Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

Η ανάγκη της επικράτησης σε μια αντιπαράθεση


… ο Σοπενχάουερ αναφέρει: «Κάποιος μπορεί να έχει αντικειμενικά δίκιο και εν τούτοις οι ακροατές, ή και ο ίδιος ακόμη, να σχηματίσουν την εντύπωση ότι υστερεί». Έτσι, είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς πώς να επικρατεί σε μια αντιπαράθεση όταν το δίκιο είναι με το μέρος του αλλά δεν έχει ισχυρά επιχειρήματα. Η ίδια όμως ικανότητα μπορεί να του επιτρέψει να υπερισχύσει ακόμη κι όταν έχει άδικο.

Πως είναι άραγε δυνατόν να επιχειρηματολογεί κανείς με στόχο την επικράτηση του ανεξάρτητα από την αλήθεια; «Η απάντηση είναι απλή» υποστηρίζει ο Σοπενχάουερ. Πρόκειται για την «εγγενή ποταπότητα της ανθρώπινης φύσης». Απορρέει από μια «έμφυτη ματαιοδοξία» και από το γεγονός ότι οι άνθρωποι, αντί να σκέπτονται πριν μιλήσουν, είναι φλύαροι και ανειλικρινείς· σπεύδουν να υιοθετήσουν μια άποψη, την οποία στη συνέχεια υπερασπίζονται από πείσμα και εγωισμό, χωρίς να γνωρίζουν αν είναι σωστή ή λανθασμένη. Η ματαιοδοξία πάντοτε υπερτερεί της αλήθειας.

Ωστόσο συμπληρώνει ο Σοπενχάουερ, «είναι ανάγκη να σημειωθεί κάτι ακόμα σχετικά με αυτή την ανειλικρίνεια και την εμμονή μας σε απόψεις που ακόμα κι εμείς οι ίδιοι κρίνουμε εσφαλμένες» - αυτή τη φορά για κάποιον άλλο λόγο, για τον οποίο ο Σοπενχάουερ είναι βέβαιο ότι μιλά σοβαρά. Συμβαίνει πολλές φορές να πιστεύει κανείς αρχικά πως έχει δίκιο, στη συνέχεια όμως η πεποίθησή του αυτή να κλονίζεται από τη δύναμη των επιχειρημάτων του αντιπάλου του, για να ανακαλύψει τελικά, σε εύθετο χρόνο, ότι είχε πράγματι δίκιο εξαρχής. Οπότε είναι χρήσιμο να εμμένει κανείς στις απόψεις του. «Έτσι» υπογραμμίζει ο Σοπενχάουερ «η αδυναμία της σκέψης μας συμπληρώνει τη διαστροφή της βούλησής μας».


(ΠΑΤΑΚΗΣ, 2009, σελ. 24-25)

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

Η εγκυρότητα της πειθούς


Το χάσμα ανάμεσα στη φιλοσοφία και στην πολιτική άνοιξε ιστορικά με τη δίκη και την καταδίκη του Σωκράτη, ένα γεγονός που στην ιστορία της πολιτικής σκέψης παίζει τον ίδιο ρόλο της κρίσιμης καμπής που παίζει η δίκη και η καταδίκη του Ιησού στην ιστορία της θρησκείας.

Η δυτική παράδοση της πολιτικής σκέψης ξεκίνησε όταν ο θάνατος του Σωκράτη οδήγησε τον Πλάτωνα στην απελπισία σχετικά με τη ζωή της πόλεως και ταυτόχρονα στη αμφισβήτηση ορισμένων θεμελιωδών αρχών της διδασκαλίας του Σωκράτη. Το γεγονός ότι ο Σωκράτης δεν κατάφερε να πείσει τους δικαστές του για την αθωότητα και τις αρετές του, οι οποίες ήταν πολύ προφανείς στους καλύτερους και νεότερους από τους Αθηναίους πολίτες, έκανε τον Πλάτωνα να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της πειθούς. Δυσκολευόμαστε να συλλάβουμε τη σπουδαιότητα αυτής της αμφισβήτησης, επειδή η λέξη «persuation» αποτελεί πολύ αδύναμη και ανεπαρκή μετάφραση του αρχαίου όρου πείθειν, η πολιτική σπουδαιότητα του οποίου φαίνεται από το γεγονός ότι στη Αθήνα υπήρχε ναός αφιερωμένος στη θεά Πειθώ.

Το πείθειν αποτελούσε την κατεξοχήν πολιτική μορφή λόγου και μια που οι Αθηναίοι ήταν περήφανοι που οι ίδιοι, σε αντίθεση με τους βαρβάρους, διαχειρίζονταν τις πολιτικές τους υποθέσεις με τη μορφή λόγου και όχι με καταναγκασμό, θεωρούσαν τη ρητορική, την τέχνη της πειθούς, ως την υψηλότερη και αληθινά πολιτική τέχνη. …

Στενά συνδεδεμένη με τις αμφιβολίες του Πλάτωνα σχετικά με την εγκυρότητα της πειθούς είναι η οργισμένη καταγγελία της δόξας, της γνώμης, που όχι μόνο διατρέχει σαν κόκκινη κλωστή τα πολιτικά του έργα, αλλά αποτέλεσε και έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της έννοιας της αλήθειας που πρέσβευε. … Το θέαμα του Σωκράτη που υπέβαλε τη δική του δόξα στις ανεύθυνες γνώμες των Αθηναίων και έχασε από μια πλειοψηφία έκανε τον Πλάτωνα να νιώσει αποστροφή για τις γνώμες και να επιζητήσει απόλυτα πρότυπα. ...

Ο Αριστοτέλης … ξεκινά με τη ακόλουθη φράση τη Ρητορική του, η οποία ανήκει στα πολιτικά του έργα, όπως και η Ηθική: η ρητορική εστιν αντίστροφος της διαλεκτικής (η τέχνη της πειθούς [και ως εκ τούτου η πολιτική τέχνη του λόγου] είναι το αντίστροφο της τέχνης της διαλεκτικής [της τέχνης του φιλοσοφικού λόγου]). (Ρητ., 1354αΙ)

Η βασική διάκριση ανάμεσα στην πειθώ και στη διαλεκτική είναι ότι η πρώτη πάντοτε απευθύνεται σε ένα πλήθος (πείθειν τα πλήθη), ενώ η διαλεκτική είναι εφικτή μόνο ως διάλογος μεταξύ δύο ανθρώπων. Το σφάλμα του Σωκράτη ήταν ότι απευθύνθηκε στους δικαστές του με διαλεκτική μέθοδο, γι’ αυτό δεν μπόρεσε να τους πείσει. Από την άλλη, η αλήθεια του, εφόσον σεβάστηκε τους περιορισμούς που ενυπάρχουν στην πειθώ, έγινε μια άλλη γνώμη ανάμεσα στις πολλές, που δεν είχαν μεγαλύτερη αξία από τις μη αλήθειες των δικαστών. …

Όμως η πειθώ δεν προέρχεται από την αλήθεια, αλλά από τις γνώμες (Φαίδρος, 260α) και μόνον η πειθώ αξιολογεί το πλήθος και ξέρει πώς να το αντιμετωπίσει. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, το να πείθει κανείς το πλήθος σημαίνει να επιβάλλει τη γνώμη του στις γνώμες των πολλών· άρα η πειθώ δεν είναι το αντίθετο της διακυβέρνησης δια της βίας αλλά μια έκφανσή της. Οι μύθοι για το Επέκεινα, με τους οποίους ο Πλάτων ολοκλήρωσε όλους τους πολιτικούς του διαλόγους, εκτός από τους Νόμους, δεν είναι αλήθεια ούτε απλή γνώμη· … είναι μια προσπάθεια χρήσης μόνο λεκτικής βίας …


(ΚΕΔΡΟΣ, 2009, σελ. 53-60)

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

Τα καλά πράγματα


Δεν υπάρχει τίποτα πιο συνηθισμένο από τα καλά πράγματα· το θέμα είναι να μπορεί κανείς να τα διακρίνει. Κι είναι βέβαιο πως όλα είναι φυσικά, στα μέτρα μας, και μάλιστα γνωστά σε όλο τον κόσμο. Αλλά δεν ξέρουμε να τα ξεχωρίζουμε. Αυτό είναι οικουμενικό. Η τελειότητα, κάθε είδους, δεν βρίσκεται στα ασυνήθιστα και παράξενα. Ορθωνόμαστε για να τη φτάσουμε κι έτσι απομακρυνόμαστε απ’ αυτήν· ενώ, τις πιο πολλές φορές, θα αρκούσε να χαμηλώσουμε. Τα καλύτερα βιβλία είναι εκείνα που όσοι τα διαβάζουν νομίζουν πως θα μπορούσαν να τα έχουν γράψει οι ίδιοι. …

Τους συλλογισμούς δεν τους συγκροτούν περίπλοκες λέξεις. Το πνεύμα δεν πρέπει να είναι επιτηδευμένο. Οι σκληροί κι εξεζητημένοι τρόποι, αντί να του προσφέρουν τροφή στέρεα και θρεπτική το γεμίζουν με βλακώδη οίηση, με αφύσικη έπαρση και με μάταιο και γελοίο στόμφο. Και μια από τις κύριες αιτίες που απομακρύνουν τόσο όσους επιθυμούν να γίνουν κοινωνοί αυτών των γνώσεων από τον αληθινό δρόμο τον οποίο έπρεπε να ακολουθήσουν, είναι η εντύπωση που έχουμε κατ’ αρχάς πως όλα τα καλά είναι απροσπέλαστα, ονομάζοντας τα μεγάλα, υψηλά, ανώτερα, έξοχα. Έτσι χάνονται όλα. Θα προτιμούσα να τα αποκαλώ χαμηλά, κοινά, οικία. Αυτά τα ονόματα τους ταιριάζουν καλύτερα. Μισώ τα στομφώδη λόγια. …



(ΡΟΕΣ microMEGA, 2005, σελ. 83-84)

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

Η μάχη του Μαραθώνα


Η περσική εισβολή το 490 π.Χ. ήταν μια σχετικά μικρή εκστρατεία που είχε σκοπό να δώσει ένα μάθημα στην Ερέτρια και στην Αθήνα -δύο πολύ μικρά κράτη αμελητέα στα μάτια του Δαρείου- έτσι που στο μέλλον να κοιτάνε τη δουλεία τους και να μην ενθαρρύνουν επαναστάσεις μεταξύ των Ελλήνων υπηκόων του στη Μικρά Ασία.

Η Ερέτρια καταστράφηκε και οι κάτοικοί της μεταφέρθηκαν για να εγκατασταθούν στον περσικό κόλπο. Μετά ήρθε η σειρά των Αθηναίων όπου το υπερδημοκρατικό κόμμα ήταν γνωστό ότι περίμενε να βοηθήσει την περσική επέμβαση εναντίον του συντηρητικού κόμματος της πατρίδας του.

Οι Πέρσες, αντί να κινηθούν κατ’ ευθείαν στην Αθήνα, αποβιβάστηκαν στον Μαραθώνα, είκοσι τέσσερα μίλια βορειοανατολικά της πόλεως. Έτσι μπορούσαν να υπολογίζουν ότι θα παρασύρουν τον αθηναϊκό στρατό εναντίον τους, πράγμα που θα διευκόλυνε τους “φίλους” τους δημοκρατικούς να πάρουν την εξουσία στην Αθήνα. Μια άμεση επίθεση εναντίον της πόλεως θα εμπόδιζε μια τέτοια εξέγερση, ίσως μάλιστα προκαλούσε και συσπείρωση όλων των δυνάμεων εναντίον τους

Αν αυτό υπολόγιζαν οι Πέρσες, τότε το δόλωμα έπιασε. Ο αθηναϊκός στρατός βάδισε προς το Μαραθώνα για να τους συναντήσει ενώ αυτοί προχωρούσαν στην εκτέλεση της επόμενης φάσης του στρατηγικού τους σχεδίου. Κάτω από την προστασία μιας δυνάμεως καλύψεως, ξαναεπιβίβασαν στα πλοία τον υπόλοιπο στρατό τους με πρόθεση, … να φτάσουν στο Φάληρο, απ’ όπου θα έκαναν έφοδο στην αφύλακτη Αθήνα.

Χάρη στη δραστηριότητα του Μιλτιάδη, οι Αθηναίοι άρπαξαν τη μοναδική ευκαιρία που είχαν μπροστά τους και επιτέθηκαν χωρίς καθυστέρηση εναντίον της καλυπτικής δυνάμεως των Περσών. Στη μάχη του Μαραθώνα, η υπεροχή του οπλισμού των Ελλήνων, ιδιαίτερα τα μακρύτερα δόρατα, σημείο στο οποίο πάντα υπερείχαν οι Έλληνες απέναντι στους Πέρσες, τους έδωσε τη νίκη, αν και η μάχη ήταν πολύ σκληρότερη απ’ ότι περιγράφει ο πατριωτικός θρύλος και το μεγαλύτερο μέρος της προκαλυπτικής δυνάμεως μπόρεσε να επιβιβασθεί στα πλοία και να απομακρυνθεί.

Με ακόμη περισσότερη ενεργητικότητα οι Αθηναίοι ξαναγύρισαν με γρήγορη πορεία στην πόλη τους. Αυτή η ταχύτητα επιστροφής, συνδυασμένη με την αναβλητικότητα της δυσαρεστημένης μερίδας έσωσε την πόλη. Γιατί όταν ο αθηναϊκός στρατός ξαναγύρισε στην Αθήνα, οι Πέρσες είδαν ότι δεν μπορούσαν να αποφύγουν την πολιορκία και έπλευσαν πίσω στην Ασία, καθώς ο περιορισμένος αντικειμενικός τους σκοπός, δηλαδή η τιμωρία των Αθηνών, δεν φαινόταν ότι άξιζε να τον επιδιώξουν με βαρύτερο τίμημα.



(ΒΑΝΙΑΣ, 1995, σελ. 37-38)

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Περί αυτοδικίας και θανατικής ποινής


Στην ταινία Αι Ειδοί Του Μαρτίου ο κυβερνήτης Μάικ Μόρις (Τζορτζ Κλούνι), που διεκδικεί το χρίσμα των Δημοκρατικών για τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, αναπτύσσει τις απόψεις του για την αυτοδικία και την θανατική ποινή:

Δημοσιογράφος: Αλλά είστε κατά της θανατικής ποινής;
Κυβερνήτης: Εξαιτίας του τι σημαίνει για μας, ως κοινωνία.

Δημοσιογράφος: Ας υποθέσουμε Κυβερνήτα, ότι ήταν η γυναίκα σας.
Κυβερνήτης: Αν είχε δολοφονηθεί; Τι θα έκανα;

Δημοσιογράφος: Γίνεται πιο περίπλοκο όταν είναι προσωπικό.
Κυβερνήτης: Σίγουρα. Λοιπόν, αν μπορούσα να τον πιάσω …Θα έψαχνα έναν τρόπο να τον σκοτώσω.

Δημοσιογράφος: Ώστε, εσείς Κυβερνήτα θα επιβάλατε την ποινή του θανάτου.
Κυβερνήτης: Όχι, θα διέπραττα ένα έγκλημα, για το οποίο θα πήγαινα φυλακή.

Δημοσιογράφος: Τότε, γιατί να μην αφήσουμε την κοινωνία να το κάνει αυτό;
Κυβερνήτης: Επειδή η κοινωνία πρέπει να είναι καλύτερη από το άτομο.




Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

Πολιτική και ηθική στον Μακιαβέλι


Σχεδόν όλοι οι σχολιαστές του Μακιαβέλι λένε ότι η βασική καινοτομία του, και η ουσία της μεθόδου του, ήταν η «διάζευξη της πολιτικής από την ηθική». Συνεπώς, ήρθε σε οξεία σύγκρουση με την αριστοτελική παράδοση η οποία κυριαρχούσε στη μεσαιωνική πολιτική σκέψη. Αναγνωρίζουν πως η μέθοδός του ελευθέρωσε την πολιτική και έτσι δόθηκε η δυνατότητα να γίνει πιο επιστημονική και αντικειμενική στη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς· αλλά ήταν εξόχως επικίνδυνη, επειδή μέσω αυτής η πολιτική απελευθερωνόταν από τον «έλεγχο» των ηθικών αντιλήψεων περί καλού και κακού.

Ο Μακιαβέλι, διαχώριζε την πολιτική από την ηθική με την ίδια έννοια που κάθε επιστήμη πρέπει να διαχωρίζεται από την ηθική. Οι επιστημονικές περιγραφές και θεωρίες πρέπει να βασίζονται σε γεγονότα, σε αποδείξεις και όχι στις υποτιθέμενες απαιτήσεις κάποιου ηθικού συστήματος. …

Η ίδια η άρνησή του όμως, αυτή η πίστη στην αντικειμενική αλήθεια είναι καθ’ εαυτήν ένα ηθικό ιδανικό. Επιπλέον, με μια άλλη έννοια, ο Μακιαβέλι ανέλαβε τις μελέτες του για την πολιτική έχοντας πιο συγκεκριμένους σκοπούς. … Αυτοί οι σκοποί, έχουν ηθικό περιεχόμενο: στην πραγματικότητα, η ηθική είναι απλά η εξέταση της ανθρώπινης συμπεριφοράς από την άποψη των σκοπών, των κριτηρίων, των κανόνων και των ιδανικών.

Ο Μακιαβέλι διαχώρισε την πολιτική από ένα ορισμένο είδος ηθικής –δηλαδή από την υπερβατική, εξωπραγματική και, θα πρέπει να προστεθεί, εξαιρετικά αχρεία ηθική. Το έκανε όμως για να ευθυγραμμίσει περισσότερο την πολιτική με την ηθική και για να τις τοποθετήσει στέρεα στον πραγματικό κόσμο του χωροχρόνου και της ιστορίας, που είναι ο μόνος κόσμος για τον οποίο γνωρίζουμε κάτι.



(ΚΕΔΡΟΣ, 2009, σελ. 62-63)

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012

Η πτώση της μεσαίας τάξης και το μέλλον της Δημοκρατίας



Σχεδόν όλες οι ισχυρές ιδέες που διαμόρφωσαν τις ανθρώπινες κοινωνίες μέχρι και πριν από 300 χρόνια ήσαν θρησκευτικές στη φύση τους, με σημαντική εξαίρεση το κομφουκιανισμό στην Κίνα. Η πρώτη μείζων κοσμική ιδεολογία με διαρκή και παγκόσμια απήχηση υπήρξε ο φιλελευθερισμός, ένα δόγμα που σχετίστηκε με την άνοδο, αρχικά μιας εμπορικής και κατόπιν μιας βιομηχανικής μεσαίας τάξης, σε ορισμένες περιοχές της Ευρώπης κατά τον 17ο αιώνα. …

Στην αρχή, ο φιλελευθερισμός δεν συνεπαγόταν κατ’ ανάγκην και δημοκρατία. … Πολλοί κλασικοί φιλελεύθεροι, περιλαμβανομένου του Μιλ, αμφισβητούσαν έντονα τις αρετές της δημοκρατίας. Πίστευαν ότι η υπεύθυνη πολιτική συμμετοχή απαιτούσε μόρφωση και μια κοινωνική θέση, δηλαδή, ιδιοκτησία γης. … Η εκλογή του Άντριου Τζάκσον ως προέδρου των ΗΠΑ το 1928 και η συνακόλουθη κατάργηση των προϋποθέσεων ιδιοκτησίας για το δικαίωμα ψήφου, τουλάχιστον για τους λευκούς άρρενες, υπήρξε μια πρώτη και σημαντική νίκη προς έναν πιο ισχυρό δημοκρατικό κανόνα.

Στην Ευρώπη, ο αποκλεισμός μιας μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού από την πολιτική εξουσία και η ανάδειξη μιας βιομηχανικής εργατικής τάξης άνοιξαν τον δρόμο για τον μαρξισμό. Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος εκδόθηκε το 1848, την ίδια χρονιά που οι επαναστάσεις απλώθηκαν σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες εκτός από το Ηνωμένο Βασίλειο. Έτσι ξεκίνησε ένας αιώνας διαγκωνισμού για την ηγεσία του δημοκρατικού κινήματος, ανάμεσα στους κομμουνιστές, που ήταν πρόθυμοι να εγκαταλείψουν τη διαδικαστική δημοκρατία (πολυκομματικές εκλογές) προς χάριν αυτού που πίστευαν ως ουσιαστική δημοκρατία (αναδιανομή του πλούτου), και τους φιλελεύθερους δημοκράτες, οι οποίοι πίστευαν στη διευρυμένη πολιτική συμμετοχή με παράλληλη διατήρηση μιας νομοθεσίας που θα προστατεύει τα ατομικά δικαιώματα, περιλαμβανομένων και των δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας. …

Στη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, διαμορφώθηκε μια ισχυρή συναίνεση όσον αφορά την προοδευτική Αριστερά, ότι δηλαδή μια μορφή σοσιαλισμού (κρατικός έλεγχος στους βασικούς πυλώνες της οικονομίας, ώστε να διασφαλιστεί μια δίκαιη αναδιανομή του πλούτου) ήταν αναπόφευκτη για όλες τις ανεπτυγμένες χώρες.

… το πραγματικό βιοτικό επίπεδο της βιομηχανικής εργατικής τάξης συνέχισε να βελτιώνεται, σε σημείο που πολλοί εργάτες ή τα παιδιά τους μπόρεσαν να αναρριχηθούν στη μεσαία τάξη. … στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, όταν οι υπηρεσίες άρχισαν να εκτοπίζουν τη βιομηχανική παραγωγή, στις οικονομίες που ονομάστηκαν «μετα-βιομηχανικές». Τέλος, μια καινούργια ομάδα φτωχών και μη προνομιούχων ανθρώπων αναδύθηκε κάτω από τη βιομηχανική εργατική τάξη, ένα ετερογενές μίγμα φυλετικών και εθνικών μειονοτήτων, πρόσφατων μεταναστών και κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων, όπως οι γυναίκες, οι ομοφυλόφιλοι και οι ανάπηροι. Ως αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών, στις περισσότερες βιομηχανικές κοινωνίες, η παλιά εργατική τάξη είχε μετεξελιχθεί σε άλλη μια εγχώρια ομάδα συμφερόντων, που χρησιμοποιούσε την πολιτική ισχύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων για να προστατεύσει τα με σκληρό τρόπο αποκτημένα κέρδη μιας παλαιότερης εποχής.

Οι μαρξιστές δεν πέτυχαν την κομμουνιστική ουτοπία, επειδή ο ώριμος καπιταλισμός δημιούργησε τις κοινωνίες της μεσαίας τάξης και όχι της εργατικής. Τι θα γίνει, όμως, αν η περαιτέρω ανάπτυξη της τεχνολογίας και η παγκοσμιοποίηση υπονομεύσουν τη μεσαία τάξη και δεν επιτρέπουν πλέον παρά σε μια μικρή μειονότητα πολιτών μιας προηγμένης κοινωνίας να αναρριχώνται στο status της μεσαίας τάξης;

Είναι ήδη άφθονα τα σημάδια ότι μια τέτοια εξέλιξη έχει ήδη ξεκινήσει. Στις Ηνωμένες Πολιτείες τα μεσαία εισοδήματα έχουν -σε πραγματικούς όρους- τελματώσει, από τη δεκαετία του 1970 και μετά. … Το 1974, το κορυφαίο 1% των οικογενειών μοιράστηκε το 9% του ΑΕΠ. Μέχρι το 2007, το μερίδιο αυτό αυξήθηκε στο 23,5%.

Οι εμπορικές και φορολογικές πολιτικές ενδεχομένως να επιτάχυναν αυτήν την τάση, αλλά ο πραγματικός θύτης εδώ είναι η τεχνολογία. Στις παλαιότερες φάσεις της εκβιομηχάνισης (στις εποχές της υφαντουργίας, του άνθρακα, του χάλυβα και των μηχανών εσωτερικής καύσης), τα οφέλη από τις τεχνολογικές αλλαγές σχεδόν πάντα διαχέονταν προς τα κάτω, στην υπόλοιπη κοινωνία, με τη μορφή της απασχόλησης. Όμως, αυτό δεν αποτελεί νόμο της φύσης.

Ο άλλος παράγοντας που υπονομεύει τα εισοδήματα της μεσαίας τάξης στις ανεπτυγμένες χώρες, είναι η παγκοσμιοποίηση. Με τη μείωση του κόστους των μεταφορών και των επικοινωνιών και την είσοδο στο παγκόσμιο εργατικό δυναμικό εκατοντάδων εκατομμυρίων νέων εργατών από τις αναπτυσσόμενες χώρες, το είδος της εργασίας που προσέφερε η παλιά μεσαία τάξη στον ανεπτυγμένο κόσμο μπορεί τώρα να εκτελεστεί αλλού πολύ πιο φθηνά. Κάτω από ένα οικονομικό μοντέλο που θέτει ως προτεραιότητα τη μεγιστοποίηση του συνολικού εισοδήματος, είναι αναπόφευκτο ότι οι θέσεις εργασίας θα μεταφέρονται έξω από τα σύνορα.


ΜΙΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

… Πώς θα ήταν αυτή η ιδεολογία ;

Θα είχε δύο -τουλάχιστον- συστατικά μέρη, το πολιτικό και το οικονομικό. Από πολιτική άποψη, η νέα ιδεολογία θα έπρεπε να επαναβεβαιώνει την υπεροχή της δημοκρατικής πολιτικής επί της οικονομίας και να νομιμοποιεί εκ νέου την κυβέρνηση ως εκφραστή του δημοσίου συμφέροντος. …

Από οικονομική άποψη, η ιδεολογία δεν θα πρέπει να ξεκινά με μια καταδίκη του καπιταλισμού καθεαυτού, ως σαν ο ξεπερασμένος σοσιαλισμός να εξακολουθεί να αποτελεί βιώσιμη προοπτική. Το διακύβευμα είναι μάλλον η διαφοροποίηση του καπιταλισμού και ο βαθμός στον οποίον οι κυβερνήσεις θα βοηθήσουν τις κοινωνίες να προσαρμοστούν στις αλλαγές. Η παγκοσμιοποίηση θα πρέπει να γίνει αντιληπτή όχι ως ένα μοχθηρό φυσικό φαινόμενο, αλλά μάλλον ως πρόκληση και ευκαιρία, που πρέπει να γίνει αντικείμενο πολύ προσεκτικών πολιτικών χειρισμών. Η νέα ιδεολογία δεν θα βλέπει τις αγορές ως αυτοσκοπό. Αντιθέτως, θα αποτιμά το παγκόσμιο εμπόριο και τις επενδύσεις στο μέτρο που συνέβαλαν στη δημιουργία μιας ευημερούσας μεσαίας τάξης και όχι μόνο στη μεγαλύτερη συσσώρευση εθνικού πλούτου. …

Η κριτική της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή, θα πρέπει να είναι συνδεδεμένη με τον πατριωτισμό ως στρατηγική για κινητοποίηση, έτσι ώστε να καθορίζει την έννοια του εθνικού συμφέροντος με έναν τρόπο πιο εξελιγμένο, σε σύγκριση -για παράδειγμα- με το σύνθημα «Αγόραζε Αμερικανικά», που προώθησαν τα σωματεία στις Ηνωμένες Πολιτείες. … Η ιδεολογία θα πρέπει να είναι λαϊκή. Το μήνυμα θα πρέπει να ξεκινά με μια κριτική κατά των αρχουσών τάξεων, οι οποίες επέτρεψαν να θυσιαστούν τα οφέλη των πολλών προς χάριν των ολίγων, και μια κριτική της χρηματοοικονομικής πολιτικής (ειδικά στην Ουάσιγκτον), που συντριπτικά ευνοεί τους πλούσιους. …

Σε όλες τις κοινωνίες οι ελίτ χρησιμοποιούν τη μεγαλύτερη πρόσβασή τους στο πολιτικό σύστημα, για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους, απούσης μιας αποτρεπτικής δημοκρατικής κινητοποίησης, που θα εξισορροπούσε την κατάσταση. … Αυτή η κινητοποίηση δεν πρόκειται να συμβεί, εντούτοις, για όσον καιρό οι μεσαίες τάξεις στον ανεπτυγμένο κόσμο παραμένουν γοητευμένες από τον μύθο της προηγούμενης γενιάς: ότι τα συμφέροντά τους θα εξυπηρετηθούν καλύτερα από μια ακόμη πιο ελεύθερη αγορά και από λιγότερο κράτος. Ο εναλλακτικός μύθος είναι εκεί έξω και περιμένει να γεννηθεί.

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο εδώ.