Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2018

Οι Βλάχοι


Η λέξη Βλάχος θέλει μία συζήτηση, διότι στη νέα ελληνική γλώσσα χρησιμοποιούμε τη λέξη Βλάχος καταρχήν μειωτικά. Όταν θες να πεις κάποιον ότι δεν έχει τρόπους, ότι είναι αγενής, ότι είναι ωμός, ότι είναι βάρβαρος κάπως ορεσίβιος τον λες Βλάχο, Μπουρτζόβλαχο, Καράβλαχο [...]

Οι Βλάχοι, όμως, είναι μια εθνοτική ομάδα που μιλάει μια, ξεχωριστή γλώσσα, τη βλάχικη γλώσσα. Η βλάχικη γλώσσα είναι λατινογενής, είναι συγγενής με τις άλλες λατινογενείς γλώσσες, όπως είναι η γαλλική γλώσσα, η ιταλική γλώσσα, η ρουμανική γλώσσα. […]

Οι Βλάχοι μέχρι σήμερα υπάρχουν στην Ελλάδα, στην Βουλγαρία, στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Μακεδονία, στην Αλβανία, στην Κροατία, […]

Όμως, εδώ και αιώνες η μεγαλύτερη συγκέντρωση Βλάχων της Βαλκανικής παρατηρείται στην περιοχή της Πίνδου, στον ορεινό κορμό μεταξύ Θεσσαλίας και Ηπείρου. […]

Όταν το ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε το 1830, φυσικά, αυτή η περιοχή δεν ανήκε στο ελληνικό κράτος. Αλλά αργότερα το ελληνικό κράτος επεκτάθηκε και στην δεκαετία του 1880 ενσωματώθηκε η Θεσσαλία … και αργότερα και η Ήπειρος και η Μακεδονία. Έτσι, αυτός ο μεγάλος αριθμός Βλάχων εξακολουθεί να υπάρχει μέσα στα ελληνικά σύνορα και υπάρχουν Έλληνες βλάχικης καταγωγής που το λένε ότι είναι Βλάχοι, είναι γνωστό ότι είναι Βλάχοι. Παραδείγματος χάριν, πριν από 20-30 χρόνια πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας ήταν ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας. Ο άνθρωπος αυτός κατάγεται από δύο θρυλικές οικογένειες, μία που αναπτύχθηκε τέλος πάντων με επιγαμίες, η οικογένεια του Μετσόβου των Τοσίτσα και των Αβέρωφ […] Η οικογένεια Αβέρωφ, η οικογένεια Σίνα, η οικογένεια Τοσίτσα, η οικογένεια Στουρνάρα είναι βλάχικες οικογένειες, δηλαδή η καταγωγή τους ήταν από αυτά ορεινά της Πίνδου ή από τη Μοσχόπολη της Μακεδονίας -διότι υπήρχανε σε αρκετά σημεία βλάχικοι πυρήνες- και αλλού, και γνωρίζουμε ότι είναι Βλάχοι. […]

Βυζαντινά κείμενα του 10ου αιώνα του 11ου αιώνα –όχι συχνά- αναφέρουν τη λέξη Βλάχος. Κάτι συνέβη και λέει: «ο Βλάχος αυτός έγινε…». Άρα υπάρχουν Βλάχοι και υπάρχουν βυζαντινά κείμενα που ομιλούν για Βλάχους οδίτες, έχουν τη λέξη Βλάχοι οδίται, δηλαδή από τη λέξη οδός που ταιριάζει στου Βλάχους διότι οι Βλάχοι και στην περίοδο του Βυζαντίου, ως φαίνεται, και στην περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις περιοχές εδώ της Βαλκανικής, κατοικούν κατά κανόνα στα ορεινά, σε ορεινές περιοχές, ψηλά στην Πίνδο, ψηλά στο Βέρμιο. […] στην περιοχή της Ελασσόνας στη Θεσσαλία, στο Περτούλι, στο Μέτσοβο, στο Συρράκο, τους Καλαρρύτες, στο Βόιο, στο Γράμμο, στην Αβδέλα, στο Περιβόλι, στη Σαμαρίνα –είναι ξακουστό βλάχικο χωρίο-, σε λίγα από τα Ζαγοροχώρια, το Ζαγόρι, στη Μοσχόπολη –που σήμερα βρίσκεται στα σύνορα της Αλβανίας-, στον Αυλώνα, στο Δυρράχιο, στον Νυμφαίο, στην περιοχή εκεί στα ορεινά του Ολύμπου και των Πιερίων, στο Λιβάδιο Κοκκινοπηλός, στο Βέρμιο, στο Σέλι έχουμε πυρήνες βλάχικων εγκαταστάσεων. Οι Βλάχοι, λοιπόν, ήταν διάχυτοι κυρίως από τη Λαμία και πάνω, δηλαδή από τη Στερεά Ελλάδα και βορειότερα, αν και υπάρχουν και κατασπασμένες παρουσίες Βλάχων στην Πελοπόννησο –μέσα στην Τουρκοκρατία- και σε σημεία της Στερεάς Ελλάδος, ο κύριος όγκος τους είναι στις περιοχές της Μακεδονίας, της ορεινής Μακεδονίας και της ορεινής Θεσσαλίας.

Οι Βλάχοι είναι κατά κύριο λόγο κτηνοτρόφοι, είναι βιοτέχνες κτηνοτροφικών προϊόντων, δηλαδή υφαίνουν πολύ ωραία και δυνατά μάλλινα υφάσματα, ράβουν μάλλινες κάπες, παράγουν φυσικά τυρί, τυροκομικά, και είναι οδίται με την έννοια ότι σαν κτηνοτρόφοι από τα βουνά, από τα χειμαδιά στα πεδινά και αντιστρόφως και επίσης διότι είναι ξακουστοί μεταφορείς. Οι Βλάχοι, οι βλάχικοι πληθυσμοί, γνώρισαν τα μονοπάτια των βουνών, τους δρόμους των πεδιάδων. Ιστορικά, σε όλη την Τουρκοκρατία έχουμε σαφείς ενδείξεις γι’ αυτό και ορθώς φαίνεται και από το Βυζάντιο και ήταν καραγωγείς, φόρτωναν δηλαδή τα μουλάρια με προϊόντα που κάποιος θα ήθελε να μεταφέρει, Βλάχος θα ήταν ο οδίτης, ο καραγωγέας, ο αγωγιάτης ο οποίος θα ήξερε τους δρόμους, μπορούσε να αντιμετωπίσει ληστές, να φέρει εις πέρας την αποστολή του και να μεταφέρει προϊόντα κάπου για το οποίο και είχε μισθωθεί. Επομένως, οι Βλάχοι έχουν αυτήν την πολλαπλή τους διάσταση.

Οι Βλάχοι μιλούσαν μεν αυτή τη γλώσσα και εξακολουθούν να την μιλούν. […] Αν κανείς επισκεφθεί το Μέτσοβο και βρεθεί σήμερα σε ένα καφενείο που βρίσκονται γέροντες και πίνουν τον καφέ τους και στήσει, έτσι, αυτί θα ακούσει να μιλούν μεταξύ τους βλάχικα- και ακόμη στα ορεινά ακόμη υπάρχει βλαχοφωνία. Βέβαια γνωρίζουν και την ελληνική γλώσσα. Οι άντρες Βλάχοι, συνήθως γνώριζαν και την ελληνική γλώσσα. Οι γυναίκες όχι.

Έχει ενδιαφέρον ότι ο Τοσίτσας, ο Μιχαήλ Τοσίτσας, Βλάχος, κληροδότησε στην πατρίδα του, το Μέτσοβο, ένα σημαντικό ποσό στον 19ο αιώνα στο οποίο αναφέρεται ότι δίδει αυτό το ποσό «προς διάδοσιν του ελληνισμού και εκρίζωσιν της επικρατούσης τοπικής διαλέκτου, της βλαχικής καλουμένης». […] Οι Βλάχοι, σε διάφορες περιοχές κυρίως της Πίνδου κ.λ.π. κατά κύριο λόγο ήταν Γρεκοβλάχοι, όπως λέγεται, δηλαδή ελληνόφωνοι Βλάχοι. Το λέω διότι, μιλούσαν και την ελληνική γλώσσα, διότι υπάρχουν και οι Αρβανιτόβλαχοι, ομάδες δηλαδή Βλάχων οι οποίοι χρησιμοποιούσαν και την αλβανική γλώσσα και βρίσκονταν κατεσπαρμένοι σε διάφορα σημεία της δυτικής Μακεδονίας και προς την περιοχή της σημερινής Αλβανίας και κάποιοι και στην περιοχή της Στερεάς –λιγότεροι. Οι Βλάχοι, λοιπόν, έχουνε αυτές τις δράσεις. Η γλώσσα τους ήταν προφορική, έγινε γραπτή, άρχισε να γίνεται γραπτή στον 18ο αιώνα Γράφουν οι Βλάχοι την γλώσσα τους τα τελευταία 200 χρόνια, στην ουσία, και βέβαια τη γράφουν με λατινικούς χαρακτήρες, αφού είναι λατινογενής. … μας έχουν σωθεί ελάχιστα κείμενά τους που είναι γραμμένα με ελληνικούς χαρακτήρες. Ένα τέτοιο μικροκείμενο στη βλάχικη γλώσσα μάς έχει διασωθεί γραμμένο πάνω σε μία κανάτα από την περιοχή των Καλαρρυτών, πάνω στα Τζουμέρκα:

«Καιλερύτου αμέου, μπιά γίνου κα πι ατέου. Μούλτου σε νού μπιάε, σε νού τε βεμάη. Τρά σε νου τζη φάκε ρέου, τρα σε νου τε μπετου έου. Υναι ουάρε σε μπηάη, σύ ακάσε τζη σε βάι».
«Καλαρρύτινέ μου, πιες κρασί σαν δικό σου. Πολύ μη πιείς, μη ξεχειλίσεις, να μη σου κάνει κακό, να μη σε μεθύσω εγώ. Μια φορά να πιείς και σπίτι να κατευθυνθείς».

Ακόμη ένα κείμενο στη βλάχικη γλώσσα βρίσκεται σε μία εκκλησία στη ζώνη των βλαχοχωριών που ξεκινάει δυτικά των Μετεώρων. Εκεί υπάρχει ένα χωριό που λέγεται Κλεινοβός. Το Κλεινοβό αυτό, πάνω από το υπέρθυρο μιας εκκλησίας του 1789, υπάρχει σε τρεις εκδοχές η ίδια φράση, γραμμένη και στις τρεις εκδοχές με ελληνικό αλφάβητο, η μία γλώσσα είναι η ελληνική του Ευαγγελίου, η άλλη είναι δημοτική ελληνική γλώσσα και η τρίτη είναι βλάχικη γλώσσα:

«Φόβω πρόβαινε την πύλην της εισόδου. Τρόμω λάμβανε των θείων μυστηρίων. Ίνα μη καταφλεχθλής πυρί τω αιωνίω».
«Σκιάζου κ’ έμπαινε μέσα στην εκκλησίας. Τρέμε κ’ έπαιρνε την θείαν κοινωνία. Κόλασσες και φωτιαίς αν θέλης ν’ αποφύγης».
«Ίντρα μπασιαρέκα κου μούλτα πάβριε. Τριαμπούρα λουνταλού ι Μαρία κομνικατούρα. Φώκολου ακσι ση κολασία τρα σκάκη».

Οι βλάχικοι, λοιπόν, αυτοί πληθυσμοί, οι οποίοι κάποτε φαίνεται ότι ήταν πολλοί περισσότεροι διότι στα κείμενα τα βυζαντινά του 12ου και του 13ου αιώνα, η Θεσσαλία, η Ήπειρος και η Μακεδονία, η δυτική Μακεδονία αποκαλούνται Μεγάλη Βλαχία. Ενώ σε άλλο βυζαντινό κείμενο του 11ου αιώνα η περιοχή του Αίμου, δηλαδή της οροσειράς του Αίμου στη Βουλγαρία ονομάζεται Βλάχων παροικία. Ο Βούλγαρος Τσάρος στο 1200 περίπου προσαγορεύει τον εαυτό του «Imperator totius Bulgarie et Blachie», δηλαδή αυτοκράτωρ όλης της Βουλγαρίας και των Βλάχων. Αυτό σημαίνει ότι οι Βλάχοι κάποτε ήταν περισσότεροι σε διάφορες ζώνες, όμως σταδιακά έμειναν εκεί στα ορεινά της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας.

Τους έχουμε μέσα στον κορμό μας, είναι θερμοί Έλληνες πολλοί εξ αυτών, […] έχτισαν –όπως λένε οι ίδιοι- την νέα Ελλάδα, διότι πλούσιοι Βλάχοι της διασποράς που είχαν κάνει περιουσία στη Βιέννη, στη Ρουμανία, στην Αίγυπτο κλπ. όταν δημιουργήθηκε το ελληνικό κράτος, παρότι αυτοί βρίσκονταν αλλού, πολύ μακριά από τα ελληνικά σύνορα –σας θυμίζω ότι το ελληνικό κράτος ήταν κάτω από την/κοντά στη γραμμή της Λαμίας- οι ίδιοι ζούσαν στη Βιέννη ή αλλού, έστειλαν τεράστια ποσά στη νέα Ελλάδα και δημιουργήθηκαν κτίρια τα οποία είναι μέχρι σήμερα εμβληματικά στην πρωτεύουσα, δηλαδή στην Αθήνα. Το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, λέγεται Μετσόβιο διότι γι’ αυτό έδωσαν χρήματα ο Στουρνάρης, ο Αβέρωφ, αυτές οι μεγάλες οικογένειες. Το αστεροσκοπείο των Αθηνών είναι δωρεά Βλάχων. Φυλακές, νοσοκομεία, σχολεία, –ο Τοσίτσας ήταν Βλάχος- η Ακαδημία Αθηνών, το Πανεπιστήμιο Αθηνών εν πολλοίς χτίστηκαν από χρήματα Βλάχων.

Οι Βλάχοι, λοιπόν, είναι παρόντες στη σημερινή Ελλάδα, είναι Έλληνες, αισθάνονται Έλληνες όμως μιλούν –πολλοί από αυτούς- όταν πάνε στο χωριό τους με τη γιαγιά και τον παππού μία άλλη γλώσσα, βλάχικα. Γνωρίζουν παραλλήλως και την ελληνική και ζουν και δρουν σαν Έλληνες. Το ίδιο, προφανώς, γίνεται και με τους Βλάχους της Βουλγαρίας, της Σερβίας που έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα και δημιουργήθηκαν τα εθνικά κράτη.

Μαρία ΕυθυμίουΙστορία  του Νέου Ελληνισμού, 11ος – 18ος αιώνας   

mathesis.cup.gr (σ. 145-150)


Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2018

Πότε οι λέξεις οφείλουν να είναι λίγο σκληρές





«Οι λέξεις οφείλουν να είναι λίγο σκληρές, γιατί είναι η επίθεση των σκέψεων προς την έλλειψη σκέψης».


Τζον Μέιναρντ Κέινς, 1933










Πηγή:

Ρόμπερτ Σκιντέλσκι, Το παιχνίδι τέλους του Brexit

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2018

Ο Νίτσε και οι ναζί: η völkisch αντίδραση στη νιτσεϊκή σκέψη


Roderick Stackelberg

[…] Αν οι μαρξιστές καταδίκασαν τον Νίτσε για την εναντίωσή του στον σοσιαλισμό και τη δημοκρατία, οι συντηρητικοί απέδωσαν την ευθύνη της ναζιστικής πλημμύρας στην καταστροφή των χριστιανικών αξιών στην οποία προέβη. Ορισμένοι ιστορικοί της Δύσης, γράφοντας στο κλίμα των παθών που υπήρχε ανάμεσα στους δύο πολέμους, κατηγόρησαν τον Νίτσε ότι υποκίνησε τη γερμανική επιθετικότητα μέσω των εννοιών του τού υπερανθρώπου και της θέλησης για δύναμη. Αν και αυτό το πορτρέτο του Νίτσε ως πρωτοναζί αναθεωρήθηκε πλήρως από τότε, […] εξακολουθεί να προκαλεί συζητήσεις και συχνά παρεξηγήσεις, ακόμη και στην επιστημονική γραμματεία.

Οι μελετητές διακρίνουν γενικά τρεις χωριστές φάσεις στην καριέρα του Νίτσε, αν και ο βαθμός της συνέχειας και η σχετική σπουδαιότητα της καθεμιάς εξακολουθούν να παραμένουν θέματα προς συζήτηση. Ο νεαρός Νίτσε, παρά την ίδια του την αξίωση για "σκέψεις εκτός εποχής" (εναλλακτικός τίτλος για τους Παράκαιρους στοχασμούς του), αντιπροσώπευε τη συντηρητική, αρχόμενη völkisch αντίδραση στη φιλελεύθερη δεκαετία της ηγεσίας του Μπίσμαρκ (1871-1879). […] Πιο εύγλωττα από τους συγκαιρινούς του, ο νεαρός Νίτσε απαίτησε μια ενοποιημένη εθνική κουλτούρα που θα αποκαθιστούσε τις πνευματικές αξίες και τα θεμέλια για την ανάδυση της μεγαλοφυΐας. Στο πρώτο μείζον έργο του, Η γέννηση της τραγωδίας (1872), έκανε παραλληλισμούς ανάμεσα στην ελληνική εποχή και τη συγκαιρινή του γερμανική κοινωνία, οι οποίες έδειχναν συμπτώματα μιας κουλτούρας διεφθαρμένης από εξωτερικές επιρροές. Η εθνική αναγέννηση ήταν ισοδύναμη με μια απόρριψη των ξένων, ειδικά των γαλλικών, επιρροών και με μια επιστροφή στην αυθεντική παράδοση του γερμανικού ιδεαλισμού.

Η ρήξη του Νίτσε με τον Βάγκνερ στο τέλος της δεκαετίας του 1870 συνέβη κατά τη μεσαία φάση της ανάπτυξής του και σήμαινε πολύ περισσότερα από τη σύγκρουση δύο ισχυρών προσωπικοτήτων. […] Τα έργα του της μεσαίας περιόδου, αρχίζοντας από το Ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο (αφιερωμένο στον Βολταίρο), αποκαλύπτουν τον "διαφωτισμό" του Νίτσε που τόσο θαυμάζουν οι μεταπολεμικοί Αμερικανοί μελετητές[1]. Αν και ο Νίτσε συνέχιζε να απορρίπτει την πολιτική και την οικονομία ως επιδερμικές ενασχολήσεις και τον σκοπό της υλικής άνεσης ως ανάξιο για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, σ' αυτή τη μεσαία του περίοδο μπορούν να βρεθούν οι πιο ευμενείς παρατηρήσεις του για τον φιλελευθερισμό και τον σοσιαλισμό. Πολύ πιο σημαντική όμως απ' αυτή τη φανερά στοιχειώδη πολιτική συνείδηση είναι η ολοσχερής κριτική στην οποία έκανε τώρα τη γερμανική ιδεολογία της νιότης του. Με τη διορατικότητα που ίσως μόνον κάποιος που έχει διαποτιστεί από την απολιτική διανοητική παράδοση της Γερμανίας μπορεί να έχει, ο Νίτσε εξέτασε λεπτομερώς την ιδεαλιστική νοοτροπία. Με οξείς αφορισμούς, που έδειχναν ένα νέο υφολογικό ξεκίνημα εξίσου φανερό με το νέο διανοητικό του ξεκίνημα, ο Νίτσε επιτέθηκε με δριμύτητα στην κινητοποίηση που βρισκόταν κάτω από τα ιδεαλιστικά αξιώματα της άρνησης του εαυτού και της καταπίεσης του εαυτού, μια κινητοποίηση που απλώς υπηρετούσε και μεγάλωνε τον εαυτό της. Φανέρωσε έναν τύπο πνεύματος που έκλινε μάλλον προς το ενάρετο παρά προς τη φιλαλήθεια, μάλλον προς την αυτοεξαπάτηση, την αυτοϊκανοποίηση και την αυτοεπιβεβαίωση παρά προς την αυτεπίγνωση, την αυτοκριτική και το αυτοξεπέρασμα. Παρόλο που για τον Νίτσε αυτό που διακυβευόταν δεν ήταν η δημοκρατία ή η δικαιοσύνη αλλά η διανοητική ακεραιότητα, καταφέρθηκε εναντίον του αγοραίου υλισμού με τον οποίο κάλυπταν τα υλικά συμφέροντά τους τα εύπορα στρώματα του νέου Ράιχ.

Η ύστερη φάση του Νίτσε μπορεί να θεωρηθεί αμάλγαμα της πρώιμης και της μέσης περιόδου του. Από την πρώιμη φάση του κράτησε την αναγεννητική ορμή· το είδος της αναγέννησης που οραματιζόταν όμως τώρα λίγα κοινά στοιχεία είχε με τον εθνικισμό και τον μοραλισμό που υποστήριζε ο Βάγκνερ και άλλοι völkisch ευαγγελιστές. Σ' αυτά που επρόκειτο να θεωρηθούν τα σπουδαιότερα έργα του, ειδικά στο Πέρα απ' το καλό και το κακό (1886) και στη Γενεαλογία της ηθικής (1887), ο Νίτσε αναζήτησε αδίστακτα τις ρίζες του ιδεαλιστικού πνεύματος στη δυτική ηθική και θρησκευτική παράδοση. Στην πηγή της ισχυρίστηκε ότι ανακάλυψε μια μηδενιστική κλίση για αυτοκαταστροφή, την οποία θα έπρεπε να υπερνικήσει το ανθρώπινο ον του μέλλοντος. Μια επαναξιολόγηση των αξιών, προφητικά κηρυγμένη στο Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, θα πραγματοποιούσε το παλιό φαουστικό όνειρο, το τόσο σημαντικό στη γερμανική διανοητική παράδοση, της δημιουργίας ενός ανώτερου τύπου ανθρώπου, δηλαδή προσώπων περισσότερο ικανών για να διοχετεύσουν τις οδύνες της ζωής στη δημιουργικότητα από τους δειλούς κομφορμιστές της συνήθους αγέλης[2].

Πώς αντέδρασαν στον αποστάτη Νίτσε οι völkisch συγγραφείς, των οποίων ο δεσμός με τον βαγκνερικό ιδεαλισμό, τον εθνικισμό και τον αντισημιτισμό ήταν, πάνω απ' όλα, άμεσος και καθαρός[3]; Όπως θα μπορούσε να περιμένει κανείς, με μεγάλη αμφιθυμία. Όλοι τους θαύμαζαν τη σφοδρή κριτική του νεαρού Νίτσε στον μισητό αιώνα της προόδου. Στα πρώιμα έργα του μπορούσαν να βρουν τα θέματα που αποτελούσαν την παρακαταθήκη της völkisch προπαγάνδας: τον μοναδικό χαρακτήρα και αποστολή του γερμανικού λαού, την περιφρόνηση των ξένων επιρροών, τον εξορκισμό του σωκρατικού ορθολογισμού, την καταγγελία μιας εκφυλισμένης κοινωνίας υποτελούς στις κοσμικές και υλιστικές αξίες, την ανάγκη να διαμορφωθούν οι μάζες σε Volk, την αποτυχία του μπισμαρκικού κράτους να αναχαιτίσει την ισοπεδωτική πλημμύρα των ακαλλιέργητων ή να προαγάγει μια ενιαία εθνική κουλτούρα. […]

Ο Βάγκνερ και ο Νίτσε δεν μπορούσαν πια να είναι συναγωνιστές μετά τη ρήξη του Νίτσε με τον βαγκνερισμό μετά το 1876. Τώρα το κατηγορητήριο του Νίτσε εναντίον της διαφθοράς της εποχής περιλάμβανε και τα ιδεώδη που θα έπρεπε να είχαν φέρει τη σωτηρία. Είναι πολύ παράξενο το ότι οι völkisch συγγραφείς αποδοκίμασαν την ορθολογιστική φάση του Νίτσε. Μέλη του Κύκλου του Βάγκνερ ανήγαγαν την απαρχή της ψυχικής του αρρώστιας στην εποχή της αποσκίρτησής του από τον Βάγκνερ και απλώς απέρριψαν τα ύστερα έργα του ως προϊόντα ενός διαταραγμένου μυαλού. Ακόμη και συγγραφείς όμως που είχαν δεσμούς με το Μπαυρόυτ απωθούσαν με βδελυγμία τον σκεπτικισμό, τον "διανοητικισμό", τον "αρνητισμό", τον "σχετικισμό", τον "υπερκριτικισμό" της μέσης φάσης του. "Ο τρόπος ομιλίας του γίνεται φιλοκατήγορος, ιησουίτικος, δημοσιογραφίστικος", έγραφε ο Μέλερ βαν ντεν Μπρουκ (1876-1925), συγγραφέας του Τρίτου Ράιχ (1923), που είχε επαινέσει τον πρώιμο Νίτσε. "Μου φαίνεται πως συχνά κηρύσσει μια στροφή μακριά από τα παλιά ιδεώδη απλώς για χάρη του κηρύγματος". Ο Όσβαλντ Σπένγκλερ (1880-1936), που το έργο του Η παρακμή της Δύσης (1918) παρείχε την πιο περιεκτική διατύπωση της συντηρητικής πολιτιστικής απόγνωσης, απέδιδε τον "ρηχό ιδεαλισμό" του Ανθρώπινου, υπερβολικά ανθρώπινου στην επιρροή μιας εποχής που εξηγούσε την ψυχή σαν "μια χημική διαδικασία πρωτεϊνών". Ο Σπένγκλερ αρνήθηκε επίσης να δεχτεί την ύστερη αντιπαράθεση μεταξύ ηθικής των κυρίων και χριστιανισμού την οποία έκανε ο Νίτσε.

Για τους περισσότερους völkisch συγγραφείς, η απέχθεια για τον μεταβαγκνερικό Νίτσε εκτεινόταν όντως ως την τρίτη και ώριμη φάση του. Οι θεωρίες του υπερανθρώπου και της θέλησης για δύναμη, τόσο κακολογημένες από δυτικούς συγγραφείς κατά τον Πρώτο και τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, άσκησαν περιέργως μικρή έλξη σε völkisch συγγραφείς πριν από το 1933. […]

Αντιμέτωποι με την ξεκάθαρη καταδίκη του γερμανικού εθνικισμού και αντισημιτισμού εκ μέρους του Νίτσε, ορισμένοι völkisch συγγραφείς παραδέχτηκαν ειλικρινά την ασυμβατότητα της οπτικής του Νίτσε με την völkisch κοσμοθεώρηση. Ήδη από το 1895, ο κοινωνικός δαρβινιστής Αλεξάντερ Τίλε (1885-1912), γενικός γραμματέας του Κεντρικού Συλλόγου Γερμανών Βιομηχάνων από το 1901, κατηγόρησε τον Νίτσε ότι δεν είχε ξεπεράσει ακόμη τις ανθρωπιστικές ιδέες και ότι δεν είχε συνειδητοποιήσει πως κάθε πρόσωπο ανήκει πριν απ' όλα στο λαό του. Ο εξέχων δημοσιογράφος Λούντβιχ Σέμαν (1852-1938), ιδρυτής της Εταιρείας Γκομπινό το 1894 και συγγραφέας μιας πολύτομης ιστορίας της φυλετικής σκέψης, προειδοποιούσε ότι η υποστήριξη εκ μέρους του Νίτσε μιας μικτής ευρωπαϊκής φυλής θα είχε φρικτό αποτέλεσμα στο πνεύμα μιας δημοκρατικής εποχής.

Επειδή οι πιο έντονες εκφράσεις αντιγερμανισμού του Νίτσε περιέχονται στα έργα του τελευταίου παραγωγικού έτους του (1888), Το λυκόφως των ειδώλων, Η περίπτωση Βάγκνερ, και το αυτοβιογραφικό Ecce homo (όπου ο Νίτσε κατηγορούσε τους Γερμανούς ότι είχαν διαπράξει όλα τα μεγάλα πολιτιστικά εγκλήματα των τελευταίων τεσσάρων αιώνων), κατέστη δυνατό, όπως έκανε ο völkisch ιστορικός της λογοτεχνίας Γιόζεφ Νάντλερ (1884-1963), να αποδοθούν τα έργα αυτά στην τρέλα. Από την άλλη μεριά, ο Μπόυμλερ, αγωνιώντας να διασώσει τον Νίτσε προς όφελος του ναζισμού, αψήφησε τον αντιγερμανισμό του θεωρώντας τον απλή απογοήτευση του Νίτσε επειδή δεν έβρισκε απήχηση σε μια πατρίδα όπου είχε καταφέρει να επικρατήσει το κτητικό πνεύμα. Η ειρωνεία είναι ότι, όσο κι αν αποκήρυσσε το παρελθόν του ο Νίτσε, η αναίρεση αυτή μπορούσε πάντα να ερμηνεύεται ως ο τρόπος του να σοκάρει τους συμπατριώτες του. […]

Πριν από το 1933, οι völkisch συγγραφείς αρνιούνταν γενικώς να εγκρίνουν τη φιλοσοφία του Νίτσε, όσο κι αν τη συνέδεαν με τις προκαταλήψεις τους. Μια μάλλον ασήμαντη εξαίρεση ήταν ο Φραντς Χάιζερ (γενν. 1871), ένας ανεξάρτητος ριζοσπάστης δεξιός, ο οποίος πρότεινε μια ιεραρχική θεωρία τόσο ακραία που περιείχε την επανεισαγωγή της δουλείας. Η συνηγορία του Νίτσε υπέρ της δουλείας στην αρχαία Ελλάδα στη Γέννηση της τραγωδίας και η ρήση του ότι η ιεραρχία είναι προϋπόθεση κάθε ανώτερης κουλτούρας χρησίμεψαν ως αφετηρίες του. Ο Χάιζερ διέγνωσε ότι η νεοτερική αρρώστια ήταν η "προοδευτική δημοκρατίτιδα". "Η φωνή του λαού είναι η φωνή του κοπαδιού", έγραφε. Μόνον ένας Καίσαρας μπορούσε να αποτρέψει την κυριαρχία του όχλου. Τόσο βαθιά ήταν η δυσπιστία του προς τις μάζες, ώστε υπερασπιζόταν την κατάργηση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας (αρκεί, βέβαια, να την καταργούσαν και οι εχθροί της Γερμανίας). Μολαταύτα, ισχυριζόταν πως ήταν χριστιανός, που απλώς ήθελε να ξεπεράσει την ανθρωπότητα.

Ενώ ο εκλαϊκευμένος νιτσεϊσμός του Χάιζερ δεν άσκησε ιδιαίτερη επιρροή, δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τις εξίσου σοβαρές διαστρεβλώσεις του Μπόυμλερ. Για τον Μπόυμλερ, τα δημοσιευμένα έργα του Νίτσε δεν χρησίμευαν παρά για κάτι λίγο παραπάνω από μια υπολογισμένη προσποίηση- το αληθινό νόημά του έπρεπε να αναζητηθεί στις αδημοσίευτες σημειώσεις του, που εκδόθηκαν μετά τον θάνατο του από την αδελφή του Ελίζαμπετ με τίτλο Η θέληση για δύναμη. Σύμφωνα με τον Μπόυμλερ, η έμφαση του Νίτσε στη θέληση φανέρωνε τον αληθινό του βόρειο (nordic) γερμανισμό, όσο κι αν τον είχε αρνηθεί (ο ορισμός του Νίτσε για το γερμανικό ήταν "υπακοή και μακριά πόδια"). Ο Νίτσε επέκρινε τους Γερμανούς μόνο και μόνο για να τους παρακινήσει να ενεργοποιηθούν δεν εννοούσε αυτά που έλεγε. Παρόμοια, πολέμησε τον κρατισμό μόνον επειδή στη Γερμανία το κράτος παρέμενε ρωμαϊκός και όχι γερμανικός θεσμός. Ακόμη και η αγάπη του για τον Μπιζέ ήταν προσποίηση, με σκοπό να εξοργίσει τον Βάγκνερ, του οποίου πνευματικός κληρονόμος ήθελε όντως να γίνει. Με πιρουέτες σαν αυτές ο Μπόυμλερ μπόρεσε να χαιρετήσει τον Νίτσε όχι μόνο σαν τον κριτικό της φιλελεύθερης εποχής αλλά και σαν τον κήρυκα της völkisch αναγέννησης.

Η ερμηνεία αυτή βρήκε κάμποσους μιμητές μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Ως επακόλουθο των προσπαθειών των ναζί να αναγάγουν το γενεαλογικό τους δέντρο πίσω στους κορυφαίους πολιτιστικούς ήρωές τους, ενσωματώθηκε και ο Νίτσε στη ναζιστική υπόθεση. Η κατασκευή ενός ναζιστικοποιημένου Νίτσε είχε πίσω της το κύρος του Αρχείου Νίτσε στη Βαϊμάρη. Ιδρυμένο από την αδελφή και εκτελεστή της διαθήκης του Ελίζαμπετ Φέρστερ-Νίτσε (1849-1935), που προ πολλού διέκειτο ευνοϊκά προς τη völkisch υπόθεση, το Αρχείο Νίτσε είχε σχεδιαστεί έτσι ώστε να προαγάγει τη λατρεία του αδελφού της ως εθνικού ήρωα. Η "αριστοκρατική αρχή" στο έργο του Νίτσε εύκολα μπορούσε να τεθεί στην υπηρεσία μιας αντιδημοκρατικής υπόθεσης. Ο ίδιος ο Χίτλερ επισκέφτηκε το Αρχείο, κατά την ενενηκοστή επέτειο της γέννησης του Νίτσε τον Οκτώβριο του 1934 και ξαναπήγε για την κηδεία της Φέρστερ-Νίτσε τον Νοέμβριο του 1935.

Ο διάδοχός της Ρίχαρντ Όλερ συνέχισε την εκστρατεία για να καθιερώσει τον Νίτσε ως προφήτη και προστάτη άγιο του Τρίτου Ράιχ με ένα βιβλίο που φανερά παρέθετε το έργο του Χίτλερ Ο αγών μου ως έσχατη αυθεντία για όλα τα ζητήματα. Με επιλεκτική παράθεση χωρίων του Νίτσε, ο τελευταίος παρουσιάστηκε όχι σαν να είχε συμφωνήσει με τον Χίτλερ (πράγμα που θα ήταν αδύνατο να αποδειχτεί), αλλά σαν να μην είχε διαφωνήσει. Οι απόψεις του για τη θρησκεία και τη φυλή φυσικά αγνοήθηκαν. Αυτό που έμεινε ήταν ένας νερωμένος Νίτσε που οι ριζοσπαστικές εντολές του -η επαναξιολόγηση όλων των αξιών- αναβλήθηκαν για την εποχή του υπερανθρώπου, κάποτε στο μέλλον.

Το ότι οι ναζί δεν μπορούσαν μολαταύτα να απαλλαγούν από υποψίες απέναντι στον Νίτσε είναι σαφές από το βιβλίο του Χάινριχ Χέρτλε Ο Νίτσε και ο εθνικοσοσιαλισμός. Ο Χέρτλε επέμενε ότι σκοπός του δεν ήταν να κάνει τους ναζί νιτσεϊκούς, αλλά να εντοπίσει εκείνα τα στοιχεία του Νίτσε που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από το ναζιστικό καθεστώς. Όπως και σε ορισμένα παλιότερα έργα της völkisch γραμματείας, ο Νίτσε έγινε ιδεαλιστής παρά τη θέληση του. Η φαουστική διάθεση του αγώνα για αυτοβελτίωση και ανώτερες αξίες εύκολα μπορούσε να μετασχηματιστεί σε αγωνιστικό στρατιωτικό ήθος.

Αυτό που είναι πιο αξιοσημείωτο αναδρομικά είναι η συνεχιζόμενη αντίσταση προς τη νιτσεϊκή σκέψη καθ' όλη τη διάρκεια της ναζιστικής περιόδου εκ μέρους εκείνων των διανοουμένων που δεν ήθελαν να μπλεχτούν σε εσκεμμένη παραχάραξη. Όταν τα έργα του Νίτσε υποβάλλονταν σε σοβαρή ανάλυση, η völkisch ετυμηγορία ήταν κατά βάση αρνητική. Η ισχυρότερη ίσως διατύπωση αυτού του είδους υπάρχει σε ένα βιβλίο του βαγκνερικού Κουρτ φον Βεστερνχάγκεν το 1936. […]

Το ότι βιβλία τόσο επικριτικά όσο αυτό μπορούσαν να δημοσιεύονται στη ναζιστική Γερμανία δείχνει την αμφιθυμία της völkisch αντίδρασης προς αυτό τον αινιγματικό φιλόσοφο. Ούτε ήταν αυτό μεμονωμένο παράδειγμα. Η μακρά διαδοχή των πολεμικών εναντίον του Νίτσε από θρησκευτική σκοπιά δεν τελειώνει στα χρόνια των ναζί. Για κάθε δημοσίευμα που εκθείαζε τα έργα του υπήρχε και μια προειδοποίηση για τα ολέθρια αποτελέσματά τους. Ακόμη και η ιδιοφυής απολογητική του Μπόυμλερ υπέρ του Νίτσε ως κρυφού εθνικιστή απορριπτόταν συχνά. […]

Για τους περισσότερους völkisch ιδεολόγους ο αμοραλισμός του Νίτσε ήταν αξιόμεμπτος και επικίνδυνος. Εκθείαζαν τον νεότερο Νίτσε που πολέμησε τις φιλελεύθερες τάσεις της εποχής του, και θαύμαζαν τον ζήλο με τον οποίο ο γηραιότερος Νίτσε προσπάθησε να βρει ένα εναλλακτικό ήθος. Μολαταύτα, οι περισσότεροι völkisch συγγραφείς διαισθάνθηκαν ορθά ότι ο Νίτσε σιχαινόταν τους σκοπούς τους, και παρέμειναν πεισμένοι ότι μόνο ένας ηθικός επανεξοπλισμός, αν όχι μια πνευματική αναγέννηση, μπορούσε να φέρει την εθνική αναγέννηση. Μια εξαιρετικά ηθικολογική διάθεση υποβάσταζε την völkisch κοσμοθεώρηση. Κοίταζαν την ιδεαλιστική κληρονομιά για να εμπνευστούν και απέρριπταν την κριτική του Νίτσε.

Αθωώνει αυτό τις ιδέες του Νίτσε από την κατηγορία της συνενοχής τους στον ναζιστικό κατακλυσμό; Υπό κάθε άμεση έννοια, ναι. Κανένας από τους κορυφαίους ναζί δεν ήταν νιτσεϊστής, ούτε μπορούσαν να χυθούν στο ναζιστικό καλούπι οι ιδέες του Νίτσε, εκτός κι αν διαστρεβλώνονταν. Πράγματι, στο φαρμάκι και στη σφοδρότητα η επίθεση του Νίτσε στον μοραλισμό και τον εθνικισμό παραμένει αξεπέραστη. Πώς μπόρεσαν όμως τότε να αντιμετωπιστούν τόσο ευνοϊκά τα έργα του Νίτσε;

[…] Αν και επέκρινε την ιδεαλιστική "αυταπάτη" και την εθνική κενοδοξία, ο Νίτσε μοιραζόταν την ιδεαλιστική περιφρόνηση για απλές πολιτικές ελευθερίες και επίσης απέρριπτε μια ζωή άνεσης και υλικής ευτυχίας ως θεμελιωμένη σε αθέμιτους ανθρώπινους σκοπούς. Κι αυτός ωθούνταν από την ισχυρή τάση να ξαναζωντανέψει την κουλτούρα και να διευρύνει τις πνευματικές, ηθικές και φυσικές ικανότητες της ανθρωπότητας.

Για στοχαστές της γερμανικής παράδοσης, ελπίδα για ανθρώπινη βελτίωση μπορούσε να υπάρξει μόνο στην ηθική σφαίρα. Πιστή στην ιδεαλιστική κληρονομιά, η φόρμουλα του Νίτσε για την ανθρώπινη σωτηρία ήταν όχι να αλλάξουν οι υλικές συνθήκες μέσω μεταρρύθμισης ή επανάστασης, όπως θα έλεγαν οι προοδευτικοί, αλλά να αλλάξουν τα ανθρώπινα ιδανικά. Οι εντολές του δεν αποβλέπουν στη δημιουργία μιας δίκαιης κοινωνίας, αλλά στην ανάπτυξη ενός ανώτερου τύπου ανθρώπινου όντος. Από τη völkisch σκοπιά, ο Νίτσε έγειρε τουλάχιστον τα ορθά ερωτήματα, έστω κι αν απέτυχε να φτάσει στις σωστές απαντήσεις. Πάνω απ' όλα, απέστρεψε την προσοχή των αναγνωστών του από ζητήματα ταξικής σύγκρουσης και οικονομικής μεταρρύθμισης. Γι' αυτόν, όπως και για τους ιδεαλιστές που επέκρινε, η πολιτική ήταν ευτελής δραστηριότητα.

Η έλλειψη πολιτικής συνείδησης εκ μέρους του μας βοηθά να εξηγήσουμε γιατί μπόρεσε να γίνει ανεκτή στο Τρίτο Ράιχ μια ανοιχτή διαμάχη γύρω από την αξία του έργου του. Τα έργα του, όπως και τα έργα του Βάγκνερ, αντανακλούσαν τη μη δημοκρατική κατεύθυνση της γερμανικής κοινωνίας των ημερών του. Αν και μπορεί να συνέλαβε τα "αγελαία ζώα" του ως μέλη καταπιεστικών "σιωπηλών" ή "ηθικών" πλειονοτήτων, όχι ομάδων που υφίσταντο αποκλεισμό ή εκμετάλλευση, και αν και μπορεί να εναντιώθηκε στη δημοκρατία τουλάχιστον εν μέρει λόγω των ανησυχιών του για την καταστροφική μορφή που προοριζόταν να πάρει στη Γερμανία η κινητοποίηση των μαζών, η προσέγγισή του ήταν πολύ απολιτική για να καταστήσει σαφείς αυτές τις ουσιώδεις διακρίσεις.

Η φιλοσοφία του μπορούσε εύκολα να πέσει θύμα εκμετάλλευσης για πολιτικούς σκοπούς, επειδή της έλειπε κάθε έρεισμα στην κοινωνική πραγματικότητα. Η αποτυχία του να κάνει οποιαδήποτε κοινωνική ανάλυση άφησε να πέσουν θύματα εκμετάλλευσης και κακομεταχείρισης (κατά μεγάλη ειρωνεία εκ μέρους και υπέρ της πιο μισητής υπόθεσης) έννοιες όπως "αγελαία ζώα", "ξανθά κτήνη", "υπεράνθρωποι", "θέληση για δύναμη". Ο δεσμός του με τους ναζί βρίσκεται στην αντιυλιστική και αντικοινωνική του κλίση. […]

Ως εκπρόσωπος και ιδεολογικό "θύμα" της αντιδημοκρατικής παράδοσης της Γερμανίας, συνέβαλε άθελά του στον τελικό θρίαμβο του ναζισμού. Καθώς δεν πατούσε στην κοινωνική πραγματικότητα, τα γοητευτικά σλόγκαν του μπορούσαν πολύ εύκολα να υπηρετήσουν ακριβώς την υπόθεση που καταδίκαζαν.

Συλλογικό: Ο Νίτσε και η Πολιτική

(Εκδόσεις Νησίδες, 2004, σελ. 69-83)


[1] Τα έργα της μέσης περιόδου του Νίτσε είναι: Ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο (1878-1880)· Χαραυγή (1881)· και Η χαρούμενη επιστήμη (1881). Οι κυριότεροι Αμερικανοί θαυμαστές του είναι ο Kaufmann και ο J. J . Hollingdale, Nietzsche: The Man and His Philosophy (Μπατόν Ρουζ, 1965).
[2] Τα έργα της ύστερης περιόδου του Νίτσε είναι: Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα (1883-1885)· Πέρα από το καλό και το κακό (1886)· Γενεαλογία της ηθικής (1887)· Η περίπτωση Βάγκνερ (1888)· Το λυκόφως των ειδώλων ( 1889)· και τρία έργα, γραμμένα όλα το 1888 αλλά δημοσιευμένα μετά την κατάρρευσή του το 1889: Ο Αντίχριστος (1895)· Νίτσε εναντίον Βάγκνερ (1895)· και Ecce Homo (1908). Μια συλλογή από τα σημειώσεις του δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του με τίτλο Η θέληση για δύναμη (1901).
[3] Η ετικέτα völkisch χρησιμοποιείται εδώ ευρέως έτσι ώστε να περιλαμβάνει συγγραφείς που ήταν στρατευμένοι στην εθνική αναγέννηση και σε "μια συντηρητική επανάσταση" στη Γερμανία. […]