«Ἀγνοεῖς ὅτι τοῦ λόγου μέτρον ἐστὶν οὐχ ὁ λέγων, ἀλλ' ὁ ἀκούων;» Πλάτων (Στοβαίου ανθολόγιον, XXXVI. 22)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όργουελ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όργουελ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 20 Μαρτίου 2016
Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013
Η φάρμα των ζώων (10)
Τα χρόνια πέρασαν. Οι εποχές έρχονταν κι έφευγαν και
μαζί τους η σύντομη ζωή των ζώων. Ήρθε καιρός που δεν υπήρχε κανείς να θυμάται τις
παλιές μέρες πριν την Επανάσταση εκτός από την Κλόβερ, το Βενιαμίν, το Μωησή το
κοράκι, και μερικά γουρούνια.
[…] Η Κλόβερ ήταν πια μια γέρικη
φοράδα […] Είχαν περάσει δύο χρόνια απ’ τον καιρό που έπρεπε να πάρει σύνταξη.
[…] Ο Ναπολέων ήταν τώρα ένας ώριμος, καλοθρεμμένος κάπρος. Ο Σκουήλερ ήταν
τόσο χοντρός, που με δυσκολία μπορούσε να βλέπει μέσα από τις δίπλες των ματιών
του. Μόνο ο γέρο-Βενιαμίν ήταν όπως πάντα· ίσως πιο σκυθρωπός και πιο σιωπηλός από
ποτέ.
Τώρα, είχε αυξηθεί ο πληθυσμός,
αν και όχι βέβαια όσο περίμεναν στην αρχή. Είχαν γεννηθεί πολλά ζώα, που γι’
αυτά η Επανάσταση ήταν μόνο μια θαμπή παράδοση που περνούσε από στόμα σε στόμα
[…]
Το κτήμα βρισκόταν τώρα σε
μεγαλύτερη ακμή και ήταν καλύτερα οργανωμένο […] Ο ανεμόμυλος είχε τελειώσει
επιτέλους και το κτήμα διέθετε μια αλωνιστική μηχανή κι ένα τρακτέρ για να
μαζεύουν το σανό. […] Ο ανεμόμυλος, πάντως δεν χρησίμεψε τελικά για να παράξει ηλεκτρική δύναμη. Χρησιμοποιήθηκε για να
αλέθει το καλαμπόκι και έφερε ένα σημαντικό κέρδος. Τα ζώα δούλευαν σκληρά για
να κτίσουν κι άλλο ένα ανεμόμυλο. Τους είπαν ότι όταν θα τελείωνε αυτός, τότε
θα τοποθετούσαν γεννήτριες. Όμως δεν γινόταν πια λόγος για τις πολυτέλειες που
ο Σνόουμπωλ τους είχε μάθει να ονειρεύονται: για τους στάβλους με ηλεκτρικό
φως, για το κρύο και ζεστό νερό, και για τις τρεις εργάσιμες μέρες την
εβδομάδα. Ο Ναπολέων τις είχε αποκηρύξει αυτές τις ιδέες σαν αντίθετες με το
πνεύμα του Ζωισμού. Η αληθινή ευτυχία, έλεγε, βρίσκεται στη σκληρή εργασία και
στο λιτό τρόπο ζωής.
Κατά κάποιο τρόπο, το κτήμα
φαινόταν να ευημερεί· όμως αυτή η ευημερία δεν φαινόταν να αφορά παρά μόνο τα
γουρούνια και τους σκύλους. Η ζωή των υπόλοιπων ζώων έμενε ίδια […] Καμιά φορά,
τα πιο γέρικα απ’ αυτά, βασάνιζαν τη θολή μνήμη τους και προσπαθούσαν να
διαπιστώσουν αν τα πράγματα ήταν καλύτερα τις παλιές μέρες της Επανάστασης
μόλις έδιωξαν τον Τζόουνς ή τώρα. Δεν μπορούσαν να θυμηθούν. […] Μόνο ο γέρο-Βενιαμίν
ισχυριζόταν ότι θυμάται κάθε λεπτομέρεια της μακριάς ζωής του και ξέρει πως τα
πράγματα ποτέ δεν ήταν ούτε μπορούσαν να είναι καλύτερα ή χειρότερα – μια που «η
πείνα, ο μόχθος και η απογοήτευση», έλεγε, «είναι ο αμετάβλητος νόμος της ζωής».
Παρ’ όλα αυτά, τα ζώα δεν έπαψαν
ποτέ να ελπίζουν. Κάτι περισσότερο: δεν έπαψαν ποτέ, ούτε για μια στιγμή, να
αισθάνονται πως ήταν μεγάλη τιμή και προνόμιο το γεγονός ότι ήταν μέλη του
Κτήματος των Ζώων. […]
Κανένα απ’ τα παλιά όνειρα δεν εγκαταλείφθηκε.
Ακόμα πίστευαν στη Δημοκρατία των Ζώων που τους είχε προφητέψει ο
γέρο-στρατηγός, […] Μπορεί η ζωή τους νάταν σκληρή και να μην είχαν
πραγματοποιηθεί όλες οι ελπίδες τους, αλλά είχαν συνείδηση του γεγονότος ότι
δεν είναι σαν τα άλλα ζώα. Αν πεινούσαν, αυτό δε συνέβαινε γιατί τάιζαν τυραννικά
ανθρώπινα παράσιτα. […] Κανένα πλάσμα ανάμεσα τους δε στεκόταν στα δύο του
πόδια. Κανένας δεν αποκαλούσε τον άλλο «αφέντη». Όλα τα ζώα ήταν ίσα.
Μια καλοκαιριάτικη μέρα, ο
Σκουήλερ διέταξε τα πρόβατα να τον ακολουθήσουν. Τα οδήγησε σ’ ένα άγονο
κομμάτι γης στην άλλη άκρη του κτήματος […] Έμειναν ολόκληρη την εβδομάδα και σ’
αυτό το διάστημα, τα’ άλλα ζώα δεν τα είδαν καθόλου. Ο Σκουήλερ έμενε μαζί τους
σχεδόν όλη μέρα. Τα μάθαινε, είπε, ένα καινούργιο τραγούδι, πράγμα που
χρειαζόταν κάποιαν απομόνωση.
Ακριβώς μετά το γυρισμό των
προβάτων, ένα όμορφο δειλινό που τα ζώα είχαν μόλις τελειώσει τη δουλειά τους κι
ετοιμάζονταν να γυρίσουν στο στάβλο, άκουσαν ένα τρομακτικό χλιμίντρισμα αλόγου
που ερχόταν από την αυλή. […] Όλα τα ζώα έτρεξαν με καλπασμό στην αυλή. Τότε είδαν
αυτό που είχε δει η Κλόβερ.
Ήταν ένα γουρούνι που στεκόταν
όρθιο.
Μάλιστα, ήταν ο Σκουήλερ. Λίγο αδέξια
[…] αλλά με τέλεια ισορροπία, έκοβε βόλτες στην αυλή. Αμέσως μετά, από την
πόρτα του σπιτιού βγήκαν στη σειρά άλλα γουρούνια περπατώντας όρθια. […] Τελικά
ακούστηκε ένα φοβερό γαύγισμα από τους σκύλους και ένα διαπεραστικό λάλημα του
πετεινού και βγήκε ο Ναπολέων, βαδίζοντας στα πισινά του πόδια όλος μεγαλοπρέπεια,
ρίχνοντας υπεροπτικές ματιές δεξιά κι αριστερά, με τα σκυλιά να χοροπηδούν ολόγυρά
του.
Κρατούσε και ένα μαστίγιο.
Επικράτησε νεκρική σιγή. Κατάπληκτα,
έντρομα, τα ζώα συσπειρώθηκαν όλα μαζί παρακολουθώντας τη μακριά σειρά των
γουρουνιών που περπατούσαν αργά μέσα στην αυλή. Ήταν σα να είχε αναποδογυρίσει
ολόκληρος ο κόσμος! Τότε, ήρθε μια στιγμή όπου η πρώτη ταραχή πέρασε, και, παρά
το φόβο των σκύλων, και παρά τη συνήθεια τόσων χρόνων να μην παραπονιούνται
ποτέ, […] ετοιμάστηκαν να διαμαρτυρηθούν. Αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή, σαν
από σύνθημα, όλα τα πρόβατα ξέσπασαν σ’ ένα βροντερό βέλασμα φωνάζοντας όλα
μαζί:
«Τέσσερα πόδια καλό, δύο πόδια
καλύτερο! Τέσσερα πόδια καλό, δύο πόδια καλύτερο! Τέσσερα πόδια καλό, δύο πόδια
καλύτερο!»
Αυτό συνεχίστηκε πέντε λεπτά
χωρίς διακοπή. Και όταν σώπασαν τα πρόβατα, η ευκαιρία να διαμαρτυρηθούν είχε
περάσει, γιατί τα γουρούνια είχαν ξαναμπεί στο σπίτι.
Ο Βενιαμίν αισθάνθηκε κάποιον να
τον ακουμπάει στον ώμο. Κοίταξε πίσω του. Ήταν η Κλόβερ […] τον τράβηξε απαλά
και τον οδήγησε στην άκρη της σιταποθήκης όπου ήταν γραμμένες οι Εφτά Εντολές. Για
ένα λεπτό, στάθηκαν και κοίταζαν τον τοίχο με τα γράμματα […] «Δε μου λες
Βενιαμίν, είναι οι Εφτά Εντολές όπως ήταν γραμμένες πάντοτε;»
Για πρώτη φορά ο Βενιαμίν δέχθηκε
να παραβεί τις αρχές του, και διάβασε δυνατά τι έβλεπε γραμμένο στον τοίχο. Δεν
υπήρχε τίποτα τώρα, εκτός από μια μοναδική Εντολή. Έλεγε:
ΟΛΑ ΤΑ ΖΩΑ ΕΙΝΑΙ ΙΣΑ
ΑΛΛΑ ΜΕΡΙΚΑ ΖΩΑ ΕΙΝΑΙ
ΠΙΟ ΙΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΛΛΑ
Κατόπιν αυτού δε φάνηκε παράξενο
το γεγονός ότι την άλλη μέρα τα γουρούνια που επέβλεπαν την εργασία στο κτήμα
κρατούσαν από ένα μαστίγιο στο μπροστινό τους πόδι· […] δε φάνηκε περίεργο όταν
ο Ναπολέων εμφανίστηκε με μια πίπα στο στόμα να κάνει βόλτες στον κήπο του
Κτήματος, όχι, ούτε ακόμα όταν τα γουρούνια έβγαλαν από την ντουλάπα τα ρούχα
του κ. Τζόουνς και τα φόρεσαν. […]
Μια εβδομάδα αργότερα, ένα απόγευμα,
ήρθαν μερικά αμάξια στο αγρόκτημα. Είχαν προσκαλέσει μια επιτροπή ιδιοκτητών από
τα γειτονικά κτήματα να κάνουν μια επιθεώρηση […]
Το βραδάκι ακούστηκαν γέλια και
τραγούδια από το σπίτι. Ξαφνικά, έπιασε τα ζώα μια περιέργεια ακούγοντας όλες αυτές
τις φωνές. Τι θα μπορούσε να συμβεί τώρα που τα ζώα συναντιόνταν με τους ανθρώπους
για πρώτη φορά σαν ίσος προς ίσο; Με μια κίνηση, όλα μαζί, σύρθηκαν μέσα στον
κήπο του σπιτιού όσο πιο σιγά μπορούσαν. […] Πατώντας στα νύχια, έφτασαν στο
σπίτι και τα πιο ψηλά κοίταξαν στα παράθυρα της τραπεζαρίας. Εκεί, γύρω από το
μεγάλο τραπέζι, κάθονταν μια ντουζίνα κτηματίες κι έξη από τα πιο εξέχοντα
γουρούνια. Ο Ναπολέων κάθονταν στην τιμητική θέση επικεφαλής του τραπεζιού. […]
Ο κ. Πίλκινγκτον σηκώθηκε όρθιος
με το κύπελλο στο χέρι. Ζήτησε από τη συντροφιά την άδεια να κάνει μια πρόποση,
αλλά πριν κάνει την πρόποση αισθάνεται ότι επιβάλλεται να πει μερικά πράγματα.
Είναι πολύ ευχάριστο γι’ αυτόν, είπε,
[…] ότι η μακρά περίοδος των παρεξηγήσεων και της δυσπιστίας έληξε. […] Είχαν
ανησυχήσει για τις επιπτώσεις που ενδεχομένως θα είχε μια τέτοια κατάσταση στα
δικά τους ζώα ή ακόμα και στους ανθρώπους υπαλλήλους τους. Αλλά τώρα όλες αυτές
οι αμφιβολίες είχαν σκορπιστεί. […] Πραγματικά σήμερα αυτός κι οι φίλοι του
παρατήρησαν πολλές μεθόδους τις οποίες σκόπευαν να εφαρμόσουν αμέσως και στα
δικά τους κτήματα. […] ο κύριος Πίλκινγκτον συνεχάρη ακόμα μια φορά τα
γουρούνια για το πενιχρό συσσίτιο, τα μεγάλα ωράρια εργασίας και τη γενική
απουσία καλοζωίας στο Κτήμα των Ζώων […] «Κύριοι», κάνω μια πρόποση: πίνω στην
άνθηση και την ευημερία του Κτήματος των Ζώων».
Επάνω σ’ αυτό, επικράτησε
ενθουσιασμός και ακούστηκαν ποδοκροτήματα. […] Όταν έγινε ησυχία, ο Ναπολέων, […]
δήλωσε ότι είχε και αυτός να πει δύο λόγια. […] Και εκείνος, είπε, είναι
ευτυχής που έληξε η περίοδος των παρεξηγήσεων. […] η μοναδική τους επιθυμία –
τώρα και στο παρελθόν – ήταν να ζήσουν ειρηνικά και να έχουν εμπορικές σχέσεις
με τους γείτονες. […]
Έχει, είπε μόνο μια παρατήρηση να
κάνει πάνω στον έξοχο λόγο του κυρίου Πίλκινγκτον.
Ο κύριος Πίλκινγκτον αναφερόταν διαρκώς στο Κτήμα των Ζώων […] Δεν μπορούσε
βέβαια να ξέρει – γιατί είναι η πρώτη φορά που αυτός, ο Ναπολέων, το
ανακοινώνει – ότι καταργήθηκε η ονομασία «Κτήμα των Ζώων». Από εδώ και πέρα, το
αγρόκτημα θα ονομάζεται «Αρχοντικό Κτήμα», […]
Αλλά καθώς τα ζώα παρακολουθούσαν
απ’ έξω τη σκηνή, τους φάνηκε ότι συνέβαινε ένα παράξενο πράγμα. Τι ήταν αυτό
που είχε αλλάξει στα πρόσωπα των γουρουνιών; Τα θαμπά γέρικα μάτια της Κλόβερ
πήγαιναν από το ένα πρόσωπο στο άλλο. Μερικά είχαν πέντε προγούλια, άλλα
τέσσερα, άλλα τρία. Όμως τι ήταν αυτό που φαινόταν να τα μπερδεύει και να τα
αλλάζει; […] Τα ζώα
γλίστρησαν σιγά- σιγά και έφυγαν.
[…] Ένας θόρυβος από δυνατές
φωνές σαν από καυγά έρχονταν από το σπίτι. Έτρεξαν πίσω και ξανακοίταξαν απ’ το
παράθυρο. Ναι, είχε ανάψει βίαιος καυγάς
[…] Η αιτία της φασαρίας φαίνεται ότι ήταν το γεγονός ότι ο Ναπολέων και ο κύριος
Πίλκινγκτον έπαιζαν ταυτόχρονα τον άσσο πίκα.
Δώδεκα φωνές ούρλιαζαν από θυμό,
και έμοιαζαν όλες. Τώρα μπορούσε να καταλάβει κανείς, τι συνέβη στα πρόσωπα των
γουρουνιών. Τα ζώα απ’ έξω κοίταζαν από γουρούνι σε άνθρωπο, και από άνθρωπο σε
γουρούνι, και ξανά από γουρούνι σε άνθρωπο· αλλά ήταν αδύνατο να αποφανθεί
κανείς ποιος ήταν ποιος.
ΛΟΝΔΙΝΟ – Ιούνιος 1944
Τζωρτζ Όργουελ, Η φάρμα των ζώων
(ΚΑΚΤΟΣ, 1978, σελ. 136-149)
Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013
Η φάρμα των ζώων (9)
[…] Εν τω μεταξύ, η ζωή ήταν
δύσκολη. Ο χειμώνας ήταν το ίδιο βαρύς με τον προηγούμενο, και το φαγητό είχε
λιγοστέψει ακόμα περισσότερο. Για μια άλλη φορά οι μερίδες περικόπηκαν, εκτός
από τις μερίδες των γουρουνιών και των σκύλων. Μια εντελώς αυστηρή ισότητα στο
συσσίτιο, εξήγησε ο Σκουήλερ, θα ήταν αντίθετη με τις αρχές του Ζωισμού.
Οπωσδήποτε, δε δυσκολεύτηκε να αποδείξει στ’ άλλα ζώα πως, παρά τα φαινόμενα,
δεν είχε πραγματικά λιγοστέψει το φαγητό. Προς το παρόν, φυσικά ήταν αναγκαίο
να γίνει μια αναπροσαρμογή στο συσσίτιο (ο Σκουήλερ μιλούσε πάντα για
«αναπροσαρμογή», ποτέ για «περικοπή»), αλλά συγκρίνοντας το κανείς με τις μέρες
του Τζόουνς έβλεπε μια τεράστια βελτίωση. […] τα ζώα πίστευαν κάθε λέξη. Για να
πούμε την αλήθεια ο Τζόουνς και κάθε τι που αντιπροσώπευε είχαν σχεδόν σβήσει
από τη μνήμη τους. Ήξεραν ότι η ζωή τους τώρα ήταν σκληρή και πανάθλια, ότι
πολύ συχνά πεινούσαν και κρύωναν, και ότι δούλευαν όλες τις ώρες που ήταν
ξύπνια. Αλλά χωρίς αμφιβολία τα πράγματα ήταν χειρότερα τον παλιό καιρό.
Χαίρονταν να πιστεύουν έτσι. Εξ άλλου, εκείνες τις μέρες ήταν σκλάβοι ενώ τώρα
ήταν λεύτεροι, κι αυτό τάλαζε όλα, καθώς δεν παρέλειπε να τονίζει ο Σκουήλερ.
Τώρα είχαν περισσότερα στόματα να
θρέψουν. Το φθινόπωρο, οι τέσσερις γουρούνες γέννησαν περίπου ταυτόχρονα
τριάντα ένα γουρουνάκια. […] Ανακοινώθηκε ότι αργότερα, όταν αγοράσουν
κεραμίδια και ξυλεία, θα χτίσουν ένα σχολείο στον κήπο του σπιτιού. Προς το
παρόν, τα γουρουνάκια έπαιρναν τη μόρφωσή τους απ’ τον ίδιο τον Ναπολέοντα,
στην κουζίνα του σπιτιού. Έκαναν ασκήσεις στον κήπο, και τους απαγόρευαν να
παίζουν με τα άλλα μικρά ζώα. […]
Αυτή η χρονιά στάθηκε παραγωγική
για το κτήμα, αλλά εξακολουθούσαν να μην υπάρχουν χρήματα. Έπρεπε να αγοράσουν
τούβλα, άμμο, και ασβέστη για το χτίσιμο του σχολείου και έπρεπε ν’ αρχίσουν να
μαζεύουν χρήματα και για τα μηχανήματα του ανεμόμυλου. […]
Το συσσίτιο, που είχε περικοπή το
Δεκέμβριο, περικόπηκε πάλι το Φεβρουάριο, και οι λάμπες στο στάβλο
καταργήθηκαν, για να μην καίνε λάδι. Αλλά τα γουρούνια ήταν πολύ άνετα, και
μάλιστα είχαν πάρει και βάρος. Ένα απόγευμα προς το τέλος του Φεβρουαρίου,
απλώθηκε σ’ όλη την αυλή μια λεπτή, πλούσια, ορεκτική ευωδιά που τα ζώα δεν
είχαν ξαναμυρίσει ως τώρα. Ερχόταν από το μικρό ζυθοποιείο που δεν είχε
χρησιμοποιηθεί από τον καιρό του Τζόουνς. […] Τα ζώα οσμίζονταν τοα αέρα
πειναλέα και αναρωτιόταν αν τους ετοίμαζαν κανένα ζεστό φαγητό για το δείπνο
τους. Αλλά κανένα ζεστό φαγητό δεν παρουσιάστηκε, και την επομένη Κυριακή, τους
ανακοίνωσαν ότι από τώρα και στο εξής όλο το κριθάρι θα φυλαγόταν για τα
γουρούνια […] Γρήγορα βγήκε η διάδοση ότι κάθε γουρούνι θα έπαιρνε με το
συσσίτιο του ένα όγδοο του γαλονιού μπύρα τη μέρα, και μισό γαλόνι ο ίδιος ο Ναπολέων. Του την
σέρβιραν πάντα σε μια σουπιέρα πολυτελείας.
Όμως σαν αντιστάθμισμα στις
δυσκολίες, υπήρχε το γεγονός ότι η ζωή είχε περισσότερη αξιοπρέπεια από πριν.
[…]
Τον Απρίλιο, το Αγρόκτημα των
Ζώων ανακηρύχτηκε Δημοκρατία, και δημιουργήθηκε η ανάγκη να εκλεγεί ένας
πρόεδρος. Υπήρχε μόνο ένας υποψήφιος, ο Ναπολέων, ο οποίος και εξελέγη
παμψηφεί. Την ίδια μέρα ανακοινώθηκε ότι ανακαλύφθηκαν καινούργια στοιχεία τα
οποία αποκάλυπταν περισσότερες λεπτομέρειες για την συνενοχή του Σνόουμπωλ με
τον Τζόουνς […]
Στα τέλη του καλοκαιριού,
εμφανίστηκε ξανά, ύστερα από τόσο καιρό, ο Μωυσής το κοράκι. […] Ανέβηκε σ’ ένα
δέντρο, χτυπούσε τα φτερά του μιλούσε με τις ώρες σ’ όποιον τον άκουγε. «Εκεί
ψηλά, σύντροφοι», έλεγε με μεγάλη επισημότητα, δείχνοντας τον ουρανό με το
μεγάλο ράμφος του – «εκεί ψηλά, ακριβώς πίσω απ’ αυτό το μαύρο σύννεφο που
βλέπετε – εκεί βρίσκεται τα Ζαχαρένιο Βουνό, αυτός ο ευτυχισμένος τόπος, όπου
εμείς τα φτωχά ζώα θα βρούμε την αιώνια ανάπαυση!». […]
Πολλά ζώα τον πίστευαν. Η ζωή
τους τώρα, συλλογίζονταν, ήταν σκληρή και στερημένη· δεν ήταν σωστό και δίκαιο
να υπάρχει καλύτερος κόσμος κάπου αλλού; Ένα πράγμα που ήταν δύσκολο να
εξηγήσει κανείς ήταν η στάση των γουρουνιών απέναντι στον Μωησή. Όλα δήλωσαν
περιφρονητικά ότι οι ιστορίες για το Ζαχαρένιο Βουνό ήταν παραμύθια · κι όμως
παρ’ όλα αυτά του επέτρεπαν να παραμένει στο αγρόκτημα, άνεργος, προσφέροντας
του και πέντε ουγγιές μπύρα την ημέρα.
[…] Πραγματικά, όλα τα ζώα
δούλεψαν σα σκλάβοι τούτη τη χρονιά. Εκτός από την κανονική δουλειά στο κτήμα,
και το ξανακτήσιμο του μύλου από την αρχή, ήταν και το σχολείο για τα
γουρουνάκια που άρχισε να χτίζεται το Μάρτιο. […]
Αλλά, ένα καλοκαιριάτικο
απόγευμα, ακούστηκε ότι κάτι συνέβη στο Μπόξερ […] Τα μισά ζώα του κτήματος
έτρεξαν στο λόφο όπου ήταν ο ανεμόμυλος. Εκεί κείτονταν ο Μπόξερ, […], αδύναμος
να σηκώσει το κεφάλι του […] Όλα τα ζώα έτρεξαν γρήγορα στο σπίτι να πουν τα
νέα στο Σκουήλερ […] Ύστερα από ένα τέταρτο φάνηκε ο Σκουήλερ, γεμάτος
ενδιαφέρον και συμπάθεια. Είπε ότι ο σύντροφος Ναπολέων πληροφορήθηκε το
ατύχημα που συνέβη σ’ ένα από τους πιο αφοσιωμένους εργάτες του κτήματος και
στεναχωρήθηκε πάρα πολύ. Έκανε ήδη τις προετοιμασίες να στείλει το Μπόξερ για
θεραπεία στο νοσοκομείο […] Τα ζώα ανησύχησαν πάνω σ’ αυτό. […], δεν είχε ποτέ
φύγει από το κτήμα κανένα άλλο ζώο, και δεν τους άρεσε η ιδέα ότι ο άρρωστος
σύντροφός τους θα βρισκόταν στα χέρια ανθρώπων. Οπωσδήποτε, ο Σκουήλερ, τους
έπεισε μ’ ευκολία ότι ο κτηνίατρος – χειρούργος θα μπορούσε να θεραπεύσει την
περίπτωση του Μπόξερ πολύ καλύτερα απ’ οτιδήποτε του έκαναν στο αγρόκτημα. […]
Τα ζώα ήταν όλα στη δουλειά
σκαλίζοντας τα γογγύλια κάτω απ’ την επίβλεψη ενός γουρουνιού, όταν μ’ έκπληξη
είδαν το Βενιαμίν να έρχεται καλπάζοντας από τη μεριά των κτηρίων του κτήματος,
γκαρίζοντας μ’ όλη του τη δύναμη. […] «Γρήγορα, γρήγορα!» φώναξε. «Ελάτε
γρήγορα! Παίρνουν το Μπόξερ!». Χωρίς να περιμένουν να ζητήσουν την άδεια από
κανένα, τα ζώα άφησαν τη δουλειά κι έτρεξαν στα κτήρια. Πράγματι, εκεί στην
αυλή στεκόταν ένα μεγάλο κλειστό φορτηγό, που το έσερναν δύο άλογα, και είχε
κάτι γράμματα γραμμένα στο πλάι. […]
Τα ζώα μαζεύτηκαν γύρω από το
φορτηγό. «Αντίο Μπόξερ!» φώναξαν όλα μαζί, «Αντίο! …».
«Ηλίθιοι! Ηλίθιοι!» ούρλιαξε ο
Βενιαμίν. […] «Ηλίθιοι! Δεν βλέπετε τι είναι γραμμένο στα πλάγια του φορτηγού;»
[…] O Βενιαμίν
[…] μέσα στη νεκρική σιγή διάβασε: «¨Άλφρεντ Σίμονς, Εκδορεύς Αλόγων. Έμπορος
Δερμάτων Ζώων¨. Δεν καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό; Πάνε το Μπόξερ για
σφάξιμο!»
Μια κραυγή φρίκης βγήκε απ’ το
στόμα όλων των ζώων. Εκείνη τη στιγμή ο άνθρωπος μαστίγωσε τα άλογα του και το
αμάξι ξεκίνησε με γοργό καλπασμό […]. Όλα τα ζώα ούρλιαζαν: «βγες έξω Μπόξερ!
Βγες έξω αμέσως!». Αλλά το αμάξι είχε ήδη απομακρυνθεί […]
Μετά τρεις μέρες τους
ανακοινώθηκε ότι πέθανε στο νοσοκομείο παρ’ όλο που έκαναν ότι μπορούσαν γι’
αυτόν. Ο Σκουήλερ ήρθε να φέρει τα νέα. Ήταν, είπε, παρών στις τελευταίες
στιγμές του Μπόξερ. […] «Ήμουν δίπλα του την τελευταία του στιγμή, και στο
τέλος, πολύ αδύναμος να μιλήσει, ψιθύρισε στ’ αυτί μου το μοναδικό του καημό,
που έφευγε χωρίς να έχει τελειώσει ο ανεμόμυλος. «Τραβήξτε μπροστά, σύντροφοι!»
ψιθύρισε. «Μπροστά στ’ όνομα της Επανάστασης! Ζήτω το Κτήμα των Ζώων! Ζήτω ο
σύντροφος Ναπολέων! Ο Ναπολέων έχει πάντα δίκιο!» Αυτές ήταν οι τελευταίες του
λέξεις σύντροφοι».
[…] Μερικά ζώα παρατήρησαν ότι το
αμάξι που τον έπαιρνε έγραφε «Εκδορεύς Αλόγων» […] Είναι σχεδόν απίστευτο, είπε
ο Σκουήλερ, πως τα ζώα μπορεί να είναι τόσο ηλίθια. Ασφαλώς ήξεραν, ούρλιαξε
αγανακτισμένος […], ήξεραν ασφαλώς πως ο λατρευτός τους αρχηγός ο σύντροφος Ναπολέων,
δεν θα επέτρεπε ποτέ να γίνει κάτι τέτοιο. Η εξήγηση ήταν πολύ απλή. Πριν, το
αμάξι ανήκε στον εκδορέα, ο οποίος το πούλησε στον κτηνίατρο, που δεν είχε
προφτάσει να σβήσει το όνομα. Να από πού προερχόταν η παρεξήγηση. Τα ζώα
ανακουφίστηκαν εξαιρετικά ακούγοντας τα αυτά. […] Η λύπη που ένιωσαν για το
θάνατο του συντρόφου τους μετριάστηκε με τη σκέψη ότι τουλάχιστον πέθανε
ευτυχισμένος.
Ο ίδιος ο Ναπολέων εμφανίστηκε
στη συγκέντρωση της επόμενης Κυριακής και απήγγειλε ένα επικήδειο λόγο προς
τιμήν του Μπόξερ. Δεν στάθηκε δυνατό, είπε, να φέρει τη σωρό του αείμνηστου
πολυαγαπημένου συντρόφου τους για να ταφεί στο κτήμα αλλά παρήγγειλε να του
κάνουν ένα μεγάλο στεφάνι […] Ακόμη, είπε, τα γουρούνια σχεδιάζουν να κάνουν σε
λίγες μέρες μια αναμνηστική γιορτή προς τιμή του Μπόξερ. Ο Ναπολέων τελείωσε το
λόγο του θυμίζοντας ξανά τα δύο αγαπημένα αποφθέγματα του Μπόξερ «Θα δουλέψω
περισσότερο» και «Ο Ναπολέων έχει πάντα δίκιο» - αποφθέγματα, είπε, που καλά θα
έκαναν να τα υιοθετήσουν όλα τα ζώα.
Την ορισμένη μέρα για τη γιορτή,
ήρθε ένα αμάξι […] και παρέδωσε στο σπίτι ένα μεγάλο ξύλινο κιβώτιο. Εκείνο το
βράδυ ακούστηκε ένας θόρυβος από δυνατά τραγούδια, που τον ακολούθησαν φωνές
που έμοιαζαν με βίαιο καυγά, […] Κανείς δεν έδωσε σημεία ζωής στο σπίτι πριν
από το μεσημέρι της επομένης, και βγήκε η διάδοση ότι από κάπου βρήκαν λεφτά τα
γουρούνια και αγόρασαν για τον εαυτό τους άλλη μια κάσα ουίσκι.
(ΚΑΚΤΟΣ, 1978, σελ. 121-135)
Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013
Η φάρμα των ζώων (8)
Μερικές μέρες αργότερα, όταν η τρομοκρατία που έσπειραν οι
εκτελέσεις είχε κοπάσει, μερικά ζώα θυμήθηκαν – ή νόμισαν πως θυμήθηκαν – ότι η
Έκτη Εντολή πρόσταζε: «Κανένα ζώο δεν πρέπει να σκοτώσει άλλο ζώο». Και, παρόλο
που κανείς δεν το ανέφερε μπροστά στα γουρούνια και τους σκύλους, αισθάνονταν
ότι οι εκτελέσεις που έγιναν δεν συμβιβάζονταν με αυτή την εντολή. Η Κλόβερ
ζήτησε από τον Βενιαμίν να της διαβάσει την Έκτη Εντολή, και όταν ο Βενιαμίν
είπε κατά τη συνήθειά του ότι αρνείται ν’ αναμιχθεί σε τέτοια θέματα, πήγε στη
Μύριελ. Η Μύριελ της διάβασε την Έκτη Εντολή. Έλεγε: «Κανένα ζώο δεν πρέπει να
σκοτώσει άλλο ζώο χωρίς λόγο». Φαίνεται ότι κατά κάποιο είχαν διαφύγει από το
μνημονικό των ζώων οι δύο τελευταίες λέξεις. Αλλά έβλεπαν τώρα ότι η Έκτη
Εντολή δεν είχε παραβιαστεί. Γιατί σαφώς υπήρχε λόγος να σκοτώσουν τους προδότες
[…]
Αυτό το χρόνο τα ζώα δούλεψαν πιο σκληρά απ’ τον προηγούμενο.
Το να κατορθώσουν να ξαναχτίσουν τον ανεμόμυλο με τους τοίχους δυό φορές πιο
χοντρούς από πριν, και να τελειώσουν στον καθορισμένο χρόνο βγάζοντας
ταυτόχρονα και την κανονική δουλειά στο κτήμα, απαιτούσε τεράστια προσπάθεια. […]
Τώρα, όλες οι διαταγές διαβιβάζονταν με το Σκουήλερ ή μ’ ένα
από τα άλλα γουρούνια. Ο ίδιος ο Ναπολέων δεν έκανε την εμφάνισή του παρά μια
φορά στις δεκαπέντε μέρες. Όταν εμφανιζόταν, είχε στην ακολουθία του, εκτός απ’
τους σκύλους κι ένα μικρό πετεινάρι, που έπαιζε το ρόλο του σαλπιγκτή και άφηνε
ένα δυνατό «κουκουρίκου!» πριν αρχίσει να μιλά ο Ναπολέων. Ακόμα και στο σπίτι
του κτήματος, έλεγαν, ο Ναπολέων κρατούσε χωριστά διαμερίσματα από τους άλλους.
[…]
Τον Ναπολέοντα πια, δεν τον αποκαλούσαν απλώς «Ναπολέοντα». Τώρα
τον αποκαλούσαν επίσημα «Ο αρχηγός μας, ο σύντροφος Ναπολέων», και το γουρούνια
εφεύρισκαν κάθε τόσο τίτλους σαν: Ο Πατερούλης όλων των ζώων, ο Τρόμος του
Ανθρώπινου Γένους, και παρόμοια, […] Είχε γίνει συνήθεια ν’ αποδίδεται στον
Ναπολέοντα κάθε χαμόγελο της τύχης, […]
Εν τω μεταξύ, μέσω του Ουάιμπερ ο Ναπολέων αναμίχθηκε σε
περίπλοκες διαπραγματεύσεις […] Η ξυλεία είχε μείνει απούλητη.[…]
Το φθινόπωρο κατάφεραν να τελειώσουν τον ανεμόμυλο […] Τα
μηχανήματα δεν είχαν τοποθετηθεί ακόμα και ο Ουάιμπερ διαπραγματευόταν την
αγορά τους, αλλά το χτίσιμο είχε τελειώσει. […] Ψόφια απ’ την κούραση, αλλά
περήφανα, τα ζώα στριφογύριζαν γύρω από το αριστούργημά τους, που τώρα φάνταζε
στα μάτια τους ακόμα πιο ωραίο απ’ την πρώτη φορά […] Ο Ναπολέων, με τη
συνοδεία των σκύλων του, ήρθε να επιθεωρήσει το έργο. Συγχάρηκε ο ίδιος προσωπικά
τα ζώα για την επιτυχία τους και ανήγγειλε ότι ο μύλος θα ονομαζόταν Μύλος Του Ναπολέοντα.
[…]
Μετά τρείς μέρες, […] ο Ναπολέων φώναξε όλα τα ζώα […] τα
προειδοποίησε […] ότι θάπρεπε να περιμένουν το χειρότερο. Μπορεί απ’ ώρα σε
ώρα, οι άνθρωποι να πραγματοποιήσουν την επίθεση που περίμεναν τόσο καιρό. […]
Ακριβώς την επομένη, έγινε η επίθεση […] Γεμάτα θάρρος, τα
ζώα όρμησαν να τους αντιμετωπίσουν, αλλά τούτη τη φορά η νίκη δεν ήταν τόσο
εύκολη όσο στη Μάχη του Παραπήγματος. […] Τα ζώα δεν μπορούσαν ν’
αντιμετωπίσουν τις σφαίρες και τις τρομακτικές εκρήξεις των όπλων και, παρά τις
προσπάθειες του Ναπολέοντα και του Μπόξερ να τα ανασυγκροτήσουν, υποχώρησαν
πολύ γρήγορα […] Όλος ο βοσκότοπος και μαζί και ο ανεμόμυλος βρισκόταν στα
χέρια του εχθρού. Για την ώρα, ακόμα κι ο Ναπολέων, τάχε χάσει […] Δύο άντρες […]
άνοιξαν μια τρύπα χαμηλά στη βάση του ανεμόμυλου […] έπειτα από λίγα λεπτά,
είδαν τους άντρες να σκορπίζονται σ’ όλες τις κατευθύνσεις. Ακούστηκε ένας εκκωφαντικός
κρότος […] Ο ανεμόμυλος δεν υπήρχε πια!
Σ’ αυτό το θέαμα, τα ζώα ξαναβρήκαν το θάρρος τους. […]
Υψώθηκε μια δυνατή κραυγή εκδίκησης και χωρίς να περιμένουν καμία διαταγή όρμησαν
κατά πάνω στον εχθρό. Ήταν μια άγρια μάχη. […]
Είχαν κερδίσει τη μάχη, αλλά ήταν εξαντλημένα και
καταματωμένα. Ο πανηγυρισμός κράτησε δυο μέρες […]
Ανακοινώθηκε ότι η μάχη θα ονομαστεί Μάχη του Ανεμόμυλου, κι ότι ο Ναπολέων
δημιούργησε ένα καινούργιο παράσημο, το Παράσημο της Πράσινης Σημαίας, το οποίο
απένειμε στον εαυτό του. […]
Υστερ’ από μερικές μέρες, τα γουρούνια έπεσαν με τα μούτρα
σε κάτι μπουκάλια ουίσκι που βρήκαν στο κελάρι του σπιτιού. […] το πρωί επεκράτησε
μεγάλη σιωπή στο σπίτι. Δεν παρουσιάστηκε ούτε ένα γουρούνι. Κατά τις εννέα
φάνηκε ο Σκουήλερ περπατώντας σιγανά και κακόκεφα […] φώναξε όλα τα ζώα και τους
είπε ότι φέρνει ένα τρομερό νέο. Ο σύντροφος Ναπολέων πεθαίνει!
Τότε ακούστηκε ένας θρήνος […] Στις έντεκα, ο Σκουήλερ βγήκε
να κάνει νέα αναγγελία. Ο σύντροφος Ναπολέων άφησε σαν τελευταία διαθήκη του στα
ζώα μια αυστηρή διαταγή: Όποιον πιάσουν να πίνει αλκοόλ θα τιμωρηθεί με θάνατο.
Οπωσδήποτε, κατά το απόγευμα, ο Ναπολέων φάνηκε να πηγαίνει
καλύτερα, και την άλλη μέρα το πρωί ο Σκουήλερ ανακοίνωσε ότι βρίσκεται στο
στάδιο της ανάρρωσης. Το ίδιο βράδυ, ο Ναπολέων ξανάρχισε τη δουλειά και την
επόμενη μαθεύτηκε ότι διέταξε τον Ουάιμπερ να αγοράσει έντυπα με οδηγίες γύρω από
τη ζυθοποιία και στη απόσταξη […]
Εκείνο περίπου τον καιρό, συνέβη ένα παράξενο γεγονός που
κανείς δεν μπόρεσε να το καταλάβει. Μια νύχτα κατά τις δώδεκα, ακούστηκε ένας δυνατός
κρότος στην αυλή, και τα ζώα έτρεξαν αμέσως έξω. Στη βάση του τοίχου της αποθήκης
όπου ήταν γραμμένες οι Εφτά Εντολές, βρίσκονταν μια σκάλα σπασμένη στα δύο. Ο Σκουήλερ,
παραζαλισμένος, κείτονταν κατά γης δίπλα στη σκάλα και κοντά του ήταν ένα
φανάρι, μια βούρτσα, κι ένα αναποδογυρισμένο δοχείο με άσπρη μπογιά […] Κανένα
ζώο δεν μπόρεσε να καταλάβει, τι σήμαινε αυτό. […]
Όμως ύστερ’ από μερικές μέρες […] ξαναδιαβάζοντας τις Εφτά
Εντολές, παρατηρήθηκε ότι υπήρχε κι άλλη μια Εντολή που δεν θυμόταν καλά τα
ζώα. Νόμιζαν ότι η Πέμπτη Εντολή έλεγε: «Κανένα ζώο δεν πρέπει να κάνει χρήση
οινοπνευματωδών», αλλά υπήρχε μια λέξη που είχαν ξεχάσει. Στην πραγματικότητα η
Εντολή έλεγε: «Κανένα ζώο δεν πρέπει να κάνει υπερβολική χρήση οινοπνευματωδών».
(ΚΑΚΤΟΣ, 1978, σελ. 104-120)
Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013
Η φάρμα των ζώων (7)
Ήταν ένας σκληρός χειμώνας […] Τα
ζώα εξακολουθούσαν ν’ αγωνίζονται μ’ όλες τους τις δυνάμεις να ξαναχτίσουν τον
ανεμόμυλο, ξέροντας ότι ο έξω κόσμος τους παρακολουθούσε και πως οι ζηλόφθονοι
άνθρωποι θα χαίρονταν και θα θριαμβολογούσαν αν ο μύλος δεν τελείωσε στην ώρα του.
[…]
Το Γενάρη το φαγητό λιγόστεψε. Η
μερίδα του καλαμποκιού περιορίστηκε δραστικά, και ανακοινώθηκε ότι θα μοίραζαν
στη θέση του μια μερίδα πατάτας επιπλέον. Τότε ανακάλυψαν ότι το μεγαλύτερο
μέρος της σοδειάς της πατάτας είχε παγώσει γιατί δεν τις είχαν σκεπάσει όπως
έπρεπε. […] Επί μέρες τα ζώα δεν είχαν να φάνε τίποτα άλλο από σκύβαλα.
Αντιμετώπιζαν άμεσα λιμό.
Ήταν ζωτική ανάγκη να κρύψουν
αυτό το γεγονός απ’ τον έξω κόσμο. […] Ο Ναπολέων κατάλαβε πως θα είχε άσχημα
επακόλουθα αν μαθευόταν η πραγματική τους κατάσταση, γι’ αυτό αποφάσισε να
χρησιμοποιήσει τον Ουάιμπερ για να δώσει μια αντίθετη εντύπωση. […] Δόθηκε
διαταγή σε μερικά διαλεγμένα ζώα -ως επί το πλείστον πρόβατα- όταν περνάει ο
κύριος Ουάιμπερ, να σχολιάζουν δήθεν τυχαία ότι αυξήθηκε το συσσίτιο. Επιπλέον,
ο Ναπολέων διέταξε να γεμίσουν με άμμο τα άδεια κιβώτια της αποθήκης σχεδόν ως
το χείλος, και να σκεπάσουν την άμμο, μ’ ένα στρώμα από τα περισσεύματα του
σταριού. Με κάποιο πρόσχημα, οδήγησαν τον
Ουάιμπερ μέσα στην αποθήκη και τον άφησαν να ρίξει μια ματιά στα
κιβώτια. Έτσι ξεγελιόταν […]
Οπωσδήποτε προς το τέλος του
Γενάρη έγινε φανερό ότι ήταν ανάγκη να προμηθευτούν από κάπου σιτάρι. […] Μια
Κυριακή πρωί. Ο Σκουήλερ ανακοίνωσε ότι οι κότες, που ήταν καιρός να γεννήσουν
πάλι, πρέπει να παραδώσουν τα’ αυγά τους. […] Το αντίτιμο των αυγών θα έφτανε
για να αγοράσουν αρκετό σιτάρι και τροφή ώστε να συντηρηθεί το κτήμα ως που
νάρθει το καλοκαίρι. […]
Όταν το άκουσαν αυτό οι κότες,
έβγαλαν μια κραυγή απελπισίας […] Ήταν έτοιμες να κλωσήσουν, και
διαμαρτυρήθηκαν λέγοντας ότι το να δώσουν τώρα τα’ αυγά τους θα ήταν καθαρή
δολοφονία. Για πρώτη φορά ύστερα από την ανατροπή του Τζόουνς, δημιουργήθηκε
μια ατμόσφαιρα που θύμιζε επανάσταση. Έχοντας τρεις φραγκόκοτες επικεφαλείς,
[…] δεν γέννησαν τα αυγά τους στις φωλιές, αλλά ανέβηκαν στα δοκάρια και από
κει τα’ άφηναν να θρυμματιστούν στο πάτωμα. Ο Ναπολέων έδρασε γοργά και χωρίς
οίκτο. Έκοψε το συσσίτιο για τις κότες και έβγαλε διαταγή να τιμωρηθεί με
θάνατο όποιος δοκίμαζε να δώσει έστω κι ένα σπειρί καλαμποκιού σε κότα. Οι
σκύλοι φρόντισαν να εφαρμοστούν αυτές οι διαταγές. Οι κότες άντεξαν πέντε μέρες
[…]
Όλο αυτό το διάστημα δεν είδε
κανείς το Σνόουμπωλ. Κυκλοφορούσε η φήμη ότι κρυβόταν σε μια από τις γειτονικές
φάρμες. […] είχε γίνει συνήθεια κάθε φορά που πήγαινε κάτι άσχημα να το
αποδίδουν στον Σνόουμπωλ […]
Μετά τέσσερις μέρες, αργά το
απόγευμα, ο Ναπολέων διέταξε να συγκεντρωθούν όλα τα ζώα στην αυλή. Όταν
μαζεύτηκαν όλα, ο Ναπολέων βγήκε από το σπίτι του κτήματος, φορώντας και τα δύο
του παράσημα (γιατί πρόσφατα είχε απονείμει στον εαυτό του τα μετάλλια «Ήρως,
Πρώτης Τάξεως», και «Ήρως, Δευτέρας
Τάξεως»), έχοντας γύρω του τα εννέα του σκυλιά που χοροπηδούσαν κι έβγαζαν
ουρλιαχτά που έκαναν τα ζώα να ριγούν. Όλα είχαν ζαρώσει σιωπηλά, μαντεύοντας
ότι κάτι τρομερό πρόκειται να συμβεί σε λίγο.
Ο Ναπολέων στάθηκε κοιτάζοντας
αυστηρά ένα γύρω το ακροατήριό του, και έβγαλε μια βροντερή κραυγή. Αμέσως οι
σκύλοι όρμησαν μπροστά, άρπαξαν τέσσερα γουρούνια από τα αυτιά […] τα έσυραν
στα πόδια του Ναπολέοντα […] Ο Ναπολέων τα διέταξε να ομολογήσουν τα εγκλήματά
τους. Ήταν τα ίδια εκείνα γουρούνια που είχαν διαμαρτυρηθεί όταν ο Ναπολέων κατήργησε τις κυριακάτικες
συνεδριάσεις. Χωρίς καμιά παραπάνω πίεση, ομολόγησαν ότι είχαν έρθει σε μυστική
επαφή με τον Σνόουμπωλ από τον καιρό του διωγμού του […] όταν τελείωσαν την
ομολογία τους, οι σκύλοι τους ξέσκισαν το λαρύγγι κι ο Ναπολέων, με μια τρομερή
φωνή, ρώτησε αν κανένα άλλο ζώο είχε να ομολογήσει τίποτα.
Οι τρεις κότες που ήταν οι
αρχηγοί στην απόπειρα της επανάστασης των αυγών, βγήκαν μπροστά […] Ύστερα,
παρουσιάστηκε μια χήνα […] Οι ομολογίες και εκτελέσεις συνεχίστηκαν μέχρι που
συγκεντρώθηκε μπροστά στα πόδια του Ναπολέοντα ένας σωρός από πτώματα […]
Όταν όλα τελείωσαν, τα ζώα που
είχαν απομείνει –εκτός απ’ τα γουρούνια και τους σκύλους- απομακρύνθηκαν
μουδιασμένα […] Δεν ήξεραν τι ήταν πιο φρικτό – η προδοσία των ζώων, […] ή η
άγρια τιμωρία τους στην οποία στάθηκαν μάρτυρες […] Από τότε που ο Τζόουνς
έφυγε απ’ το κτήμα μέχρι σήμερα, κανένα ζώο δεν είχε σκοτώσει το άλλο […]
Πάνω που είχαν τραγουδήσει (τον
ύμνο) για Τρίτη φορά, φάνηκε ο Σκουήλερ, συνοδευόμενος από δύο σκύλους μ’ ένα
ύφος βαρυσήμαντο. Ανήγγειλε ότι, κατόπιν ειδικής διαταγής του συντρόφου
Ναπολέοντα, ο ύμνος καταργείται. Από εδώ και πέρα απαγορευόταν να το
τραγουδούν. Τα ζώα μαρμάρωσαν. «Γιατί» φώναξε η […] «Δε χρειάζεται πια
συντρόφισσα», είπε ο Σκουήλερ σκληρά. «Ο ύμνος, ήταν τραγούδι της Επανάστασης.
Αλλά η Επανάσταση τώρα τελείωσε. Η εκτέλεση των προδοτών σήμερα ήταν η τελική
φάση. Ο εχθρός απ’ έξω κι από μέσα νικήθηκε. […] Επομένως αυτό το τραγούδι δεν
έχει πια κανένα σκοπό» […]
Στη θέση του , ο Μίνιμους, ο
ποιητής, συνέθεσε ένα άλλο τραγούδι που άρχιζε:
Ω, Κτήμα των
Ζώων, ώ, Κτήμα των Ζώων.
Εγώ ποτέ κακό
δε θ’ αφήσω να πάθετε!
κι’ αυτό τραγουδιόταν κάθε
Κυριακή πρωί, μετά την ανύψωση της Σημαίας […]
(ΚΑΚΤΟΣ, 1978, σελ. 88-103)
Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013
Η φάρμα των ζώων (6)
Όλη τη χρονιά, τα ζώα δούλεψαν
σαν σκλάβοι. Αλλά ήταν ευτυχισμένα με τη δουλειά τους· δεν βαρυγκωμούσαν
καθόλου γιατί ήξεραν πως ότι έκαναν ήταν για το καλό τους και για κείνους που
θα ερχόταν μετά απ’ αυτούς, και όχι για ένα μάτσο άχρηστους, τεμπέληδες
ανθρώπους.
Σ’ όλο το διάστημα της άνοιξης
και του καλοκαιριού, εργάζονταν εξήντα ώρες την εβδομάδα, και τον Αύγουστο, ο
Ναπολέων ειδοποίησε ότι θάπρεπε να εργάζονται και την Κυριακή το απόγευμα.
Βέβαια, αυτή η επιπλέον εργασία ήταν εθελοντική, αλλά όποιο ζώο δεν θα πήγαινε,
θα μειώνονταν το συσσίτιό του στο μισό. Όμως, παρ’ όλα αυτά τα μέτρα, η δουλειά
έμενε πάντα πίσω. […]
Ο ανεμόμυλος παρουσίασε
απροσδόκητες δυσκολίες […] Παρ’ όλο το φόρτο εργασίας, τα ζώα δεν αισθάνονταν
άσχημα αυτό το καλοκαίρι. Αν και δεν είχαν περισσότερο φαγητό απ’ όσο τον καιρό
του Τζόουνς τουλάχιστον δεν είχαν λιγότερο. Το γεγονός ότι είχαν να τρέφουν
μόνο τους εαυτούς τους και όχι τους πέντε άχρηστους ανθρώπους που είχαν πριν,
τους φαινόταν τόσο σπουδαίο πλεονέκτημα, που μπορούσε ν’ αντισταθμίσει πολλά
κακά. […] Όπως και νάναι, καθώς έφευγε το καλοκαίρι, άρχισαν να γίνονται
αισθητές διάφορες απρόβλεπτες ελλείψεις. […]
Μια Κυριακή πρωί, που τα ζώα
είχαν μαζευτεί για να πάρουν διαταγές, ο Ναπολέων τους ανακοίνωσε ότι αποφάσισε
να εφαρμόσει νέα τακτική. Από τώρα και στο εξής το Κτήμα των Ζώων, θα
συναλλασσόταν με τα γειτονικά κτήματα: όχι βέβαια για κανένα εμπορικό σκοπό,
αλλά απλώς για να αποκτήσουν ορισμένα υλικά που χρειάζονταν επειγόντως. […]
Για μια φορά ακόμα, τα ζώα
ένοιωσαν μια αόριστη ανησυχία. «Ποτέ δεν πρέπει να έχουμε δοσοληψίες με τους
ανθρώπους». «Ποτέ δεν πρέπει να κάνουμε εμπορικές συμφωνίες». «Ποτέ δεν πρέπει
ν’ αγγίζουμε χρήματα». Αυτές δεν ήταν από τις πρώτες αποφάσεις που πάρθηκαν
μετά το διωγμό του Τζόουνς; Όλα τα ζώα θυμόνταν αυτές τις αποφάσεις: ή
τουλάχιστον νόμιζαν ότι τις θυμόνταν. Τα τέσσερα γουρούνια που είχαν
διαμαρτυρηθεί όταν ο Ναπολέων κατήργησε τις συνεδριάσεις, ύψωσαν δειλά τη φωνή
τους, αλλά σώπασαν αμέσως μετά το τρομακτικό ουρλιαχτό που έμπηξαν οι σκύλοι.
Τότε, όπως συνήθως, τα πρόβατα ξέσπασαν στο «Τέσσερα πόδια καλό, δύο πόδια
κακό!» και η στιγμιαία αμηχανία πέρασε. Τελικά ο Ναπολέων σήκωσε το πόδι του
για να γίνει ησυχία και ανήγγειλε ότι είχε ήδη τακτοποιήσει το ζήτημα. Δεν θα
χρειαζόταν να έρθει κανένα ζώο σ’ επικοινωνία με ανθρώπους, πράγμα που βέβαια
θα ήταν πολύ δυσάρεστο. Σκόπευε να σηκώσει ο ίδιος αυτό το βάρος στους ώμους
του. Κάποιος κύριος Ουάιμπερ, ένας δικηγόρος […] είχε αναλάβει να μεσολαβήσει
μεταξύ του Κτήματος των Ζώων και του έξω κόσμου, […] Ο Ναπολέων τελείωσε το
λόγο του με τη συνηθισμένη του κραυγή «Ζήτω το Κτήμα των Ζώων!», και αφού
τραγούδησαν τον ύμνο, τα ζώα διαλύθηκαν. […]
Κάθε Δευτέρα, όπως είχαν
συμφωνήσει, ο κύριος Ουάιμπερ έκανε την επίσκεψή του στο αγρόκτημα. […] Τα ζώα
παρακολουθούσαν το πήγαινε έλα του με ένα είδος φόβου, και τον απέφευγαν όσο
μπορούσαν. Οπωσδήποτε, η θέα του Ναπολέοντα στα τέσσερά του πόδια, να δίνει
διαταγές στον Ουάιμπερ που στεκόταν στα δύο του πόδια, εξύψωνε την περηφάνια
τους, και συνθηκολόγησαν με τη νέα κατάσταση. Τώρα οι σχέσεις με την ανθρώπινη
ράτσα, δεν ήταν όπως πριν. Οι άνθρωποι δε μισούσαν, τώρα λιγότερο το κτήμα των
Ζώων: για να πούμε την αλήθεια, το μισούσαν περισσότερο από ποτέ. Κάθε άνθρωπος
είχε σαν άρθρο πίστης ότι το αγρόκτημα αργά ή γρήγορα θα χρεοκοπούσε, και πάνω
απ’ όλα, ότι ο ανεμόμυλος ήταν σχέδιο καταδικασμένο να αποτύχει. […] Κι όμως,
παρ’ όλα αυτά, χωρίς να το θέλουν, είχαν ένα είδος σεβασμού για την
αποτελεσματικότητα με την οποία τα ζώα διεκπεραίωναν τις υποθέσεις τους […]
Περίπου τότε ήταν που τα
γουρούνια ξαφνικά μετακόμισαν στο σπίτι του αγροκτήματος και το έκαναν μόνιμη
κατοικία τους. Ακόμα μια φορά τα ζώα έδειξαν να θυμούνται ότι τις πρώτες μέρες
είχε βγει μια απόφαση εναντίον αυτής της συνήθειας· και ακόμα μια φορά ο
Σκουήλερ φάνηκε πρόθυμος να τα πείσει ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Ήταν
εντελώς απαραίτητο, είπε, για τα γουρούνια, που ήταν το μυαλό του αγροκτήματος,
να έχουν μια ήσυχη γωνιά να εργάζονται. Επίσης ταίριαζε περισσότερο στην
αξιοπρέπεια του Αρχηγού (τελευταία είχε αρχίσει να προσφωνεί τον Ναπολέοντα
«Αρχηγό»), να μένει σ’ ένα σπίτι αντί σε μια σκέτη τρώγλη. […] «Δεν πιστεύω να
υπάρχει κανένας που να επιθυμεί να ξανάρθει ο Τζόουνς;»
Τα ζώα τον βεβαίωσαν αμέσως για
το αντίθετο, και έτσι δεν ειπώθηκε τίποτα πια πάνω στο θέμα […] Κι όταν, έπειτα
από μερικές μέρες, ανακοινώθηκε ότι τα γουρούνια στο εξής θα σηκώνονταν μια ώρα
αργότερα απ’ τα’ άλλα ζώα, δεν έγινε κανένα παράπονο ούτε και γι’ αυτό.
Κατά το φθινόπωρο τα ζώα ήταν
κατάκοπα, αλλά ευτυχισμένα. Πέρασαν ένα δύσκολο χρόνο, μετά το πούλημα του
σανού και του καλαμποκιού, οι προμήθειες των τροφίμων για το χειμώνα δεν ήταν
αρκετές, αλλά ο ανεμόμυλος ήταν αρκετή ανταμοιβή για όλα. Ήταν τώρα σχεδόν
μισοκτισμένος […] Στις ελεύθερες ώρες τα ζώα γυρόφερναν τον μισοτελειωμένο μύλο
θαυμάζοντας τους τεράστιους, κάθετους τοίχους, έχοντας ταυτόχρονα κι ένα
αυτοθαυμασμό για το πώς κατάφεραν να χτίσουν κάτι τόσο επιβλητικό και
μεγαλοπρεπές. Μόνο ο γέρο-Βενιαμίν δε φάνηκε να ενθουσιάζεται με τον ανεμόμυλο,
και όπως συνήθως, επανέλαβε την αινιγματική του παρατήρηση ότι οι γάιδαροι ζουν
πολλά χρόνια.
Ο Νοέμβριος, έφτασε με κάτι
λυσσασμένους νοτιοδυτικούς ανέμους. […] Μια νύχτα η θύελλα ξέσπασε τόσο
μανιασμένη, που τα κτίρια του κτήματος σείστηκαν συθέμελα […] Το πρωί, τα ζώα
βγήκαν από το παχνί τους […] Ξαφνικά, μια κραυγή απελπισίας βγήκε απ’ τα χείλια
όλων. Αντίκρισαν κάτι τρομερό: Ο ανεμόμυλος είχε σωριαστεί σ’ ερείπια.
Όλα μαζί, όρμησαν προς τα εκεί. Ο
Ναπολέων, ο οποίος έβγαινε σπάνια, έτρεξε πιο μπροστά απ’ όλους. Ναι, ο καρπός
του μόχθου τους, κείτονταν εκεί σωριασμένος στα θεμέλιά του, […]Ο Ναπολέων
περπατούσε πέρα – δώθε σιωπηλά, […] Ξαφνικά, σταμάτησε σα να φωτίστηκε το μυαλό
του.
«Σύντροφοι», είπε ήσυχα, «ξέρετε
ποιος είναι υπεύθυνος γι’ αυτό; Ξέρετε ποιος είναι ο εχθρός που ήρθε μέσα στη
νύχτα και κατάστρεψε τον ανεμόμυλο μας; Ο ΣΝΟΟΥΜΠΩΛ!», βρυχήθηκε ξαφνικά με μια
φωνή σαν κεραυνό. «Ο Σνόουμπωλ το έκανε αυτό! Από καθαρή κακία, με πρόθεση να
χαλάσει τα σχέδιά μας και να εκδικηθεί για την ντροπιασμένη εξορία του. […]
Σύντροφοι, αυτή τη στιγμή αποφασίζω τη θανατική καταδίκη του Σνόουμπωλ. Δίνω το
παράσημο «Ήρως Δευτέρας Τάξεως» και μισό κιλό μήλα σ’ όποιον τον σκοτώσει.
Ολόκληρο κιλό, σ’ όποιον τον πιάσει ζωντανό!» […]
«Όχι άλλες αργοπορίες,
σύντροφοι!» είπε ο Ναπολέων […] «Έχουμε δουλειά να κάνουμε. Σήμερα κιόλας θα
αρχίσουμε να ξαναχτίζουμε τον ανεμόμυλο […] θα δείξουμε σ’ αυτόν τον άθλιο
προδότη ότι δεν μπορεί να καταστρέψει το έργο μας τόσο εύκολα. Να θυμόσαστε
σύντροφοι, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση τα σχέδιά μας να μείνουν
απραγματοποίητα. Πρέπει να εκτελεστούν μέχρι τέλους. Εμπρός, σύντροφοι! Ζήτω ο
ανεμόμυλος! Ζήτω το Κτήμα των Ζώων!».
(ΚΑΚΤΟΣ, 1978, σελ. 76-87)
Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013
Η φάρμα των ζώων (5)
[…] Ο Γενάρης ήρθε πολύ βαρύς.
[…] και δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα στα χωράφια. Πολλές συσκέψεις έγιναν στη
σιταποθήκη, και τα γουρούνια καταγίνονταν με τα σχέδια της εργασίας του
ερχόμενου χρόνου. Έγινε παραδεκτό ότι τα γουρούνια, που φανερά ήταν πιο έξυπνα
από τα’ άλλα ζώα, θα αποφάσιζαν για όλα τα θέματα που αφορούσαν τη διοίκηση,
όμως οι αποφάσεις έπρεπε να εγκρίνονται από την πλειοψηφία. Αυτό το τελευταίο
θα ήταν αποτελεσματικό, αν δεν υπήρχαν οι διαφωνίες μεταξύ του Ναπολέοντα και
του Σνόουμπωλ. Αυτοί οι δύο, διαφωνούσαν σ’ όλα τα θέματα. […] Ο καθένας είχε
τους δικούς του οπαδούς, και γινόταν σκληροί αγώνες […] Αλλά απ’ όλες τους τις
φιλονικίες καμιά δεν ήταν τόσο άγρια όσο αυτή που αφορούσε το θέμα του ανεμόμυλου,
[…]
Ολόκληρη η φάρμα βρέθηκε
διχασμένη πάνω στο θέμα του ανεμόμυλου. Ο Σνόουμπωλ, παραδέχτηκε, ότι το
χτίσιμο του θα ήταν δύσκολη δουλειά […] Αλλά ισχυρίζονταν ότι όλα αυτά θα
μπορούσαν να γίνουν μέσα σ’ ένα χρόνο και μετά απ’ αυτό, δήλωσε, θα εργάζονταν
μόνο τρεις φορές τη βδομάδα. Ο Ναπολέων, απ’ την άλλη μεριά, υποστήριζε πως
εκείνο που προέχει προς το παρόν, είναι να αυξήσουν την παραγωγή των τροφίμων,
και ότι αν σπαταλούσαν τον καιρό τους για τον ανεμόμυλο, θα πέθαιναν όλοι από
την πείνα. Τα ζώα αμέσως, χωρίστηκαν σε δύο κόμματα με τα ακόλουθα συνθήματα: «Ψηφίστε
Σνόουμπωλ για λιγότερη δουλειά» και «Ψηφίστε Ναπολέοντα για γεμάτο στομάχι». Ο
Βενιαμίν, ήταν το μόνο ζώο που πήγε με κανένα κόμμα. Αρνήθηκε να πιστέψει ότι
τα τρόφιμα θα αυξάνονταν, ή ότι ο ανεμόμυλος θα γλύτωνε δουλειά. Με ή χωρίς
μύλο, έλεγε, η ζωή θα κυλούσε ολόιδια, δηλαδή άσχημα.
Εκτός από τις φιλονικίες για τον
ανεμόμυλο, υπήρχε και το ζήτημα του αμυντικού συστήματος του αγροκτήματος. Ήταν
φανερό, ότι παρ’ όλο που οι άνθρωποι νικήθηκαν […] μπορεί ν’ αποφάσιζαν νέα
απόπειρα […] Σύμφωνα με τον Ναπολέοντα, τα ζώα θάπρεπε να κάνουν όπλα και να
εξασκηθούν πάνω στη χρήση τους. Κατά τη γνώμη του Σνόουμπωλ, θάπρεπε να
στέλνουν ολοένα και περισσότερα περιστέρια, με σκοπό να ξεσηκώσουν τα ζώα των
άλλων κτημάτων σε επανάσταση […] Τα ζώα […] δεν μπορούσαν να αποφασίσουν πιο
είναι το σωστό· στην πραγματικότητα, συμφωνούσαν πάντα με όποιον μιλούσε εκείνη
τη στιγμή.
Τελικά, έφτασε η μέρα που […] θα
γινόταν ψηφοφορία για το αν θάπρεπε να χτιστή ο ανεμόμυλος ή όχι. Όταν
μαζεύτηκαν όλα τα ζώα στη μεγάλη σιταποθήκη, ο Σνόουμπωλ στάθηκε στο βήμα και
παρ’ όλο που τον διέκοπταν ολοένα τα βελάσματα των προβάτων, εξέθεσε τους
λόγους για τους οποίους υπεράσπιζε το χτίσιμο του ανεμόμυλου. Τότε ο Ναπολέων
σηκώθηκε να απαντήσει. Είπε πολύ ήσυχα ότι ο ανεμόμυλος ήταν ανοησία και ότι δε
συμβούλευε κανέναν να ψηφίσει υπέρ, και κάθισε αμέσως· […] Πάνω σ’ αυτό ο
Σνόουμπωλ σηκώθηκε, και διατάζοντας τα πρόβατα να σωπάσουν (γιατί είχαν αρχίσει
πάλι να βελάζουν) έκανε μια έντονη έκκληση να ψηφίσουν υπέρ του ανεμόμυλου.
Μέχρι τώρα τα ζώα ήταν όμοια διχασμένα, αλλά η ευγλωττία του Σνόουμπωλ τα πήρε
με το μέρος του. […] Στο τέλος της ομιλίας του, δεν υπήρχε πια αμφιβολία για το
ποιον θα ψήφιζαν τα ζώα. Αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο Ναπολέων σηκώθηκε και
ρίχνοντας ένα περίεργο λοξό βλέμμα στον Σνόουμπωλ, έβγαλε μια κραυγή, που όμοιά
της, δεν είχε ξανακουστεί ποτέ.
Πάνω σ’ αυτό, ακούστηκε ένα
τρομερό γαύγισμα απ’ έξω, και εννέα πελώρια σκυλιά, φορώντας μπρούτζινους
λαιμοδέτες. Ήρθαν τρέχοντας μέσα στη σιταποθήκη. Όρμησαν κατ’ ευθείαν πάνω στον
Σνόουμπωλ, που μόλις πρόφτασε να πεταχτεί από τη θέση του για να γλιτώσει […]
Κατάπληκτα, πολύ τρομαγμένα για να μπορούν να μιλήσουν, τα ζώα μαζεύτηκαν στην
πόρτα για να δουν το κυνηγητό. Ο
Σνόουμπωλ έτρεχε […] Τότε, έδωσε ένα γερό πήδο και γλίστρησε μέσα από
μια τρύπα του φράκτη κι έγινε άφαντος.
Σιωπηλά και τρομαγμένα τα ζώα
ξαναγύρισαν στην αποθήκη. Τα σκυλιά ήλθαν αμέσως χοροπηδώντας. Στην αρχή,
κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί από πού ερχόταν αυτά τα πλάσματα, αλλά
γρήγορα η απορία τους λύθηκε: ήταν τα σκυλάκια που είχε πάρει ο Ναπολέων απ’
τις μητέρες τους μικρά και ανάθρεψε μυστικά […], συνεχώς καθόταν κοντά στον
Ναπολέοντα. Παρατηρήθηκε ότι κουνούσαν την ουρά τους σ’ αυτόν, κατά τον ίδιο
τρόπο που συνήθιζαν οι άλλοι σκύλοι να κάνουν στο παρελθόν με τον κύριο
Τζόουνς.
Ο Ναπολέων, ακολουθούμενος από
τους σκύλους του, ανέβηκε στην εξέδρα, εκεί όπου άλλοτε ο μακαρίτης ο
γέρο-στρατηγός είχε σταθεί να βγάλει το λόγο του. Ανήγγειλε ότι από τώρα και
στο εξής, οι συνεδριάσεις της Κυριακής θα έπαιρναν τέλος. Δεν ήταν απαραίτητες,
είπε, και ήταν σπατάλη χρόνου. Στο μέλλον όλα τα θέματα που αφορούσαν τη
δουλειά στο αγρόκτημα, θα τα αναλάμβανε μια ειδική επιτροπή από γουρούνια, κάτω
από τη δική του ηγεσία. […] Τα ζώα θα έπρεπε να μαζεύονται πάντα τις Κυριακές
το πρωί […] και να λαμβάνουν τις οδηγίες για όλη τη βδομάδα· αλλά συζητήσεις
δεν θα γίνονταν πια.
Αν και ήταν ήδη τρομοκρατημένα
[…] τα ζώα θορυβήθηκαν […] Μερικά γουρούνια, πάντως, στάθηκαν πιο θαρραλέα […]
έβγαλαν μερικές κραυγές αποδοκιμασίας, σηκώθηκαν και άρχισαν να μιλάνε όλα
μαζί. Αλλά ξαφνικά, τα σκυλιά που ήταν γύρω από τον Ναπολέοντα άφησαν κάτι
βαθιά γρυλίσματα τόσο απειλητικά, που τα γουρούνια σώπασαν αμέσως και
ξανακάθισαν. Τότε τα πρόβατα ξέσπασαν σε κάτι φοβερά βελάσματα «Τέσσερα πόδια
καλό, δύο πόδια κακό!» πράγμα που συνέχισαν σχεδόν επί ένα τέταρτο της ώρας, κι
έτσι έβαλαν τέλος στην παραμικρή απόπειρα συζήτησης.
Αμέσως μετά, ο Σκουήλερ στάλθηκε
ένα γύρο στη φάρμα να εξηγήσει τη νέα κατάσταση στους άλλους. «Σύντροφοι»,
είπε, «πιστεύω ότι κάθε ζώο εδώ μέσα εκτίμησε τη θυσία που έκανε ο Ναπολέων, με
το αναλάβει όλη τούτη τη πρόσθετη εργασία. Μη φαντάζεστε σύντροφοι ότι η ηγεσία
είναι ευχάριστη! Αντίθετα, είναι μια σοβαρή και βαριά ευθύνη. Κανείς δεν
πιστεύει πιο σταθερά από το σύντροφο Ναπολέοντα ότι όλα τα ζώα είναι ίσα. Θα
ήταν ευτυχής αν μπορούσε να σας αφήσει να παίρνετε μόνοι σας τις αποφάσεις για
τον εαυτό σας. Αλλά καμιά φορά θα μπορούσατε να πάρετε λανθασμένες αποφάσεις
σύντροφοι, και τότε τι θα γινόταν; Αν υποθέσουμε πως αποφασίζατε ν’
ακολουθήσετε τον Σνόουμπωλ με τη τρέλα του για τους ανεμόμυλους και τα παρόμοια
– τον Σνόουμπωλ, που, όπως ξέρουμε τώρα, δεν υπήρξε παρά ένας εγκληματίας;»
«Πολέμησε γενναία […]», είπε
κάποιος. «Η ανδρεία δεν φτάνει», είπε ο Σκουήλερ. […] «Πειθαρχία σύντροφοι,
σιδερένια πειθαρχία! Αυτό είναι το σύνθημα της σήμερον. Ένα βήμα λάθος, και οι
εχθροί μας έφτασαν. Σίγουρα, σύντροφοι, δεν θέλετε ξανά τον Τζόουνς;»
Για άλλη μια φορά, δεν υπήρχε
θέμα. […]
Ο καιρός είχε καλυτερέψει και η
εποχή του οργώματος άρχισε. […] Κάθε Κυριακή πρωί στις δέκα η ώρα, τα ζώα
συγκεντρώνονταν στη μεγάλη σιταποθήκη για να πάρουν τις διαταγές της εβδομάδας.
Το κρανίο του γέρο-στρατηγού, ξεθάφτηκε από τον κήπο και τοποθετήθηκε σ’ ένα
κούτσουρο […], τα ζώα ήταν υποχρεωμένα να περνούν μπροστά από το κρανίο και να το
χαιρετούν με ευλάβεια προτού μπουν στην αποθήκη. Τώρα πια, δεν κάθονταν όλα
μαζί, όπως γινόταν στο παρελθόν. Ο Ναπολέων με τον Σκουήλερ, κι ένα άλλο
γουρούνι που ονομαζόταν Μένιμους και που είχε το εξαιρετικό χάρισμα να συνθέτει
τραγούδια και στίχους, κάθονταν στην εξέδρα με τους εννέα νεαρούς σκύλους να
σχηματίζουν ένα ημικύκλιο γύρω τους, και τ’ άλλα γουρούνια από πίσω. Τα
υπόλοιπα ζώα κάθονταν αντίκρυ στο κέντρο της αίθουσας. Ο Ναπολέων διάβαζε τις
διαταγές της εβδομάδας, και αφού τραγουδούσαν μια φορά τον ύμνο, όλα τα ζώα
σκορπίζονταν.
Την τρίτη Κυριακή μετά το διωγμό
του Σνόουμπωλ, τα ζώα άκουσαν με έκπληξη τον Ναπολέοντα να αναγγέλλει ότι
τελικά ο ανεμόμυλος θα χτιστεί. Δεν έδωσε εξηγήσεις για την αλλαγή της απόφασης
του, αλλ’ απλώς προειδοποίησε τα ζώα ότι το πρόσθετο αυτό έργο, σήμαινε
εξαιρετικά σκληρή δουλειά. Μπορεί ακόμα να χρειαζόταν να μειωθούν οι μερίδες
στο συσσίτιο […] Το χτίσιμο του ανεμόμυλου, με διάφορες άλλες βελτιώσεις, θα
τους έπαιρνε δύο χρόνια.
Εκείνο το απόγευμα, ο Σκουήλερ
εξήγησε ιδιαιτέρως στα ζώα ότι ο Ναπολέων, στην πραγματικότητα ποτέ δεν είχε
αντίρρηση στα σχέδια του ανεμόμυλου. […] Ο Σνόουμπωλ το είχε κλέψει από τα
χαρτιά του Ναπολέοντα […] Τότε, γιατί, ρώτησε κάποιος, είχε εναντιωθεί τόσο
πολύ […] γι’ αυτό το ζήτημα; Εδώ, ο Σκουήλερ πήρε ένα ύφος εξαιρετικά πανούργο.
Αυτό, είπε, ήταν το κόλπο του συντρόφου Ναπολέοντα. Έκανε δήθεν πως
εναντιώνεται, ακριβώς από ελιγμό, για να ξεφορτωθεί τον Σνόουμπωλ, που ήταν
ένας επικίνδυνος χαρακτήρας και ασκούσε πολύ καλή επιρροή. […] Επανέλαβε πολλές
φορές, «Τακτική, σύντροφοι, τακτική!» Τα ζώα δεν ήταν σίγουρα για το νόημα της
λέξης, αλλά ο Σκουήλερ μιλούσε τόσο πειστικά, και οι τρείς σκύλοι που ήταν μαζί
του γρύλλιζαν τόσα απειλητικά, ώστε δέχτηκαν την εξήγηση του χωρίς άλλες
ερωτήσεις.
(ΚΑΚΤΟΣ, 1978, σελ. 63-75)
Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012
Η φάρμα των ζώων (4)
Κατά
το τέλος του καλοκαιριού, τα νέα για τα συμβάντα στο κτήμα των Ζώων, είχαν
διατρέξει τη μισή χώρα. Κάθε μέρα, ο Σνόουμπολ και ο Ναπολέων έστελναν
περιστέρια με οδηγίες ν’ ανακατεύονται με τα άλλα των γειτονικών κτημάτων, να
τους διηγούνται την ιστορία της Επανάστασης […]
Ο
κ. Τζόουνς, περνούσε τον καιρό του στο καπηλειό […] κάνοντας παράπονα σ’ όποιον
τον άκουγε […] Από θέμα αρχής, οι άλλοι ιδιοκτήτες τον συμπόνεσαν, αλλά δεν του
έδωσαν καμιά βοήθεια στην αρχή. Στο βάθος ο καθένας τους, αναρωτιόταν μέσα του
πως θα μπορούσε να επωφεληθεί ο ίδιος από την ατυχία του κ. Τζόουνς. Ήταν
ευτύχημα το ότι οι ιδιοκτήτες των δύο κτημάτων που συνόρευαν με το κτήμα των
Ζώων, βρισκόταν μονίμως σε εχθρικές σχέσεις μεταξύ τους […] Οπωσδήποτε,
και οι δύο είχαν αναστατωθεί από την Επανάσταση στο κτήμα των Ζώων, και
προσπαθούσαν να εμποδίσουν τα δικά τους ζώα να μάθουν πολλά γι’ αυτήν. Στην
αρχή κάγχαζαν και μόνο στην ιδέα ότι θα ήταν ποτέ δυνατόν ζώα να καταφέρουν
μόνα τους να τα βγάλουν πέρα με το αγρόκτημα […] Όταν ο καιρός πέρασε […]
άλλαξαν τροπάρι και άρχισαν να μιλούν για τη φοβερή διαφορά που επικρατούσε
τώρα στο αγρόκτημα των Ζώων. Διαδόθηκε ότι τα ζώα ασκούσαν κανιβαλισμό, ότι
έκαναν βασανιστήρια μεταξύ τους και ότι είχαν τα θηλυκά ζώα από κοινού […]
Οπωσδήποτε,
αυτές οι ιστορίες δεν έγιναν ποτέ αληθινά πιστευτές. Εξακολουθούσαν να
κυκλοφορούν διαδόσεις, […] για ένα υπέροχο αγρόκτημα, όπου τα ζώα είχαν διώξει
τους ανθρώπους, και διεύθυναν εκείνα μόνα τους· και σ’ όλο το διάστημα εκείνης
της χρονιάς ένα επαναστατικό κίνημα διέτρεξε τη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη. […] Επιπλέον
ο σκοπός και τα λόγια του ύμνου […] διαδόθηκαν παντού μ’ αστραπιαία ταχύτητα.
Οι άνθρωποι, δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν τη λύσσα τους όταν άκουσαν αυτό το τραγούδι,
παρ’ όλο που προσποιήθηκαν πως το θεωρούσαν απλούστατα γελοίο. […] Κάθε ζώο που
έπιαναν να το τραγουδά, το μαστίγωναν επί τόπου. Αλλά παρ’ όλα αυτά, το
τραγούδι ήταν ασυγκράτητο. […] Και όταν οι άνθρωποι το άκουγαν, έτρεμαν
μυστικά, νιώθοντας σ’ αυτό μια προφητεία της μελλοντικής τους καταστροφής.
Τις
πρώτες μέρες του Οκτώβρη, […] ο Τζόουνς και οι άνθρωποί του μαζί με μισή
ντουζίνα άλλους […], πέρασαν την πύλη […] Όλοι κρατούσαν ραβδιά, εκτός από τον
Τζόουνς, που βάδιζε επικεφαλής κρατώντας ένα όπλο. Ήταν φανερό ότι θα
επιχειρούσαν να ξαναπάρουν το κτήμα.
Αυτό
το περίμεναν από καιρό, και ήταν προετοιμασμένα να το αντιμετωπίσουν. […]
Καθώς
οι άνθρωποι προχωρούσαν προς το κτήριο, ο Σνόουμπωλ εξαπέλυσε την πρώτη του
έφοδο. Όλα τα περιστέρια […] πέταξαν δεξιά και αριστερά πάνω από τους
ανθρώπους, και κουτσούλισαν στα κεφάλια τους· […] οι χήνες που ήταν κρυμμένες
πίσω από το φράχτη, όρμισαν και τσίμπησαν με μανία τα πόδια τους. Οπωσδήποτε,
αυτό δεν ήταν παρά μια μανούβρα, που έγινε για να προκαλέσει σύγχυση, και οι
άνθρωποι έδιωξαν γρήγορα τις χήνες με τα ραβδιά τους. Τότε, ο Σνόουμπωλ,
εξαπέλυσε τη δεύτερη έφοδο. […] όλα τα πρόβατα, με επικεφαλής τον Σνόουμπωλ,
όρμησαν εμπρός, κι’ έσπρωξαν και κουτούλησαν τους ανθρώπους από κάθε μεριά, […]
Αλλά για μια ακόμα φορά οι άνθρωποι, με τα ραβδιά τους και τις μπότες τους,
αποδείχτηκαν πολύ δυνατοί για τα ζώα·[…]
Οι
άνθρωποι άφησαν ένα ουρλιαχτό θριάμβου. […] Αυτό ακριβώς περίμενε και ο
Σνόουμπωλ. Μόλις μπήκαν στην αυλή, τα τρία άλογα, οι τρείς αγελάδες, και τα
υπόλοιπα γουρούνια, που ενέδρευαν στο υπόστεγο, βρέθηκαν ξαφνικά πίσω τους και
τους έκοψαν. Ο Σνόουμπωλ έδωσε αμέσως το σύνθημα για έφοδο. Ο ίδιος ρίχτηκε
πάνω στον Τζόουνς. Ο Τζόουνς τον είδε να έρχεται, σήκωσε τα’ όπλο του, και
τράβηξε. Τα βλήματα χάραξαν ματωμένες ραβδώσεις στην πλάτη του Σνόουμπωλ κι ένα
πρόβατο έπεσε νεκρό. Χωρίς να διστάσει λεπτό, ο Σνόουμπωλ εκσφενδόνισε μια
πελώρια κοτρώνα στο πόδι του Τζόουνς. Ο Τζόουνς έπεσε μέσα σ’ ένα σωρό από
κοπριές κι’ έφυγε τ’ όπλο απ’ τα χέρια του. […] Τους έπιασε όλους πανικός, και
τότε τα ζώα τους κυνήγησαν ολόγυρα στην αυλή. […] Δεν υπήρξε ούτε ένα ζώο στο
κτήμα, που να μην εκδικήθηκε με το δικό του τρόπο. […] Σε μια στιγμή, μόλις
έφτασαν στην έξοδο , οι άνθρωποι όρμησαν έξω από την αυλή και πολύ ευχαριστημένοι
που κατάφεραν να σώσουν το τομάρι τους τόβαλαν στα πόδια […]
Όλοι
οι άνθρωποι είχαν φύγει, […] Τα ζώα τώρα ξαναμαζεύτηκαν, και γεμάτα έξαψη, διαλαλούσε
το καθένα με περηφάνια τ’ ανδραγαθήματά του στη μάχη. Αμέσως, οργανώθηκε μια πρόχειρη
γιορτή. […]
(ΚΑΚΤΟΣ, 1978, σελ. 55-61)
Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012
Η φάρμα των ζώων (3)
Πόσο μόχθησαν και ίδρωσαν για να μαζέψουν το σανό! Αλλά οι
προσπάθειες τους αμείφθηκαν, γιατί η συγκομιδή στάθηκε μια επιτυχία μεγαλύτερη
απ’ όσο την περίμεναν. […] τα γουρούνια δε δούλευαν, αλλά διηύθυναν και
παρακολουθούσαν τα άλλα ζώα. Με τις ανώτερες γνώσεις που διέθεταν, ήταν φυσικό
ν’ αναλάβουν την αρχηγία. […] Τελικά κατάφεραν να τελειώσουν τη συγκομιδή δύο
μέρες νωρίτερα απ’ ότι ο Τζόουνς και οι άνθρωποί του. Επί πλέον, ήταν η
πλουσιότερη συγκομιδή που έγινε ποτέ στο αγρόκτημα. Δεν έγινε καμιά σπατάλη.
[…] Και κανένα ζώο στο κτήμα δεν έκλεψε για τον εαυτό του περισσότερο από μια
μπουκιά σανό.
Σ’ όλο το διάστημα αυτού του καλοκαιριού, η δουλειά στο
αγρόκτημα πήγαινε ρολόι. […] Συνάντησαν πολλές δυσκολίες […], αλλά τα γουρούνια
με την εξυπνάδα τους […] τα έβγαλαν πέρα. […]
Αλλά όλοι εργάζονταν σύμφωνα με τις δυνατότητες τους […]
Κανείς δεν τεμπέλιαζε – ή σχεδόν κανείς […] Και η στάση του γάτου ήταν
περίεργη. Γρήγορα παρατηρήθηκε ότι όταν υπήρχε δουλειά, ο γάτος δεν βρισκόταν
πουθενά. Εξαφανιζόταν επί ώρες, και ξανάκανε την εμφάνισή του τις ώρες του
φαγητού, ή τα βράδια, όταν είχε τελειώσει η δουλειά, σα να μη συνέβαινε τίποτε.
Αλλά πρόβαλε πάντα τόσο καλές δικαιολογίες, και ρονρόριζε τόσο γλυκά, που ήταν
αδύνατον μα μην πιστέψει κανείς στις καλές του προθέσεις. Ο γέρο – Βενιαμίν, ο
γάιδαρος, ήταν τελείως αμετάβλητος από την Επανάσταση. Έκανε τη δουλειά του με
τον ίδιο αργό πεισματάρικο ρυθμό που την έκανε και τον καιρό του Τζόουνς, χωρίς
να αποφεύγει τίποτα, αλλά χωρίς να προσφέρεται για τίποτα. Για την Επανάσταση
και τα αποτελέσματά της δεν εξέφραζε καμία γνώμη. Όταν τον ρώτησαν αν ήταν πιο
ευτυχισμένος τώρα που ο Τζόουνς είχε φύγει, είπε μόνο: «Οι γάιδαροι ζουν πολλά
χρόνια. Κανείς από σας δεν έχει δει ποτέ πεθαμένο γάιδαρο», και οι άλλοι έπρεπε
να μείνουν ευχαριστημένοι μ’ αυτή την αινιγματική απάντηση.
[…] όλα τα ζώα έμπαιναν ομαδικά στη μεγάλη σιταποθήκη, για
μια γενική συνέλευση, που ήταν γνωστή με το όνομα Συνεδρίαση. Εδώ, γίνονταν τα
σχέδια της δουλειάς για την προσεχή βδομάδα κι εδώ συζητούσαν κι’ έπαιρναν τις
αποφάσεις. Πάντα τα γουρούνια έπαιρναν τις αποφάσεις. Τα άλλα ζώα ήξεραν πώς να
ψηφίσουν, αλλά δεν μπορούσαν ποτέ ν’ αποφασίσουν μόνα τους. Ο Σνόουμπωλ και ο
Ναπολέων ήταν οι πιο μαχητικοί στις συζητήσεις. Αλλά παρατηρήθηκε ότι αυτοί οι
δύο δεν συμφωνούσαν ποτέ […]
Τα γουρούνια είχαν κάνει το στάβλο στρατηγείο τους. […]
Γενικά, αυτά τα σχέδια απέτυχαν. Η προσπάθεια εξημέρωσης των άγριων ζώων, π.χ.
σταμάτησε σχεδόν αμέσως. Εξακολουθούσαν να φέρονται όπως πριν και όταν τα ζώα
τους φέρονταν με καλοσύνη, απλώς εκμεταλλεύονταν την κατάσταση. […]
Οι τάξεις ανάγνωσης και γραφής, πάντως είχαν μεγάλη
επιτυχία. Το φθινόπωρο, σχεδόν όλα τα ζώα είχαν, μάθει από λίγα γράμματα. Όσο
για τα γουρούνια, μπορούσαν ήδη να γράφουν και να διαβάζουν […] Επίσης αποδείχθηκε
ότι τα πιο κουτά ζώα, όπως τα πρόβατα, οι κότες και οι πάπιες, δεν μπορούσαν να
μάθουν απ’ έξω τις Εφτά Εντολές. Ύστερα από πολλή σκέψη, ο Σνόουμπωλ δήλωσε ότι
οι Εφτά Εντολές μπορούσαν να συνοψιστούν σ’ ένα μόνο ρητό: Τέσσερα πόδια καλό,
δύο πόδια κακό». Αυτό, είπε, περιείχε την ουσιώδη αρχή του Ζωισμού. Όποιος
μπορούσε να μπει στο νόημα του θα ήταν ασφαλής από την ανθρώπινη επιρροή. Τα
πουλιά στην αρχή εναντιώθηκαν μια που κι’ αυτά είχαν δύο πόδια, αλλά ο Σνόουμπωλ
τους απέδειξε ότι δεν ήταν έτσι:
«Η φτερούγα ενός πουλιού σύντροφοι», είπε, «είναι ένα όργανο
προωθήσεως και όχι χειρισμού. Επομένως μπορεί να θεωρηθεί σαν πόδι. Το
ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου είναι το ΧΕΡΙ, το όργανο με το οποίο
κάνει όλες του τις αδικίες». […]
Επιτέλους, το μυστήριο για το που πήγαινε το γάλα λύθηκε. Το
έβαζαν τα γουρούνια κάθε μέρα στο φαγητό τους. Τα πρώιμα μήλα είχαν ωριμάσει,
και η αυλή ήταν γεμάτη από μήλα που είχε ρίξει κάτω ο άνεμος. Τα ζώα το
θεώρησαν φυσικό να τα μοιραστούν μεταξύ τους· μια μέρα, όμως, δόθηκε διαταγή να
συγκεντρωθούν όλα τα μήλα και να μεταφερθούν στο στάβλο για αποκλειστική χρήση
των γουρουνιών. Πάνω σ’ αυτό, μερικά ζώα μουρμούρισαν με αποδοκιμασία, αλλά
χωρίς αποτέλεσμα. Όλα τα γουρούνια βρέθηκαν σύμφωνα σ’ αυτό το σημείο, ακόμα και
ο Σνόουμπωλ με το Ναπολέοντα. Ο Σκουήλερ στάλθηκε να δώσει τις απαραίτητες
εξηγήσεις στους άλλους.
«Σύντροφοι!» φώναξε. «Δεν πιστεύω να περνάει απ’ το νου σας,
ότι αυτό που γίνεται από μας τα γουρούνια γίνεται επειδή είμαστε ατομιστές, ή
θέλουμε ν’ αποκτήσουμε προνόμια. Στην πραγματικότητα, πολλοί από μας,
σιχαίνονται το γάλα και τα μήλα. Εγώ προσωπικά, τα σιχαίνομαι. Ο μοναδικός
λόγος που μας κάνει να τα θέλουμε, είναι για να διατηρήσουμε την υγεία μας. Τα
γάλα και τα μήλα (αυτό έχει αποδειχτεί επιστημονικά, σύντροφοι), περιέχουν
ουσίες απαραίτητες για την καλή υγεία των γουρουνιών. Εμείς τα γουρούνια
εργαζόμαστε πνευματικά. Όλη η οργάνωση και η διεύθυνση αυτού του αγροκτήματος
εξαρτάται από μας. Μέρα – νύχτα δουλεύουμε για την ευημερία σας. Για το Δικό
σας χατίρι πίνουμε αυτό το γάλα και τρώμε αυτά τα μήλα. Ξέρετε τι θα γινόταν αν
εμείς τα γουρούνια δεν εκτελούσαμε καλά το καθήκον μας; Θα ξαναγύριζε ο
Τζόουνς! » […] Αφού λοιπόν τους ετέθει έτσι το ζήτημα, δεν είχαν τίποτα να πουν.
Η επιτακτική ανάγκη να διατηρηθεί η καλή υγεία των γουρουνιών, έγινε πια
εντελώς φανερή σ’ όλα τα ζώα. Έτσι, συμφωνήθηκε χωρίς άλλη συζήτηση, ότι από
εδώ και πέρα, το γάλα και τα μήλα θα μοιράζονταν αποκλειστικά και μόνο στα
γουρούνια.
(ΚΑΚΤΟΣ, 1978, σελ. 45-54)
Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012
Η φάρμα των ζώων (2)
Τρεις νύχτες αργότερα, ο γέρο –
στρατηγός πέθανε ειρηνικά στον ύπνο του. Το σώμα του θάφτηκε στον κήπο. Αυτό
συνέβη στις αρχές του Μάρτη. Τους επόμενους τρεις μήνες, άρχισε μια μυστική
οργάνωση. Ο λόγος του γέρο – στρατηγού είχε δώσει στα πιο έξυπνα ζώα του
κτήματος μια νέα άποψη της ζωής. Δεν ήξεραν πότε θα γινόταν η επανάσταση […]
αλλά είδαν καθαρά ότι ήταν καθήκον τους να προετοιμαστούν γι’ αυτή. Η δουλειά
της οργάνωσης και της διδασκαλίας είχε πέσει φυσικά στα γουρούνια, που ήταν
κατά γενική ομολογία τα πιο έξυπνα απ’ όλα τα ζώα. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν δύο
νέα γουρούνια, που ονομάζονταν Σνόουμπωλ και Ναπολέων […] Όλα τα άλλα γουρούνια
ήταν ασήμαντα. Το πιο γνωστό ανάμεσά τους ήταν ένα νεαρό γουρούνι με πολύ παχιά
μάγουλα, σπινθηροβόλα μάτια, σβέλτες κινήσεις και διαπεραστική φωνή, που
ονομάζονταν Σκουίλερ […]
Αυτοί οι τρεις επεξεργάστηκαν τις
διδαχές του στρατηγού και δημιούργησαν ένα πλήρες σύστημα σκέψης, στο οποίο
έδωσαν το όνομα Ζωϊσμός. Αρκετές βραδιές τη βδομάδα, αφού ο κύριος Τζόουνς
πήγαινε για ύπνο, έκαναν μυστικές συγκεντρώσεις στη σιταποθήκη και εξηγούσαν
τις βασικές αρχές του Ζωϊσμού στα άλλα ζώα. […]
Όπως αποδείχτηκε, η Επανάσταση
έγινε πολύ νωρίτερα κι ευκολότερα απ’ όσο θα μπορούσε κανείς να περιμένει. Στο
παρελθόν, ο κύριος Τζόουνς, παρ’ όλο που ήταν σκληρός αφέντης, ήταν ένας ικανός
κτηματίας, τελευταία όμως περνούσε άσχημες μέρες. Είχε απογοητευθεί πολύ,
επειδή είχε χάσει λεφτά σε μια δίκη, και άρχισε να πίνει πάρα πολύ. Για ένα
μεγάλο διάστημα, καθόταν επί μέρες ολόκληρες ξαπλωμένος στην πολυθρόνα του στην
κουζίνα, […] Οι άνθρωποί του ήταν νωθροί και ανέντιμοι, τα χωράφια ήταν γεμάτα
αγριόχορτα, τα κτήρια ήθελαν καινούργια στέγη, […], και τα ζώα υποσιτίζονταν
[…] Επιτέλους δεν μπορούσαν πια να το ανεχθούν άλλο. Μια από τις αγελάδες
έσπασε την πόρτα του υπόστεγου με τα κέρατά της και όλα τα ζώα άρχισαν να τρώνε
μόνα τους από το κελάρι.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ξύπνησε
ο κύριος Τζόουνς. Το επόμενο λεπτό, αυτός και οι άνθρωποί του βρίσκονταν στο
υπόστεγο με τα μαστίγια στα χέρια τους, χτυπώντας προς όλες τις κατευθύνσεις.
Αυτό ήταν πάρα πολύ για να το σηκώσουν τα ζώα. Όλα μαζί ενωμένα, και με μια
κίνηση, ρίχτηκαν πάνω στους βασανιστές τους παρ’ όλο που τίποτα δεν είχε
σχεδιαστεί από πριν. Ο Τζόουνς και οι άνθρωποί του, βρέθηκαν ξαφνικά να
χτυπιούνται από παντού […] Λίγο αργότερα τόσκασαν τρέχοντας στον αμαξόδρομο
προς τον κεντρικό δρόμο, με τα ζώα πίσω τους να τους κυνηγούν θριαμβολογώντας.
[…] Κι έτσι, πριν να καταλάβουν τι συνέβη, η Επανάσταση είχε τελειώσει με
επιτυχία […]
Τις πρώτες στιγμές, τα ζώα δεν
μπορούσαν να πιστέψουν την καλή τους τύχη […] Μέσα σε λίγη ώρα, τα ζώα είχαν
καταστρέψει κάθε τι που θύμιζε τον κύριο Τζόουνς […]
Το πρωί ξύπνησαν όπως συνήθως,
και ξαφνικά θυμήθηκαν τα θαυμάσια γεγονότα της προηγουμένης, κι έτρεξαν όλα
μαζί στο λιβάδι […] Έπειτα, έκαναν μια επιθεώρηση σ’ όλο το κτήμα και κοίταζαν
με ανείπωτο θαυμασμό την οργωμένη γη, το χωράφι με το σανό, […] Τους φαινόταν
σα να μην τα είχαν ξαναδεί ποτέ μέχρι τώρα, και ακόμη δεν μπορούσαν να
πιστέψουν ότι όλα αυτά ήταν δικά τους.
Τότε, ξαναγύρισαν στα κτίρια του
κτήματος και κοντοστάθηκαν σιωπηλά έξω από την πόρτα του σπιτιού. Ήταν και
εκείνο δικό τους, αλλά φοβόνταν να μπουν μέσα. Ύστερ’ από ένα λεπτό, πάντως,
[…] τα ζώα μπήκαν ένα ένα περπατώντας με τη μεγαλύτερη προσοχή, από φόβο μη
χαλάσουν τίποτα, […] Αμέσως πάρθηκε μια απόφαση: το σπίτι του αγροκτήματος θα
το διατηρούσαν σα μουσείο. Όλοι συμφώνησαν ότι κανένα ζώο δεν θα κατοικούσε
εκεί μέσα. […]
Τα γουρούνια […] εξήγησαν ότι
τους τελευταίους τρεις μήνες, μελετώντας, κατάφεραν να συνοψίσουν τις αρχές του
Ζωϊσμού σε Εφτά Εντολές […] Ήταν οι εξής:
- Ότι έχει δύο πόδια είναι εχθρός.
- Ότι έχει τέσσερα, ή έχει φτερά, είναι φίλος.
- Κανένα ζώο δεν πρέπει να φορέσει ρούχα.
- Κανένα ζώο δεν πρέπει να κοιμηθεί σε κρεβάτι.
- Κανένα ζώο δεν πρέπει να κάνει χρήση οινοπνευματωδών.
- Κανένα ζώο δεν πρέπει να σκοτώσει άλλο ζώο.
- Όλα τα ζώα είναι ίσα.
[…] Ο Σνόουμπωλ τις διάβασε
δυνατά για να τις ακούσουν όλοι. Όλα τα ζώα έδειξαν ότι συμφωνούν, και τα
εξυπνότερα, άρχισαν να μαθαίνουν τις Εντολές.
«Τώρα σύντροφοι», είπε ο
Σνόουμπωλ, […] «στο χωράφι! Ας γίνει για μας ζήτημα τιμής να μαζέψουμε το
σιτάρι πιο γρήγορα απ’ ότι ο Τζόουνς και οι άνθρωποί του».
Αλλά εκείνη τη στιγμή, οι
αγελάδες, που φαίνονταν ανήσυχες από ώρα, έβγαλαν μια δυνατή φωνή. Δεν τις
είχαν αρμέξει εδώ κι ένα εικοσιτετράωρο, και κόντευαν να σκάσουν. Μετά από λίγη
σκέψη, τα γουρούνια ζήτησαν κουβάδες και άρμεξαν τις αγελάδες με αρκετή
επιτυχία […] «Τι θα γίνει όλο αυτό το γάλα;» είπε κάποιος. […] «Αφήστε το γάλα
σύντροφοι!» φώναξε ο Ναπολέων μπαίνοντας μπροστά από τους κουβάδες. «Θάρθει η
ώρα και γι’ αυτό. Εκείνο που προέχει είναι η συγκομιδή. Ο σύντροφος Σνόουμπωλ
θα σας δείξει το δρόμο. Θα έρθω και εγώ σε λίγο. Εμπρός, σύντροφοι! Το χωράφι
περιμένει».
Έτσι, όλα μαζί τα ζώα κατέβηκαν
ν’ αρχίσουν το θερισμό, και, όταν γύρισαν το βράδυ, παρατηρήθηκε ότι το γάλα
είχε εξαφανιστεί.
(ΚΑΚΤΟΣ, 1978, σελ. 34-44)
Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012
Η φάρμα των ζώων (1)
Ο κύριος Τζόουνς, ο ιδιοκτήτης
του αρχοντικού αγροκτήματος, είχε κλειδώσει τα κοτέτσια, αλλά ήταν πολύ
μεθυσμένος για να θυμηθεί να κλείσει και τα παραθυράκια τους. […]
Μόλις έσβησε το φως της
κρεβατοκάμαρας, παρατηρήθηκε μια ταραχή και ένα βουητό απλώθηκε ολόγυρα στο
αγρόκτημα. Στο διάστημα της μέρας είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι ο
γέρο-στρατηγός, ο τιμημένος άσπρος κάπρος είχε δει ένα παράξενο όνειρο την
προηγούμενη νύχτα και ήθελε να το αφηγηθεί στα άλλα ζώα. Συμφωνήθηκε ότι θα
συναντιόνταν όλα στην μεγάλη σιταποθήκη, αφού βεβαιώνονταν ότι ο κ. Τζόουνς
είχε αποκοιμηθεί. […]
Όταν ο στρατηγός είδε ότι όλοι
είχαν βολευτεί και περίμεναν με προσοχή, καθάρισε το λαρύγγι του και άρχισε: «Σύντροφοι,
όλοι ακούσατε για το παράξενο όνειρο που είδα χθες βράδυ. Θα σας μιλήσω όμως
αργότερα γι’ αυτό. Τώρα έχω κάτι άλλο να σας πω. Δεν νομίζω, σύντροφοι, ότι θα
είμαι μαζί σας για πολύ καιρό ακόμη, και πριν πεθάνω, αισθάνομαι καθήκον μου να
σας μεταδώσω όλη την πείρα που απόκτησα. […]
»Ας δούμε τώρα, σύντροφοι, πια
ακριβώς είναι η ζωή που κάνουμε. Ας την αντιμετωπίσουμε με ειλικρίνεια: Η ζωή
μας είναι σύντομη, δυστυχισμένη και κουραστική. Γεννιόμαστε, μας δίνουν τόσο
φαγητό όσο μας χρειάζεται για να σταθούμε στα πόδια μας, μας εξαντλούν στη
δουλειά, και όταν παύουμε να είμαστε χρήσιμοι, μας σφάζουν κατά το χειρότερο
τρόπο. […] Η ζωή ενός ζώου είναι κακομοιριά και σκλαβιά αυτή είναι η αλήθεια.
»Αλλά μήπως φταίει γι’ αυτό η
φύση; […] Γιατί συνεχίζουμε τότε να ζούμε σ’ αυτή τη φρικτή κατάσταση; Γιατί, σχεδόν
ολόκληρη την παραγωγή του μόχθου μας, την κλέβουν τα’ ανθρώπινα όντα. Εκεί,
σύντροφοι, βρίσκεται η απάντηση σ’ όλα μας τα προβλήματα. Όλα συνοψίζονται σε
μια μοναδική λέξη: Άνθρωπος. Ο άνθρωπος είναι ο μόνος πραγματικός εχθρός μας.
[…]
»Ο άνθρωπος είναι το μόνο ον στον
κόσμο που παίρνει χωρίς να δίνει. […] Παρ’ όλα αυτά είναι ο αφέντης όλων των
ζώων. Τα βάζει στη δουλειά, τους δίνει για αντάλλαγμα τόσο φαγητό όσο
χρειάζεται για να μην πεθάνουν στην πείνα, και τα υπόλοιπα τα κρατάει για τον
εαυτό του. […]
»Δεν είναι ολοφάνερο, σύντροφοι,
ότι όλα μας τα δεινά προέρχονται από την τυραννία των ανθρώπων; Ας ξεφορτωθούμε
τον άνθρωπο και οι καρποί της εργασίας μας θάναι δικοί μας. Σχεδόν μέσα σε μια
νύχτα θα μπορούσαμε να γίνουμε πλούσιοι κι’ ελεύθεροι. Τι πρέπει λοιπόν να
κάνουμε; Τι άλλο από το να εργαστούμε νύχτα μέρα με όλη μας την ψυχή και το
σώμα για να πετάξουμε από πάνω μας τον ανθρώπινο ζυγό! Αυτό είναι το μήνυμά μου
σύντροφοι: Επανάσταση! Προσανατολιστείτε λοιπόν σ’ αυτό το δρόμο, σύντροφοι, σ’
όλο το υπόλοιπο της σύντομης ζωής σας, και πάνω απ’ όλα, μεταδώστε τούτο το
μήνυμα μου σ’ αυτούς που θάρθουν μετά από σας, ώστε οι μέλλουσες γενεές να
συνεχίσουν τον αγώνα μέχρι να έρθει η νίκη.
»Και να θυμάστε, σύντροφοι, η
απόφασή σας να μείνει ακλόνητη. Κανένα επιχείρημα να μη σας παραπλανήσει. Ποτέ
μην πεισθήτε όταν σας λένε ότι ο άνθρωπος και τα ζώα έχουν κοινά συμφέροντα, ή
ότι η ευημερία του ενός, είναι η ευημερία του συνόλου. Όλα αυτά είναι ψέματα. Ο
άνθρωπος εξυπηρετεί μόνο τα απολύτως δικά του συμφέροντα. Τα ζώα πρέπει να
μείνουν ενωμένα, και να έχουν απόλυτη σύμπνοια στον αγώνα. Όλοι οι άνθρωποι είναι
εχθροί. Όλα τα ζώα είναι σύντροφοι».
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας
τρομακτικός θόρυβος. Την ώρα που ο στρατηγός μιλούσε, τέσσερις μεγάλοι
αρουραίοι ξετρύπωσαν και κάθισαν ν’ ακούσουν. Οι σκύλοι τους πήραν είδηση και
παραλίγο να γίνουν μακαρίτες αν δεν ξαναγύριζαν στην τρύπα τους σαν αστραπή. Ο
στρατηγός σήκωσε το μπροστινό του πόδι για να επιβάλλει σιωπή.
«Σύντροφοι», είπε, «υπάρχει εδώ
ένα σημείο που πρέπει να διευκρινιστεί: Τα άγρια ζώα είναι φίλοι ή εχθροί; Ας
το βάλουμε σε ψηφοφορία αυτό. Κάνω τούτο το ερώτημα στη συγκέντρωση: Είναι οι
αρουραίοι σύντροφοι;
Η ψηφοφορία έγινε αμέσως, και
συμφωνήθηκε με μια συντριπτική πλειοψηφία ότι οι αρουραίοι ήταν σύντροφοι. […]
Ο στρατηγός συνέχισε:
«Λίγα έχω να πω ακόμη.
Επαναλαμβάνω να θυμάστε […] ότι έχει δύο πόδια είναι εχθρός. Ότι έχει τέσσερα ή
έχει φτερά είναι φίλος. Και να θυμάστε επίσης, ότι στον αγώνα μας ενάντια στον
άνθρωπο, δεν πρέπει να καταντήσουμε σαν αυτόν. […] Όλες οι συνήθειες του
ανθρώπου είναι κακές. Και, πάνω απ’ όλα, δεν πρέπει ποτέ ένα ζώο να καταπιέσει
την ίδια του τη φυλή. […] Όλα τα ζώα είναι ίσα.
»Και τώρα, σύντροφοι, θα σας
μιλήσω για το χθεσινό μου όνειρο. Δεν μπορώ να σας το περιγράψω. Ήταν ένα όραμα
της γης, όπως θα είναι όταν εξαφανιστεί ο άνθρωπος. Αλλά μου θύμισε […] ένα
παλιό τραγούδι […] θα σας τραγουδήσω αυτό το τραγούδι τώρα σύντροφοι. […]».
Το τραγούδισμα αυτού του ύμνου,
οδήγησε τα ζώα σ’ ένα άγριο παραλήρημα. Σχεδόν πριν ο στρατηγός φτάσει στο
τέλος, είχαν αρχίσει να το τραγουδούν μόνα τους […] Ήταν όλα τόσο ενθουσιασμένα
με το τραγούδι, ώστε το τραγούδησαν πέντε φορές συνέχεια, και θα μπορούσαν να
το τραγουδούν όλη τη νύχτα αν δεν τους διέκοπτε κάτι.
Δυστυχώς ο θόρυβος ξύπνησε τον
κύριο Τζόουνς, που σηκώθηκε από το κρεβάτι του, σίγουρος ότι είχε έρθει στη
φάρμα μια αλεπού. Άρπαξε τ’ όπλο που είχε πάντα στη γωνία της κρεβατοκάμαρας
του, και πυροβόλησε στο σκοτάδι. […] Η συγκέντρωση διαλύθηκε βιαστικά. Ο
καθένας πήγε στο κρεβάτι του […] ολόκληρο το αγρόκτημα αποκοιμήθηκε στο λεπτό.
(ΚΑΚΤΟΣ, 1978, σελ. 23-33)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










