων αυτή η κατάσταση δεν μπορούσε να διατηρηθεί παρά μονάχα με την αρραγή ενότητα, τη συνεχή πολεμική ετοιμότητα και την πλήρη απομόνωση από το εξωτερικό. Για την επιτήρηση των ειλώτων χρησίμευε, ανάμεσα στ’ άλλα, η περιβόητη κρυπτεία,  ένα είδος χωροφυλακής που εκτελούσε τους υπόπτους χωρίς καμιά διαδικασία.

Ανάμεσα στους Σπαρτιάτες υπήρχε (τουλάχιστο θεωρητικά) πλήρης ισότητα στην ιδιοκτησία: γι’ αυτό και αυτοαποκαλούνταν «όμοιοι». Επειδή τόσο οι Αγιάδες όσο και οι Ευρυποντίδες είχαν πανάρχαια δικαιώματα στο θρόνο, οι Σπαρτιάτες αποφάσισαν να δώσουν τη βασιλική αρχή και στα δύο γένη: αυτή η ανταγωνιστική διπλοβασιλεία, ένας πολύ πρωτότυπος θεσμός που το πολύ-πολύ να έχει κάποια αναλογία με τη ρωμαϊκή υπατεία, είχε σκοπό να εμποδίσει την εγκαθίδρυση μονοκρατορίας.

Εκτός όμως απ' τους δυο βασιλιάδες υπήρχαν πέντε έφοροι, που εκλέγονταν κάθε χρόνο και που είχαν την πραγματική εξουσία στο κράτος: δεν σηκώνονταν μπροστά στους βασιλιάδες και μ' ένα νεύμα τους ο καθένας όφειλε «να σπεύσει κοντά τους». Ο Ξενοφών, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης σύγκριναν την εξουσία των εφόρων με τυραννίδα. Οι έφοροι είχαν απόλυτη ελευθερία δράσης στους βασικούς τομείς αρμοδιότητάς τους -εξωτερικές υποθέσεις, ασφάλεια, αστυνομία αλλοδαπών, διαπαιδαγώγηση των νέων, οικονομικά- αλλά ήταν υποχρεωμένοι να δίνουν λογαριασμό στους διαδόχους τους. Από τον αρχηγό της πεντανδρίας έπαιρνε τ' όνομά της η χρονιά. Στο πλάι τους οι βασιλιάδες δεν ήταν παρά καχύποπτα επιτηρούμενοι πρόεδροι του κράτους, με δικαίωμα τιμητικής θέσης, διπλής μερίδας και δημόσιου πένθους όταν πέθαιναν. Είναι ενδεικτικό ότι οι βασιλιάδες ήταν υποχρεωμένοι να ορκίζονται κάθε μήνα πίστη στο σύνταγμα.

Ο Πλούταρχος αποκάλεσε τη λακεδαιμόνια κοινότητα «λογικόν καί πολιτικόν σμήνος», δηλαδή ένα μελίσσι με λογικό και πολιτικό αισθητήριο, και ο Αριστοτέλης έλεγε: «Το σύνταγμα της Σπάρτης θα ήταν τέλειο, αν το κράτος ήταν στρατόπεδο». Μόλις τα παιδιά γίνονταν εφτά χρόνων, τα έπαιρναν απ' τη μητέρα τους, τα κατένειμαν σε «αγέλες» και τα ανάθεταν στην κρατική επίβλεψη, που ήταν μια σχεδόν αποκλειστική και πολύ αυστηρή προετοιμασία για τη στρατιωτική θητεία. Ακόμα και οι ενήλικοι άνδρες ζούσαν σε συσκηνίες με κοινά συσσίτια, στα οποία ο καθένας έπρεπε να συνεισφέρει ένα ορισμένο μέρος: αν δεν μπορούσε πια να εκπληρώσει αυτή την υποχρέωση, αποκλειόταν από την κατηγορία των πολιτών που είχαν πλήρη δικαιώματα. Ακόμα και τα κορίτσια εκπαιδεύονταν σωματικά με τον ίδιο περίπου τρόπο όπως τα αγόρια, γι' αυτό και οι Λακεδαιμόνισσες θεωρούνταν οι ωραιότερες και υγιέστερες Ελληνίδες. Επίσης, επειδή η φροντίδα για το νοικοκυριό βρισκόταν σχεδόν εξολοκλήρου στα χέρια τους, η θέση τους στην κοινωνία ήταν πιο ελεύθερη και ευυπόληπτη από αλλού. Απ' την άλλη μεριά όμως είναι ευνόητο ότι, κάτω απ' αυτές τις συνθήκες, η συζυγική ζωή δεν είχε καθόλου προσωπικό και απόκρυφο χαρακτήρα: η ανταλλαγή γυναικών δεν ήταν σπάνια, συχνά οι φτωχοί αδελφοί μοιράζονταν μια γυναίκα, ο σύζυγος μπορούσε (και μάλιστα ήταν υποχρεωμένος, σε περίπτωση μόνιμης ατεκνίας) να βρει αντικαταστάτη για τη γυναίκα του.

Ο Ξενοφών λέει ότι στην πολεμική τέχνη υπάρχει ανάμεσα στους Σπαρτιάτες και τους υπόλοιπους Έλληνες η σχέση του επαγγελματία τεχνίτη με τον ερασιτέχνη. Η σωματική αγωγή των Σπαρτιατών ήταν περισσότερο γυμναστική και πολεμική άσκηση παρά αθλητισμός, γι' αυτό και σπάνια νικούσαν στην Ολυμπία, ενώ η μουσική και η ποίησή τους είχαν κατά κύριο λόγο τη μορφή εμβατηρίων, πολεμικών τραγουδιών και πατριωτικών χορών. Ακόμα και την παιδεραστία την έβαζαν στην υπηρεσία της στρατοκρατίας. Ο Πλάτων λέει: «Αν ήταν δυνατό ν’ αποτελείται ένα ολόκληρο κράτος ή ένα ολόκληρο στρατόπεδο από εραστές και ερωμένους, θα ήταν αδιανόητη μια καλύτερη κοινότητα, γιατί από αμοιβαία αιδώ θ’ απόφευγαν κάθε κακή πράξη και θα βρίσκονταν συνεχώς σε ευγενή άμιλλα, ενώ στη μάχη θα νικούσαν κάθε αντίπαλο, ακόμα κι αν υστερούσαν αριθμητικά. Γιατί ένας εραστής προτιμά να τον δει ολόκληρος ο κόσμος να στρέφει τα νώτα στον εχθρό παρά ο αγαπημένος του. Κανένας δεν είναι τόσο τιποτένιος ώστε ο έρωτας να μην τον εμψυχώνει.» Και πράγματι, πριν απ’ τη μάχη οι Σπαρτιάτες θυσίαζαν στον Έρωτα.

Το εμπόριο και οι συναλλαγές ήταν στα χέρια των περίοικων, δηλαδή εκείνων που ζούσαν στα όρια της πολιτείας και δεν συμμετείχαν στη διακυβέρνησή της. Υπήρχαν μόνο σιδερένια νομίσματα χωρίς αξία και χωρίς πέραση σ' άλλες πόλεις. Τα ταξίδια στο εξωτερικό απαγορεύονταν. Η κλοπή θεωρούνταν όνειδος μόνον αν ο κλέφτης πιανόταν επ' αυτοφώρω.

Πολλά άλλα πράγματα που αναφέρονται για τη Σπάρτη και που ακόμα και σήμερα τα μαθαίνει το κάθε σχολαριόπαιδο έχουν την πηγή τους στην τάση πολλών όψιμων Ελλήνων ηθογράφων να υπερβάλλουν και, ως ένα βαθμό, στην αγάπη των Σπαρτιατών για την επίδειξη. Λόγου χάρη ο «τρίβων» τους, ένας χιτώνας που τον έτριβαν επίτηδες για να φαίνεται λιτότερος και που αργότερα χρησίμευε και στους φιλόσοφους για να κάνουν εντύπωση με τη λετσαρία τους, φοριόταν μόνο για φιγούρα. Τους άρεσε να βάφουν τα ρούχα τους με πορφύρα εξίσου όσο και στους άλλους Έλληνες, αλλά δήλωναν με καμάρι ότι το έκαναν μόνο και μόνο για να μη φαίνεται το αίμα πάνω τους· ωστόσο ο Λυκούργος απαγόρεψε αυτή την απρεπή πολυτέλεια, κι από τότε οι Σπαρτιάτες φορούσαν κατακόκκινα ρούχα.

Για τον περιώνυμο «μέλανα ζωμό» ένας Συβαρίτης είπε τάχα πως από τότε που τον δοκίμασε ξέρει γιατί οι Σπαρτιάτες βαδίζουν με τόση ευχαρίστηση στον θάνατο∙ αλλά αυτό δεν είναι παρά καλαμπούρι: στην πραγματικότητα ο μέλας ζωμός ήταν ένα πολύ θρεπτικό και νόστιμο φαγητό, ένα είδος πατσά από αλλαντικά, χοιρινό κρέας, ξύδι και μπαχαρικά, που όσοι ξένοι κατάφεραν να μάθουν τη συνταγή του το εκτιμούσαν ως λιχουδιά και πραγματικά αργότερα εξαγόταν, όπως η μασσαλιώτικη μπουγιαμπέσα. Στα συμπόσια που ακολουθούσαν τις θυσίες υπήρχαν θαυμάσια γλυκίσματα, δυνατά κρασιά, εξαίσια φέτα και σιτευτά μοσχάρια∙ βέβαια, το συνηθισμένο μενού των συσσιτίων ήταν πολύ πιο απλό και η μέθη τιμωρούνταν, αλλά είναι σίγουρο ότι το κυνήγι δεν ήταν σπάνιο στο τραπέζι.

Είναι γνωστό ότι στους Σπαρτιάτες άρεσε επίσης να μιλάνε με μια τυποποιημένη λιτότητα, που ως ένα βαθμό προερχόταν απ' το γεγονός ότι τους έλειπε η φαντασία, αλλά μερικές φορές ήταν πολύ πετυχημένη. Σ' έναν εχθρό που τους απείλησε: «Αν κυριέψω την πόλη σας, θα την ισοπεδώσω», απάντησαν: «Αν». Στους Σάμιους απεσταλμένους, που έβγαλαν ατέλειωτους λόγους, είπαν: «Δεν καταλάβαμε το τέλος, γιατί ξεχάσαμε την αρχή.» Μερικές άλλες απ’ αυτές τις λακωvικές ρήσεις, που στην αρχαιότητα κυκλοφορούσαν σε μεγάλο αριθμό, έδιναν στη βραχυλογία μια χροιά ευφυολογήματος, που όμως όχι σπάνια είναι τόσο ξερό ώστε να φαίνεται άνοστο. Αλλά εκεί που οι Σπαρτιάτες ήταν ολότελα ανυπόφοροι ήταν η χαρακτηριστική ηθικοληψία τους∙ και είναι οι μόνοι Έλληνες που τα κατάφεραν να είναι κακόγουστοι.

Κάτι που δεν συμφωνεί με την παραδοσιακή σχολική εικόνα των Σπαρτιατών είναι η φιλοχρηματία τους, που ήταν παροιμιώδης σ’ ολόκληρη την αρχαιότητα. Ένας Πελοποννήσιος είναι αυτός που βάζει τον Αλκαίο να λέει την περίφημη ρήση: «χρήματα χρήματ’ άνήρ», δηλαδή «μόνο τα λεφτά κάνουν τον άνθρωπο.» Αλλά κι ο Ευριπίδης στηλιτεύει την ευτελή κερδομανία τους, που επικρίθηκε προειδοποιητικά ακόμα κι απ' το μαντείο των Δελφών. Η κατοχή χρυσού και αργύρου ήταν βέβαια απαγορευμένη, αυτή η απαγόρευση όμως μπορούσε εύκολα να παρακαμφθεί: με τη λαθραία εξαγωγή χρημάτων στο εξωτερικό, με εικονικές εκχωρήσεις σε περίοικους, με την απόκτηση οικοπέδων και κοπαδιών. Ακόμα, είχε κανείς το δικαίωμα να έχει όσους δούλους ήθελε, που ήταν το κύριο περιουσιακό στοιχείο του αρχαίου Έλληνα. Η συνεισφορά στα συσσίτια ήταν κατανεμημένη ομοιόμορφα, επομένως άδικα, γιατί δεν έπαιρνε υπόψη τη μεγαλύτερη επιβάρυνση των πολύτεκνων νοικοκυριών, που εκτός απ' αυτό διασπώνταν με το μοίρασμα της κληρονομιάς σε όλο και μικρότερες παραγωγικές μονάδες. Έτσι, το αναπόφευκτο αποτέλεσμα ήταν ότι απ' τη μια μεριά, με την πτώχευση και την απώλεια των πολιτικών δικαιωμάτων, δημιουργήθηκε ένα κουρελοπρολεταριάτο (ή μάλλον μια κουρελοαριστοκρατία) κι απ' την άλλη μεριά μια πλουτοκρατία. Τον έκτο αιώνα υπήρχαν ήδη Σπαρτιάτες περιβόητοι για την αμύθητη περιουσία τους.

Αν σ' αυτά τα ζητήματα οι Σπαρτιάτες ήταν χειρότεροι απ’ την τυποποιημένη εικόνα τους, σε μερικά άλλα ήταν καλύτεροι. Έτσι, το ότι επιδίωκαν πάντα να υποτάξουν ολόκληρη την Ελλάδα είναι μια κακόβουλη εκδοχή που διέδωσε ο προαιώνιος εχθρός τους, η Αθήνα. Στην πραγματικότητα ασκούσαν πάντα μια καθαρά πελοποννησιακή πολιτική και αποστρέφονταν κάθε επέκταση· πέρα απ' τον Ισθμό, αν όχι γι' άλλο λόγο τουλάχιστον επειδή φοβόντουσαν μήπως μολυνθούν με «επαναστατικές» ιδέες. Η μόνη αποικία που ίδρυσε ποτέ η Σπάρτη ήταν ο Τάρας, που όμως, ως πρωτεύουσα της μεγαλοελληνικής βιομηχανίας, επιστήμης και ευζωίας, δεν είχε τίποτα το σπαρτιατικό.

Στην Ελλάδα οι Σπαρτιάτες ήθελαν να έχουν μόνο την ηθική ηγεμονία. Μετά την υποταγή της Μεσσηνίας ένιωθαν κορεσμένοι εδαφικά, όπως η Πρωσία του Φρειδερίκου μετά την απόκτηση της Σιλεσίας και η Γερμανία του Μπίσμαρκ μετά την ειρήνη του Νίκολσμπουργκ και της Φραγκφούρτης. Είναι γενικά παράξενο ότι τα λεγόμενα «στρατοκρατικά» κράτη δεν είναι σχεδόν ποτέ επιθετικά.

Επίσης, δεν είναι σωστό ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήταν οι πιο άμουσοι απ’ όλους τους Έλληνες. Ας μη ξεχνάμε ότι ήταν κι αυτοί Έλληνες. Έτσι, είναι ενδεικτικό ότι χάρη στις ελεγείες του Τυρταίου κέρδισαν τον δεύτερο μεσσηνιακό πόλεμο: αυτός ο ποιητής, του οποίου τα φλογερά τραγούδια τραγουδιόντουσαν για αιώνες σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, ήταν στην πραγματικότητα ο στρατηγός τους. Γενικά οι Σπαρτιάτες ήταν πολύ μουσόφιλοι, ενώ ακόμα και ο ελληνικός ναός είναι δικό τους δημιούργημα. Όπως η εξίσου πολυχλεύαστη Πρωσία γέννησε έναν ιδιόρρυθμο και, στα στενά του όρια, εύρωστο πολιτισμό, που σημαδεύεται απ’ τα ονόματα του Καντ και του Κλάιστ, έτσι και το δωρικό πνεύμα κατέκτησε ανάλογες κορυφές στην αρχιτεκτονική και τη μουσική.

Η δεύτερη μεγάλη αποικία των Δωριέων ήταν η Κρήτη. Ο Όμηρος, εξυμνώντας αυτό το πυκνοκατοικημένο νησί για την ομορφιά και την ευφορία του, το αποκαλεί εκατόμπολιν. Οι κατακτητές δεν τεμάχισαν το έδαφος σε κλήρους, όπως είχαν κάνει στη Λακωνία, παρά έκαναν το μεγαλύτερο μέρος του κοινοτική γη. Τα συσσίτια οργανώνονταν από το κράτος, κι όχι μόνον αυτά παρά και τα γεύματα των γυναικών, των παιδιών και των δούλων στα διάφορα νοικοκυριά. Αλλά κι αυτός επίσης ο κολεκτιβισμός, που ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια του σπαρτιατικού, δεν είχε διάρκεια. Έγιναν κατατμήσεις και καταπατήσεις, πολλοί Κρήτες μετανάστευσαν ως μισθοφόροι ήταν περίφημοι και περιβόητοι σ’ ολόκληρο τον μεσογειακό κόσμο για τα πολεμικά τους κατορθώματα και, όπως αναφέρει ο Πολύβιος, για την ακατάσχετη κερδομανία τους.

Egon FriedellΠολιτιστική ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας

[Εκδόσεις Πορεία, 1994, σελ. 109-114]


Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2018

Αλβανοί, Αρβανίτες


Οι Αλβανοί […] έχουν παίξει μεγάλο ρόλο στην νεοελληνική ιστορία διότι Αλβανοί και Έλληνες είναι σε ανάμειξη μετακινήσεων εδώ και αιώνες. Όπως γνωρίζουμε μέχρι σήμερα πρόσφατα το πράμα αλλάζει, η νότια Αλβανία, αυτό που λέμε Βόρεια Ήπειρος εμείς, διαθέτει χιλιάδες Ελλήνων κατοίκων Χριστιανών Ορθοδόξων ελληνοφώνων κατοίκων, ενώ αντιστοίχως Αλβανοί είχαν μετακινηθεί προς το νότο και έτσι μέσα στους αιώνες έχει δημιουργηθεί στον ελληνικό χώρο, τον ευρύτερο ελληνικό χώρο, ένας πληθυσμός που πολύ απλά οι Έλληνες ονομάζουν Αρβανίτες.

Κινείσαι από την Αθήνα προς τη Θήβα και περνάς από μία περιοχή που λέγονται Αρβανιτοχώρια. Έξω απ’ τη Θήβα καταμετρώνται περίπου 30 χωριά που είναι Αρβανιτοχώρια. Στα περίχωρα της Λειβαδιάς είναι περίπου 7 χωριά που τα ονομάζουμε Αρβανιτοχώρια. Στα περίχωρα της Ελευσίνας υπάρχουν αρκετά χωριά που ονομάζονται Αρβανιτοχώρια. Στην Κορινθία υπάρχουν πολλά χωριά που ονομάζονται Αρβανιτοχώρια το ίδιο και στη Αχαΐα και λιγότερο σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου. Στη νότια Εύβοια υπάρχουν χωριά που είναι Αρβανιτοχώρια στη βόρεια Άνδρο και πάλι λέγοντας. Εδώ με την έννοια Αρβανίτες, με αυτό τον όρο Αρβανίτες, εννοούμε ένα-αναφερόμαστε σε ένα φαινόμενο της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας και όχι μόνο. Καθώς γύρω στο 14ο αιώνα έχουμε μεγάλη κάθοδο Αλβανών[…]

Οι Αλβανοί είναι ορεσίβιος λαός, κατοικεί στη ζώνη εκεί βόρεια από την Ήπειρο, τα βουνά της Αλβανίας είναι ψηλά και δύσκολα. Εκεί κατοικούν αλβανικές ομάδες που είναι οργανωμένες σε φυλές, στα βόρεια είναι οι Γκέγκηδες, νοτιότερα προς το κέντρο της σημερινής Αλβανίας χοντρικά αναπτύχθηκαν οι Τόσκηδες και ακόμη νοτιότερα οι Λιάπηδες.

Η αλβανική γλώσσα δεν είναι ακριβώς ενιαία, αυτές οι ομάδες μιλούν διαλέκτους εδώ και βαθύτατο χρόνο όχι τώρα και είναι ορεινοί πληθυσμοί, πολεμούν μεταξύ τους η μία φυλή την άλλη και είναι οργανωμένοι και σε ευρύτερα σόγια που στην αλβανική γλώσσα αυτό το ευρύ σόι λέγεται farë εξ ου και η- όρος που χρησιμοποιούμε στα ελληνικά φάρα. Είναι αλβανική λέξη η λέξη φάρα. Η μία φάρα μπορούσε να συμμαχεί με την άλλη εναντίον μιας άλλης, πολλές φάρες μαζί εναντίον πολλών άλλων, η μία φυλή ενάντια στην άλλη. Αυτό έκανε τους Αλβανούς να είναι σκληροτράχηλοι πολεμιστές, θεωρούνται οι πιο σκληροτράχηλοι πολεμιστές των Βαλκανίων μαζί με τους κατοίκους του Μαυροβουνίου, ιστορικά και έχουν παίξει ρόλο στους στρατούς όχι μόνο πολλών χωρών της βαλκανικής και τον οθωμανικό στρατό. Στην ελληνική πραγματικότητα αρκετοί απ’ τους ήρωές μας ήταν Αρβανίτες, δηλαδή είχαν μακρά καταγωγή από τις αλβανικές περιοχές.

[…] Οι Αλβανοί όποτε φεύγουν για κάποιο λόγο από την πατρίδα τους κατά ομάδες ή κατά μόνας, δύο δρόμους κατά κύριο λόγο παίρνουν: ο ένας είναι ο δρόμος της Ιταλίας, αυτό συνέβη και στον 20ο αιώνα που τα ζήσαμε μετά το 1989 […] και προς την Ελλάδα. Και έτσι στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα έχουμε μία μεγάλη καινούρια ροή Αλβανών προς τα νότια, προς τις ελληνικές περιοχές.

Τα Αρβανιτοχώρια μας όμως βρίσκονται εκεί από αιώνες και δημιουργήθηκαν κυρίως από κάθοδο Αλβανών του 14ου αιώνα εκεί γύρω στα 1300 και μετά. Ο 14ος αιώνας ήταν αιώνας μεγάλων δημογραφικών ανακατατάξεων στη Βαλκανική λόγω των πολεμικών συγκρούσεων, των εμφυλίων πολέμων, των-της ανάπτυξης Σέρβων Βουλγάρων, συγκρούσεων Βυζαντινών μεταξύ τους και με αυτούς και φυσικά της επέλασης των Οθωμανών. Έτσι Αλβανοί μετακινούνται μαζικά στο 14ο αιώνα προς το νότο.

Αυτός είναι ένας ωραίος χάρτης που προέρχεται από το-την «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού» του Απόστολου Βακαλόπουλου και επιγράφεται «Διείσδυσις Αλβανικών φύλων».
Τα αλβανικά φύλα διείσδυσαν προς το νότο, δηλαδή τις περιοχές μας, ο δείκτης δείχνει προς ποιες περιοχές εγκαταστάθηκαν το 14ο αιώνα. Άλλο κύμα το 15ο.  Και επόμενο μεγάλο κύμα είναι στον 20ο αιώνα, τον αιώνα που πολλοί από μας ζήσαμε. […]

Γιατί μετακινήθηκαν Αλβανοί προς το νότο το 14ο αιώνα; Οι περισσότεροι εξ αυτών μετακινήθηκαν κατά ομάδες γιατί το έχουν οι Αλβανοί όταν φεύγουν, φεύγουν κατά ομάδες, κατά φάρα φεύγουν. Αλλά ακριβώς επειδή θεωρούνται ικανότατοι πολεμιστές, Βενετοί οι οποίοι κατείχαν κάστρα και έλεγχαν κάστρα, διάφοροι Φράγκοι ηγεμόνες εδώ της νότιας βαλκανικής, Βυζαντινοί ηγεμόνες που κατέχουν περιοχές και κάστρα, Σέρβοι ηγεμόνες που κατέχουν περιοχές και κάστρα, στην-εδώ στην νότια βαλκανική καλούν στο 14ο καλούν φάρες Αλβανών να’ ρθουν να εγκατασταθούν κοντά σε κάστρα με τις οικογένειές τους, τους παρέχουν γη κοντά στα κάστρα όχι μέσα στα κάστρα με την υποχρέωση να καλλιεργούν τη γη αλλά όταν θα υπάρξει κίνδυνος για την υπεράσπιση των κάστρων να μπουν στα κάστρα και να ενισχύσουν την άμυνα των κάστρων. Και τούτο διότι η βαλκανική είχε στο 14ο αιώνα φτωχή δημογραφική εικόνα λόγω των αναστατώσεων που έχουμε πει επανειλημμένως, επομένως οι Αλβανοί ήρθαν να ενισχύσουν την άμυνα των κάστρων και υπήρξαν σε πολλές περιπτώσεις καλεσμένοι Σέρβων κυρίως Βενετών και Βυζαντινών τόσο στην Πελοπόννησο όσο και στη Στερεά Ελλάδα, όσο και στη δυτική Στερεά Ελλάδα.

Οι Αρβανίτες μας δεν είναι παρά μακρινοί Αλβανοί οι οποίοι κατέβηκαν στο νότο 600 χρόνια πριν από τώρα και αναμείχθηκαν με τους ντόπιους Έλληνες. Όταν μετακινήθηκαν οι Αλβανοί στο 14ο στο 15ο 16ο αιώνα η θρησκεία τους ήταν Χριστιανική Ορθόδοξη (η μεγάλη μεταστροφή των Αλβανών στην-στο Ισλάμ έγινε το 18ο αιώνα). […]

Εγκαταστάθηκαν στη δυτική Στερεά, σε μεγάλη ζώνη στην περιοχή κοντά στην Άρτα, προς το Μεσολόγγι, στην περιοχή της Ναυπάκτου, γύρω απ’ τη Λειβαδιά, γύρω απ’ τη Θήβα, στη νότια Εύβοια, στη βόρεια Άνδρο, στη Τζια, στην Κύθνο, στην νότια-στην περιοχή της Αττικής. Στην Αττική η εγκατάσταση Αλβανών, αλβανικών φαρών ήταν πολύ μεγάλης κλίμακας, στην Κορινθία, σε περιοχές της Αχαΐας σε μεγάλη κλίμακα και μετά στη υπόλοιπη Πελοπόννησο λιγότεροι. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι περισσότεροι Αρβανίτες μας εγκαταστάθηκαν Κορινθία, Αχαΐα, Αττική και νότια Εύβοια.

Η διάχυση των Αλβανών και η μετατροπή τους σε Αρβανίτες, δηλαδή πια εξελληνισμένους Αλβανούς φαίνεται και από τα χαρακτηριστικά τους επώνυμα που σήμερα πολλά από αυτά θεωρούνται χαρακτηριστικά και των Ελλήνων. Οι Αλβανοί και οι Αρβανίτες μας έχουν συνήθως δισύλλαβα επώνυμα, παροξύτονα. Π. χ. Βρετός, αυτό είναι οξύτονο αλλά είναι χαρακτηριστικό όνομα, Γκέκας, Γκίκας, Γκίνης, Γκιόκας, Γκιόνης, Γκολέμης, Γκούρας, γκουρ στα αλβανικά είναι η πέτρα, Γκούρας δηλαδή θα πει ο κ. Πέτρας, Ζέζας, Ζέρβας, ο Ναπολέων Ζέρβας ήταν Αρβανίτης στην καταγωγή, Κάκλας, Κακλαμάνης, Καλέντζης, Καπαρέλης, περιοχές της Αττικής λέγονται Καπαρέλι γιατί εγκαταστάθηκαν φάρες, Κατσιφάρας, Κιοσές, στα αλβανικά θα πει φαλακρός, Κλέπας, κασιδιάρης θα πει, Κόκας, το κεφάλι, Κόκλας, Κόλιας, από τα πιο χαρακτηριστικά αρβανίτικα επώνυμα, Κοροβέσης (Κοροδέσης;), Κοτζιάς, Κούμης, Κουμής, Κούρτης, Κριεκούκης, υπάρχει τοπωνύμιο στην Αττική Κριεκούκι γιατί εγκαταστάθηκε η φάρα των Κριοκουκαίων, Λάλας, Λαλεγιάννης, Λάλος, Λέκκας, που θα πει Αλέξανδρος, Λεμπέσης, αυτός που αφήνει την πίστη του την μπέσα του, Λέπουρας, Λιάκος, Λιάκουρας, Λιάπης, Λιόσας, Λιούμης, θα πει ποτάμι στα αλβανικά, Λούκος, Λούης, Λύκουρας, Λυκουρέζος, τα επώνυμα σε –έζος είναι συνήθως αλβανικά όπως και τα τοπωνύμια σε –έζα δηλαδή και σε –ιζα, Βάρκιζα, Σάριζα κ.λ.π. Μάζης, Μαλακάσας, Μάλης, θα πει βουνό, Μάνεσης, που θα πει αργοπορία, Μαρκεζίνης, Μάτεσης, Μέξης, Μερκούρης, Μίχας, Μουζάκης, Μπάλας, Μπάρτζης, Μπέζος, Μπέζας, Μπέρτζος, Μπέζγος, Μπίθαρης, Μπίθας, Μπίθης, Μπιθικώτσης, ο μεγάλος μας τραγουδιστής ο Μπιθικώτσης ήταν Αρβανίτης απ’ την περιοχή της Θήβας, Μπίχτας, Μπλέτσας, για να πω μερικά χαρακτηριστικά, Μπούκουρας που θα πει όμορφος, Μπόχτης, Νέγκας, Ντάτσης, Ντόκος, Πέπης, Πέπας, Πέτας, Πρίφτης, που θα πει ιερέας, Σκλέπας. Σκόκος, σκόκος θα πει κλώσα στα αλβανικά, Σούτας, Σπάθαρος, θα πει θα σπαθί, Σπάθας, τα Σπάτα, σπατ στα αλβανικά είναι το τσεκούρι, στην περιοχή των Σπάτων εγκαταστάθηκε εκεί στο 14ο 15ο αιώνα η φάρα των Σπάτα, Τάτσης, Τόλιας, Τόκας, Τόσκας, Τούντας, κλασικό επώνυμο Τούντας, Χέλμης, Χούντας κλπ. [σημείωση από το βίντεο: Μπογιάτι, από την φάρα των Μπούα]

Επομένως και μόνο αυτά τα επώνυμα και μόνο αυτός ο χάρτης δείχνει την έκταση της εγκατάστασης Αλβανών προς το νότο. Οι μαυρισμένες θέσεις του χάρτη που μας δίνει εδώ ο Βακαλόπουλος δε σημαίνει ότι κατοικούν μόνο Αλβανοί. Σε κάποιες περιοχές ήταν συμπαγείς οι πληθυσμοί, αλλά είναι ανάμεικτοι και με ελληνικούς πληθυσμούς ντόπιους, αλλά είναι οπωσδήποτε περιοχές ισχυρής αρβανιτο παρ- αλβανικής παρουσίας. […] οι Οθωμανοί απέγραφαν περιοχές. Στην Κορινθία το 1461, όταν κατακτήθηκε δηλαδή η Πελοπόννησος από τους Οθωμανούς μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, ο Οθωμανός απογραφέας κατέγραψε ποιοι ήταν οι Αλβανοί κάτοικοι, […] σε σύνολο 9.881 εστιών δηλαδή νοικοκυριών οι 3.353 ήτανε Αλβανοί κάτοικοι που είχαν εγκατασταθεί εκεί.

Οι Αλβανοί, οι Αρβανίτες μας δηλαδή μέσα στην πάροδο των χρόνων συνυπήρξαν με τους Έλληνες, δεν είχαν πρόβλημα διότι ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι και οι δύο πλευρές. Μόνο σε δύο σημεία της ελληνικής χερσονήσου ιστορικά αναπτύχθηκαν Μουσουλμάνοι Αλβανοί. Μία τέτοια περιοχή είναι στην περιοχή του Λάλα, στην περιοχή του Πύργου στην Ηλεία. Όπως και η περιοχή των Μπαρδουνίων βορειότερα από την Καλαμάτα στη Μεσσηνία. Αλλιώς, γενικά οι Αρβανίτες μας είναι παρέμειναν χωρίς κανένα πρόβλημα Χριστιανοί Ορθόδοξοι και έτσι δεν είχαν κανένα πρόβλημα συνύπαρξης με τους Έλληνες κατοίκους με τους οποίους εξάλλου κα αναμείχθηκαν σε μεγάλη κλίμακα με γάμους και ενώθηκαν μεταξύ τους.

Οι Αρβανίτες εγκαταστάθηκαν κυρίως και κατοίκησαν σε ημιορεινά, όχι σε ψηλά ορεινά. Σε πεδιάδες και σε ημιορεινά, και όπως είπαμε κοντά σε μεγάλα κάστρα, γιατί στην Κορινθία έχουμε πολλούς Αρβανίτες; Διότι εκλήθησαν να ενισχύσουν την άμυνα του Ακροκορίνθου. Στο Ναύπλιο εκλήθησαν να ενισχύσουν την άμυνα του κάστρου του Ναυπλίου, στην Θήβα για να ενισχύσουν την άμυνα της Θήβας, στη Χαλκίδα στη νότια Εύβοια για να ενισχύσουν το μεγάλο κάστρο της Χαλκίδας που στο Μεσαίωνα ονομαζόταν Νεγρεπόντε και πάει λέγοντας. Από την Εύβοια και από την Άνδρο μετακινήθηκαν […] και στα νησιά του Αργοσαρωνικού, Ύδρα, Σπέτσες, Πόρο, Αγκίστρι και λιγότερο στην Αίγινα, σε βαθμό που τα νησιά του Αργοσαρωνικού έγιναν χαρακτηριστικά Αρβανιτονήσια στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και μέχρι πρόσφατα.

[…] Απομνημονεύματα των αγωνιστών του ΄21 που δείχνουν ως αυτονόητη την συνύπαρξη Αρβανιτών, οι Αρβανίτες θεωρούνται ότι είναι Έλληνες και ας μιλούν Αλβανικά, κάποιοι απ’ αυτούς και λίγα Ελληνικά. Ο Νικόλαος Κασομούλης μας έχει αφήσει ένα πολύτιμο δίτομο έργο απομνημονευμάτων για την επανάσταση του 1821, σ’ αυτό σε κάποια στιγμή αναφέρεται στον Νότη Μπότσαρη, ο οποίος Νότης Μπότσαρης στο πολιορκημένο Μεσολόγγι απευθύνεται στο σημαιοφόρο του και του λέει, και αυτά που του λέει είναι γραμμένα στα απομνημονεύματα του Κασομούλη με ελληνικό αλφάβητο "μέρi νί ντρύ έδένι μαντήλι, έδέ σίκογιάστε τάσιός βίνιά πρέκουβέντα τούρκητε ογιό". Δηλαδή του λέει "πάρε ένα μαντήλι κι ένα ξύλο και βαλ΄το μαντήλι πάνω στο ξύλο έβγα έξω να δεις αν έρχεται κανένας Τούρκος για συνομιλία ή όχι". Ο Λάμπρος Κουτσονίκας που πάλι μας έδωσε απομνημονεύματα, μας εξηγεί ότι πριν την μάχη του Φαλήρου, την μεγάλη μάχη του Φαλήρου, ο Δεριγνύ κάλεσε στο πλοίο του τον Καραϊσκάκη και τον Κιουταχή. Ο Καραϊσκάκης από την μια πλευρά και ο Αλβανικής καταγωγής πασάς ο Κιουταχής, στο πλοίο του για να συνομιλήσουν, και γράφει ο Κουτσονίκας "ήρχισαν συνδιάλλεξιν μεταξύ των εις την Αλβανικήν" η κοινή τους γλώσσα δηλαδή ήταν τα Αλβανικά.

Οι Σουλιώτες ήταν Αρβανίτες, εξ΄αυτού μιλούσαν Αλβανικά. Γνώριζαν και Ελληνικά αλλά μιλούσαν Αλβανικά. Ο Κωνσταντίνος Μεταξάς πάλι στα απομνημονεύματά του από την Επανάστασή του 1821 αναφέρεται στον Μάρκο Μπότσαρη, επίσης φυσικά μιλάει Αλβανικά γιατί είναι Αβανίτης Σουλιώτης, ο οποίος καλεί τους Σουλιώτες αρχηγούς και στρατιώτες και γράφει ο Μεταξάς. "Τοις ελάλησεν εις την γλώσσαν των, Αλβανιστί, οι δε λόγοι του ήσαν πλήρεις ενθουσιασμού και πατριωτισμού". Στα απομνημονεύματα του Σπηλιάδη, ο Νίκος Σπηλιάδης αναφέρεται σε μία μάχη που γίνεται και που μετέχει ο Ανδρούτσος, σ΄αυτή τη μάχη οι Έλληνες ηττώνται, και ο Ανδρούτσος υποχωρεί και γράφει. "Και φεύγων μεμονομένως περιπίπτει εις τους Αλβανούς" γιατί στους Αλβανούς; Γιατί τα Οθωμανικά στρατεύματα χρησιμοποιούσαν Τουρκαλβανούς, δηλαδή Μουσουλμάνους Αλβανούς. Και στην Ελληνική επανάσταση ένα μεγάλο κομμάτι των Οθωμανικών στρατευμάτων ήταν Μουσουλμάνοι Αλβανοί. Ο Οδυσσέας λοιπόν Ανδρούτσος καθώς υποχωρεί πέφτει στο στρατόπεδο του εχθρού που είναι Τουρκαλβανοί, Αλβανοί όμως. "Ομιλών δε ως εκείνοι Αλβανιστί, τους απατά και νομίζεται ειδικός των, και εν τοσούτων εύρεν ευκαιρία και έγινεν άφαντος και εσώθη".

[…] Η κοινότητα της Ύδρας στα μέσα του 18ου αιώνα θέλησε να δημιουργήσει ένα σχολείο για να μάθουν τα παιδιά της γράμματα. Η Αλβανική γλώσσα ήταν προφορική γλώσσα, η Αλβανική γλώσσα δεν γράφονταν για χιλιάδες χρόνια, ήταν μόνο προφορική, έγινε γραπτή σχεδόν στο 1900. […] Έτσι όταν αποφάσισε η κοινότητα Ύδρας να δημιουργήσει σχολείο, Ελληνικό σχολείο επρόκειτο να δημιουργήσει, δεν υπήρχε περίπτωση να δημιουργηθεί Αλβανικό σχολείο, δεν υπήρχε κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό κάλεσαν Έλληνα δάσκαλο να διδάξει τα παιδιά της. Και γνωρίζουμε από τα αρχεία της Ύδρας ότι ο Έλληνας δάσκαλος παραιτήθηκε ή επεχείρησε να παραιτηθεί μετά από λίγους μήνες, διότι εξηγεί στην επιστολή του προς την κοινότητα της Ύδρας, ότι εσείς με πληρώνετε για να σας μάθω στα παιδιά σας γράμματα, ελληνικά γράμματα θα τους μάθω, αλλά εγώ δεν γνωρίζω Αλβανικά, τα παιδιά δεν γνωρίζουν Ελληνικά, και δεν κάνω τη δουλειά μου και σας εξαπατώ κατά κάποιο τρόπο. Το ίδιο συνέβη και στον Πόρο, στο 2ο μισό του 18ου αιώνα, όταν ο Πόρος πάλι κάλεσε Έλληνα δάσκαλο να μάθει στα παιδιά γράμματα, Ελληνικά γράμματα βέβαια, και ο Επιφάνιος Δημητριάδης που ήταν αυτός ο κληθείς δάσκαλος, την απελπισία του την έγραψε σε ποίημα, έτσι Ομηρικού τύπου, και εξηγεί πώς για να μάθει γράμματα στα παιδιά του Πόρου, έπρεπε ο ίδιος να μάθει αλβανικά για να μπορεί να τους μαθαίνει ελληνικά μέσω των αλβανικών, και λέει: «Κακ ες Πόρον μ’ ειμαρμένη, η τύχη, ώρσεν με διδάξοντα την ελληνίδα, η τύχη τα΄φερε έτσι ώστε να με ορίσει να διδάξω την ελληνίδα, την ελληνίδα γλώσσα, Και ην ιδείν εργον τε πράγμα ξένον, και ήταν να το βλέπει κανείς παράξενο πράγμα, Γλώτταν μεν διδάσκοντα την ελληνίδα, διδάσκοντα εγώ, να διδάσκω εγώ την ελληνική γλώσσα, Φωνήν δε μανθάνοντα την αλβανίδα, εγώ δε ο ίδιος να μαθαίνω αλβανικά, Ουκ είχον άλλως, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, αλβανίζοντας όλως παίδας διδάξαι, εφόσον έπρεπε να διδάξω παιδιά τα οποία μιλούσαν μόνο αλβανικά, μη εγών αλβανίσας, αν δεν μάθαινα εγώ αλβανικά».

[…] Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Αρβανίτες μας του Αργοσαρωνικού, οι Υδραίοι, οι Σπετσιώτες, οι Ποριώτες, εξαιρετικοί ναυτικοί στον 18ο αιώνα με πλοία σπουδαία τα οποία δρούσαν σε όλη την Μεσόγειο, ονόμαζαν τα πλοία τους με αρχαία ελληνικά ονόματα, Περικλής, Αγαθοκλής, Ιδομενεύς, δείγμα του ότι είχαν ενωθεί με την ελληνική σύλληψη των πραγμάτων, αισθάνθηκαν Έλληνες, πολέμησαν ως Έλληνες […]

Ένα χαριτωμένο κείμενο από την ελληνική παράδοση, από την συλλογή του Πολίτη που εξηγεί γιατί οι Γύφτοι και οι Αρβανίτες δεν έχουν γράμματα. […] Όταν εμέραζε ο Θεός τα γράμματα, επήγαν όλες αι φυλές να γυρέψουν γράμματα, όξω απ’ τη γύφτικη τη φυλή που δεν επήγε καθόλου και γι αυτό ούτε έχουν ούτε θα έχουν ποτέ γράμματα οι Γύφτοι, γιατί ο Θεός τους καταράστηκε και τα’ ριξε μέσα στη θάλασσα όταν οι Γύφτοι έφτιαξαν τα περόνια που σταυρώθηκε ο Χριστός. Αυτή είναι η εισαγωγή. Οι Γύφτοι δεν θα μάθουν ποτέ γράμματα. Γιατί; γιατί σταυρώθηκε ο Χριστός από αυτούς. Μάλιστα. Κοντά σ’όλες τις φυλές που πήραν γράμματα ήταν και η Αρβανίτικη η φυλή, μα γιατί οι Αρβανίτες δεν έχουν γράμματα; Θα σας το πω. Όταν εμέραζε ο Θεός γράμματα δεν είχε βγει το χαρτί ακόμα, ο καημένος ο Θεός δεν το ήξερε το χαρτί, κι εκείνοι που πήγαν να πάρουν τα γράμματα, τα έπαιρναν σε φύλλα από κουμπρολάχανο και έφευγαν. Οι άλλοι όλοι τα επήγαν καλά στα σπίτια τους τα λαχανόφυλα όπου είχαν τα γράμματα, αλλά ο καημένος ο Αρβανίτης δεν το επήγε το λαχανόφυλο γιατί στο δρόμο εδίψασε και σκύβοντας να πιεί νερό σε μια πηγή άφησε το φύλλο καταγής και μια αγελάδα που έβοσκε εκεί κοντά το μυρίστηκε και όσο να σηκώσει ο Αρβανίτης ο κεφάλι του απ τη βρύση το φύλλο με τα γράμματα ήταν στην κοιλιά της αγελάδας. Έσκουζε ο καημένος ο Αρβανίτης για το κακό που έπαθε και με τα δάκρυα στα μάτια γύρισε πίσω στο παλάτι του Θεού ζητώντας άλλα γράμματα. Αλλά ο Θεός δεν είχε άλλα γράμματα, παρά μόνο τα γύφτικα, που άμα τα είδε ο Αρβανίτης είπε στο Θεό που ήθελε να του τα δώσει. Δεν τα παίρνω Θεέ μου αυτά τα γράμματα χρυσά να τα κάνεις. Και ο Θεός απαντάει, στο ίδιο κλίμα, κι εγώ ήθελα να σου δώσω καλύτερα αλλά δεν έχω άλλα. Αφού είναι έτσι είπε ο Αρβανίτης, ας μείνω και χωρίς γράμματα. Και πώς θα ζήσει η φυλή σου χωρίς γράμματα; του είπε ο Θεός. Με δανεικά απάντησε ο Αρβανίτης, κι έφυγε. Από τότε οι Αρβανίτες ζουν με τα δικά μας γράμματα. Δηλαδή με την ελληνική αλφάβητο.

Έτσι λοιπόν εξηγείται αυτή η πολύ μεγάλης κλίμακος συνύπαρξη Αλβανών και Ελλήνων. Είναι μια συνύπαρξη γόνιμη, αιώνων και πολύ από τους σπουδαίους Έλληνες μας είναι Αρβανίτες, όπως και στην Αλβανία, στην ιστορία της Αλβανίας, σπουδαίοι τους, σπουδαία μέλη της ιστορίας τους είναι ελληνικής καταγωγής. Οι δύο αυτές φυλετικές ομάδες της Βαλκανικής έχουν παράδοση επαφών, λογικό είναι, είμαστε γείτονες και οι μετακινήσεις φέραν τον ένα κοντά στον άλλον.

Μαρία ΕυθυμίουΙστορία  του Νέου Ελληνισμού, 11ος – 18ος αιώνας   

mathesis.cup.gr (σ. 145-150, 162)


Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2018

Οι Βλάχοι


Η λέξη Βλάχος θέλει μία συζήτηση, διότι στη νέα ελληνική γλώσσα χρησιμοποιούμε τη λέξη Βλάχος καταρχήν μειωτικά. Όταν θες να πεις κάποιον ότι δεν έχει τρόπους, ότι είναι αγενής, ότι είναι ωμός, ότι είναι βάρβαρος κάπως ορεσίβιος τον λες Βλάχο, Μπουρτζόβλαχο, Καράβλαχο [...]

Οι Βλάχοι, όμως, είναι μια εθνοτική ομάδα που μιλάει μια, ξεχωριστή γλώσσα, τη βλάχικη γλώσσα. Η βλάχικη γλώσσα είναι λατινογενής, είναι συγγενής με τις άλλες λατινογενείς γλώσσες, όπως είναι η γαλλική γλώσσα, η ιταλική γλώσσα, η ρουμανική γλώσσα. […]

Οι Βλάχοι μέχρι σήμερα υπάρχουν στην Ελλάδα, στην Βουλγαρία, στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Μακεδονία, στην Αλβανία, στην Κροατία, […]

Όμως, εδώ και αιώνες η μεγαλύτερη συγκέντρωση Βλάχων της Βαλκανικής παρατηρείται στην περιοχή της Πίνδου, στον ορεινό κορμό μεταξύ Θεσσαλίας και Ηπείρου. […]

Όταν το ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε το 1830, φυσικά, αυτή η περιοχή δεν ανήκε στο ελληνικό κράτος. Αλλά αργότερα το ελληνικό κράτος επεκτάθηκε και στην δεκαετία του 1880 ενσωματώθηκε η Θεσσαλία … και αργότερα και η Ήπειρος και η Μακεδονία. Έτσι, αυτός ο μεγάλος αριθμός Βλάχων εξακολουθεί να υπάρχει μέσα στα ελληνικά σύνορα και υπάρχουν Έλληνες βλάχικης καταγωγής που το λένε ότι είναι Βλάχοι, είναι γνωστό ότι είναι Βλάχοι. Παραδείγματος χάριν, πριν από 20-30 χρόνια πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας ήταν ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας. Ο άνθρωπος αυτός κατάγεται από δύο θρυλικές οικογένειες, μία που αναπτύχθηκε τέλος πάντων με επιγαμίες, η οικογένεια του Μετσόβου των Τοσίτσα και των Αβέρωφ […] Η οικογένεια Αβέρωφ, η οικογένεια Σίνα, η οικογένεια Τοσίτσα, η οικογένεια Στουρνάρα είναι βλάχικες οικογένειες, δηλαδή η καταγωγή τους ήταν από αυτά ορεινά της Πίνδου ή από τη Μοσχόπολη της Μακεδονίας -διότι υπήρχανε σε αρκετά σημεία βλάχικοι πυρήνες- και αλλού, και γνωρίζουμε ότι είναι Βλάχοι. […]

Βυζαντινά κείμενα του 10ου αιώνα του 11ου αιώνα –όχι συχνά- αναφέρουν τη λέξη Βλάχος. Κάτι συνέβη και λέει: «ο Βλάχος αυτός έγινε…». Άρα υπάρχουν Βλάχοι και υπάρχουν βυζαντινά κείμενα που ομιλούν για Βλάχους οδίτες, έχουν τη λέξη Βλάχοι οδίται, δηλαδή από τη λέξη οδός που ταιριάζει στου Βλάχους διότι οι Βλάχοι και στην περίοδο του Βυζαντίου, ως φαίνεται, και στην περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις περιοχές εδώ της Βαλκανικής, κατοικούν κατά κανόνα στα ορεινά, σε ορεινές περιοχές, ψηλά στην Πίνδο, ψηλά στο Βέρμιο. […] στην περιοχή της Ελασσόνας στη Θεσσαλία, στο Περτούλι, στο Μέτσοβο, στο Συρράκο, τους Καλαρρύτες, στο Βόιο, στο Γράμμο, στην Αβδέλα, στο Περιβόλι, στη Σαμαρίνα –είναι ξακουστό βλάχικο χωρίο-, σε λίγα από τα Ζαγοροχώρια, το Ζαγόρι, στη Μοσχόπολη –που σήμερα βρίσκεται στα σύνορα της Αλβανίας-, στον Αυλώνα, στο Δυρράχιο, στον Νυμφαίο, στην περιοχή εκεί στα ορεινά του Ολύμπου και των Πιερίων, στο Λιβάδιο Κοκκινοπηλός, στο Βέρμιο, στο Σέλι έχουμε πυρήνες βλάχικων εγκαταστάσεων. Οι Βλάχοι, λοιπόν, ήταν διάχυτοι κυρίως από τη Λαμία και πάνω, δηλαδή από τη Στερεά Ελλάδα και βορειότερα, αν και υπάρχουν και κατασπασμένες παρουσίες Βλάχων στην Πελοπόννησο –μέσα στην Τουρκοκρατία- και σε σημεία της Στερεάς Ελλάδος, ο κύριος όγκος τους είναι στις περιοχές της Μακεδονίας, της ορεινής Μακεδονίας και της ορεινής Θεσσαλίας.

Οι Βλάχοι είναι κατά κύριο λόγο κτηνοτρόφοι, είναι βιοτέχνες κτηνοτροφικών προϊόντων, δηλαδή υφαίνουν πολύ ωραία και δυνατά μάλλινα υφάσματα, ράβουν μάλλινες κάπες, παράγουν φυσικά τυρί, τυροκομικά, και είναι οδίται με την έννοια ότι σαν κτηνοτρόφοι από τα βουνά, από τα χειμαδιά στα πεδινά και αντιστρόφως και επίσης διότι είναι ξακουστοί μεταφορείς. Οι Βλάχοι, οι βλάχικοι πληθυσμοί, γνώρισαν τα μονοπάτια των βουνών, τους δρόμους των πεδιάδων. Ιστορικά, σε όλη την Τουρκοκρατία έχουμε σαφείς ενδείξεις γι’ αυτό και ορθώς φαίνεται και από το Βυζάντιο και ήταν καραγωγείς, φόρτωναν δηλαδή τα μουλάρια με προϊόντα που κάποιος θα ήθελε να μεταφέρει, Βλάχος θα ήταν ο οδίτης, ο καραγωγέας, ο αγωγιάτης ο οποίος θα ήξερε τους δρόμους, μπορούσε να αντιμετωπίσει ληστές, να φέρει εις πέρας την αποστολή του και να μεταφέρει προϊόντα κάπου για το οποίο και είχε μισθωθεί. Επομένως, οι Βλάχοι έχουν αυτήν την πολλαπλή τους διάσταση.

Οι Βλάχοι μιλούσαν μεν αυτή τη γλώσσα και εξακολουθούν να την μιλούν. […] Αν κανείς επισκεφθεί το Μέτσοβο και βρεθεί σήμερα σε ένα καφενείο που βρίσκονται γέροντες και πίνουν τον καφέ τους και στήσει, έτσι, αυτί θα ακούσει να μιλούν μεταξύ τους βλάχικα- και ακόμη στα ορεινά ακόμη υπάρχει βλαχοφωνία. Βέβαια γνωρίζουν και την ελληνική γλώσσα. Οι άντρες Βλάχοι, συνήθως γνώριζαν και την ελληνική γλώσσα. Οι γυναίκες όχι.

Έχει ενδιαφέρον ότι ο Τοσίτσας, ο Μιχαήλ Τοσίτσας, Βλάχος, κληροδότησε στην πατρίδα του, το Μέτσοβο, ένα σημαντικό ποσό στον 19ο αιώνα στο οποίο αναφέρεται ότι δίδει αυτό το ποσό «προς διάδοσιν του ελληνισμού και εκρίζωσιν της επικρατούσης τοπικής διαλέκτου, της βλαχικής καλουμένης». […] Οι Βλάχοι, σε διάφορες περιοχές κυρίως της Πίνδου κ.λ.π. κατά κύριο λόγο ήταν Γρεκοβλάχοι, όπως λέγεται, δηλαδή ελληνόφωνοι Βλάχοι. Το λέω διότι, μιλούσαν και την ελληνική γλώσσα, διότι υπάρχουν και οι Αρβανιτόβλαχοι, ομάδες δηλαδή Βλάχων οι οποίοι χρησιμοποιούσαν και την αλβανική γλώσσα και βρίσκονταν κατεσπαρμένοι σε διάφορα σημεία της δυτικής Μακεδονίας και προς την περιοχή της σημερινής Αλβανίας και κάποιοι και στην περιοχή της Στερεάς –λιγότεροι. Οι Βλάχοι, λοιπόν, έχουνε αυτές τις δράσεις. Η γλώσσα τους ήταν προφορική, έγινε γραπτή, άρχισε να γίνεται γραπτή στον 18ο αιώνα Γράφουν οι Βλάχοι την γλώσσα τους τα τελευταία 200 χρόνια, στην ουσία, και βέβαια τη γράφουν με λατινικούς χαρακτήρες, αφού είναι λατινογενής. … μας έχουν σωθεί ελάχιστα κείμενά τους που είναι γραμμένα με ελληνικούς χαρακτήρες. Ένα τέτοιο μικροκείμενο στη βλάχικη γλώσσα μάς έχει διασωθεί γραμμένο πάνω σε μία κανάτα από την περιοχή των Καλαρρυτών, πάνω στα Τζουμέρκα:

«Καιλερύτου αμέου, μπιά γίνου κα πι ατέου. Μούλτου σε νού μπιάε, σε νού τε βεμάη. Τρά σε νου τζη φάκε ρέου, τρα σε νου τε μπετου έου. Υναι ουάρε σε μπηάη, σύ ακάσε τζη σε βάι».
«Καλαρρύτινέ μου, πιες κρασί σαν δικό σου. Πολύ μη πιείς, μη ξεχειλίσεις, να μη σου κάνει κακό, να μη σε μεθύσω εγώ. Μια φορά να πιείς και σπίτι να κατευθυνθείς».

Ακόμη ένα κείμενο στη βλάχικη γλώσσα βρίσκεται σε μία εκκλησία στη ζώνη των βλαχοχωριών που ξεκινάει δυτικά των Μετεώρων. Εκεί υπάρχει ένα χωριό που λέγεται Κλεινοβός. Το Κλεινοβό αυτό, πάνω από το υπέρθυρο μιας εκκλησίας του 1789, υπάρχει σε τρεις εκδοχές η ίδια φράση, γραμμένη και στις τρεις εκδοχές με ελληνικό αλφάβητο, η μία γλώσσα είναι η ελληνική του Ευαγγελίου, η άλλη είναι δημοτική ελληνική γλώσσα και η τρίτη είναι βλάχικη γλώσσα:

«Φόβω πρόβαινε την πύλην της εισόδου. Τρόμω λάμβανε των θείων μυστηρίων. Ίνα μη καταφλεχθλής πυρί τω αιωνίω».
«Σκιάζου κ’ έμπαινε μέσα στην εκκλησίας. Τρέμε κ’ έπαιρνε την θείαν κοινωνία. Κόλασσες και φωτιαίς αν θέλης ν’ αποφύγης».
«Ίντρα μπασιαρέκα κου μούλτα πάβριε. Τριαμπούρα λουνταλού ι Μαρία κομνικατούρα. Φώκολου ακσι ση κολασία τρα σκάκη».

Οι βλάχικοι, λοιπόν, αυτοί πληθυσμοί, οι οποίοι κάποτε φαίνεται ότι ήταν πολλοί περισσότεροι διότι στα κείμενα τα βυζαντινά του 12ου και του 13ου αιώνα, η Θεσσαλία, η Ήπειρος και η Μακεδονία, η δυτική Μακεδονία αποκαλούνται Μεγάλη Βλαχία. Ενώ σε άλλο βυζαντινό κείμενο του 11ου αιώνα η περιοχή του Αίμου, δηλαδή της οροσειράς του Αίμου στη Βουλγαρία ονομάζεται Βλάχων παροικία. Ο Βούλγαρος Τσάρος στο 1200 περίπου προσαγορεύει τον εαυτό του «Imperator totius Bulgarie et Blachie», δηλαδή αυτοκράτωρ όλης της Βουλγαρίας και των Βλάχων. Αυτό σημαίνει ότι οι Βλάχοι κάποτε ήταν περισσότεροι σε διάφορες ζώνες, όμως σταδιακά έμειναν εκεί στα ορεινά της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας.

Τους έχουμε μέσα στον κορμό μας, είναι θερμοί Έλληνες πολλοί εξ αυτών, […] έχτισαν –όπως λένε οι ίδιοι- την νέα Ελλάδα, διότι πλούσιοι Βλάχοι της διασποράς που είχαν κάνει περιουσία στη Βιέννη, στη Ρουμανία, στην Αίγυπτο κλπ. όταν δημιουργήθηκε το ελληνικό κράτος, παρότι αυτοί βρίσκονταν αλλού, πολύ μακριά από τα ελληνικά σύνορα –σας θυμίζω ότι το ελληνικό κράτος ήταν κάτω από την/κοντά στη γραμμή της Λαμίας- οι ίδιοι ζούσαν στη Βιέννη ή αλλού, έστειλαν τεράστια ποσά στη νέα Ελλάδα και δημιουργήθηκαν κτίρια τα οποία είναι μέχρι σήμερα εμβληματικά στην πρωτεύουσα, δηλαδή στην Αθήνα. Το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, λέγεται Μετσόβιο διότι γι’ αυτό έδωσαν χρήματα ο Στουρνάρης, ο Αβέρωφ, αυτές οι μεγάλες οικογένειες. Το αστεροσκοπείο των Αθηνών είναι δωρεά Βλάχων. Φυλακές, νοσοκομεία, σχολεία, –ο Τοσίτσας ήταν Βλάχος- η Ακαδημία Αθηνών, το Πανεπιστήμιο Αθηνών εν πολλοίς χτίστηκαν από χρήματα Βλάχων.

Οι Βλάχοι, λοιπόν, είναι παρόντες στη σημερινή Ελλάδα, είναι Έλληνες, αισθάνονται Έλληνες όμως μιλούν –πολλοί από αυτούς- όταν πάνε στο χωριό τους με τη γιαγιά και τον παππού μία άλλη γλώσσα, βλάχικα. Γνωρίζουν παραλλήλως και την ελληνική και ζουν και δρουν σαν Έλληνες. Το ίδιο, προφανώς, γίνεται και με τους Βλάχους της Βουλγαρίας, της Σερβίας που έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα και δημιουργήθηκαν τα εθνικά κράτη.

Μαρία ΕυθυμίουΙστορία  του Νέου Ελληνισμού, 11ος – 18ος αιώνας   

mathesis.cup.gr (σ. 145-150)