«Ἀγνοεῖς ὅτι τοῦ λόγου μέτρον ἐστὶν οὐχ ὁ λέγων, ἀλλ' ὁ ἀκούων;» Πλάτων (Στοβαίου ανθολόγιον, XXXVI. 22)
Τετάρτη 15 Απριλίου 2015
Τρίτη 14 Απριλίου 2015
Το πρόβλημα της αμερικανοποίησης του πλανήτη
Επισημάναμε
ότι η πιο μισητή κι επικίνδυνη όψη της
σημερινής ιστορικής κατάστασης είναι η πρωτοφανής δυσαναλογία της στρατιωτικής
και πολιτισμικής δύναμης των ΗΠΑ σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα κράτη του πλανήτη.
Η δυσαναλογία όμως αυτή δεν ισχύει στο
καθαρά οικονομικό πεδίο και για το
λόγο αυτό βρισκόμαστε μπροστά σε μια εν μέρει κυκλική φάση επανόδου, στην οποία
παρατηρείται ένας πραγματικός ιμπεριαλιστικός πολυκεντρισμός. […]
Εν τούτοις είναι
εξίσου λανθασμένο να χαρακτηρίσουμε τις ΗΠΑ ως τον κύριο εχθρό, όπως κάνει (όχι
εντελώς αδικαιολόγητα) ένα μέρος της κουλτούρας της λεγόμενης ευρωπαϊκής «νέας δεξιάς» — Ο κύριος εχθρός είναι ακριβώς ο τίτλος ενός βιβλίου του Alain de Benoist, ενός από τους οξυδερκέστερους διανοούμενους του χώρου αυτού. Σε μια ιστορική προοπτική δημοκρατίας,
αλληλεγγύης και ελευθερίας όμως, δεν μπορεί ποτέ να υπάρχει ένας μεταφυσικός
κύριος εχθρός, ιδιαίτερα όταν αυτός ταυτίζεται με μια εθνική κουλτούρα.
Βεβαίως, στην τρέχουσα ιστορική συγκυρία είναι εντελώς κατανοητό και θεμιτό οι
Άραβες και οι Λατινοαμερικάνοι να θεωρούν το βορειοαμερικανικό ιμπεριαλιστικό
κράτος ως τον κύριο πολιτικό και στρατιωτικό εχθρό τους. Κι έτσι είναι
πράγματι. Όμως, σε μια παγκόσμια
πολιτισμική προοπτική, δεν ωφελεί να υποδείξουμε έναν υποτιθέμενο «κύριο
εχθρό», διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο ανοίγεται ο δρόμος σ’ ένα είδος πολιτισμικής
παράνοιας, εξαιρετικά παρεκκλίνουσας.
Το
βορειοαμερικανικό έθνος παρουσιάζει ιδιαιτερότητες εντελώς ξεχωριστές. Έθνος
μεταναστών χωρίς καμία παράδοση γιακωβινισμού, άρα πρόθυμο να αναγνωρίζει την
πολιτισμική αυτονομία των διάφορων εθνοτήτων που το απαρτίζουν, συγκροτήθηκε εν τούτοις πάνω σ’ ένα αγγλοσαξονικό πουριτανικό
αρχικό καλούπι, απ’ όπου κληρονόμησε την ενοχλητική ψευδαίσθηση ότι κατέχει τα
πρωτεία της ηθικής στον κόσμο και κατά συνέπεια είναι φορέας ενός «ξεχωριστού πεπρωμένου». Όποιος γνωρίζει την ιστορία ξέρει καλά ότι αυτή η ενοχλητική
ψευδαίσθηση ανωτερότητας έχει τις ρίζες της σε μια συγκεκριμένη αγγλική πουριτανική
ιδεολογία του 17ου αιώνα, που όμως στερείται κάθε εγκυρότητας, δεδομένου ότι η
γένεση μιας ιδέας αποκτά εγκυρότητα μόνο και εφόσον είναι λογικά και οντολογικά
καθολικεύσιμη, κάτι που εδώ ασφαλώς δεν ισχύει. Η ενοχλητική αξίωση του
ξεχωριστού πεπρωμένου ενσαρκώθηκε το 19ο αιώνα σ’ ένα υποτιθέμενο δικαίωμα καθυπόταξης
των Ινδιάνων της Αμερικής και προσάρτησης των επί δύο αιώνες μεξικανικών και
ισπανόφωνων εδαφών, ενώ στον 20ό αιώνα σ’ έναν καθαρά ιμπεριαλιστικό ρόλο
μεταμφιεσμένο σε θρησκευτική και πολιτική ηθικότητα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, παράλληλα με αυτά τα επικίνδυνα στοιχεία, το
αμερικανικό έθνος έχει παραγάγει και πολλά θετικά, κυρίως σε επιστημονικό,
λογοτεχνικό, μουσικό, πολιτιστικό επίπεδο, στοιχεία που δεν πρέπει ν’
απορρίπτονται μέσα από μια γενικευμένη και a priori αντιαμερικανική ιδεολογία,
την οποία απευχόμαστε έντονα.
Άρα,
μακριά από εμάς κάθε είδους a priori πολιτιστικός και πολιτισμικός
αντιαμερικανισμός. Παράλληλα όμως είναι απαραίτητη
η πιο σθεναρή αντίσταση απέναντι
στην απρεπή αξίωση της παγκόσμιας αμερικανικής κουλτούρας ν’ αποτελεί το
μοντέλο αναφοράς σε μια επικείμενη και παγκοσμίως ενοποιημένη κουλτούρα,
αξίωση που καταντά χυδαία όταν στηρίζεται σε μια επιχειρηματολογία περί
«ξεχωριστού» πεπρωμένου εκ θεού εκπορευόμενου. Συχνά αυτή η αντίσταση δεν είναι εύκολη, καθώς ο αμερικανισμός δεν
φανερώνεται άμεσα και καθαρά, αντιθέτως παίρνει
τη μορφή της ανιδιοτελούς προάσπισης των «ανθρώπινων δικαιωμάτων» οπουδήποτε
αυτά παραβιάζονται. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο υπεισέρχεται το εθνικό
ζήτημα, διότι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός αποκτά το κυρίαρχο δικαίωμα ν’
αποφασίζει ποια έθνη δικαιούνται να υπάρχουν και ποια όχι με βάση την εκλογική
επιρροή των διάφορων lobbies. […]
Ας
ανοίξουμε εδώ μια παρένθεση στο ζήτημα της αγγλικής γλώσσας, ως μοναδικής
σύγχρονης παγκόσμιας γλώσσας, και στη σχέση ανάμεσα στον ιδεολογικό και
πολιτισμικό αμερικανισμό και την αγγλοφωνία. Η επικράτηση της αγγλικής ως προνομιακής γλώσσας παγκόσμιας
επικοινωνίας, δεν είναι κατά τη γνώμη μου αντιστρέψιμη σ’ αυτήν την ιστορική στιγμή, και κάθε απόπειρα αντίστασης δεν είναι μόνο καταδικασμένη σε αποτυχία
αλλά και ουσιαστικά λανθασμένη και επιζήμια. Είναι αλήθεια ότι, θεωρητικά, ως
γλώσσες διεθνούς επικοινωνίας θα ήταν προτιμότερα τα λατινικά ή η εσπεράντο, καθώς
δεν δίνουν κανένα πλεονέκτημα σε όσους έχουν τα αγγλικά ως μητρική ή ως πρώτη γλώσσα
εκμάθησης (όπως συμβαίνει σε εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους χώρες, όπως στις
Φιλιππίνες, στην Ινδία ή στη Σουηδία). Αυτό όμως παραμένει μια φρούδα επιθυμία.
Τα αγγλικά ως γλώσσα διεθνούς
επικοινωνίας έχουν πλέον οριστικά υπερισχύσει έναντι των γαλλικών, των
γερμανικών ή των ρωσικών. Πρέπει
λοιπόν να κάνουμε μια προσεκτική διάκριση ανάμεσα στη γλωσσική εκμάθηση των
αγγλικών ως διεθνούς εργαλείου και την άθλια και υποταγμένη μόδα της
αγγλοφωνικής μονογλωσσίας σαν να επρόκειτο για το «γλωσσικό πεπρωμένο» μιας
αμερικανοποιημένης ανθρωπότητας. […]
Το βορειοαμερικανικό έθνος οφείλει λοιπόν να το σέβεται κανείς σαν ένα οποιοδήποτε έθνος ανάμεσα στα άλλα, που δεν διαθέτει κάποια θεϊκή αποστολή ή κάποιο ξεχωριστό πεπρωμένο. Άλλα μεγάλη έθνη αγγλοσαξονικής καταγωγής, όπως ο Καναδάς και η Αυστραλία, ακολουθούν τον «κανονικό» δρόμο και αντιμετωπίζουν με πραγματική προθυμία και με ορθό τρόπο τα λεπτά ζητήματα της αναγνώρισης των ντόπιων εθνοτήτων τους — αν δεν απατώμαι, τα προβλήματα των Εσκιμώων και των Ινδιάνων στον Καναδά ή των ιθαγενών στην Αυστραλία επιλύονται με σωστό και δημοκρατικό τρόπο. Και πάλι, η σωστή αναγνώριση των «εσωτερικών» εθνικών ζητημάτων συνιστά προϋπόθεση για ν’ αποποιηθούμε τη μεγαλομανή αξίωση να είμαστε «ιδιαίτερο» έθνος, πιο «ίσο» από τα άλλα, σύμφωνα με τον Όργουελ.
Το βορειοαμερικανικό έθνος οφείλει λοιπόν να το σέβεται κανείς σαν ένα οποιοδήποτε έθνος ανάμεσα στα άλλα, που δεν διαθέτει κάποια θεϊκή αποστολή ή κάποιο ξεχωριστό πεπρωμένο. Άλλα μεγάλη έθνη αγγλοσαξονικής καταγωγής, όπως ο Καναδάς και η Αυστραλία, ακολουθούν τον «κανονικό» δρόμο και αντιμετωπίζουν με πραγματική προθυμία και με ορθό τρόπο τα λεπτά ζητήματα της αναγνώρισης των ντόπιων εθνοτήτων τους — αν δεν απατώμαι, τα προβλήματα των Εσκιμώων και των Ινδιάνων στον Καναδά ή των ιθαγενών στην Αυστραλία επιλύονται με σωστό και δημοκρατικό τρόπο. Και πάλι, η σωστή αναγνώριση των «εσωτερικών» εθνικών ζητημάτων συνιστά προϋπόθεση για ν’ αποποιηθούμε τη μεγαλομανή αξίωση να είμαστε «ιδιαίτερο» έθνος, πιο «ίσο» από τα άλλα, σύμφωνα με τον Όργουελ.
COSTANZO PREVE, ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΟΥ 21ου
ΑΙΩΝΑ
(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΑΧΥ, ΑΘΗΝΑ 2001, σελ. 41-45)
Δευτέρα 13 Απριλίου 2015
Σάββατο 11 Απριλίου 2015
Παρασκευή 10 Απριλίου 2015
Πέμπτη 9 Απριλίου 2015
Το Οντολογικό Επιχείρημα για την ύπαρξη του Θεού
Το Οντολογικό Επιχείρημα προσπαθεί να καταδείξει
ότι η ύπαρξη του Θεού συνάγεται υποχρεωτικά από τον ορισμό του Θεού ως
υπέρτατου όντος. Επειδή εδώ το συμπέρασμα προηγείται της εμπειρίας, είναι
γνωστό ως επιχείρημα πρωθύστερο.
Σύμφωνα με το Οντολογικό Επιχείρημα ο Θεός ορίζεται
ως το τελειότερο ον που μπορεί να φανταστεί κανείς ή, στην πιο γνωστή διατύπωση
του επιχειρήματος που έδωσε ο Άγιος Ανσελμος (1033-1109), ως «το ον εκείνο, του
οποίου το μεγαλείο ξεπερνά οτιδήποτε μπορεί να συλλάβει ο νους». Μία από τις
εκφάνσεις αυτής της τελειότητας του μεγαλείου υποτίθεται ότι είναι η ύπαρξη.
Ένα τέλειο ον δεν θα ήταν τέλειο, αν δεν υπήρχε. Συνεπώς, ο ορισμός του Θεού
συνεπάγεται ότι υπάρχει υποχρεωτικά, ακριβώς όπως ο ορισμός του τριγώνου
συνεπάγεται ότι το άθροισμα των εσωτερικών γωνιών του είναι 180 μοίρες.
Αυτό
το επιχείρημα, που έχει χρησιμοποιηθεί από αρκετούς φιλοσόφους, όπως και από το
Ρενάτο Καρτέσιο (1596-1650) στον πέμπτο από τους Στοχασμούς του, πολύ λίγους
ανθρώπους έπεισε για την ύπαρξη του Θεού, αλλά δεν είναι εύκολο να καταλάβει
κανείς πού ακριβώς υστερεί.
Κριτική του Οντολογικού
Επιχειρήματος
Παράλογες συνεπαγωγές
Μία
από τις συνηθέστερες επικρίσεις στο Οντολογικό Επιχείρημα είναι ότι δείχνει να μας
επιτρέπει να ορίσουμε την ύπαρξη οποιουδήποτε πράγματος. Μπορούμε μάλλον εύκολα
να φανταστούμε, για παράδειγμα, ένα τέλειο νησί, με μια τέλεια παραλία, με
τέλεια χλωρίδα και πανίδα, και ούτω καθεξής, αλλά είναι προφανές ότι αυτό δεν
συνεπάγεται πως όλα αυτά τα τέλεια κάπου υπάρχουν. Εφόσον λοιπόν το Οντολογικό
Επιχείρημα φαίνεται να δικαιολογεί τέτοια ανεδαφικά συμπεράσματα, μπορεί κανείς
εύκολα να καταλάβει ότι είναι αδύναμο ως επιχείρημα. Ακόμα κι αν ολόκληρη η
δομή του επιχειρήματος δεν είναι σαθρή, μία τουλάχιστον από τις αρχικές του
παραδοχές πρέπει να είναι λανθασμένη. Διαφορετικά θα ήταν αδύνατο να οδηγήσει
σε τέτοιες παράλογες συνεπαγωγές.
Ο
υποστηρικτής του Οντολογικού Επιχειρήματος θα μπορούσε εύλογα ν' απαντήσει σ'
αυτή την αντιλογία ότι, παρ' όλο που είναι εμφανώς παράλογο να σκεφτεί κανείς
ότι είναι δυνατόν ορίζοντας το τέλειο νησί ν' αρχίσει να υπάρχει, δεν είναι
παράλογο να σκεφτεί ότι από τον ορισμό του Θεού υποχρεωτικά συνεπάγεται ότι ο
Θεός υπάρχει. Αυτό συμβαίνει επειδή τα τέλεια νησιά, ή έστω και η τέλεια
παραλία, οι τέλειες χλωρίδα και πανίδα ή οτιδήποτε άλλο, δεν αποτελούν παρά
τέλεια παραδείγματα ενός συγκεκριμένου είδους πραγμάτων. Ο Θεός όμως είναι
ειδική περίπτωση. Ο Θεός δεν αποτελεί απλώς το τέλειο παράδειγμα κάποιου
είδους, είναι το τελειότερο απ' όλα τα πράγματα.
Ωστόσο,
ακόμα κι αν αποδεχτούμε αυτό το αστήρικτο επιχείρημα, υπάρχουν κι άλλες αντιρρήσεις
στο Οντολογικό Επιχείρημα, τις οποίες κάθε υποστηρικτής του είναι αναγκασμένος
ν' αντιμετωπίσει. Αυτές οι επιπλέον επικρίσεις διατυπώθηκαν αρχικά από τον
Εμμανουήλ Καντ [Immanuel Kant] (1724-1804).
Η ύπαρξη δεν είναι ιδιότητα
Ο
εργένης μπορεί να οριστεί ως ανύπαντρος άντρας. Το να είναι κανείς ανύπαντρος
αποτελεί την ουσιώδη καθοριστική ιδιότητα του εργένη. Αν, τώρα, έλεγα ότι
«υπάρχουν εργένηδες», δεν θα παρέθετα κάποια επιπλέον ιδιότητα των εργένηδων. Η
ύπαρξη δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία με την ιδιότητα του ανύπαντρου. Για να
μείνει κάποιος ανύπαντρος, πρέπει πρώτα να υπάρχει, η έννοια όμως του εργένη
παραμένει η ίδια, ανεξάρτητα από το αν τυχαίνει να υπάρχουν εργένηδες ή όχι.
Εφαρμόζοντας
το ίδιο σκεπτικό στο Οντολογικό Επιχείρημα, βλέπουμε ότι το σφάλμα που κάνει
είναι ότι αντιμετωπίζει την ύπαρξη του Θεού σαν να ήταν απλώς μία ακόμα
ιδιότητα σαν την παντογνωσία ή την παντοδυναμία. Ο Θεός όμως δεν θα μπορούσε να
είναι παντογνώστης ή παντοδύναμος χωρίς να υπάρχει, επομένως απλώς και μόνο
δίνοντας τον ορισμό του Θεού θεωρούμε ήδη ότι υπάρχει. Κατατάσσοντας την ύπαρξη
στην ίδια κατηγορία με τις άλλες ουσιώδεις ιδιότητες ενός τέλειου όντος,
κάνουμε το λάθος να αντιμετωπίζουμε την ύπαρξη ως μια ιδιότητα και όχι ως
απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει κάτι να έχει οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα.
Τι
γίνεται όμως με τα φανταστικά όντα όπως οι μονόκεροι; Μπορούμε δηλαδή να μιλάμε
για τις ιδιότητες ενός μονόκερου, όπως το ότι έχει ένα κέρατο και τέσσερα
πόδια, χωρίς να είναι απαραίτητη η ύπαρξή του, στην πραγματικότητα; Η απάντηση σ'
αυτό είναι ότι η πρόταση «Οι μονόκεροι έχουν ένα κέρατο» ουσιαστικά εννοεί ότι
«Αν υπήρχαν μονόκεροι, θα είχαν ένα κέρατο». Με άλλα λόγια, η πρόταση «Οι
μονόκεροι έχουν ένα κέρατο» είναι ουσιαστικά μια υποθετική πρόταση. Η ανυπαρξία
λοιπόν των μονόκερων δεν εμποδίζει να εκφραστεί η άποψη ότι η ύπαρξη δεν είναι
ιδιότητα.
Το κακό
Ακόμα
κι αν αποδεχτούμε το Οντολογικό Επιχείρημα, υπάρχουν πολλές αποδείξεις ότι μία
τουλάχιστον πλευρά του συμπεράσματός του είναι ψευδής. Η παρουσία του κακού
στον κόσμο μοιάζει ν' αντιτίθεται στην ιδέα ότι ο Θεός είναι πανάγαθος. […]
Nigel Warburton, Φιλοσοφία:τα βασικά ζητήματα
(Εκδόσεις
Περίπλους, 1999, σελ. 36- 41)
Τετάρτη 8 Απριλίου 2015
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





