Κυριακή, 26 Αυγούστου 2018

Περί Ρητορικής

Συνέντευξη του Laurent Pernot, στους Romain Brethes και Thomas Mahler για λογαριασμό του εβδομαδιαίου περιοδικού Le Ρoint.

Ø  Τι είναι η ρητορική; Σήμερα έχουμε γι΄αυτή μία εικόνα αρκετά πεζή, που συνδέεται με κενά και ψεύτικα λόγια.

Laurent Pernot: Πρέπει να ξεκινήσουμε από τον αρχαίο ορισμό της ρητορικής, δηλαδή την τέχνη της πειθούς. Η ρητορική είναι μία προσπάθεια κατανόησης και ρύθμισης της πειθούς, αυτού του αινιγματικού φαινομένου, που οδηγεί στο να μεταβάλλει κάποιος την άποψή του χωρίς καμία βία, μόνο με τον λόγο. Οι Έλληνες εφηύραν αυτή την τέχνη. Και το σημαντικότερο που είπαν, ήταν, νομίζω, πως υπάρχουν τρεις πηγές πειθούς. Υπάρχουν βεβαίως τα λογικά επιχειρήματα, αλλά επίσης υπάρχει η αυθεντία και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται αυτός που ομιλεί. Και έπειτα υπάρχει η ψυχολογία εκείνου, ο οποίος βρίσκεται στο ακροατήριο: είναι θυμωμένος, φοβάται, είναι αδιάφορος;

Ø  Το περίφημο «λόγος, ήθος, πάθος», που συναντάται στη «Ρητορική» του Αριστοτέλη;

Ακριβώς. Η πειθώ δεν έχει να κάνει μόνο με τη χρήση επιχειρημάτων (λόγος). Πρέπει επίσης να ληφθεί υπ΄όψιν η προσωπικότητα του ομιλητή (θος) και το πάθος (αρχ. πάθος), που κινητοποιεί τα συναισθήματα του ακροατηρίου.

Η άλλη μεγάλη ιδέα της ρητορικής είναι πως υπάρχει μία μέθοδος, για να δομήσει κανείς έναν λόγο. Η Αρχαιότητα πρόβλεψε πέντε κλασικά στάδια: τη σύλληψη των επιχειρημάτων (ερεσις), τη διάταξη των επιχειρημάτων με τρόπο αποτελεσματικό (τάξις), το ύφος και την έκφραση (λέξις), την απομνημόνευση (μνήμη), ώστε να παραμείνει ο λόγος στο νου του ομιλητή και την εκφώνηση (πόκρισις). Είναι πολύ σημαντικό, διότι ο καθένας μπορεί να διαπρέψει στον έναν ή στον άλλον τομέα. Μπορεί να είναι έξυπνος, χωρίς όμως καλή φυσική παρουσία, και αντιστρόφως.

Ø  Γιατί η τέχνη αυτή αναπτύχθηκε στην Ελλάδα;

Υπήρχε φυσικά κάποια τέχνη του λόγου και σε άλλους πολιτισμούς, γιατί τίποτε δεν είναι πιο φυσικό από τον ίδιο τον λόγο. Αλλά η θεωρητικοποίησή του, με τη μορφή ενός ιδιαίτερου κλάδου, αποτελεί εφεύρεση της Αρχαίας Ελλάδας. Η λέξη της «ρητορικής» πρέπει να ξαναμπεί στη σειρά των ελληνικών λέξεων, που υποδηλώνουν τις σημαντικές καινοτομίες στον πολιτισμό μας, δίπλα στην «πολιτική», την «ιστορία», τη «φιλοσοφία», την «ηθική», τα «μαθηματικά» .... Αυτό είναι το ελληνικό θαύμα, μία σειρά από θωρητικοποιήσεις με οικουμενική διάσταση.

Ø  Ήδη στον Όμηρο, ο λόγος αποτελεί χαρακτηριστικό του ομηρικού ήρωα, όπως και η ομορφιά και το θάρρος...

Πράγματι, οι ήρωες στον Όμηρο εκφωνούν τουλάχιστον τόσους λόγους, όσες και οι μάχες, στις οπoίες παίρνουν μέρος! Αλλά το πιο αξιοσημείωτο είναι πως στην «Ιλιάδα» και στην «Οδύσσεια», συναντούμε ήδη έναν προβληματισμό γύρω από τη ρητορική τέχνη. Κάποιος, για παράδειγμα, εκφράζει μία άποψη για έναν λόγο, που μόλις εκφωνήθηκε, και αμέσως ο Οδυσσέας, ο Φοίνιξ και ο Αίαντας εκφωνούν κι αυτοί με τη σειρά τους λόγους, ώστε να προκύπτουν οι συγκρίσεις μεταξύ των διαφόρων μορφών ευγλωττας.

Στη συνέχεια, κατά τον πέμπτο προ Χριστού αιώνα, συστηματοποιήθηκε η θεωρία της ρητορικής τέχνης. Πρέπει να προσδιορίσουμε το πλαίσιο αυτής της συστηματοποίησης. Γιατί, αν και η Ρητορική είναι η εννοιολογική ανάλυση της πειθούς, αντικατοπτρίζει επίσης και μία λειτουργία της κοινωνίας, έναν τρόπο συμβίωσης.

Στην Αθήνα συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της δημοκρατίας, υπόβαθρο της ρητορικής ήταν το δικαστικό πεδίο: οι αγορητές παραθέτουν τα επιχειρήματά τους και ακολουθεί η ετυμηγορία του λαού, ο οποίος όμως δεν θεωρεί πως κατέχει την απόλυτη αλήθεια, αλλά μόνον τη δικαστική. Στο πολιτικό πεδίο συμβαίνει το ίδιο: όταν οι πολίτες πρέπει να λάβουν μία απόφαση, συγκεντρώνονται, μιλούν, ακούνε, και στο τέλους επικρατεί κάποια άποψη, έναντι μιας άλλης. Όπως σημείωσε ο Fénelon γενικεύοντάς το: «Στους Έλληνες όλα εξαρτώνταν από τον λαό, και ο λαός εξαρτώνταν από τον λόγο». Ο λόγος είναι το εργαλείο λειτουργίας της κοινωνίας.

Ø  Η πρώτη σημαντική σχολή είναι αυτή των σοφιστών, οι οποίοι έχουν σήμερα πολύ κακή φήμη. Την άξιζαν;

Οι σοφιστές – ο Γοργίας, ο Πρωταγόρας ... – αποτελούν την πρώτη σημαντική στιγμή της θεωρητικοποίησης της ρητορικής τέχνης. Έρχονταν από άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου, και η παρουσία τους στην Αθήνα προκάλεσε αίσθηση. Ισχυριζόμενοι, όπως ο Πρωταγόρας, ότι «για κάθε πράγμα μπορούμε να υποστηρίξουμε εξ ίσου επιτυχώς μία άποψη, όσο και την αντίθετή της», χρησιμοποιώντας το ίδιο ισχυρά επιχειρήματα, αυτοί οι σοφιστές έδιναν εντύπωση ανηθικότητας και υποστήριζαν έναν σκανδαλώδη σχετικισμό. Επιτέλεσαν όμως ένα αξιοσημείωτο έργο ανάλυσης και μετάδοσης της ρητορικής τέχνης.

Ο Πλάτων ονείδισε τη σοφιστική και τον σοφιστή, θεωρώντας τον σοφιστή κακέκτυπο του φιλοσόφου. Πρέπει επίσης να πούμε πως ο Πλάτων ήταν εξαιρετικά συγκρατημένος όσον αφορά στη ρητορική. Όντας αντίπαλος της δημοκρατίας, δεν μπορούσε παρά να καταγγείλει την τέχνη του λόγου, τη ρητορική, η οποία αποτελούσε κινητήρια δύναμη του αθηναϊκού καθεστώτος. Αυτό και για προσωπικούς λόγους, καθώς ο δάσκαλός του, ο Σωκράτης, είχε καταδικαστεί σε θάνατο, όχι τόσο από τη δημοκρατία, αλλά κυρίως από την ίδια τη ρητορική: ο Σωκράτης παρουσιάστηκε ενώπιον ενός λαϊκού δικαστηρίου και δεν έπεισε τους δικαστές. Κατά τη διάρκεια της Αρχαιότητας η φιλοσοφία και η ρητορική ήταν, μπορούμε να πούμε, αδελφές που εχθρεύονταν η μία την άλλη, ωστόσο αλληλοεμπλουτίζονταν.

Ø  Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Δημοσθένης (384-322), για να διορθώσει ένα πρόβλημα άρθρωσης, μιλούσε βάζοντας μικρά βότσαλα στο στόμα του, ή έτρεχε απαγγέλλοντας στίχους, για να δυναμώσει τη φωνή του...

Ο Δημοσθένης είχε διαμορφώσει μία υπόγεια αίθουσα, όπου εξασκούνταν στην αγόρευση. Λέγεται πως ξύριζε το μισό κεφάλι, όταν κατέβαινε εκεί, και ξανανέβαινε, όταν τα μαλλιά του είχαν μεγαλώσει. Μία προτομή του Δημοσθένη εμφανίζει μία παραμόρφωση στο στόμα, κάτι που εξηγεί ίσως το πρόβλημα του ρήτορα στην εκφορά του λόγου. Οι διηγήσεις που συνδέονται με τον Δημοσθένη, δείχνουν πως η ρητορική είναι πρωτευόντως αποτέλεσμα δουλειάς. Για τους Έλληνες η ρητορική εκπορεύεται από τρεις πηγές: το φυσικό ταλέντο (ωραία φωνή, ωραία φυσική παρουσία, διαύγεια πνεύματος), τη θεωρητική κατάρτιση (μέθοδοι) και τέλος την εξάσκηση.

Να γιατί η ρητορική είναι στην ουσία της δημοκρατική. Αν κάποιος εμφανίζει μειονεκτήματα - χαμηλή φωνή ή όχι εντυπωσιακή φυσική παρουσία – και πάλι μπορεί να καταφέρει να μιλήσει ωραία, αναπτύσσοντας τις δύο άλλες πλευρές. Κατά μία έννοια αυτό είναι ένα ηθικό δίδαγμα.

Ø  Σε τι μπορεί να μας χρησιμεύσει σήμερα η ρητορική;

Η ρητορική προσφέρει τον κώδικα. Έχουμε όλοι αισθανθεί κάποτε τον φόβο να μην ξερουμε τι να πούμε ενώπιον ενός ακροατηρίου, να μας λείπουν τα κατάλληλα επιχειρήματα. Η ρητορική δεν προσφέρει έτοιμους λόγους, για να ανταπεξέλθει κάποιος σε αυτή την κατάσταση, αλλά ιδέες, έναν κατάλογο ερωτήσεων, που μπορεί κανείς να υποβάλει στον εαυτό του, ώστε να είναι ικανός να αναπτύξει αποτελεσματικά ένα θέμα.

Το κλασικό σχεδιάγραμμα του δικανικού λόγου, με τα πέντε μέρη, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε άλλη περίσταση, αποτελεί ένα ενδεικτικό πλαίσιο:

Αρχίζει με το προοίμιο, που σκοπό έχει να κερδίσει την προσοχή του ακροατηρίου, επιδιώκοντας να καταδείξει πως αυτό που θα ειπωθεί το αφορά. Ο Κικέρωνας ήταν ειδικός στο είδος αυτό, όπως για παράδειγμα στον πρώτο λόγο του «Κατά Κατιλίνα»: «Ω καιροί, ώ ήθη. Αυτά όλα η Σύγκλητος τα ξέρει, ο ύπατος τα βλέπει, και όμως ο Κατιλίνας ζεί ακόμη!». 

Ακολουθεί η διήγησις, που αφηγείται τα γεγονότα. Εδώ ο ομιλητής τοποθετείται ήδη στο ζήτημα, αφού εκθέτει τα γεγονότα με τον δικό του τρόπο, ντύνοντάς τα με τον μανδύα της αντικειμενικότητας. Τα γεγονότα αυτά πρέπει να παρουσιαστούν με τον πιο άμεσο τρόπο, τον ονομαζόμενο σήμερα storytelling. 

Σε τρίτη φάση έρχεται η πρότασις, που αναγγέλλει τα σημεία που θα εξεταστούν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στον προφορικό λόγο, περισσότερο απ΄ ό,τι στον γραπτό, είναι απαραίτητο να καθοδηγήσει ο ρήτορας το ακροατήριό του

Στην τέταρτη θέση έρχεται η επιχειρηματολογία, η πίστις, που είναι και το σημαντικότερο. Η ρητορική μάς «προμηθεύει» διάφορες λίστες επιχειρημάτων, οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθοούν. Αν θέλετε να προτείνετε κάποιο μέτρο, για παράδειγμα, πρέπει να αποδείξετε πως είναι δίκαιο, νόμιμο, δυνατό, χρήσιμο, απαραίτητο, ηθικό και σύμφωνο με τις παραδόσεις... Ο ομιλητής εξετάζει όλα αυτά τα σημεία και αναρωτιέται ποια είναι αποτελεσματικότερα στη δική του περίπτωση. Μπορείτε να το επιχειρήσετε σε μία συνεδρίαση, σε μια αίθουσα διδασκαλίας ή σε ένα διοικητικό συμβούλιο: η μέθοδος δουλεύει! 

Και τέλος υπάρχει ο επίλογος, που ήταν συνήθως σύντομος στους Αρχαίους. Είναι η στιγμή κατά την οποία μπορεί κανείς να κινητοποιήσει τα πάθη. Ο Κικέρων πάλι, ήταν κορυφαίος σε αυτό. Όταν υπήρχαν πολλοί δικηγόροι που αγόρευαν, άφηναν τον Κικέρωνα να αγορεύσει τελευταίος, γιατί ήξεραν πως μπορούσε να εξάψει το ακροατήριό του αλλά και να του προκαλέσει αγανάκτηση.


Ø  Ως προς τι ο Κικέρων ενσαρκώνει την ακμή της ρητορικής;

Ο Κικέρων πραγματοποιεί μία σύνθεση, καθώς ήταν ο σημαντικότερος ρήτορας της εποχής του, αλλά και ο θεωρητικός της ρητορικής και φιλόσοφος, ενώ το έργο του αποτελεί τη βάση της μελλοντικής ανθρωπιστικής παιδείας. Συνδυάζει την τιμιότητα με την ευχαρίστηση και αναζητά τη συμφιλίωση μεταξύ αλήθειας και καλλιέπειας. Είναι το ιδανικό της πολιτικής του Γάλλου προέδρου Μακρόν, της «ταυτόχρονης» διευθέτησης αντίθετων πραγμάτων. Και έπειτα ο Κικέρων είναι ο άνδρας της μοίρας, γιατί δολοφονήθηκε για τις ιδέες του, ενώ οι αντίπαλοί του, μεταξύ αυτών και ο Αντώνιος, κατέλαβαν την εξουσία με τη βία.

Εκτός από τον αξιοθαύμαστο λόγο, ο Κικέρων ήξερε να προσαρμόζεται στο ακροατήριό του. Ο λατινιστής Guy Achard υπολόγισε ότι, όταν ο ρήτορας απευθυνόταν στη Σύγκλητο, αφιέρωνε το 16% της επιχειρηματολογίας του, για να καταδείξει την ευγένεια της πράξης, έναντι 1%, όταν βρισκόταν ενώπιον της συνέλευσης του λαού, οπότε και χρησιμοποιούσε επιχειρήματα, που αναφέρονταν στη χρησιμότητα της πράξης. Ο Κοϊντιλιανός εμπνεύστηκε από τον Κικέρωνα στη συγγραφή της Ρητορικής αγωγής (Instituto oratoria), δηλαδή της ρητορικής εκπαίδευσης. Το έργο αυτό αποτελεί το πιο ωραίο σύνολο όλων των εποχών στο είδος των εγχειριδίων ρητορικής.

Ø  Η ρητορική μπορεί να επιστρατευτεί στην ερωτική έλξη;

Ασφαλώς! Η «τέχνη του έρωτα» (Ars amatoria) του Οβίδιου, μπορεί να διαβαστεί και ως μία σάτιρα των εγχειριδίων ρητορικής: «Μελετήστε τις ελευθέριες τέχνες, σας το συνιστώ, νέοι Ρωμαίοι (...), η γυναίκα, ηττημένη θα καταθέσει τα όπλα στην ευγλωττία σας. Αλλά κρύψτε τα μέσα που διαθέτετε και μην αναλώνετε την ευφράδειά σας...». Και το αρχαιότερο κείμενο πάνω στη ρητορική, το «λένης γκώμιον» του Γοργία, υπερασπίζεται εκείνη που θεωρούνταν η αιτία του Τρωικού Πολέμου, καθώς εγκατέλειψε τον άνδρα της και υπέκειψε στις προτάσεις του Πάρη. Ο Γοργίας την απενοχοποιεί εξετάζοντας τους διάφορους λόγους που θα μπορούσαν να την έχουν καθοδηγήσει. 1) Είτε οι θεοί το θέλησαν, και δεν είναι δικό της το σφάλμα. 2) Είτε αρπάχθηκε με τη βία, και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε. 3) Είτε πείστηκε από τον λόγο του, και ποιος μπορεί να αντισταθεί στη δύναμη της πειθούς; 4) Είτε τον ερωτεύτηκε, και κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί στο θεό Έρωτα. Σε κάθε περίπτωση η Ελένη, κατά τον Γοργία, είναι αθώα.

Ø  Πώς κρίνετε τους σύγχρονους πολιτικούς ρήτορες;

Οι μεγάλοι κοινοβουλευτικοί ρήτορες της τρίτης Δημοκρατίας, ο Κλεμανσώ, ο Ζορές, παρουσίασαν αληθινά έργα ρητορικής. Σήμερα ένας πολιτικός δεν θα τολμούσε κάτι τέτοιο από φόβο μήπως κατηγορηθεί πως κάνει επίδειξη. Η κομματική πειθαρχία έχει σκοτώσει την κοινοβουλευτική ρητορική. Στην αρχαία Αθήνα, μπορούσαν με τον λόγο να πείσουν στην Εκκλησία του Δήμου, ενώ σήμερα, αν η ψήφιση μιας ρύθμισης είναι αποφασισμένη εκ των προτέρων, και αν, επί πλέον, το θέμα της συζήτησης είναι, λόγου χάριν, ο καθορισμός της τιμής της πατάτας την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν μπορούμε να πάμε πολύ μακριά με τη ρητορική.

Ø  Η ρητορική θεωρούνταν επί μακρόν η βασίλισσα των μαθημάτων. Ήταν καλό αυτό;

Η ρητορική είναι μία τέχνη φτιαγμένη για να διδάσκεται. Η ωραία έκφραση κάποιου δεν εξαρτώνταν μόνο από την επιδεξιότητά του. Προϋπέθετε επίσης παιδεία, την ανάγνωση και την ερμηνεία σπουδαίων κειμένων, γνώσεις λογικής, γλωσσολογίας, ιστορίας και δικαίου. Περιελάμβανε ασκήσεις διαφόρων ειδών. Στην αρχαιότητα χρησιμοποιούσαν κυρίως τα προγυμνάσματα της ρητορικής, τις μελέτες, μία μέθοδο ενεργούς παιδαγωγικής, που συνίστατο στη σύνθεση ενός υποτιθέμενου ρητορικού λόγου πάνω σε θέμα, που είχε δοθεί. Στη Ρώμη η μελέτη αποτελεί ένα κοσμικό γεγονός και παίρνει διαστάσεις υπερβολής, όταν οι φοιτητές πρέπει να αναπτύξουν θέματα περίτεχνα:

Μία νέα κοπέλα αρπάζεται και βιάζεται από πειρατές και στη συνέχεια συλλαμβάνεται από ληστές. Πρέπει να αποδειχθεί ότι είναι πολίτης, για να επανεναχθεί στην πόλη.
Ή ακόμη, ένας άνδρας κατηγορείται ότι βίασε δύο γυναίκες την ίδια νύχτα, ξέροντας ότι ένας νόμος ορίζει πως η γυναίκα που βιάστηκε, μπορεί να προτείνει, είτε να θανατωθεί ο βιαστής της, είτε να απαιτήσει να την παντρευτεί: τι θα συμβεί αν η μια γυναίκα ζητήσει την καταδίκη του σε θάνατο και η άλλη τον γάμο;

Μέσα από τέτοια αυθαίρετα παραδείγματα, εμπεδωνόταν μία αληθινή μάθηση των τεχνικών της επιχειρηματολογίας και της παρουσίασης. Ο Πετρώνιος στο «Σατυρικό» τα εμπαίζει. Όμως, νομίζω πως αυτή η διδασκαλία είναι αξιοπρόσεκτη. Σχετικά πρόσφατα μιλούσαν ακόμη για λειτουργία «τάξεων ρητορικής». Η ρητορική παρέμεινε παρούσα για δυόμιση χιλιάδες χρόνια στο ευρωπαϊκό εκπαιδευτικό σύστημα.

Ø  Ακούγοντάς σας, σχηματίζει κανείς την εντύπωση πως η ρητορική θα σώσει τον κόσμο...

Μα τον έχει κιόλας σώσει! Κάθε φορά που οι άνθρωποι κάθισαν γύρω από ένα τραπέζι ή σε ένα ημικύκλιο για να ανταλλάξουν επιχειρήματα, αντί να χρησιμοποιήσουν ύβρεις και βία, η ανθρωπότητα έκανε μία μικρή πρόοδο. Προφανώς δεν πρέπει να είναι κανείς αφελής. Ο λόγος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξαπάτηση και για τη χειραγώγηση. Ωστόσο, η διαδικασία της πειθούς περιλαμβάνει το να προσεγγίσει κάποιος έναν άλλον. Όταν σκέφτομαι μόνος, είμαι δυνατός για το δίκιο μου και είμαι σίγουρος ότι δε σφάλλω. Όταν όμως απευθύνομαι στον άλλο, αρχίζω να αντιλαμβάνομαι έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης. Υπό αυτή την έννοια η ρητορική είναι μία διαδικασία προσέγγισης και πολιτισμού. Προμηθεύει ένα μοντέλο δημιουργίας ανθρωπίνων σχέσεων, που μπορεί να μας βοηθήσει να ζήσουμε λίγο καλύτερα και όλοι μαζί. Η βία και η καταπίεση αναπτύσσονται σε κοινωνίες που δεν αφήνουν θέση στον ελεύθερο λόγο και στην ανταλλαγή επιχειρημάτων. Δηλαδή όπου υπάρχει η ρητορική, αποδέχεται κανείς την ύπαρξη του άλλου. Ένα από τα περίφημα συνθήματα του Μάη του ΄68 «Φτάνουν οι πράξεις, ας περάσουμε στα λόγια», εννοεί ακριβώς αυτό.

Μέλος του Institut de France και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, ο ελληνιστής Laurent Pernot είναι ο σπουδαίος Γάλλος ειδικός της ρητορικής της Αρχαιότητας.




Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

Η τριμερής θεωρία της γνώσης


Ο πλατωνικός ορισμός της γνώσης

Στον διάλογο Θεαίτητος, ο Πλάτων προβαίνει σε μια αριστοτεχνική διερεύνηση της έννοιας της γνώσης. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι ότι η γνώση αποτελεί «μετά λόγου αληθή δόξαν» (δηλαδή μια γνώμη που συνοδεύεται από μια «λογική εξήγηση» του γιατί είναι αληθής) ή, πιο απλά, «τεκμηριωμένη αληθής πεποίθηση». Αυτή η αποκαλούμενη τριμερής θεωρία της γνώσης μπορεί να εκφραστεί τυπολογικά ως εξής:

Το άτομο Σ γνωρίζει την πρόταση Π εάν και μόνο εάν:

  1. Η Π αληθεύει.
  2. Ο Σ πιστεύει την Π.
  3. Ο Σ πιστεύει δικαιολογημένα την Π. 

Σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό, οι προτάσεις 1, 2, και 3 αποτελούν αναγκαίες και ικανές συνθήκες της γνώσης. Οι προϋποθέσεις 1 και 2 έχουν γίνει γενικά αποδεκτές χωρίς ιδιαίτερες αντιρρήσεις – δεν μπορείς να γνωρίζεις κάτι ψευδές και πρέπει να πιστεύεις αυτό που υποστηρίζεις ότι γνωρίζεις και λίγοι έχουν αμφισβητήσει την ανάγκη, για κάποιο είδος κατάλληλης τεκμηρίωσης, όπως ορίζεται στην πρόταση 3: αν πιστεύεται ότι η ομάδα Χ θα κερδίσει την ομάδα Ψ επειδή έτσι το παίξατε στο δελτίο των προγνωστικών, γενικά δεν θεωρείται ότι γνωρίζεται το αποτέλεσμα, ακόμη και αν η ομάδα Χ τύχει να κερδίσει την ομάδα Ψ. Απλά σταθήκατε τυχεροί.

Η ανατροπή του Γκέτιερ

Όπως ήταν αναμενόμενο, μεγάλη προσοχή δόθηκε στην ακριβή μορφή και το βαθμό τεκμηρίωσης που απαιτείται από την προϋπόθεση 3, αλλά το βασικό πλαίσιο της τριμερούς θεωρίας ήταν ευρέως αποδεκτό για σχεδόν 2500 χρόνια. Αλλά το 1963, ο Αμερικανός φιλόσοφος Έντουαρντ Γκέτιερ ανέτρεψε τα πάντα. Σε μια σύντομη εργασία, ο Γκέτιερ παρουσίασε ορισμένα αντιπαραδείγματα, […] στα οποία κάποιος διαμόρφωνε μια πεποίθηση που ήταν αληθής και τεκμηριωμένη – δηλαδή τηρούσε και τις τρεις προϋποθέσεις που έθετε η τριμερής θεωρία – παρ’ όλα αυτά όμως δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι γνώριζε αυτό που πίστευε ότι γνωρίζει.

Για παράδειγμα, στην Κωμωδία των Παρεξηγήσεων του Σαίξπηρ υπάρχουν δυο ζεύγη ολόιδιων διδύμων. Ο Αντίφιλος και ο Δρόμιος από τις Συρακούσες και ο Αντίφιλος και ο Δρόμιος από την Έφεσο – οι οποίοι χωρίστηκαν μετά τη γέννα στη διάρκεια ενός ναυαγίου. Ο Σαίξπηρ χρησιμοποιεί την επανένωσή τους γα να δημιουργήσει μια ευφυέστατη φαρσοκωμωδία που μπορεί να αναλυθεί με τον ίδιο τρόπο όπως τα αντιπαραδείγματα του Γκέτιερ.  Όταν ο Αντίφιλος ο Συρακούσιος φτάνει στη Έφεσο, ο Άγγελος, ο ντόπιος χρυσοχόος, τον προσφωνεί «Αφέντη Αντίφιλε». Μπερδεμένος, αφού δεν είχε ξαναβρεθεί ποτέ στην Έφεσο, ο Αντίφιλος ο Συρακούσιος απαντά: «Ναι αυτό είναι το όνομά μου». Ο Άγγελος αποκρίνεται: «Το γνωρίζω καλά κύριε». Σύμφωνα με την τριμερή θεωρία, η πεποίθησή του είναι τεκμηριωμένη, ωστόσο είναι απλή σύμπτωση που ο πελάτης του έχει έναν δίδυμο αδελφό με το ίδιο όνομα.

Το πρόβλημα που αποκαλύπτουν τα παραδείγματα τύπου Γκέτιερ είναι ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η τεκμηρίωση μιας πεποίθησης δεν συνδέεται σωστά με την αλήθεια αυτής της πεποίθησης. Επομένως, το κατά πόσο είναι αληθής, είναι λίγο πολύ θέμα τύχης. Έκτοτε, έχει καταβληθεί μεγάλη προσπάθεια να καλυφθεί το κενό που αποκάλυψε ο Γκέτιερ. Κάποιοι φιλόσοφοι αμφισβητούν κάθε προσπάθεια ορισμού της γνώσης με τους όρους ικανών και αναγκαίων συνθηκών. Συχνότερα, όμως, οι προσπάθειες να επιλυθεί το πρόβλημα Γκέτιερ περιλαμβάνουν την εύρεση μια φευγαλέας «τέταρτης προϋπόθεσης» που μπορεί να προστεθεί στο πλατωνικό μοντέλο. […]

Μια πρόταση για την τέταρτη προϋπόθεση που θα συμπληρώσει την τριμερή θεωρία είναι ότι η γνώση θα πρέπει να είναι αυτό που οι φιλόσοφοι αποκαλούν "ακατάλυτη". Η ιδέα είναι ότι δεν πρέπει να υπάρχει τίποτα που θα μπορούσε να γνωρίζει κάποιος, το οποίο θα ανέτρεπε τους λόγους που είχε να πιστεύει κάτι. [...] η απαίτηση για ακατάλυτη γνώση θέτει τον πήχη τόσο ψηλά που ελάχιστα απ' όσα θεωρούμε συνήθως ως γνώση πληρούν το κριτήριο.

Από τη δημοσίευση της εργασίας του Γκέτιερ και έπειτα, η αναζήτηση ενός «μπαλώματος» έχει εξελιχθεί σε ένα είδος φιλοσοφικού εξοπλιστικού αγώνα δρόμου. Στις απόπειρες βελτίωσης του τριμερούς ορισμού έχει αντιπαραβληθεί ένας καταιγισμός από αντιπαραδείγματα που σκοπό έχουν να δείξουν ότι συνεχίζει να υπάρχει κάποιο ψεγάδι. Προτάσεις που φαίνεται να αποφεύγουν το πρόβλημα Γκέτιερ, το επιτυγχάνουν συνήθως με υψηλό τίμημα: τον αποκλεισμό μεγάλου μέρους όσον διαισθητικά θεωρούμε γνώση.

Επιμύθιο

Τι ξέρουμε πραγματικά;


Διόπτρα, 2017 (σ. 30-33)


Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

Το ελληνικό σπήλαιο


Συχνά φαίνεται ότι ως άτομα, αλλά και συλλογικά ως κοινωνίες, υποφέρουμε από το φαινόμενο της γνωστικής ασυμφωνίας (cognitive dissonance), το οποίο και εμφανίζεται όταν νεοπροσλαμβανόμενες πληροφορίες θέτουν σε αμφισβήτηση τις μέχρι πρότινος απόψεις, ιδέες, πεποιθήσεις, αξίες ή τα συναισθήματά μας, εν τέλει δε το οικοδόμημα που στηρίζει τη στάση μας απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο και τα πράγματα. Η δημιουργούμενη αυτή ασυμφωνία μεταξύ των μέχρι πρότινος εσωτερικών μας πεποιθήσεων και των αποκλινόντων εξωτερικών ερεθισμάτων μας προκαλεί ένα αίσθημα έντονης δυσαρέσκειας. Αυτό έχει ως συνέπεια να αναπτύσσουμε την τάση να προσλαμβάνουμε νέες πληροφορίες μόνον επιλεκτικά, ήτοι να αποδίδουμε σημασία μόνο σε εκείνες τις πληροφορίες που μας είναι αρεστές και συνειδητά να παραβλέπουμε ή να υποβαθμίζουμε τη σημασία άλλων που διαψεύδουν ή έρχονται σε αντίθεση με τις μέχρι πρότινος πεποιθήσεις ή εκτιμήσεις μας. Και όλα αυτά, τη στιγμή που αντιθέτως το ορθολογικό θα ήταν, ενόψει των νέων ευρημάτων μας, να αναθεωρήσουμε τις αρχικές μας εκτιμήσεις. Με άλλες λέξεις: αντί να προσπαθήσουμε να προσαρμοστούμε στη νέα πληροφοριακή πραγματικότητα και ενδεχομένως να διορθώσουμε προηγούμενες εσφαλμένες επιλογές μας, προτιμάμε συχνά, για λόγους -πρόσκαιρης- προσωπικής ψυχικής ικανοποίησης, να προσαρμόσουμε την πραγματικότητα στα μέτρα μας, με επιζήμιες ωστόσο μεσομακροπρόθεσμα συνέπειες για την ευτυχία και την ευημερία μας, αφού η πραγματικότητα κάποια στιγμή «θα εκδικηθεί», θα καταδείξει δηλαδή το σφάλμα μας.

Πέραν όμως της προσαρμογής της πραγματικότητας στα μέτρα μας ως μηχανισμού αντιμετώπισης του δυσάρεστου αυτού φαινομένου, είναι εξίσου πιθανόν να επιλέξουμε την οδό της απόρριψης των παλαιών επιθυμιών μας, με το σκεπτικό είτε ότι αυτές δεν υπήρξαν ποτέ είτε ότι αυτό που επιθυμούσαμε δεν έπρεπε τελικά ευθύς εξ αρχής να το επιθυμούμε - σαν την αλεπού στο γνωστό μύθο του Αισώπου, η οποία, αδυνατώντας να φτάσει τα σταφύλια που τόσο πολύ επιθυμούσε για να κορέσει την πείνα της, επιλέγει εν συνεχεία να τα απαξιώσει, θεωρώντας κατ’ ουσίαν ότι δεν έπρεπε εξ αρχής να τα είχε επιθυμήσει.

Η ισχυρή επίδραση που ασκεί στους ανθρώπους η γνωστική ασυμφωνία προοικονομείται ίσως ήδη στην Πλάτωνος Πολιτεία, και ειδικότερα στην Αλληγορία του Σπηλαίουδ γρ νθρώπους οον ν καταγεί οκήσει σπηλαιώδει...» – Βιβλίο VII, 514a επ.), όπου, ως γνωστόν, η ανάβαση του απελευθερωθέντος δεσμώτη στον επίγειο κόσμο δίδει σ’ εκείνον πλέον τη δυνατότητα να βλέπει τα πάντα στις πραγματικές τους διαστάσεις, να έχει δηλαδή μία ακριβή αντίληψη της πραγματικότητας. Το κρίσιμο όμως εδώ σημείο έγκειται στην καταληκτική διαπίστωση του Πλάτωνα ότι, εάν ο απελευθερωθείς δεσμώτης επέστρεφε στο σπήλαιο και προσπαθούσε να εξηγήσει στους παλαιούς συνδεσμώτες του την εμπειρία από την επαφή του με τον επίγειο κόσμο, θα δυσκολευόταν πολύ να τους πείσει ότι η πραγματικότητα που αντίκρισε ήταν τελείως διαφορετική απ’ ό,τι εκείνοι νόμιζαν: διότι εκείνοι, υποφέροντας από μία έντονη μορφή γνωστικής ασυμφωνίας, θα ήταν τόσο βαθιά πεπεισμένοι για την ακρίβεια της δικής του αντίληψης - εκλαμβάνοντας τις σκιές ως τη μοναδική υπάρχουσα πραγματικότητα, αισθητή τε και νοητή εν ταυτώ - ώστε θα μπορούσαν ακόμη και να σκοτώσουν εκείνον που θα προσπαθούσε να τους απελευθερώσει από τα δεσμά της άγνοιάς τους.

Ενόψει των ανωτέρω, λοιπόν, τι θα κάνουμε πλέον εμείς οι διαβιούντες στο ελληνικό σπήλαιο; Θα προσαρμόσουμε - για ακόμη μία φορά - την πραγματικότητα στα μέτρα μας; Μήπως θα επιλέξουμε την οδό της απόρριψης των παλαιών επιθυμιών μας, με το σκεπτικό είτε ότι αυτές δεν υπήρξαν ποτέ είτε ότι αυτό που επιθυμούσαμε δεν έπρεπε τελικά ευθύς εξ αρχής να το επιθυμούμε; Ή, εν τέλει, θα προτιμήσουμε να απαλλαγούμε από την ενοχλητική παρουσία εκείνων των παλαιών συνδεσμωτών μας που κομίζουν τώρα την αλήθεια;

Αντώνιος Γ. Καραμπατζός

Επίκουρος Καθηγητής Αστικού Δικαίου | Νομική Σχολή ΕΚΠΑ


Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2018

Η ιονίζουζα ραδιενέργεια


Στο 11ο επεισόδιο (Dirty Bomb) της πρώτης σεζόν της τηλεοπτικής σειράς "Numb3rs" αναλύεται ο τρόπος με τον οποίο η ραδιενέργεια επιδρά στον άνθρωπο:


Ο κίνδυνος βασικά προέρχεται από αυτό που ονομάζουμε ιονισμένη ραδιενέργεια. Βλέπεις, οποιαδήποτε πηγή ενέργειας ελκύει κάποιο ποσό ραδιενέργειας.

Τα κινητά τηλέφωνα, οι οθόνες των υπολογιστών, ακόμα και μια λάμπα…

Σωστά. Αλλά η ιονίζουζα ραδιενέργεια είναι ιδιαιτέρως επιβλαβής, γιατί έχει αρκετή ενέργεια ώστε να αποσπάσει ένα ηλεκτρόνιο από το άτομο.

Για παράδειγμα, υπό κανονικές συνθήκες ένα ηλεκτρόνιο είναι «κλειδωμένο» σε τροχιά γύρω από το άτομο. Περιστρέφεται κατά κάποιο τρόπο γύρω του… Όταν όμως ένα άτομο εκτίθεται σε υψηλά επίπεδα ιονίζουζας ραδιενέργειας όπως οι ακτίνες γάμμα, η ενέργεια μπορεί να προκαλέσει την απελευθέρωση ενός ηλεκτρονίου. Άπαξ και το ηλεκτρόνιο απελευθερωθεί, τα άτομα δεν μπορούν να συνδυαστούν με άλλα άτομα όπως θα συνέβαινε, και αυτό είναι πραγματικό πρόβλημα όταν οι συγκρούσεις αυτές συμβαίνουν μέσα στο ανθρώπινο σώμα. Ένα άτομο χωρίς ένα ηλεκτρόνιο, δεν θα σχηματίσει σωστά μόρια. Η λειτουργία των κυττάρων αποδιοργανώνεται, οι αλυσίδες του DNA σπάνε, μεταλλάσσονται.

Άρα έχουμε καρκίνο;

Καρκίνο, λευχαιμία, πολλές αρρώστιες ή δυσλειτουργίες του ανοσοποιητικού συστήματος.