Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

Μακιαβέλι: Η κατάκτηση της εξουσίας





Να ξέρεις πως για να αποκτήσεις την εξουσία:

Δύο τρόποι ανέκαθεν υπάρχουν: να την κληρονομήσεις ή να την κατακτήσεις.

Δύο μέσα ανέκαθεν υπάρχουν: τα όπλα τα δικά σου ή τα όπλα των άλλων.

Δύο προϋποθέσεις ανέκαθεν υπάρχουν: η τύχη ή η ικανότητα. 


Ν. ΜακιαβέλιΟ Ηγεμόνας 

[Περίπλους, 2002, σελ. 46-47]

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2018

Αρχαία Σπάρτη


Οι Σπαρτιάτες είχαν εντελώς ξεχωριστή θέση στην […] Ελλάδα. Είχαν αναδειχτεί με τους δύο μεσσηνιακούς πολέμους, ο πρώτος απ’ τους οποίους τερματίσθηκε στο δεύτερο μισό του όγδοου αιώνα με την κατάληψη του οχυρού της Ιθώμης.

Οι Μεσσήνιοι έγιναν είλωτες: υποτελείς δεμένοι με τη γη, που είχαν το δικαίωμα να καλλιεργούν μόνοι τους το έδαφός τους, αλλά έπρεπε να πληρώνουν στον ιδιοκτήτη της γης ένα σταθερό φόρο και να τον ακολουθούν στον πόλεμο ως υπηρέτες. Ήταν ιδιοκτησία του κράτους και μόνο το κράτος είχε το δικαίωμα να τους πουλάει ή να τους απελευθερώνει. Όταν στα μέσα του έβδομου αιώνα προσπάθησαν ν' αποσείσουν τον ζυγό, συμμαχώντας με τους Αργείους και τους Αρκάδες, οι Σπαρτιάτες μόνον έπειτα από μακρόχρονο και αιματηρό αγώνα κατάφεραν να ξαναγίνουν κύριοι της κατάστασης.

Ολόκληρη η πολιτειακή δομή των Σπαρτιατών καθοριζόταν από τον μόνιμο μεσσηνιακό κίνδυνο. Μερικές χιλιάδες κατακτητές εξουσίαζαν μια πολλαπλάσια πλειονότητα υποδουλωμένων και εκμεταλλευμένων αυτόχθονων κατοίκων αυτή η κατάσταση δεν μπορούσε να διατηρηθεί παρά μονάχα με την αρραγή ενότητα, τη συνεχή πολεμική ετοιμότητα και την πλήρη απομόνωση από το εξωτερικό. Για την επιτήρηση των ειλώτων χρησίμευε, ανάμεσα στ’ άλλα, η περιβόητη κρυπτεία,  ένα είδος χωροφυλακής που εκτελούσε τους υπόπτους χωρίς καμιά διαδικασία.

Ανάμεσα στους Σπαρτιάτες υπήρχε (τουλάχιστο θεωρητικά) πλήρης ισότητα στην ιδιοκτησία: γι’ αυτό και αυτοαποκαλούνταν «όμοιοι». Επειδή τόσο οι Αγιάδες όσο και οι Ευρυποντίδες είχαν πανάρχαια δικαιώματα στο θρόνο, οι Σπαρτιάτες αποφάσισαν να δώσουν τη βασιλική αρχή και στα δύο γένη: αυτή η ανταγωνιστική διπλοβασιλεία, ένας πολύ πρωτότυπος θεσμός που το πολύ-πολύ να έχει κάποια αναλογία με τη ρωμαϊκή υπατεία, είχε σκοπό να εμποδίσει την εγκαθίδρυση μονοκρατορίας.

Εκτός όμως απ' τους δυο βασιλιάδες υπήρχαν πέντε έφοροι, που εκλέγονταν κάθε χρόνο και που είχαν την πραγματική εξουσία στο κράτος: δεν σηκώνονταν μπροστά στους βασιλιάδες και μ' ένα νεύμα τους ο καθένας όφειλε «να σπεύσει κοντά τους». Ο Ξενοφών, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης σύγκριναν την εξουσία των εφόρων με τυραννίδα. Οι έφοροι είχαν απόλυτη ελευθερία δράσης στους βασικούς τομείς αρμοδιότητάς τους -εξωτερικές υποθέσεις, ασφάλεια, αστυνομία αλλοδαπών, διαπαιδαγώγηση των νέων, οικονομικά- αλλά ήταν υποχρεωμένοι να δίνουν λογαριασμό στους διαδόχους τους. Από τον αρχηγό της πεντανδρίας έπαιρνε τ' όνομά της η χρονιά. Στο πλάι τους οι βασιλιάδες δεν ήταν παρά καχύποπτα επιτηρούμενοι πρόεδροι του κράτους, με δικαίωμα τιμητικής θέσης, διπλής μερίδας και δημόσιου πένθους όταν πέθαιναν. Είναι ενδεικτικό ότι οι βασιλιάδες ήταν υποχρεωμένοι να ορκίζονται κάθε μήνα πίστη στο σύνταγμα.

Ο Πλούταρχος αποκάλεσε τη λακεδαιμόνια κοινότητα «λογικόν καί πολιτικόν σμήνος», δηλαδή ένα μελίσσι με λογικό και πολιτικό αισθητήριο, και ο Αριστοτέλης έλεγε: «Το σύνταγμα της Σπάρτης θα ήταν τέλειο, αν το κράτος ήταν στρατόπεδο». Μόλις τα παιδιά γίνονταν εφτά χρόνων, τα έπαιρναν απ' τη μητέρα τους, τα κατένειμαν σε «αγέλες» και τα ανάθεταν στην κρατική επίβλεψη, που ήταν μια σχεδόν αποκλειστική και πολύ αυστηρή προετοιμασία για τη στρατιωτική θητεία. Ακόμα και οι ενήλικοι άνδρες ζούσαν σε συσκηνίες με κοινά συσσίτια, στα οποία ο καθένας έπρεπε να συνεισφέρει ένα ορισμένο μέρος: αν δεν μπορούσε πια να εκπληρώσει αυτή την υποχρέωση, αποκλειόταν από την κατηγορία των πολιτών που είχαν πλήρη δικαιώματα. Ακόμα και τα κορίτσια εκπαιδεύονταν σωματικά με τον ίδιο περίπου τρόπο όπως τα αγόρια, γι' αυτό και οι Λακεδαιμόνισσες θεωρούνταν οι ωραιότερες και υγιέστερες Ελληνίδες. Επίσης, επειδή η φροντίδα για το νοικοκυριό βρισκόταν σχεδόν εξολοκλήρου στα χέρια τους, η θέση τους στην κοινωνία ήταν πιο ελεύθερη και ευυπόληπτη από αλλού. Απ' την άλλη μεριά όμως είναι ευνόητο ότι, κάτω απ' αυτές τις συνθήκες, η συζυγική ζωή δεν είχε καθόλου προσωπικό και απόκρυφο χαρακτήρα: η ανταλλαγή γυναικών δεν ήταν σπάνια, συχνά οι φτωχοί αδελφοί μοιράζονταν μια γυναίκα, ο σύζυγος μπορούσε (και μάλιστα ήταν υποχρεωμένος, σε περίπτωση μόνιμης ατεκνίας) να βρει αντικαταστάτη για τη γυναίκα του.

Ο Ξενοφών λέει ότι στην πολεμική τέχνη υπάρχει ανάμεσα στους Σπαρτιάτες και τους υπόλοιπους Έλληνες η σχέση του επαγγελματία τεχνίτη με τον ερασιτέχνη. Η σωματική αγωγή των Σπαρτιατών ήταν περισσότερο γυμναστική και πολεμική άσκηση παρά αθλητισμός, γι' αυτό και σπάνια νικούσαν στην Ολυμπία, ενώ η μουσική και η ποίησή τους είχαν κατά κύριο λόγο τη μορφή εμβατηρίων, πολεμικών τραγουδιών και πατριωτικών χορών. Ακόμα και την παιδεραστία την έβαζαν στην υπηρεσία της στρατοκρατίας. Ο Πλάτων λέει: «Αν ήταν δυνατό ν’ αποτελείται ένα ολόκληρο κράτος ή ένα ολόκληρο στρατόπεδο από εραστές και ερωμένους, θα ήταν αδιανόητη μια καλύτερη κοινότητα, γιατί από αμοιβαία αιδώ θ’ απόφευγαν κάθε κακή πράξη και θα βρίσκονταν συνεχώς σε ευγενή άμιλλα, ενώ στη μάχη θα νικούσαν κάθε αντίπαλο, ακόμα κι αν υστερούσαν αριθμητικά. Γιατί ένας εραστής προτιμά να τον δει ολόκληρος ο κόσμος να στρέφει τα νώτα στον εχθρό παρά ο αγαπημένος του. Κανένας δεν είναι τόσο τιποτένιος ώστε ο έρωτας να μην τον εμψυχώνει.» Και πράγματι, πριν απ’ τη μάχη οι Σπαρτιάτες θυσίαζαν στον Έρωτα.

Το εμπόριο και οι συναλλαγές ήταν στα χέρια των περίοικων, δηλαδή εκείνων που ζούσαν στα όρια της πολιτείας και δεν συμμετείχαν στη διακυβέρνησή της. Υπήρχαν μόνο σιδερένια νομίσματα χωρίς αξία και χωρίς πέραση σ' άλλες πόλεις. Τα ταξίδια στο εξωτερικό απαγορεύονταν. Η κλοπή θεωρούνταν όνειδος μόνον αν ο κλέφτης πιανόταν επ' αυτοφώρω.

Πολλά άλλα πράγματα που αναφέρονται για τη Σπάρτη και που ακόμα και σήμερα τα μαθαίνει το κάθε σχολαριόπαιδο έχουν την πηγή τους στην τάση πολλών όψιμων Ελλήνων ηθογράφων να υπερβάλλουν και, ως ένα βαθμό, στην αγάπη των Σπαρτιατών για την επίδειξη. Λόγου χάρη ο «τρίβων» τους, ένας χιτώνας που τον έτριβαν επίτηδες για να φαίνεται λιτότερος και που αργότερα χρησίμευε και στους φιλόσοφους για να κάνουν εντύπωση με τη λετσαρία τους, φοριόταν μόνο για φιγούρα. Τους άρεσε να βάφουν τα ρούχα τους με πορφύρα εξίσου όσο και στους άλλους Έλληνες, αλλά δήλωναν με καμάρι ότι το έκαναν μόνο και μόνο για να μη φαίνεται το αίμα πάνω τους· ωστόσο ο Λυκούργος απαγόρεψε αυτή την απρεπή πολυτέλεια, κι από τότε οι Σπαρτιάτες φορούσαν κατακόκκινα ρούχα.

Για τον περιώνυμο «μέλανα ζωμό» ένας Συβαρίτης είπε τάχα πως από τότε που τον δοκίμασε ξέρει γιατί οι Σπαρτιάτες βαδίζουν με τόση ευχαρίστηση στον θάνατο∙ αλλά αυτό δεν είναι παρά καλαμπούρι: στην πραγματικότητα ο μέλας ζωμός ήταν ένα πολύ θρεπτικό και νόστιμο φαγητό, ένα είδος πατσά από αλλαντικά, χοιρινό κρέας, ξύδι και μπαχαρικά, που όσοι ξένοι κατάφεραν να μάθουν τη συνταγή του το εκτιμούσαν ως λιχουδιά και πραγματικά αργότερα εξαγόταν, όπως η μασσαλιώτικη μπουγιαμπέσα. Στα συμπόσια που ακολουθούσαν τις θυσίες υπήρχαν θαυμάσια γλυκίσματα, δυνατά κρασιά, εξαίσια φέτα και σιτευτά μοσχάρια∙ βέβαια, το συνηθισμένο μενού των συσσιτίων ήταν πολύ πιο απλό και η μέθη τιμωρούνταν, αλλά είναι σίγουρο ότι το κυνήγι δεν ήταν σπάνιο στο τραπέζι.

Είναι γνωστό ότι στους Σπαρτιάτες άρεσε επίσης να μιλάνε με μια τυποποιημένη λιτότητα, που ως ένα βαθμό προερχόταν απ' το γεγονός ότι τους έλειπε η φαντασία, αλλά μερικές φορές ήταν πολύ πετυχημένη. Σ' έναν εχθρό που τους απείλησε: «Αν κυριέψω την πόλη σας, θα την ισοπεδώσω», απάντησαν: «Αν». Στους Σάμιους απεσταλμένους, που έβγαλαν ατέλειωτους λόγους, είπαν: «Δεν καταλάβαμε το τέλος, γιατί ξεχάσαμε την αρχή.» Μερικές άλλες απ’ αυτές τις λακωvικές ρήσεις, που στην αρχαιότητα κυκλοφορούσαν σε μεγάλο αριθμό, έδιναν στη βραχυλογία μια χροιά ευφυολογήματος, που όμως όχι σπάνια είναι τόσο ξερό ώστε να φαίνεται άνοστο. Αλλά εκεί που οι Σπαρτιάτες ήταν ολότελα ανυπόφοροι ήταν η χαρακτηριστική ηθικοληψία τους∙ και είναι οι μόνοι Έλληνες που τα κατάφεραν να είναι κακόγουστοι.

Κάτι που δεν συμφωνεί με την παραδοσιακή σχολική εικόνα των Σπαρτιατών είναι η φιλοχρηματία τους, που ήταν παροιμιώδης σ’ ολόκληρη την αρχαιότητα. Ένας Πελοποννήσιος είναι αυτός που βάζει τον Αλκαίο να λέει την περίφημη ρήση: «χρήματα χρήματ’ άνήρ», δηλαδή «μόνο τα λεφτά κάνουν τον άνθρωπο.» Αλλά κι ο Ευριπίδης στηλιτεύει την ευτελή κερδομανία τους, που επικρίθηκε προειδοποιητικά ακόμα κι απ' το μαντείο των Δελφών. Η κατοχή χρυσού και αργύρου ήταν βέβαια απαγορευμένη, αυτή η απαγόρευση όμως μπορούσε εύκολα να παρακαμφθεί: με τη λαθραία εξαγωγή χρημάτων στο εξωτερικό, με εικονικές εκχωρήσεις σε περίοικους, με την απόκτηση οικοπέδων και κοπαδιών. Ακόμα, είχε κανείς το δικαίωμα να έχει όσους δούλους ήθελε, που ήταν το κύριο περιουσιακό στοιχείο του αρχαίου Έλληνα. Η συνεισφορά στα συσσίτια ήταν κατανεμημένη ομοιόμορφα, επομένως άδικα, γιατί δεν έπαιρνε υπόψη τη μεγαλύτερη επιβάρυνση των πολύτεκνων νοικοκυριών, που εκτός απ' αυτό διασπώνταν με το μοίρασμα της κληρονομιάς σε όλο και μικρότερες παραγωγικές μονάδες. Έτσι, το αναπόφευκτο αποτέλεσμα ήταν ότι απ' τη μια μεριά, με την πτώχευση και την απώλεια των πολιτικών δικαιωμάτων, δημιουργήθηκε ένα κουρελοπρολεταριάτο (ή μάλλον μια κουρελοαριστοκρατία) κι απ' την άλλη μεριά μια πλουτοκρατία. Τον έκτο αιώνα υπήρχαν ήδη Σπαρτιάτες περιβόητοι για την αμύθητη περιουσία τους.

Αν σ' αυτά τα ζητήματα οι Σπαρτιάτες ήταν χειρότεροι απ’ την τυποποιημένη εικόνα τους, σε μερικά άλλα ήταν καλύτεροι. Έτσι, το ότι επιδίωκαν πάντα να υποτάξουν ολόκληρη την Ελλάδα είναι μια κακόβουλη εκδοχή που διέδωσε ο προαιώνιος εχθρός τους, η Αθήνα. Στην πραγματικότητα ασκούσαν πάντα μια καθαρά πελοποννησιακή πολιτική και αποστρέφονταν κάθε επέκταση· πέρα απ' τον Ισθμό, αν όχι γι' άλλο λόγο τουλάχιστον επειδή φοβόντουσαν μήπως μολυνθούν με «επαναστατικές» ιδέες. Η μόνη αποικία που ίδρυσε ποτέ η Σπάρτη ήταν ο Τάρας, που όμως, ως πρωτεύουσα της μεγαλοελληνικής βιομηχανίας, επιστήμης και ευζωίας, δεν είχε τίποτα το σπαρτιατικό.

Στην Ελλάδα οι Σπαρτιάτες ήθελαν να έχουν μόνο την ηθική ηγεμονία. Μετά την υποταγή της Μεσσηνίας ένιωθαν κορεσμένοι εδαφικά, όπως η Πρωσία του Φρειδερίκου μετά την απόκτηση της Σιλεσίας και η Γερμανία του Μπίσμαρκ μετά την ειρήνη του Νίκολσμπουργκ και της Φραγκφούρτης. Είναι γενικά παράξενο ότι τα λεγόμενα «στρατοκρατικά» κράτη δεν είναι σχεδόν ποτέ επιθετικά.

Επίσης, δεν είναι σωστό ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήταν οι πιο άμουσοι απ’ όλους τους Έλληνες. Ας μη ξεχνάμε ότι ήταν κι αυτοί Έλληνες. Έτσι, είναι ενδεικτικό ότι χάρη στις ελεγείες του Τυρταίου κέρδισαν τον δεύτερο μεσσηνιακό πόλεμο: αυτός ο ποιητής, του οποίου τα φλογερά τραγούδια τραγουδιόντουσαν για αιώνες σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, ήταν στην πραγματικότητα ο στρατηγός τους. Γενικά οι Σπαρτιάτες ήταν πολύ μουσόφιλοι, ενώ ακόμα και ο ελληνικός ναός είναι δικό τους δημιούργημα. Όπως η εξίσου πολυχλεύαστη Πρωσία γέννησε έναν ιδιόρρυθμο και, στα στενά του όρια, εύρωστο πολιτισμό, που σημαδεύεται απ’ τα ονόματα του Καντ και του Κλάιστ, έτσι και το δωρικό πνεύμα κατέκτησε ανάλογες κορυφές στην αρχιτεκτονική και τη μουσική.

Η δεύτερη μεγάλη αποικία των Δωριέων ήταν η Κρήτη. Ο Όμηρος, εξυμνώντας αυτό το πυκνοκατοικημένο νησί για την ομορφιά και την ευφορία του, το αποκαλεί εκατόμπολιν. Οι κατακτητές δεν τεμάχισαν το έδαφος σε κλήρους, όπως είχαν κάνει στη Λακωνία, παρά έκαναν το μεγαλύτερο μέρος του κοινοτική γη. Τα συσσίτια οργανώνονταν από το κράτος, κι όχι μόνον αυτά παρά και τα γεύματα των γυναικών, των παιδιών και των δούλων στα διάφορα νοικοκυριά. Αλλά κι αυτός επίσης ο κολεκτιβισμός, που ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια του σπαρτιατικού, δεν είχε διάρκεια. Έγιναν κατατμήσεις και καταπατήσεις, πολλοί Κρήτες μετανάστευσαν ως μισθοφόροι ήταν περίφημοι και περιβόητοι σ’ ολόκληρο τον μεσογειακό κόσμο για τα πολεμικά τους κατορθώματα και, όπως αναφέρει ο Πολύβιος, για την ακατάσχετη κερδομανία τους.

Egon FriedellΠολιτιστική ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας

[Εκδόσεις Πορεία, 1994, σελ. 109-114]


Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2018

Αλβανοί, Αρβανίτες


Οι Αλβανοί […] έχουν παίξει μεγάλο ρόλο στην νεοελληνική ιστορία διότι Αλβανοί και Έλληνες είναι σε ανάμειξη μετακινήσεων εδώ και αιώνες. Όπως γνωρίζουμε μέχρι σήμερα πρόσφατα το πράμα αλλάζει, η νότια Αλβανία, αυτό που λέμε Βόρεια Ήπειρος εμείς, διαθέτει χιλιάδες Ελλήνων κατοίκων Χριστιανών Ορθοδόξων ελληνοφώνων κατοίκων, ενώ αντιστοίχως Αλβανοί είχαν μετακινηθεί προς το νότο και έτσι μέσα στους αιώνες έχει δημιουργηθεί στον ελληνικό χώρο, τον ευρύτερο ελληνικό χώρο, ένας πληθυσμός που πολύ απλά οι Έλληνες ονομάζουν Αρβανίτες.

Κινείσαι από την Αθήνα προς τη Θήβα και περνάς από μία περιοχή που λέγονται Αρβανιτοχώρια. Έξω απ’ τη Θήβα καταμετρώνται περίπου 30 χωριά που είναι Αρβανιτοχώρια. Στα περίχωρα της Λειβαδιάς είναι περίπου 7 χωριά που τα ονομάζουμε Αρβανιτοχώρια. Στα περίχωρα της Ελευσίνας υπάρχουν αρκετά χωριά που ονομάζονται Αρβανιτοχώρια. Στην Κορινθία υπάρχουν πολλά χωριά που ονομάζονται Αρβανιτοχώρια το ίδιο και στη Αχαΐα και λιγότερο σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου. Στη νότια Εύβοια υπάρχουν χωριά που είναι Αρβανιτοχώρια στη βόρεια Άνδρο και πάλι λέγοντας. Εδώ με την έννοια Αρβανίτες, με αυτό τον όρο Αρβανίτες, εννοούμε ένα-αναφερόμαστε σε ένα φαινόμενο της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας και όχι μόνο. Καθώς γύρω στο 14ο αιώνα έχουμε μεγάλη κάθοδο Αλβανών[…]

Οι Αλβανοί είναι ορεσίβιος λαός, κατοικεί στη ζώνη εκεί βόρεια από την Ήπειρο, τα βουνά της Αλβανίας είναι ψηλά και δύσκολα. Εκεί κατοικούν αλβανικές ομάδες που είναι οργανωμένες σε φυλές, στα βόρεια είναι οι Γκέγκηδες, νοτιότερα προς το κέντρο της σημερινής Αλβανίας χοντρικά αναπτύχθηκαν οι Τόσκηδες και ακόμη νοτιότερα οι Λιάπηδες.

Η αλβανική γλώσσα δεν είναι ακριβώς ενιαία, αυτές οι ομάδες μιλούν διαλέκτους εδώ και βαθύτατο χρόνο όχι τώρα και είναι ορεινοί πληθυσμοί, πολεμούν μεταξύ τους η μία φυλή την άλλη και είναι οργανωμένοι και σε ευρύτερα σόγια που στην αλβανική γλώσσα αυτό το ευρύ σόι λέγεται farë εξ ου και η- όρος που χρησιμοποιούμε στα ελληνικά φάρα. Είναι αλβανική λέξη η λέξη φάρα. Η μία φάρα μπορούσε να συμμαχεί με την άλλη εναντίον μιας άλλης, πολλές φάρες μαζί εναντίον πολλών άλλων, η μία φυλή ενάντια στην άλλη. Αυτό έκανε τους Αλβανούς να είναι σκληροτράχηλοι πολεμιστές, θεωρούνται οι πιο σκληροτράχηλοι πολεμιστές των Βαλκανίων μαζί με τους κατοίκους του Μαυροβουνίου, ιστορικά και έχουν παίξει ρόλο στους στρατούς όχι μόνο πολλών χωρών της βαλκανικής και τον οθωμανικό στρατό. Στην ελληνική πραγματικότητα αρκετοί απ’ τους ήρωές μας ήταν Αρβανίτες, δηλαδή είχαν μακρά καταγωγή από τις αλβανικές περιοχές.

[…] Οι Αλβανοί όποτε φεύγουν για κάποιο λόγο από την πατρίδα τους κατά ομάδες ή κατά μόνας, δύο δρόμους κατά κύριο λόγο παίρνουν: ο ένας είναι ο δρόμος της Ιταλίας, αυτό συνέβη και στον 20ο αιώνα που τα ζήσαμε μετά το 1989 […] και προς την Ελλάδα. Και έτσι στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα έχουμε μία μεγάλη καινούρια ροή Αλβανών προς τα νότια, προς τις ελληνικές περιοχές.

Τα Αρβανιτοχώρια μας όμως βρίσκονται εκεί από αιώνες και δημιουργήθηκαν κυρίως από κάθοδο Αλβανών του 14ου αιώνα εκεί γύρω στα 1300 και μετά. Ο 14ος αιώνας ήταν αιώνας μεγάλων δημογραφικών ανακατατάξεων στη Βαλκανική λόγω των πολεμικών συγκρούσεων, των εμφυλίων πολέμων, των-της ανάπτυξης Σέρβων Βουλγάρων, συγκρούσεων Βυζαντινών μεταξύ τους και με αυτούς και φυσικά της επέλασης των Οθωμανών. Έτσι Αλβανοί μετακινούνται μαζικά στο 14ο αιώνα προς το νότο.

Αυτός είναι ένας ωραίος χάρτης που προέρχεται από το-την «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού» του Απόστολου Βακαλόπουλου και επιγράφεται «Διείσδυσις Αλβανικών φύλων».
Τα αλβανικά φύλα διείσδυσαν προς το νότο, δηλαδή τις περιοχές μας, ο δείκτης δείχνει προς ποιες περιοχές εγκαταστάθηκαν το 14ο αιώνα. Άλλο κύμα το 15ο.  Και επόμενο μεγάλο κύμα είναι στον 20ο αιώνα, τον αιώνα που πολλοί από μας ζήσαμε. […]

Γιατί μετακινήθηκαν Αλβανοί προς το νότο το 14ο αιώνα; Οι περισσότεροι εξ αυτών μετακινήθηκαν κατά ομάδες γιατί το έχουν οι Αλβανοί όταν φεύγουν, φεύγουν κατά ομάδες, κατά φάρα φεύγουν. Αλλά ακριβώς επειδή θεωρούνται ικανότατοι πολεμιστές, Βενετοί οι οποίοι κατείχαν κάστρα και έλεγχαν κάστρα, διάφοροι Φράγκοι ηγεμόνες εδώ της νότιας βαλκανικής, Βυζαντινοί ηγεμόνες που κατέχουν περιοχές και κάστρα, Σέρβοι ηγεμόνες που κατέχουν περιοχές και κάστρα, στην-εδώ στην νότια βαλκανική καλούν στο 14ο καλούν φάρες Αλβανών να’ ρθουν να εγκατασταθούν κοντά σε κάστρα με τις οικογένειές τους, τους παρέχουν γη κοντά στα κάστρα όχι μέσα στα κάστρα με την υποχρέωση να καλλιεργούν τη γη αλλά όταν θα υπάρξει κίνδυνος για την υπεράσπιση των κάστρων να μπουν στα κάστρα και να ενισχύσουν την άμυνα των κάστρων. Και τούτο διότι η βαλκανική είχε στο 14ο αιώνα φτωχή δημογραφική εικόνα λόγω των αναστατώσεων που έχουμε πει επανειλημμένως, επομένως οι Αλβανοί ήρθαν να ενισχύσουν την άμυνα των κάστρων και υπήρξαν σε πολλές περιπτώσεις καλεσμένοι Σέρβων κυρίως Βενετών και Βυζαντινών τόσο στην Πελοπόννησο όσο και στη Στερεά Ελλάδα, όσο και στη δυτική Στερεά Ελλάδα.

Οι Αρβανίτες μας δεν είναι παρά μακρινοί Αλβανοί οι οποίοι κατέβηκαν στο νότο 600 χρόνια πριν από τώρα και αναμείχθηκαν με τους ντόπιους Έλληνες. Όταν μετακινήθηκαν οι Αλβανοί στο 14ο στο 15ο 16ο αιώνα η θρησκεία τους ήταν Χριστιανική Ορθόδοξη (η μεγάλη μεταστροφή των Αλβανών στην-στο Ισλάμ έγινε το 18ο αιώνα). […]

Εγκαταστάθηκαν στη δυτική Στερεά, σε μεγάλη ζώνη στην περιοχή κοντά στην Άρτα, προς το Μεσολόγγι, στην περιοχή της Ναυπάκτου, γύρω απ’ τη Λειβαδιά, γύρω απ’ τη Θήβα, στη νότια Εύβοια, στη βόρεια Άνδρο, στη Τζια, στην Κύθνο, στην νότια-στην περιοχή της Αττικής. Στην Αττική η εγκατάσταση Αλβανών, αλβανικών φαρών ήταν πολύ μεγάλης κλίμακας, στην Κορινθία, σε περιοχές της Αχαΐας σε μεγάλη κλίμακα και μετά στη υπόλοιπη Πελοπόννησο λιγότεροι. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι περισσότεροι Αρβανίτες μας εγκαταστάθηκαν Κορινθία, Αχαΐα, Αττική και νότια Εύβοια.

Η διάχυση των Αλβανών και η μετατροπή τους σε Αρβανίτες, δηλαδή πια εξελληνισμένους Αλβανούς φαίνεται και από τα χαρακτηριστικά τους επώνυμα που σήμερα πολλά από αυτά θεωρούνται χαρακτηριστικά και των Ελλήνων. Οι Αλβανοί και οι Αρβανίτες μας έχουν συνήθως δισύλλαβα επώνυμα, παροξύτονα. Π. χ. Βρετός, αυτό είναι οξύτονο αλλά είναι χαρακτηριστικό όνομα, Γκέκας, Γκίκας, Γκίνης, Γκιόκας, Γκιόνης, Γκολέμης, Γκούρας, γκουρ στα αλβανικά είναι η πέτρα, Γκούρας δηλαδή θα πει ο κ. Πέτρας, Ζέζας, Ζέρβας, ο Ναπολέων Ζέρβας ήταν Αρβανίτης στην καταγωγή, Κάκλας, Κακλαμάνης, Καλέντζης, Καπαρέλης, περιοχές της Αττικής λέγονται Καπαρέλι γιατί εγκαταστάθηκαν φάρες, Κατσιφάρας, Κιοσές, στα αλβανικά θα πει φαλακρός, Κλέπας, κασιδιάρης θα πει, Κόκας, το κεφάλι, Κόκλας, Κόλιας, από τα πιο χαρακτηριστικά αρβανίτικα επώνυμα, Κοροβέσης (Κοροδέσης;), Κοτζιάς, Κούμης, Κουμής, Κούρτης, Κριεκούκης, υπάρχει τοπωνύμιο στην Αττική Κριεκούκι γιατί εγκαταστάθηκε η φάρα των Κριοκουκαίων, Λάλας, Λαλεγιάννης, Λάλος, Λέκκας, που θα πει Αλέξανδρος, Λεμπέσης, αυτός που αφήνει την πίστη του την μπέσα του, Λέπουρας, Λιάκος, Λιάκουρας, Λιάπης, Λιόσας, Λιούμης, θα πει ποτάμι στα αλβανικά, Λούκος, Λούης, Λύκουρας, Λυκουρέζος, τα επώνυμα σε –έζος είναι συνήθως αλβανικά όπως και τα τοπωνύμια σε –έζα δηλαδή και σε –ιζα, Βάρκιζα, Σάριζα κ.λ.π. Μάζης, Μαλακάσας, Μάλης, θα πει βουνό, Μάνεσης, που θα πει αργοπορία, Μαρκεζίνης, Μάτεσης, Μέξης, Μερκούρης, Μίχας, Μουζάκης, Μπάλας, Μπάρτζης, Μπέζος, Μπέζας, Μπέρτζος, Μπέζγος, Μπίθαρης, Μπίθας, Μπίθης, Μπιθικώτσης, ο μεγάλος μας τραγουδιστής ο Μπιθικώτσης ήταν Αρβανίτης απ’ την περιοχή της Θήβας, Μπίχτας, Μπλέτσας, για να πω μερικά χαρακτηριστικά, Μπούκουρας που θα πει όμορφος, Μπόχτης, Νέγκας, Ντάτσης, Ντόκος, Πέπης, Πέπας, Πέτας, Πρίφτης, που θα πει ιερέας, Σκλέπας. Σκόκος, σκόκος θα πει κλώσα στα αλβανικά, Σούτας, Σπάθαρος, θα πει θα σπαθί, Σπάθας, τα Σπάτα, σπατ στα αλβανικά είναι το τσεκούρι, στην περιοχή των Σπάτων εγκαταστάθηκε εκεί στο 14ο 15ο αιώνα η φάρα των Σπάτα, Τάτσης, Τόλιας, Τόκας, Τόσκας, Τούντας, κλασικό επώνυμο Τούντας, Χέλμης, Χούντας κλπ. [σημείωση από το βίντεο: Μπογιάτι, από την φάρα των Μπούα]

Επομένως και μόνο αυτά τα επώνυμα και μόνο αυτός ο χάρτης δείχνει την έκταση της εγκατάστασης Αλβανών προς το νότο. Οι μαυρισμένες θέσεις του χάρτη που μας δίνει εδώ ο Βακαλόπουλος δε σημαίνει ότι κατοικούν μόνο Αλβανοί. Σε κάποιες περιοχές ήταν συμπαγείς οι πληθυσμοί, αλλά είναι ανάμεικτοι και με ελληνικούς πληθυσμούς ντόπιους, αλλά είναι οπωσδήποτε περιοχές ισχυρής αρβανιτο παρ- αλβανικής παρουσίας. […] οι Οθωμανοί απέγραφαν περιοχές. Στην Κορινθία το 1461, όταν κατακτήθηκε δηλαδή η Πελοπόννησος από τους Οθωμανούς μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, ο Οθωμανός απογραφέας κατέγραψε ποιοι ήταν οι Αλβανοί κάτοικοι, […] σε σύνολο 9.881 εστιών δηλαδή νοικοκυριών οι 3.353 ήτανε Αλβανοί κάτοικοι που είχαν εγκατασταθεί εκεί.

Οι Αλβανοί, οι Αρβανίτες μας δηλαδή μέσα στην πάροδο των χρόνων συνυπήρξαν με τους Έλληνες, δεν είχαν πρόβλημα διότι ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι και οι δύο πλευρές. Μόνο σε δύο σημεία της ελληνικής χερσονήσου ιστορικά αναπτύχθηκαν Μουσουλμάνοι Αλβανοί. Μία τέτοια περιοχή είναι στην περιοχή του Λάλα, στην περιοχή του Πύργου στην Ηλεία. Όπως και η περιοχή των Μπαρδουνίων βορειότερα από την Καλαμάτα στη Μεσσηνία. Αλλιώς, γενικά οι Αρβανίτες μας είναι παρέμειναν χωρίς κανένα πρόβλημα Χριστιανοί Ορθόδοξοι και έτσι δεν είχαν κανένα πρόβλημα συνύπαρξης με τους Έλληνες κατοίκους με τους οποίους εξάλλου κα αναμείχθηκαν σε μεγάλη κλίμακα με γάμους και ενώθηκαν μεταξύ τους.

Οι Αρβανίτες εγκαταστάθηκαν κυρίως και κατοίκησαν σε ημιορεινά, όχι σε ψηλά ορεινά. Σε πεδιάδες και σε ημιορεινά, και όπως είπαμε κοντά σε μεγάλα κάστρα, γιατί στην Κορινθία έχουμε πολλούς Αρβανίτες; Διότι εκλήθησαν να ενισχύσουν την άμυνα του Ακροκορίνθου. Στο Ναύπλιο εκλήθησαν να ενισχύσουν την άμυνα του κάστρου του Ναυπλίου, στην Θήβα για να ενισχύσουν την άμυνα της Θήβας, στη Χαλκίδα στη νότια Εύβοια για να ενισχύσουν το μεγάλο κάστρο της Χαλκίδας που στο Μεσαίωνα ονομαζόταν Νεγρεπόντε και πάει λέγοντας. Από την Εύβοια και από την Άνδρο μετακινήθηκαν […] και στα νησιά του Αργοσαρωνικού, Ύδρα, Σπέτσες, Πόρο, Αγκίστρι και λιγότερο στην Αίγινα, σε βαθμό που τα νησιά του Αργοσαρωνικού έγιναν χαρακτηριστικά Αρβανιτονήσια στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και μέχρι πρόσφατα.

[…] Απομνημονεύματα των αγωνιστών του ΄21 που δείχνουν ως αυτονόητη την συνύπαρξη Αρβανιτών, οι Αρβανίτες θεωρούνται ότι είναι Έλληνες και ας μιλούν Αλβανικά, κάποιοι απ’ αυτούς και λίγα Ελληνικά. Ο Νικόλαος Κασομούλης μας έχει αφήσει ένα πολύτιμο δίτομο έργο απομνημονευμάτων για την επανάσταση του 1821, σ’ αυτό σε κάποια στιγμή αναφέρεται στον Νότη Μπότσαρη, ο οποίος Νότης Μπότσαρης στο πολιορκημένο Μεσολόγγι απευθύνεται στο σημαιοφόρο του και του λέει, και αυτά που του λέει είναι γραμμένα στα απομνημονεύματα του Κασομούλη με ελληνικό αλφάβητο "μέρi νί ντρύ έδένι μαντήλι, έδέ σίκογιάστε τάσιός βίνιά πρέκουβέντα τούρκητε ογιό". Δηλαδή του λέει "πάρε ένα μαντήλι κι ένα ξύλο και βαλ΄το μαντήλι πάνω στο ξύλο έβγα έξω να δεις αν έρχεται κανένας Τούρκος για συνομιλία ή όχι". Ο Λάμπρος Κουτσονίκας που πάλι μας έδωσε απομνημονεύματα, μας εξηγεί ότι πριν την μάχη του Φαλήρου, την μεγάλη μάχη του Φαλήρου, ο Δεριγνύ κάλεσε στο πλοίο του τον Καραϊσκάκη και τον Κιουταχή. Ο Καραϊσκάκης από την μια πλευρά και ο Αλβανικής καταγωγής πασάς ο Κιουταχής, στο πλοίο του για να συνομιλήσουν, και γράφει ο Κουτσονίκας "ήρχισαν συνδιάλλεξιν μεταξύ των εις την Αλβανικήν" η κοινή τους γλώσσα δηλαδή ήταν τα Αλβανικά.

Οι Σουλιώτες ήταν Αρβανίτες, εξ΄αυτού μιλούσαν Αλβανικά. Γνώριζαν και Ελληνικά αλλά μιλούσαν Αλβανικά. Ο Κωνσταντίνος Μεταξάς πάλι στα απομνημονεύματά του από την Επανάστασή του 1821 αναφέρεται στον Μάρκο Μπότσαρη, επίσης φυσικά μιλάει Αλβανικά γιατί είναι Αβανίτης Σουλιώτης, ο οποίος καλεί τους Σουλιώτες αρχηγούς και στρατιώτες και γράφει ο Μεταξάς. "Τοις ελάλησεν εις την γλώσσαν των, Αλβανιστί, οι δε λόγοι του ήσαν πλήρεις ενθουσιασμού και πατριωτισμού". Στα απομνημονεύματα του Σπηλιάδη, ο Νίκος Σπηλιάδης αναφέρεται σε μία μάχη που γίνεται και που μετέχει ο Ανδρούτσος, σ΄αυτή τη μάχη οι Έλληνες ηττώνται, και ο Ανδρούτσος υποχωρεί και γράφει. "Και φεύγων μεμονομένως περιπίπτει εις τους Αλβανούς" γιατί στους Αλβανούς; Γιατί τα Οθωμανικά στρατεύματα χρησιμοποιούσαν Τουρκαλβανούς, δηλαδή Μουσουλμάνους Αλβανούς. Και στην Ελληνική επανάσταση ένα μεγάλο κομμάτι των Οθωμανικών στρατευμάτων ήταν Μουσουλμάνοι Αλβανοί. Ο Οδυσσέας λοιπόν Ανδρούτσος καθώς υποχωρεί πέφτει στο στρατόπεδο του εχθρού που είναι Τουρκαλβανοί, Αλβανοί όμως. "Ομιλών δε ως εκείνοι Αλβανιστί, τους απατά και νομίζεται ειδικός των, και εν τοσούτων εύρεν ευκαιρία και έγινεν άφαντος και εσώθη".

[…] Η κοινότητα της Ύδρας στα μέσα του 18ου αιώνα θέλησε να δημιουργήσει ένα σχολείο για να μάθουν τα παιδιά της γράμματα. Η Αλβανική γλώσσα ήταν προφορική γλώσσα, η Αλβανική γλώσσα δεν γράφονταν για χιλιάδες χρόνια, ήταν μόνο προφορική, έγινε γραπτή σχεδόν στο 1900. […] Έτσι όταν αποφάσισε η κοινότητα Ύδρας να δημιουργήσει σχολείο, Ελληνικό σχολείο επρόκειτο να δημιουργήσει, δεν υπήρχε περίπτωση να δημιουργηθεί Αλβανικό σχολείο, δεν υπήρχε κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό κάλεσαν Έλληνα δάσκαλο να διδάξει τα παιδιά της. Και γνωρίζουμε από τα αρχεία της Ύδρας ότι ο Έλληνας δάσκαλος παραιτήθηκε ή επεχείρησε να παραιτηθεί μετά από λίγους μήνες, διότι εξηγεί στην επιστολή του προς την κοινότητα της Ύδρας, ότι εσείς με πληρώνετε για να σας μάθω στα παιδιά σας γράμματα, ελληνικά γράμματα θα τους μάθω, αλλά εγώ δεν γνωρίζω Αλβανικά, τα παιδιά δεν γνωρίζουν Ελληνικά, και δεν κάνω τη δουλειά μου και σας εξαπατώ κατά κάποιο τρόπο. Το ίδιο συνέβη και στον Πόρο, στο 2ο μισό του 18ου αιώνα, όταν ο Πόρος πάλι κάλεσε Έλληνα δάσκαλο να μάθει στα παιδιά γράμματα, Ελληνικά γράμματα βέβαια, και ο Επιφάνιος Δημητριάδης που ήταν αυτός ο κληθείς δάσκαλος, την απελπισία του την έγραψε σε ποίημα, έτσι Ομηρικού τύπου, και εξηγεί πώς για να μάθει γράμματα στα παιδιά του Πόρου, έπρεπε ο ίδιος να μάθει αλβανικά για να μπορεί να τους μαθαίνει ελληνικά μέσω των αλβανικών, και λέει: «Κακ ες Πόρον μ’ ειμαρμένη, η τύχη, ώρσεν με διδάξοντα την ελληνίδα, η τύχη τα΄φερε έτσι ώστε να με ορίσει να διδάξω την ελληνίδα, την ελληνίδα γλώσσα, Και ην ιδείν εργον τε πράγμα ξένον, και ήταν να το βλέπει κανείς παράξενο πράγμα, Γλώτταν μεν διδάσκοντα την ελληνίδα, διδάσκοντα εγώ, να διδάσκω εγώ την ελληνική γλώσσα, Φωνήν δε μανθάνοντα την αλβανίδα, εγώ δε ο ίδιος να μαθαίνω αλβανικά, Ουκ είχον άλλως, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, αλβανίζοντας όλως παίδας διδάξαι, εφόσον έπρεπε να διδάξω παιδιά τα οποία μιλούσαν μόνο αλβανικά, μη εγών αλβανίσας, αν δεν μάθαινα εγώ αλβανικά».

[…] Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Αρβανίτες μας του Αργοσαρωνικού, οι Υδραίοι, οι Σπετσιώτες, οι Ποριώτες, εξαιρετικοί ναυτικοί στον 18ο αιώνα με πλοία σπουδαία τα οποία δρούσαν σε όλη την Μεσόγειο, ονόμαζαν τα πλοία τους με αρχαία ελληνικά ονόματα, Περικλής, Αγαθοκλής, Ιδομενεύς, δείγμα του ότι είχαν ενωθεί με την ελληνική σύλληψη των πραγμάτων, αισθάνθηκαν Έλληνες, πολέμησαν ως Έλληνες […]

Ένα χαριτωμένο κείμενο από την ελληνική παράδοση, από την συλλογή του Πολίτη που εξηγεί γιατί οι Γύφτοι και οι Αρβανίτες δεν έχουν γράμματα. […] Όταν εμέραζε ο Θεός τα γράμματα, επήγαν όλες αι φυλές να γυρέψουν γράμματα, όξω απ’ τη γύφτικη τη φυλή που δεν επήγε καθόλου και γι αυτό ούτε έχουν ούτε θα έχουν ποτέ γράμματα οι Γύφτοι, γιατί ο Θεός τους καταράστηκε και τα’ ριξε μέσα στη θάλασσα όταν οι Γύφτοι έφτιαξαν τα περόνια που σταυρώθηκε ο Χριστός. Αυτή είναι η εισαγωγή. Οι Γύφτοι δεν θα μάθουν ποτέ γράμματα. Γιατί; γιατί σταυρώθηκε ο Χριστός από αυτούς. Μάλιστα. Κοντά σ’όλες τις φυλές που πήραν γράμματα ήταν και η Αρβανίτικη η φυλή, μα γιατί οι Αρβανίτες δεν έχουν γράμματα; Θα σας το πω. Όταν εμέραζε ο Θεός γράμματα δεν είχε βγει το χαρτί ακόμα, ο καημένος ο Θεός δεν το ήξερε το χαρτί, κι εκείνοι που πήγαν να πάρουν τα γράμματα, τα έπαιρναν σε φύλλα από κουμπρολάχανο και έφευγαν. Οι άλλοι όλοι τα επήγαν καλά στα σπίτια τους τα λαχανόφυλα όπου είχαν τα γράμματα, αλλά ο καημένος ο Αρβανίτης δεν το επήγε το λαχανόφυλο γιατί στο δρόμο εδίψασε και σκύβοντας να πιεί νερό σε μια πηγή άφησε το φύλλο καταγής και μια αγελάδα που έβοσκε εκεί κοντά το μυρίστηκε και όσο να σηκώσει ο Αρβανίτης ο κεφάλι του απ τη βρύση το φύλλο με τα γράμματα ήταν στην κοιλιά της αγελάδας. Έσκουζε ο καημένος ο Αρβανίτης για το κακό που έπαθε και με τα δάκρυα στα μάτια γύρισε πίσω στο παλάτι του Θεού ζητώντας άλλα γράμματα. Αλλά ο Θεός δεν είχε άλλα γράμματα, παρά μόνο τα γύφτικα, που άμα τα είδε ο Αρβανίτης είπε στο Θεό που ήθελε να του τα δώσει. Δεν τα παίρνω Θεέ μου αυτά τα γράμματα χρυσά να τα κάνεις. Και ο Θεός απαντάει, στο ίδιο κλίμα, κι εγώ ήθελα να σου δώσω καλύτερα αλλά δεν έχω άλλα. Αφού είναι έτσι είπε ο Αρβανίτης, ας μείνω και χωρίς γράμματα. Και πώς θα ζήσει η φυλή σου χωρίς γράμματα; του είπε ο Θεός. Με δανεικά απάντησε ο Αρβανίτης, κι έφυγε. Από τότε οι Αρβανίτες ζουν με τα δικά μας γράμματα. Δηλαδή με την ελληνική αλφάβητο.

Έτσι λοιπόν εξηγείται αυτή η πολύ μεγάλης κλίμακος συνύπαρξη Αλβανών και Ελλήνων. Είναι μια συνύπαρξη γόνιμη, αιώνων και πολύ από τους σπουδαίους Έλληνες μας είναι Αρβανίτες, όπως και στην Αλβανία, στην ιστορία της Αλβανίας, σπουδαίοι τους, σπουδαία μέλη της ιστορίας τους είναι ελληνικής καταγωγής. Οι δύο αυτές φυλετικές ομάδες της Βαλκανικής έχουν παράδοση επαφών, λογικό είναι, είμαστε γείτονες και οι μετακινήσεις φέραν τον ένα κοντά στον άλλον.

Μαρία ΕυθυμίουΙστορία  του Νέου Ελληνισμού, 11ος – 18ος αιώνας   

mathesis.cup.gr (σ. 145-150, 162)