Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Ο «ανθρώπινος» και ο «μη ανθρώπινος» τρόπος

Βασισμένη στο ομώνυμο θρίλερ του BBC, το «House of Cards», είναι η ιστορία συνωμοσίας και εκδίκησης ενός μέλους του κογκρέσου που αφού βοηθάει την παράταξή του να κερδίσει τις εκλογές, δεν ανταμείβεται με υπουργική θέση όπως περίμενε. Αυτό που ακολουθεί είναι μια υπολογισμένη παρτίδα σκάκι, με τον Φρανκ Άντεργουντ και τη σύζυγό του, Κλερ, να εξολοθρεύουν έναν-έναν τους εσωτερικούς αντιπάλους του χρησιμοποιώντας και το τελευταίο δυνατό μέσο πίεσης που διαθέτουν.

Ο Φρανκ, επισκέπτεται συχνά την ψησταριά του Φρέντι ο οποίος φτιάχνει τα καλύτερα παϊδάκια στην πόλη. Σε μια από τις επισκέψεις του, στο πρώτο επεισόδιο της δεύτερης σεζόν, ο Φρανκ παρατηρεί ότι υπήρχε κάτι το πραγματικά ξεχωριστό στη γεύση τους και ρωτάει σχετικά τον Φρέντι:

Φρανκ: Δεν πίστευα ότι μπορούσαν να γίνουν καλύτερα, αλλά ήταν πραγματικά ξεχωριστά.
Φρέντι: Λοιπόν, χρησιμοποίησα νέο κρεοπώλη. Σφάζει αργά το γουρούνι. […] Πήγα στο κατάστημά του. Έχει ένα δωμάτιο πίσω όπου το κάνει, με ηχομόνωση. Ολόκληρο σκηνικό…
Φρανκ: Γιατί με ηχομόνωση;
Φρέντι: Εξαιτίας του πόσο δυνατά τσιρίζουν. Το μυρίζουν ότι θα πεθάνουν. Χώνουν ένα σωλήνα στο λαρύγγι του, τα επόμενα δέκα λεπτά είναι κόλαση. Σου σπάνε τα τύμπαναΤώρα, ο ανθρώπινος τρόπος είναι να το κάνεις όσο πιο γρήγορα. Να βγάζουν τον κουβά όπως κάνουν όταν τα ταΐζουν και «μπαμ» μια φτυαριά στο σωστό σημείο στο κεφάλι. Χωρίς τσιρίγματα

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

Η ενότητα των αντιθέτων

[ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ] Περί κόσμου 5. 396b 7

Ίσως η φύση να επιθυμεί τα ενάντια και με αυτά να φτιάχνει τη συμφωνία, όχι με τα όμοια. Όπως λόγου χάρη οδηγεί το αρσενικό προς το θηλυκό και όχι προς δικό του φύλο δημιουργώντας την πρώτη ομόνοια δια μέσω των εναντίων, όχι με τα όμοια.

Και φαίνεται ότι και η τέχνη κάνει το ίδιο με μίμηση της φύσης. Η ζωγραφική αναμειγνύει τα λευκά με τα μαύρα, τις ώχρες με τα κόκκινα χρώματα και κάνει τις εικόνες σύμφωνες με τα πρότυπα. Η μουσική αναμειγνύει τους οξείς και τους βαρείς, τους μακρούς και τους βραχείς ήχους και δημιουργεί μια αρμονία από διαφορετικές φωνές. Η γραμματική αναμειγνύει και τα άφωνα δημιουργώντας έτσι την τέχνη της.

Αυτό λέει και ο σκοτεινός Ηράκλειτος: «Συνδέσεις: σύνολα και μη σύνολα, ομόρροπο και αντίρροπο, ήχοι σε όμοιο τόνο και σε αντίθετο τόνο, κι από τα πάντα ένα κι από το ένα τα πάντα

Ηράκλειτος, Άπαντα 

(Εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ, 1999, σελ. 79)

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014

Ο πλατωνικός λόγος

Ο Πλάτωνας στον Τίμαιο, εκθέτει μια νοητική κατασκευή για τη δημιουργία, τη δομή και το γίγνεσθαι του σύμπαντος, στην ενότητα και την ολότητά του. Περιγράφει τις διάφορες περιοχές του, που διακρίνονται από τη δική τους οντολογία, τους δικούς τους νόμους και τη δική τους διάταξη, ενώ, με ιδιαίτερη επιμέλεια, αποδίδει τη γένεση, τη φύση και το πεπρωμένο του ανθρώπου. Ο λόγος παρουσιάζεται εκεί με τρεις όψεις: κοσμολογική (ως ιδιότητα του σύμπαντος), ανθρωπολογική (ως δραστηριότητα που προσιδιάζει στο ανθρώπινο όν), μεταφυσική (ως δραστηριότητα της οποίας το καθεστώς και η θέση δεν είναι εύκολα προσδιορίσιμες). Οι τρεις παραπάνω όψεις του λόγου συνδέονται άρρηκτα.

Το σύμπαν, όπως παρουσιάζεται σε εμάς, δεν είχε πάντα τη μορφή που του αναγνωρίζουμε: από μία κατάσταση αταξίας ή χάους, πέρασε σε μια κατάσταση πιο ταξινομημένη, χάρη στη δράση κάποιου θεού (ή του Θεού). Η συγκεκριμένη δράση δεν έχει τίποτα το αυθαίρετο, διότι υπακούει στην αρχή της αιτιώδους σύνδεσης την οποία διατυπώνει πρώτος ο Πλάτωνας, με έναν ορισμό που παραμένει επίκαιρος ως τις μέρες μας: «Οτιδήποτε γεννιέται, προκύπτει απαραίτητα από τη δράση κάποιας αιτίας, διότι είναι αδύνατον να γεννηθεί οτιδήποτε αναίτια» (28a). Ο φιλόσοφος εγείρει στην ίδια του τη σκέψη την εξής αντίρρηση: είτε ο θεός που επιτελεί το έργο εμπνέεται από κάποιο «αιώνιο» πρότυπο το οποίο συλλαμβάνει «μέσω της νόησης και της λογικής εξήγησης» (28a) είτε συμμορφώνεται στις πραγματικότητες που βρίσκονται μπροστά στα μάτια του και που είναι φθαρτές. Εάν ακολουθήσει την πρώτη οδό, του προσφέρεται η ευκαιρία να διακρίνει τη δομή του σύμπαντος, εάν, όμως ακολουθήσει τη δεύτερη, όχι. Πρέπει, λοιπόν, να γνωρίζει κανείς «σύμφωνα με πιο από τα δύο πρότυπα εκείνος που διαμορφώνει [το σύμπαν)] το υλοποίησε» (29a). Η απάντηση του Πλάτωνα είναι λεπτή: «Ο αυτουργός και πατέρας του σύμπαντος» (28c) «εστιάζει το βλέμμα του στο αιώνιο πρότυπο», αλλά δεν μπορεί να αποφύγει εκείνο που κυκλοφορεί ανάμεσα στα πράγματα «το είδος της πλανώμενης αιτίας» (48c) που μοιάζει με ίχνος μιας κατάστασης στην οποία «είναι φυσικό να ενυπάρχει κάθε πράγμα απ’ όπου ο Θεός απουσιάζει» (53b). Εξ ου προκύπτει ότι ακόμα και για το Θεό, «είναι αδύνατο να εξαφανίσει το κακό» (Θεαίτητος, 176a).     

Παρόλο που είναι ένα, το σύμπαν δεν είναι ομοιόμορφο: ο θεός εμπιστεύθηκε σε «νεαρούς θεούς» τις διάφορες περιοχές του πραγματικού, τις οποίες εναρμονίζει όχι διαμέσου ενός και μοναδικού συστήματος νόμων, αλλά συναρθρώνοντας τις διακριτές βαθμίδες της φύσης με «σοφή πειθώ». Ο λόγος είναι, λοιπόν, καταρχήν το πνεύμα του Θεού που θεμελιώνει και συγκροτεί το σύμπαν, όχι επιβάλλοντας τις ιδιοτροπίες του ή πραξικοπηματικά, αλλά δρώντας σύμφωνα με κάποια νοητή αρχή αιτιότητας, στην οποία εμπεριέχεται το στοιχείο της τυφλής αναγκαιότητας: «Η διάνοια κυριάρχησε επί της ανάγκης γιατί πέτυχε να την πείσει να προσανατολίσει την πλειονότητα των πραγμάτων που γεννώνται προς τη βέλτιστη κατεύθυνση» (Τίμαιος, 48a).

Πως μπορούμε να μάθουμε οτιδήποτε για το σύμπαν; Διαμέσου της παρατήρησης, απαντά ο Πλάτων. «Είναι η μέρα και η νύχτα, οι μήνες, οι προδιαγεγραμμένοι κύκλοι των εποχών, οι ισημερίες, τα ηλιοστάσια, όλα όσα βλέπουμε, που μας οδήγησαν στην επινόηση του αριθμού, μας εφοδίασαν με τη γνώση του χρόνου και επέτρεψαν να διατυπώσουμε υποθέσεις για τη φύση του σύμπαντος» (47a). Εγείρεται, επομένως, το εξής προβληματικό ζήτημα: πως είναι δυνατόν να αποφασίσει κανείς εάν η αναπαράσταση μας για τον κόσμο είναι γνήσια ή τεχνητή; Διαθέτουμε κάποιο κριτήριο διαλογής; Για να κρίνουμε επ’ αυτού, πρέπει να περάσουμε από την κοσμολογία στην ανθρωπολογία, να εξετάσουμε τις εκφάνσεις του ανθρώπινου λόγου και να ανακαλύψουμε αν πρόκειται για αξιόπιστο οδηγό στην αναζήτηση της αλήθειας, δηλαδή της πραγματικότητας.

Ο σκοπός κατά τον Πλάτωνα είναι ο ακόλουθος: «Μετά την ενατένιση των περιοδικών κινήσεων της ουράνιας διάνοιας, θα τις μεταχειριστούμε, μεταθέτοντας τες στις κινήσεις της ίδιας μας της σκέψης, οι οποίες είναι της ίδιας φύσης, αλλά διαταραγμένες, ενώ, αντιθέτως, οι ουράνιες κινήσεις δεν γνωρίζουν ταραχές» (47c). Η λειτουργία του λόγου έγκειται στην αναζήτηση της συνάφειας ανάμεσα στην τάξη των αισθητών πραγμάτων (η οποία συμβολίζεται εδώ από την κίνηση των ουράνιων σωμάτων) και των νοητικών διεργασιών. Όμως, τίποτε δεν αποδεικνύει ότι κάτι τέτοιο είναι υλοποιήσιμο. Στην «αληθοφανή εκδοχή» που προτείνει ο Τίμαιος, η δημιουργία και η διαμόρφωση του ανθρώπου δεν έχουν αναληφθεί από τον Θεό – έχουν ανατεθεί στους δευτερεύοντες θεούς. Τούτοι εδώ εναποθέτουν σε κάθε άτομο την «άφθαρτη αρχή της ψυχής», αλλά την περιβάλλουν με σώμα θνητό, το οποίο και με τον ψυχισμό, ένα είδος «φθαρτής ψυχής» που περιλαμβάνει «πάθη επίφοβα και άφευκτα» (69c). Τουτέστιν, ο θρίαμβος του λόγου στο άτομο δεν είναι βέβαιος, ένα κομμάτι της οργανικής και ψυχικής ζωής μας κωφεύει στις προτροπές του. Από τη «θνητή ψυχή» μας, μονάχα «το μέρος που προσιδιάζει στη παρρησία και στην πολεμική ορμή, εκείνο που ποθεί τη νίκη» είναι επιδεκτικό στο να αφουγκράζεται το λόγο» (70a) και να δαμάσει την τυφλή ανταρσία των ισχυρότερων παθών. Από όπου προκύπτει και ένα πρόβλημα το οποίο είχαν ήδη αναλογιστεί οι φιλόσοφοι της αρχαιότητας: Πως είναι δυνατόν η ανθρωπότητα, σε εξατομικευμένο αλλά και σε συλλογικό επίπεδο, να εκπληρώσει τον προορισμό της, δηλαδή να γίνει κοινωνός της ζωής του κόσμου αντί να καταποντιστεί, αντί δηλαδή να παραμένει τυφλή και ασταθής: Ερώτημα πολιτικό, αλλά και ηθικό και κοσμολογικό, σύμφωνα με τον Πλάτωνα.

Bertrand Saint – Sernin, Ο λόγος

(ΤΟ ΒΗΜΑ γνώση, 2007, σελ. 12-16)

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Απαγχονισμός και στραγγαλισμός

Θλιμμένη Τζάσμιν είναι ο τρόπος με τον οποίο έχει αποδοθεί στη γλώσσα μας ο τίτλος της τελευταίας ταινίας του Γούντι Αλεν, «Blue Jasmin». Πρωταγωνιστεί η Κέιτ Μπλάνσετ στο ρόλο της Τζάσμιν, μιας πλούσιας Νεοϋορκέζας, η οποία μετά τη διάλυση του γάμου της και αφού έχει χάσει όλη της την περιουσία, προσπαθεί να φτιάξει από την αρχή τη ζωή της. Έτσι αναγκάζεται να μετακομίσει στο Σαν Φρανσίσκο και να μείνει μαζί με την αδερφή της.

Η καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, ανάλυση - κριτική της ταινίας είναι αυτή του Στέφανου Κασιμάτη στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.

Υπάρχει μια σκηνή όπου η Τζάσμιν, με την ευκαιρία του σχολιασμού της αυτοκτονίας του άνδρα της με απαγχονισμό στη φυλακή, εξηγεί στους φίλους της αδελφής της τη διαφορά απαγχονισμού και στραγγαλισμού:

Φίλος: Περίεργος τρόπος να πεθάνεις. Να στραγγαλιστής.
Τζάσμιν: Δεν ήταν στραγγαλισμός. Όταν κρεμνιέσαι, ο λαιμός σου σπάει.
[…]
Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι στραγγαλίζεσαι … αλλά απλά σπάει ο λαιμός σου.

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Ιδέες για την αύξηση των δημοσίων εσόδων

Άκουσα έναν πολύ θερμό διάλογο ανάμεσα σε δύο καθηγητές, σχετικά με τους πλέον άνετους και αποτελεσματικούς τρόπους για την συγκέντρωση χρημάτων δίχως να στεναχωριούνται οι υπήκοοι του κράτους. 

Ο πρώτος βεβαίωνε πως ο δικαιότερος τρόπος θα ήταν να εφαρμοστεί ένας ορισμένος φόρος επί των αμαρτιών και της ανοησίας, και το μερίδιο του καθενός να επιμεριζόταν όσο γινόταν πιο δίκαια από σώμα ενόρκων που θα αποτελούσαν οι γείτονές του. 

Ο δεύτερος είχε μια εντελώς αντίθετη γνώμη, να φορολογηθούν εκείνες οι αρετές στο σώμα και το πνεύμα με τις οποίες οι άνθρωποι αξιολογούν τον εαυτό τους, όπου το ποσοστό θα ήταν περισσότερο ή λιγότερο ανάλογα με το ύψος της αρετής, και την σχετική απόφαση θα έπαιρνε ο καθένας αποκλειστικά μόνος του. Ο μεγαλύτερος φόρος θα έπεφτε πάνω στους άντρες με τις μεγαλύτερες επιτυχίες στο άλλο φύλλο, και η εκτίμηση του φόρου θα ήταν ανάλογη με τον αριθμό και τη φύση των επιτυχιών τους πράγμα που θα είχαν το δικαίωμα να το εγγυηθούν οι ίδιοι. Παρόμοια, πρότεινε να φορολογηθεί με υψηλό συντελεστή η εξυπνάδα, η παλληκαριά και η ευγένεια και παρόμοια να εισπράττονται τα ποσά με βάση τον λόγο τιμής του καθένα σχετικά με το μέγεθος αυτών των αγαθών του. Όσο για την τιμή, τη δικαιοσύνη, τη σοφία και τη μόρφωση θεωρούσε πως δεν θα έπρεπε να φορολογούνται καθόλου, γιατί αποτελούν προσόντα τόσο ιδιόρρυθμα που ούτε κανείς τα αναγνωρίζει στον διπλανό του ούτε και τα εκτιμά για τον εαυτό του.

Πρότεινε οι γυναίκες να φορολογούνται με κριτήρια την ομορφιά και την τέχνη τους στο ντύσιμο, διατηρώντας το ίδιο προνόμιο με τους άντρες, δηλαδή να προσδιορίζουν το φόρο κατά την κρίση τους. Όμως η πίστη, η αγνότητα, η φρόνηση και η καλοσύνη δεν μετρούσαν, γιατί δεν κάλυπταν ούτε τα έξοδα είσπραξης του φόρου.


(ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, 2007, σελ. 240-241)

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Ηθική και πολιτική τρέλα η έλλειψη Κορεσμού

Του Robert Skidelsky

Την ώρα που μεταξύ των χωρών του ανεπτυγμένου κόσμου κυριαρχεί το ερώτημα για τον τρόπο επιστροφής στην πλήρη απασχόληση μετά την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης, ίσως να μας ωφελούσε εάν ρίχναμε μια ματιά στο προφητικό δοκίμιο που είχε συντάξει το 1930 ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, με τον τίτλο «Οικονομικές πιθανότητες για τα εγγόνια μας».

Η Γενική Θεωρία Απασχόλησης, Τόκου και Χρήματος του Κέινς, η οποία δημοσιεύθηκε το 1936, εξόπλιζε τις κυβερνήσεις με τα πνευματικά εργαλεία για την αντιμετώπιση της ανεργίας που οφείλεται σε φάσεις οικονομικής επιβράδυνσης. Σε αυτό το πρώιμο δοκίμιο όμως, ο Κέινς είχε κάνει το διαχωρισμό μεταξύ της ανεργίας που προκαλείται από προσωρινές φάσεις οικονομικής ύφεσης και αυτό που αποκαλούσε «τεχνολογική ανεργία», δηλαδή «ανεργία που οφείλεται στην ανακάλυψη μέσων εξοικονόμησης της χρήσης εργατικών χεριών, υπερβαίνοντας τους ρυθμούς, με τους οποίους μπορούμε να ανακαλύψουμε νέες εργασιακές χρήσεις».

Η θεωρία του Κέινς

Ο Κέινς υποστήριζε ότι θα ακούσουμε πολύ περισσότερα γι’ αυτό το είδος της ανεργίας στο μέλλον. Αλλά η εμφάνισή του, όπως εκτιμούσε ο ίδιος, αποτελούσε περισσότερο πηγή ελπίδας, παρά απόγνωσης. Και αυτό, διότι ήταν μια ένδειξη ότι τουλάχιστον ο ανεπτυγμένος κόσμος ήταν σε πορεία επίλυσης του «οικονομικού προβλήματος» -του προβλήματος έλλειψης θέσεων εργασίας, που κράτησε την ανθρωπότητα δεμένη σε μια επαχθή ζωή διαρκούς μόχθου. Οι μηχανές αντικαθιστούσαν με γοργούς ρυθμούς την ανθρώπινη εργασία, με την προοπτική της τεράστιας αύξησης της παραγωγής με ελάχιστη από την υπάρχουσα ανθρώπινη προσπάθεια. Στην πραγματικότητα ο Κέινς σκέφθηκε ότι μέχρι περίπου τη σημερινή εποχή (κατά τις αρχές του 21ου αιώνα) οι περισσότεροι άνθρωποι θα χρειάζεται να δουλεύουν μόνο 15 ώρες την εβδομάδα για να παραγάγουν όλα όσα χρειάζονται για την επιβίωση και την άνεσή τους.

Οι ανεπτυγμένες χώρες είναι σήμερα περίπου τόσο πλούσιες όσο είχε σκεφθεί ο Κέινς ότι θα ήταν, οι περισσότεροι όμως από εμάς δουλεύουν περισσότερο από 15 ώρες την εβδομάδα, αν και έχουμε περισσότερες διακοπές και η δουλειά μας έχει καταστεί λιγότερο απαιτητική -από πλευράς σωματικής κούρασης- κατά συνέπεια ζούμε περισσότερο.

Σε ευρύτερους όρους, όμως, η προφητεία για τεράστια αυξημένο ελεύθερο χρόνο για όλους δεν έχει εκπληρωθεί. Η διαδικασία της αυτοματοποίησης συνεχίζει και προχωρά με γοργούς ρυθμούς, όμως οι περισσότεροι από εκείνους που απασχολούνται χρειάζεται να δουλέψουν κατά μέσο όρο σαράντα ώρες την εβδομάδα. Στην πραγματικότητα οι ώρες εργασίας δεν έχουν μειωθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’80.

Ταυτοχρόνως, «η τεχνολογική ανεργία» κινείται ανοδικά. Από την εποχή της δεκαετίας του ’80, δεν έχουμε ποτέ ανακτήσει τα επίπεδα πλήρους απασχόλησης των δεκαετιών του ’50 και του ’60. Εάν οι περισσότεροι άνθρωποι συνεχίζουν και δουλεύουν κατά μέσο όρο 40 ώρες την εβδομάδα, μια σημαντική και ολοένα αυξανόμενη μειοψηφία βιώνει ανεπιθύμητο ελεύθερο χρόνο με τη μορφή της ανεργίας, υπο-απασχόλησης και αναγκαστικής απόσυρσης από την αγορά εργασίας. Και, κατά τη διαδικασία ανάκαμψης από την τρέχουσα ύφεση, οι περισσότεροι ειδικοί προβλέπουν ότι η συγκεκριμένη ομάδα θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο.

Όπερ και σημαίνει ότι έχουμε ήδη αποτύχει να μετατρέψουμε την ολοένα και αυξανόμενη τεχνολογική ανεργία σε αυξημένο, εκούσιο ελεύθερο χρόνο. Ο βασικός λόγος γι’ αυτό είναι ότι τη μερίδα του λέοντος στην αύξηση της παραγωγικότητας που έχει επιτευχθεί τα τελευταία τριάντα χρόνια έχουν καρπωθεί οι ευκατάστατοι.

Από την εποχή της δεκαετίας του ’80 και ειδικότερα σε ΗΠΑ και Βρετανία, παρατηρούμε μια επιστροφή σε έναν άγριας μορφής, βάναυσο καπιταλισμό, όπως τον είχε περιγράψει ο Καρλ Μαρξ. Οι πλούσιοι και οι πολύ πλούσιοι κατάφεραν να γίνουν ακόμη πιο πλούσιοι, την ώρα που τα εισοδήματα των υπολοίπων παρέμειναν στάσιμα.

Κατά συνέπεια, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι τέσσερις ή πέντε φορές καλύτερα απ’ ό,τι το 1930. Και δεν θα πρέπει να αποτελεί απορίας άξιον που δουλεύουν περισσότερο απ’ όσο είχε προβλέψει ο Κέινς.

Ο σύγχρονος καπιταλισμός

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Ο σύγχρονος καπιταλισμός τροφοδοτεί με κάθε τρόπο τη δίψα για κατανάλωση. Η ικανοποίησή της έχει αναδειχθεί στο υπέρτατο «ηρεμιστικό» της μοντέρνας κοινωνίας, η κίβδηλη ανταμοιβή μας που δουλεύουμε τρελές ώρες. Οι διαφημιστικές προβάλλουν ένα και μοναδικό μήνυμα: η ψυχή σου ανακαλύπτεται μέσα από το shopping.

Ο Αριστοτέλης θεωρούσε το αίσθημα της έλλειψης κορεσμού ως προσωπική αδυναμία. Δεν είχε ιδέα για τη συλλογική, πολιτικά υποκινούμενη έλλειψη κορεσμού που εμείς χαρακτηρίζουμε οικονομική ανάπτυξη. Ο πολιτισμός του «πάντοτε περισσότερα» θα του είχε φανεί ως ηθική και πολιτική τρέλα. Και πέραν ενός συγκεκριμένου σημείου, πρόκειται και για οικονομική τρέλα. Και όχι μόνο ή κυρίως επειδή πολύ σύντομα θα βρεθούμε αντιμέτωποι με τα φυσικά όρια της ανάπτυξης. Αλλά διότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε για πολύ ακόμη να εξοικονομούμε εργασιακό χρόνο ταχύτερα από το να βρίσκουμε νέους τρόπους απασχόλησης. Αυτός ο δρόμος οδηγεί σε διχασμό της κοινωνίας σε μειονότητα παραγωγών, επαγγελματιών, προϊσταμένων και χρηματοπιστωτικών κερδοσκόπων από τη μία πλευρά και στην πλειονότητα από κηφήνες και ανέργους από την άλλη.

Κατανάλωση και κερδοφορία

Πέραν των ηθικών επιπτώσεων, μια τέτοια κοινωνία θα αντιμετώπιζε ένα κλασικό δίλημμα: πώς να συμβιβάσει την ακατάπαυστη πίεση για κατανάλωση με τη στασιμότητα στην κερδοφορία. Μέχρι στιγμής, η απάντηση ήταν μέσω δανεισμού, οδηγώντας στη συσσώρευση των τεράστιων χρεών που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ανεπτυγμένες οικονομίες. Είναι φανερό ότι αυτό δεν μπορεί να συνεχισθεί και ότι δεν αποτελεί απάντηση σε όλα, καθώς συνεπάγεται την περιοδική κατάρρευση της μηχανής παραγωγής πλούτου.

Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε με επιτυχία την αυτοματοποίηση της παραγωγής μας χωρίς να σκεφθούμε τη στάση μας προς την κατανάλωση, εργασία, ελεύθερο χρόνο και τον καταμερισμό εισοδήματος. Χωρίς τέτοιες προσπάθειες κοινωνικής φαντασίας, η ανάκαμψη από την τρέχουσα κρίση θα αποτελέσει απλώς «προοίμιο» για πιο καταστροφικούς κινδύνους στο μέλλον.

Το νέο βιβλίο του καθηγητή πολιτικής οικονομίας, Robert Skidelsky, σε συνεργασία με τον Edward Skidelsky, έχει τίτλο «How Much is Enough?».

Πηγή: ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ Σάββατο 21/07/12

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

«Σινεμά ο Παράδεισος» και πλατωνικό σπήλαιο

Η εικόνα του πλατωνικού σπηλαίου […] έχει μια παράξενη ομοιότητα με τον κινηματογράφο. Όπως στο σπήλαιο, έτσι και στο σινεμά καθόμαστε στο σκοτάδι, παρακολουθώντας τις εικόνες που εμφανίζονται. […]

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι το είδος της παραίσθησης στο πλατωνικό σπήλαιο είναι πολύ πιο βαθύ από αυτό που συναντάμε στον κινηματογράφο. Σε αντίθεση με το πλατωνικό σπήλαιο, στο σινεμά συμμετέχουμε στην παραίσθηση εθελοντικά και γνωρίζουμε, ότι, αφήνοντας την κινηματογραφική αίθουσα επιστρέφουμε στον «πραγματικό» κόσμο. Για να ξεφύγουμε όμως από την παραίσθηση του σπηλαίου, πρέπει να δραπετεύσουμε ολοκληρωτικά από την κυριαρχία της συνηθισμένης εμπειρίας. […]

Υπάρχει επίσης στην πλατωνική θεωρία η θέση ότι η άγνοια μπορεί να μας σκλαβώσει. Ο Πλάτων παριστάνει τους δεσμώτες του σπηλαίου του να παίρνουν για πραγματικές τις σκιές των ανδρείκελων που μεταφέρονται από άλλους και προβάλλονται μπροστά τους. Το συμπέρασμα είναι ότι μπορούμε να ουσιαστικά να σκλαβωθούμε από άλλους ανθρώπους, όταν, παίρνουμε για αληθινά αυτά που μας πλασάρουν, όταν, πιστεύουμε αυτά που θέλουν να πιστέψουμε. Μόνο αν γίνουμε κριτικοί, αν μπορέσουμε να δούμε τις εσφαλμένες εικόνες όπως αυτές είναι στην πραγματικότητα, θα είμαστε σε θέση να ελευθερωθούμε από αυτό το είδος της σκλαβιάς.

Με βάση τα παραπάνω, η πλατωνική εικόνα του σπηλαίου αρχίζει να γίνεται πιο κατανοητή. Μας καλεί να σκεφτούμε, πρώτα απ’ όλα, τι περιλαμβάνει η διαδικασία της ενηλικίωσης ενός ατόμου. Είναι κάτι περισσότερο από τη φυσική ανάπτυξη. Ένα σημαντικό μέρος της ενηλικίωσης είναι η πνευματική ανάπτυξη, με την οποία αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε για τις ιδέες και τα πιστεύω μας σε συνδυασμό με τις ηθικές αρχές που έχουμε κληρονομήσει από τους γονείς, τους δασκάλους και το περιβάλλον κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Όσο είμαστε νέοι δεχόμαστε ότι μας λέγεται για τον κόσμο. […] Καθώς μεγαλώνουμε, εντούτοις, συχνά βρίσκουμε ότι πολλά πράγματα που είχαμε αποδεχθεί χωρίς ερωτήσεις δεν είναι όπως νομίζαμε. Αρχίζουμε να είμαστε κριτικοί. […] Αυτή η κριτική σκέψη είναι σημαντική για την ανεξαρτητοποίησή μας από τους άλλους, για τη δημιουργία της δική μας ταυτότητας-προσωπικότητας.

Ο Giuzeppe Tornatore στην κινηματογραφική ταινία Cinema Paradiso (Σινεμά ο Παράδεισος) χρησιμοποιεί τον παραλληλισμό του πλατωνικού σπηλαίου και του κινηματογράφου για να περιγράψει την διαδικασία της ενηλικίωσης και της πνευματική εξέλιξης του κύριου χαρακτήρα της ταινίας, του Τότο.

Στην ταινία, ο Τότο, αφηγείται την ιστορία της παιδικής του ηλικίας και ειδικότερα την φιλία του με τον χειριστή της μηχανής προβολής στον κινηματογράφο του χωριού του. Ο κινηματογράφος αυτός μπορεί να παραλληλιστεί με το πλατωνικό σπήλαιο. Οι χωρικοί συμπεριφέρονται σαν να ζουν στη πραγματικότητα αυτό που διαδραματίζεται στην οθόνη:


Αλλά ο Τότο έχει ήδη αρχίσει να δραπετεύει από αυτήν την κατάσταση. Έχει ξεφύγει από τον επηρεασμό της οθόνης και έχει αρχίσει να «ατενίζει» προς την πηγή αυτών που προβάλλονται στην οθόνη. Έτσι γίνεται φίλος με τον χειριστή της μηχανής ο οποίος τελικά θα είναι αυτός που θα τον βοηθήσει να «απελευθερωθεί»:


Η απελευθέρωση αυτή του Τότο παραλληλίζεται στην ταινία με την «δραπέτευσή» του από τα στενά όρια του χωριού του, και τη φυγή του προς έναν ανοιχτότερο κόσμο με σκοπό να μορφωθεί και να ολοκληρωθεί σαν άτομο:





Πηγή: Christopher Falzon, Philosophy Goes to the Movies: An Introduction to Philosophy