Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Ψυχανάλυση και πολιτική

Επιχειρώντας να συμβιβάσει τον μαρξισμό και την ψυχανάλυση, ο Wilhelm Reich αφορίζεται τελικά κι από τους δύο: συνεργάτης του Freud και μέλος της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ένωσης, απομακρύνεται από αυτή το 1993· μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας διαγράφεται απ’ αυτό την ίδια χρονιά.

Ακολουθώντας τον Freud, ο Reich θεωρεί πως οι νευρώσεις είναι προϊόντα της απώθησης που επιβάλλει η κοινωνική ηθική στις σεξουαλικές ενορμήσεις. Ο Reich συνάγει απ’ αυτό ότι μια κοινωνική επανάσταση μπορεί να βάλει τέρμα σ’ αυτές τις ασθένειες που οφείλονται σε μια παθογόνο κοινωνία. Ο Freud θα τον ψέξει γι’ αυτήν την ανάλυση της στράτευσης που παραβιάζει τον κανόνα της ουδετερότητας του αναλυτή. Αλλά οι διαφορές δεν περιορίζονται στην ανάλυση. Ο Reich, δίνοντας έμφαση στον καθημερινό και υπερ–ιδεολογικό χαρακτήρα της καταστολής της σεξουαλικότητας, κρίνει πως δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στην ψυχανάλυση και στον μαρξισμό: «Εκφρασμένη κοινωνιολογικά, η θεμελιώδης θέση του Freud – η θέση για τη σπουδαιότητα του οιδιπόδειου συμπλέγματος στην ανάπτυξη του ατόμου – σημαίνει απλούστατα πως η κοινωνική ύπαρξη καθορίζει αυτή την ανάπτυξη. Οι διαθέσεις και τα ένστικτα του ανθρώπου, κενά σχήματα έτοιμα να δεχτούν κοινωνικά περιεχόμενα, υφίστανται μια επεξεργασία (κοινωνική) στις σχέσεις με τον πατέρα, τη μητέρα, τους δασκάλους και τότε μόνο αποκτούν την οριστική τους μορφή και το οριστικό τους περιεχόμενο». Αυτή η έλλειψη αντίφασης ανάμεσα στον φροϋδισμό και τον μαρξισμό δεν αποκλείει εξάλλου «η ένταση των αναγκών (εξαρτημένη σωματικά) καθώς και οι ποιοτικές διαφορές στην ανάπτυξη, να καθορίζονται από το γενετήσιο σύστημα». Σχηματικά, ο «συμβιβασμός» είναι δυνατός μόνο υπό τον όρο, από το ένα μέρος, να ξεπεραστεί μόνο το φροϋδικό σχήμα του οποίου η εξίσωση απώθηση = εξιδανίκευση τραβά προς την κατεύθυνση της εγκατάλειψης, μια και ο Reich θεωρεί πως δεν είναι η καταστολή της σεξουαλικότητας, η οιδιπόδεια απαγόρευση, αλλά αντίθετα η προαγωγή της που επιτρέπει να ελευθερωθεί η λιβιδινική ενέργεια· υπό τον όρο, από το άλλο μέρος, να πειστούν οι μαρξιστές για την ανάγκη μιας ψυχολογίας που αναλύει τα ψυχικά φαινόμενα με τη βοήθεια μιας ψυχολογικής και όχι μιας οργανικής μεθόδου, «υπό τον όρο να κατανοήσει την πολυπλοκότητα των σχετικών με την ανθρώπινη συνείδηση καθορισμών και να μην περιοριστούν μόνον στο τομέα των αντικειμενικών διαδικασιών της οικονομίας και στην πρακτική πολιτική με την αυστηρή έννοια».

Έτσι ο Reich αφοσιώνεται στη μελέτη της οικογένειας: αυταρχική και πατριαρχική, αυτή είναι ο πρώτος χώρος της απώθησης, είναι «ένα εργοστάσιο συντηρητικών ψυχικών δομών· είναι ο ιμάντας μεταβίβασης ανάμεσα στην οικονομική βάση της αστικής κοινωνίας και στην ιδεολογική της υπερδομή». Ο Reich καταγγέλλει συνεπώς τον πολιτικό χαρακτήρα αυτής της λειτουργίας αυτοαναπαραγωγής και σεξουαλικής καταστολής, που ασκεί η οικογένεια. Η πολιτική αυτή λειτουργία, που κάνει το άτομο «φοβισμένο και δειλό» μπροστά στην εξουσία (μια και ο πατέρας είναι ταυτόχρονα ο εκφραστής και το σύμβολο της εξουσίας του κράτους μέσα στην οικογένεια), ανανεώνει αδιάκοπα «τη δυνατότητα καθυπόταξης ολόκληρων πληθυσμών στην εξουσία μιας φούχτας ηγετών». 

Αυτή η μελέτη της οικογενειακής ιδεολογίας επιτρέπει στον Reich να εξετάσει κάτω από νέο πρίσμα το ζήτημα της φύσης του φασισμού. Σύμφωνα με την άποψή του, η παραδοσιακή μαρξιστική ανάλυση βρίσκεται σε αδιέξοδο. Ιδιαίτερα, δεν μπορεί να θέσει το ζήτημα σε τι και γιατί οι μάζες «επιθύμησαν» τον φασισμό: τα σφάλματα της σοσιαλδημοκρατίας δεν μπορούν λογικά να αποτελέσουν απάντηση. Στην πραγματικότητα, κατά τον Reich, πρέπει να επιχειρήσουμε να καταλάβουμε πως τα μεσαία στρώματα, οι μικροαστοί και το ίδιο το προλεταριάτο, έδειξαν ευαισθησία απέναντι στην εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία, επειδή αυτή παρουσιάστηκε ουσιαστικά με τη μορφή μιας πατριαρχικής, αυταρχικής και εθνικής οικογενειακής προπαγάνδας. Το πρόβλημα επομένως δεν είναι βασικά πρόβλημα της πολιτικής ηγεσίας του κόμματος, αλλά πρόβλημα της συλλογικής ψυχολογικής βάσης των εργαζομένων. Επίσης πρέπει να δούμε ποια το θεληματικά συντηρούμενο σεξουαλικό άγχος είναι στο κέντρο της ρατσιστικής ιδεολογίας του ναζισμού καθώς μας επιτρέπει να εξηγήσουμε τους δεσμούς της εκκλησίας και του κράτους υπό τον ναζισμό, δεσμούς λογικούς αφού «όποιο κι αν είναι το περιεχόμενο της θρησκευτικής εμπειρίας, αυτή είναι ουσιαστικά το αρνητικό της σεξουαλικής ενόρμησηςΗ εκκλησία έχει επομένως απόλυτα δίκιο, για τη διατήρηση της και την αναπαραγωγή της, να αντιτίθεται τόσο έντονα στην σεξουαλικότητα».

Το έργο του Reich τείνει να στρέψει τα νώτα στις απλοϊκές και μανιχαϊκές ερμηνείες για τον φασισμό και να δώσει έμφαση στον ρόλο της ιδεολογίας και της σεξουαλικής καταστολής μόνιμου παράγοντα και καθημερινού φορέα του φασισμού στις διάφορες κοινωνίες. Αφού καταδίκασε την πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας και του κομμουνιστικού κόμματος, ο Reich προχωρεί, από το 1935, στο μαστίγωμα της σταλινικής γραφειοκρατίας. Προτείνει μια «δημοκρατία της εργασίας»: «Η κοινωνική ελευθερία μπορεί αρχικά να μην είναι άλλο από την ελευθερία να έχουμε οι ίδιοι την ευθύνη της ίδιας μας της μοίρας και να μην εμπιστευόμαστε ούτε σε σοσιαλιστική ηγεσία ούτε σε καμιά άλλη … Κανένας στη θέση τους δεν θα μπορέσει να λυτρώσει τους εργαζομένους από τα παράσιτα που δεν εργάζονται. Μόνο οι ίδιοι μπορούν να το αναλάβουν αυτό, αλλιώς θα μείνουν δούλοι».

Φρανσουά Σατελέ, Εβελίν Πιγιέ –Κουσνέρ: Οι πολιτικές αντιλήψεις του 20ου αιώνα

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΑΠΑ, 1998, σελ. 654-656)


Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Αρχαίος Ανατολικός Σκεπτικισμός

Ο σκεπτικισμός είναι πανάρχαια φιλοσοφία. Όποτε το συμπέρασμα είναι η αβεβαιότητα, ή αμφιβολία ανάγεται σε αρχή, στο προσκήνιο βρίσκεται κάποια μορφή σκεπτικισμού. Ο σκεπτικισμός μπορεί να είναι μια πολύ αντι-φιλοσοφική φιλοσοφία. Πολλές από τις μεγάλες ιστορικές του δηλώσεις έχουν διατυπωθεί έξω από τους κόλπους της φιλοσοφίας, από ποιητές, μουσικούς και θρησκευόμενα άτομα και χωρίς αυτά τα άτομα, η φιλοσοφία θα ήταν πολύ φτωχότερη. Περιέργως, η αμφιβολία δεν είναι κάτι ξένο για τους πιστούς.

Αρχαίος Κινεζικός Σκεπτικισμός

Η αρχαία κινεζική φιλοσοφία του Ταοϊσμού απείχε από οποιονδήποτε ισχυρισμό κατοχής της γνώσης. Το Τάο (που σημαίνει δρόμος) είναι σιωπηλό. Ο λόγος δεν μπορεί να το εκφράσει, ο νους δεν μπορεί να το συλλάβει. Η αλήθεια που μπορεί να γίνει γνωστή δεν είναι αιώνια αλήθεια. Αυτές οι δύο δηλώσεις συνιστούν κατάφωρο σκεπτικισμό και προειδοποίηση σε όλους τους ένθερμους βελτιόδοξους επιστημολόγους.

«Αυτός που γνωρίζει δεν μιλάει. Αυτός που μιλάει δεν γνωρίζει»


«Κάποτε ο Τσουάνγκ Τζου ονειρεύτηκε πως ήταν πεταλούδα και απολάμβανε να πετά πέρα-δώθε, πηγαίνοντας όπου ήθελε. Δεν ήξερε πως ήταν ο Τσουάνγκ Τζου. Ξαφνικά ξύπνησε και αισθάνθηκε πως ήταν ο Τσουάνγκ Τζου. Μετά, δεν ήξερε αν ήταν ο Τσουάνγκ Τζου και είχε ονειρευτεί πως ήταν πεταλούδα, ή αν ήταν πεταλούδα και ονειρευόταν πως ήταν ο Τσουάνγκ Τζου. Πρέπει να υπάρχει κάποια διαφορά μεταξύ του Τσουάνγκ Τζου και της πεταλούδας
Τσουάνγκ Τζου, Εσωτερικά Κεφάλαια


Αρχαία Ινδική Αβεβαιότητα

«Ποιος μπορεί να είναι βέβαιος; Ποιος θα το διακηρύξει;
Από πού γεννήθηκε η δημιουργία, από πού προέρχεται;
Οι θεοί γεννήθηκαν μετά τη δημιουργία του κόσμου;
Συνεπώς, ποιος μπορεί να γνωρίζει από πού προήλθε το σύμπαν
Από τον Ύμνο της Δημιουργίας, Ρινγκ-Βέντα

Στα ινδικά κείμενα υπάρχουν πολλοί μύθοι δημιουργίας. Ωστόσο, αυτός είναι μια ειλικρινής διακήρυξη άγνοιας. Οι ύμνοι που δηλώνουν μια τόσο μεγάλη επιφύλαξη εισέρχονται στη σφαίρα επιρροής της φιλοσοφίας. Επισημαίνεται ότι οι «θεοί» (οι αμέτρητες ινδικές θεότητες) έχουν γεννηθεί μετά τη δημιουργία. Συνεπώς, δεν είναι οι δημιουργοί του σύμπαντος –στην καλύτερη περίπτωση, είναι οι διαμορφωτές και διευθετητές του. Ο εν λόγω ύμνος διερωτάται γι’ αυτό που υπερβαίνει την εκδηλωμένη πραγματικότητα, και συνετά καταλήγει με ερωτηματικό.

Εν γένει, ο ινδουισμός δεν είναι μια σκεπτικιστική παράδοση. Η φιλοσοφία της Βεντάτα όχι μόνο κηρύττει τους νόμους του κάρμα και της μετενσάρκωσης, αλλά και την ύπαρξη ενός Εαυτού που αποτελεί την απώτατη ταυτότητα των πάντων. Επειδή αυτός ο Εαυτός (Άτμαν) είναι θεϊκός, μάλλον δεν υπάρχουν περιθώρια σκεπτικισμού. Εντούτοις, η συνειδητοποίηση της υπερβατικής μας ταυτότητας περιγράφεται σαν την έγερση μετά από ένα όνειρο. Βέβαια, αυτό το «όνειρο» από το οποίο ξυπνάμε, είναι ο κόσμος. Μολαταύτα, η ψευδαισθητική υπόσταση του κόσμου δεν αρνείται την ύπαρξη του. Απλώς είναι ένα όνειρο: δεν είναι αυτό που φαίνεται πως είναι.

Τι δεν δίδαξε ο Βούδας

«Δεν είπα ότι το σύμπαν είναι αιώνιο, ούτε ότι το σύμπαν δεν είναι αιώνιο. Δεν είπα ότι το σύμπαν είναι πεπερασμένο, ούτε ότι το σύμπαν δεν είναι πεπερασμένο. Δεν είπα ότι η ψυχή και το σώμα είναι ένα και το αυτό, ούτε ότι η ψυχή και το σώμα δεν είναι ένα και το αυτό. Δεν είπα ότι ο Φωτισμένος εξακολουθεί να υφίσταται και μετά τον θάνατο. Και γιατί δεν είπα τίποτα απ’ όλα αυτά; Επειδή τίποτε από αυτά δεν προάγει την πραγμάτωση της Υπέρτατης Σοφίας και της Νιρβάνα».
      Σούτρα 63, Ματζίμα-Νικάγια

Σκεπτικιστικό Πείραμα

«Μπορείς να νιώσεις την ψυχή σου ή να εντοπίσεις τον εαυτό σου;»

Το επιχείρημα του Βούδα ενάντια στην ύπαρξη του εαυτού ή της ψυχής αποτελεί πρόκληση. Κοιτάξτε μέσα σας – τι βρίσκετε; Προφανώς ανακαλύπτετε αισθήσεις σκέψεις, μνήμες, προθέσεις, κίνητρα και συνειδητή επίγνωση. Ωστόσο, μέσα σε αυτό, ανακαλύπτετε τον Εαυτό σας. Ο εαυτός σας είναι πάντα παρών ως το άμεσο αντικείμενο της αντίληψής σας;

Ο Βούδας Σιντάρτα Γκαουτάμα πίστευε στις προηγούμενες ζωές και λέγεται ότι θυμόταν όλες τις δικές του προηγούμενες ζωές. Ωστόσο, θεωρούσε ανούσια την ενασχόληση με πολλά μεταφυσικά ζητήματα, πιστεύοντας ότι δεν συμβάλουν στην ελευθερία.

Ωστόσο, ο Βούδας αμφισβήτησε την ύπαρξη της ψυχής και του εαυτού. Η επαναγέννηση μπορεί να επισυμβεί χωρίς να υπάρχει μια ψυχή που μεταβαίνει από τη μια ζωή στην άλλη. Είναι σαν κερί που ανάβει ένα άλλο κερί. Η επαναγέννηση είναι αποτέλεσμα της τελευταίας σκέψης μας πριν πεθάνουμε, και όχι συνέχιση του εαυτού στον θάνατο. Οι βουδιστές πιστεύουν στην επαναγέννηση και όχι μετενσάρκωση που ενστερνίζονται οι Ινδουιστές και ο Πλάτων. Εντούτοις, τόσο στον Ινδουισμό όσο και στον Βουδισμό, ο θάνατος και η επαναγέννηση παρακάμπτονται με τη φώτιση. Αυτή η αισιοδοξία δεν είναι σκεπτικισμός.


(ΒΙΒΛΙΑ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ, 2009, σελ. 18-19)


Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

Το μεγαλύτερο εμπόδιο στη ζωή

Στην αμερικάνικη, δραματική τηλεοπτική σειρά Dexter, ο Ντέξτερ (Michael C. Hall), εργάζεται σαν τεχνικός ανάλυσης διασποράς αίματος στα αιματολογικά εργαστήρια της Miami Metro Police ενώ τα βράδια μετατρέπεται σε serial killer.

Ο Ντέξτερ δολοφονεί έχοντας ως βάση τον "Κώδικα του Χάρι", ένα σύνολο ηθικών κανόνων και διαδικασιών, επινοημένες από τον θετό του πατέρα (αστυνομικό του Μαϊάμι) για να βεβαιωθεί ότι ο Ντέξτερ δεν θα συλληφθεί και για να διασφαλίσει ότι θα δολοφονεί μόνο άλλους δολοφόνους. Ο Χάρι εκπαίδευσε ακόμη τον Ντέξτερ ώστε να αλληλεπιδρά πειστικά με τους υπόλοιπους ανθρώπους πάρα την διασχιστική ψυχική του ασθένεια, για την οποία ο Χάρι πίστευε ότι είναι ψυχοπάθεια, και η οποία προέκυψε όταν ο Ντέξτερ έγινε μάρτυρας της βίαιης δολοφονίας της βιολογικής του μητέρας.

Στο όγδοο επεισόδιο (Are We There Yet?) της όγδοης και τελευταίας σεζόν της σειράς με την ευκαιρία ενός «οικογενειακού» δείπνου, η «πνευματική μητέρα» του Ντέξτερ Dr. Vogel (Charlotte Rampling) αναπτύσσει τη σημασία της βαρεμάρας στη ζωή:

Πάντα υποστήριζα ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο στη ζωή, δεν είναι ο κίνδυνος, αλλά η βαρεμάρα.

Η μάχη εναντίον της είναι υπεύθυνη για τα περισσότερα γεγονότα στον κόσμο, καλά ή κακά.




Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

Πλωτίνος

205-270 μ.Χ. - Ο Πλωτίνος είναι κάτι περισσότερο από ένας τενόρος του νεοπλατωνισμού, γιατί ανέπτυξε σε όλη της την αδρότητα και καθαρότητα τη μυστικιστική διάσταση της φιλοσοφίας, μέχρι του σημείου που την κατέστησε την άλλη δυνατή τυπική στάση απέναντι στο λόγο της οντο- θεολογίας και της μεταφυσικής. Το Ον παραχωρεί την πρώτη θέση στο Εν και ο λόγος στη σιωπή. Αυτό που εξακολουθεί να είναι φιλοσοφία συναντά αυτό που δεν είναι πια μια. Στο είδος του ο Πλωτίνος είναι αξεπέραστος.

Αν παραδεχτούμε ότι η γλώσσα είναι δυνατόν να παραιτηθεί από κάθε αξίωση, ο συλλογισμός είναι μια αμείλικτη λογική (είναι το παράδοξο των Εννεαδών- «ομάδων των εννέα»). Στο τέρμα της φιλοσοφικής ανόδου, ανακαλύπτουμε την Αρχή απόλυτα πρώτη, απόλυτα τέλεια, που δεν εξαρτάται από τίποτα, αλλά από την οποία εξαρτώνται τα πάντα. Κα­θώς δίνει ύπαρξη σε ό,τι υπάρχει, είναι πάνω από την ύπαρξη: δεν είναι. Αλλά καθώς κανένα πράγμα δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς να είναι (ένας στρατός, ένας χορός, ένα σπίτι, ένα κο­πάδι...), ενώ διαφέρει από αυτήν την ενότητα στην οποία συμ­μετέχει, η ανυποθετική Αρχή, που δεν είναι ούτε υπάρχει, είναι συνεπώς το Εν. Το Εν δεν θα ήταν το πιο τέλειο αν παρέμενε μόνο. Όμως αυτό δε σημαίνει ότι χρειάζεται να δημιουργήσει. Δεν είναι ένας Θεός με πρόσωπο, ελευθερία και υποκειμενι­κότητα, δημιουργός του κόσμου. Δεν είναι ούτε πρότυπο ούτε αρχέτυπο, όπως η πλατωνική Ιδέα. Το Εν είναι δύναμη του παντός, και η δύναμη του διαχέεται παντού, αναδύεται όπως η ζέστη από μια εστία. Οι ουσίες (ή υποστάσεις) που ανα­δύονται από το Εν είναι η Ευφυΐα, η Ψυχή, τέλος ο υλικός κό­σμος. Τι μπορεί να πει κανείς για το Εν; Τίποτα. Αρχή του λόγου, βρίσκεται πέρα από το λόγο, ξεφεύγει από αυτόν. Αρ­χή της ευφυΐας, παραμένει πάνω από την ευφυΐα, η οποία δεν μπορεί συνεπώς να το κατανοήσει. Το μόνο που μας μένει εί­ναι η μυστικιστική εμπειρία. Στην κίνηση της καθόδου (κά­θοδος του Ενός μέχρι την ύλη) πρέπει να απαντήσει η κίνηση της ανόδου, με την οποία η ψυχή, κομμάτι του θείου, πρέπει να υψωθεί προς το Εν για να ενωθεί με αυτό. Απαλλαγμένη απ’ ό,τι δεν είναι «ούτε καθαρό ούτε αγνό» (την κλήση προς το σώμα και την ύλη), η ψυχή ξαναβρίσκει την ομορφιά της, της οποίας πηγή είναι ή ανυποθετική Αρχή. Μέσα στην έκ­σταση, ο σοφός γίνεται «θεός».

Η πνευματική διαλεκτική έδωσε τη θέση της στην πνευ­ματική ζωή. Η φιλοσοφία του Πλωτίνου είναι μια θρησκευτική φιλοσοφία, αλλά χωρίς θρησκεία.


(ΤΟ ΒΗΜΑ γνώση, 2006, σελ. 21-23)


Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Η τέχνη του χρονοτριβείν ή ο ελληνικός τρόπος

Του Στέφανου Κασιμάτη

​​Τόσους αιώνες σε τούτο τον τόπο έχουμε βρει πια τον δικό μας τρόπο να χειριζόμαστε κάποιες ανεπιθύμητες καταστάσεις.

Στάδιο πρώτο. Κάνουμε ότι δεν ακούμε. Είναι εύκολο, είναι ανώδυνο και μας δίνει το πλεονέκτημα της εκμετάλλευσης της καλής πρόθεσης του συνομιλητή, καθώς στο πλαίσιο μιας συζήτησης η οποία γίνεται με καλή πίστη και σοβαρή διάθεση, κανείς δεν σε παρεξηγεί αν, πράγματι, προς στιγμήν δεν άκουσες κάτι που σου είπαν, είναι ανθρώπινο. Προσοχή, όμως: η χρήση του τεχνάσματος επιτρέπεται μόνο μία φορά.

Στάδιο δεύτερο. Με τη δεύτερη φορά που μας το λένε, έχουμε ακούσει· τώρα όμως κάνουμε ότι δεν έχουμε καταλάβει. «Τι λες ακριβώς; Δεν σε καταλαβαίνω». Εντάξει, είναι λίγο παιδαριώδες ως τακτικός ελιγμός και, οπωσδήποτε, δεν περιποιεί ιδιαίτερη τιμή σε εκείνον που τον χρησιμοποιεί. Αλλά μας δίνει χρόνο και αυτό είναι το σημαντικότερο, διότι εμείς έχουμε εξαρχής πλήρη επίγνωση της αξίας του χρόνου στο παιγνίδι.

Στάδιο τρίτο. Ακούσαμε, καταλάβαμε, τώρα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τις έννοιες και να συμφωνήσουμε μεταξύ μας τους όρους που θα χρησιμοποιηθούν στη συζήτηση. Τι διάολο απόγονοι του Σωκράτη είμαστε; Με την επιδεξιότητα που μας χαρακτηρίζει στην παπαρολογία, ξεκινούμε, λοιπόν, να συζητούμε αν, λ.χ., η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας σημαίνει αποκρατικοποίηση, ιδιωτικοποίηση, εκμετάλλευση, παραχώρηση, εκχώρηση, πώληση, ξεπούλημα, εκποίηση ή δεν ξέρω και εγώ τι άλλο. Για κάποιους ξενέρωτους του Βορρά, που τους εκτιμάμε μόνο για τα ωραία αυτοκίνητα που παράγει η βιομηχανία τους, η παράταση του σταδίου αυτού δεν θα ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. Για εμάς, είναι παιγνιδάκι. Όπως διδασκόμεθα παιδιόθεν στον μέγιστο εκπαιδευτικό θεσμό του τόπου, το καφενείο, η τέχνη της συζήτησης είναι να μην τελειώνει ποτέ και να μην καταλήγει πουθενά.

Στάδιο τέταρτο, παρεμφερές με το τρίτο, αλλά σαφώς διακριτό. Αφού έχουμε συμφωνήσει, πάνω-κάτω, πώς θα το πούμε το πράγμα, ξεκινά η άλλη συζήτηση για τον σχεδιασμό. Δηλαδή, αφού καταλήξαμε στο «τι» υποτίθεται ότι θέλουμε να κάνουμε, τώρα πρέπει να καταλήξουμε και στο «πώς». Θα πείτε, βέβαια, ότι συνήθως τα προβλήματα τα οποία καλούμεθα να λύσουμε δεν είμαστε οι πρώτοι που τα έχουν αντιμετωπίσει. Τα συνάντησαν και άλλοι πριν από εμάς, έπαθαν, έμαθαν και η τεχνογνωσία υπάρχει και είναι στη διάθεση. Σύμφωνοι! Αλλά εμείς, αεί παίδες και φιλέρευνα πνεύματα, πρέπει να την ανακαλύψουμε από την αρχή. Να στερηθούμε τη χαρά της ανακάλυψης, το ταξίδι της γνώσης, το νόημα της ζωής; Δώσ’ του, λοιπόν, ξανά συζητήσεις επί συζητήσεων. Στο μεταξύ, ο χρόνος κυλά κι εμείς με περισσή επιστημοσύνη κάνουμε το τίποτα να φαντάζει με κάτι στα μάτια εκείνων που μας παρακολουθούν.

Στάδιο πέμπτο. Κάποτε η υπομονή των άλλων εξαντλείται, μας στριμώχνουν στη γωνία. Τα ψέματα τελείωσαν και πρέπει πια να μιλήσουμε με πράξεις. Πώς ξεφεύγουμε; Εδώ ακριβώς είναι ο ευφυέστερος ελιγμός του ελληνικού τρόπου! Διότι καταφεύγουμε στους κανόνες του παιγνιδιού και ζητούμε να πάμε πάλι από την αρχή της διαδικασίας. Με άλλα λόγια, εκλογές. Εμείς ανακαλύψαμε τη δημοκρατία, εμείς ξέρουμε τους κανόνες της καλύτερα από όλους (τους έχουμε στο DNA μας...), σιγά μη μας τους μάθουν εκείνοι που, κατά το λεγόμενο, «έτρωγαν βελανίδια όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες»! (Αξίζει να προσεχθεί εδώ, διότι είναι ενδεικτικό της ιδέας που τρέφουμε για τον εαυτό μας, ότι δεν μας αρκεί ποτέ ένας μόνον Παρθενώνας. Τους θέλουμε μπόλικους, να υπάρχουν, βρε παιδάκι μου...) […]

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (01/09/13)

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Εθνικισμός και δημιουργία εθνικών κρατών

Αν η ιστορία της Βρετανίας και της Γαλλίας του 19ου αιώνα μπορεί να μελετηθεί στο πλαίσιο του αστικού φιλελευθερισμού, η ιστορία μεγάλου μέρους της υπόλοιπης Ευρώπης κατά την ίδια περίοδο πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με ένα πολυπλοκότερο συνδυασμό του φιλελευθερισμού, του εθνικισμού και της δημιουργίας εθνικών κρατών.

Θα ορίσουμε τον εθνικισμό ως συναίσθημα που προκύπτει από ένα ευρύ φάσμα ιστορικών, γεωγραφικών, γλωσσικών και πολιτιστικών περιστάσεων. Χαρακτηρίζεται από τη συνείδηση των μελών μιας ομάδας ότι ανήκουν σε μια παράδοση που απορρέει από αυτές τις περιστάσεις και διαφέρει από τις παραδόσεις άλλων ομάδων. Η δημιουργία εθνικών κρατών είναι η πολιτική εφαρμογή του εθνικισμού, ο μετασχηματισμός του συναισθήματος σε εξουσία.

Οι άνθρωποι στη Βρετανία και στη Γαλλία κατά τον 19ο αιώνα καλλιεργούσαν τόσο εθνικιστικά, όσο και φιλελεύθερα συναισθήματα. Όταν ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, λόρδος Πάλμερστον, διακήρυξε το 1850 ότι οποιοσδήποτε Βρετανός υπήκοος σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου δεν έχει παρά να διακηρύξει, όπως ένας πολίτης της αρχαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, «Civis Romanus Sum» (είμαι Ρωμαίος πολίτης), για να σπεύσουν σε βοήθειά του οι απαραίτητες δυνάμεις, προκειμένου να τον προστατέψουν από ξένες επιβολές, απηχούσε την υπερηφάνεια των συμπατριωτών του για την ισχύ του έθνους τους. Όταν οι Γάλλοι πανηγύρισαν το 1840 την επιστροφή των λειψάνων του αυτοκράτορα Ναπολέοντα από την Αγία Ελένη σε ένα πολυτελές μαυσωλείο στο Παρίσι, ξαναζούσαν τους θριάμβους που υπήρξαν μέρος της εθνικής τους κληρονομιάς. Το καύχημα του Πάλμερστον και τα οστά του Ναπολέοντα ήταν και τα δύο εκφράσεις εθνικών παραδόσεων και συναισθημάτων δεμένων με τη ζωή των Άγγλων και των Γάλλων.

Ο εθνικισμός του 19ου αιώνα σε άλλες περιοχές της Ευρώπης επρόκειτο να εκδηλωθεί ως δυναμικότερο φαινόμενο από όσο στη Βρετανία ή στη Γαλλία, που υπήρχαν από αιώνες ως ιδιαίτερες γεωγραφικές, πολιτιστικές και πολιτικές ενότητες. Αλλού, οι κοινές παραδόσεις και αξίες ήταν λιγότερο καθαρά διατυπωμένες, επειδή η πολιτική ενότητα που θα συντελούσε στον καθορισμό τους, δεν υπήρχε. […]

Ούτε ο εθνικισμός ούτε η δημιουργία εθνικών κρατών βρισκόταν σε αναγκαία αντίθεση με το φιλελευθερισμό· αντίθετα, στο βαθμό που ο εθνικισμός τιμούσε τα επιτεύγματα ενός συγκεκριμένου απλού λαού ως ανώτερα εκείνων κάποιας κοσμοπολίτικης αριστοκρατικής ηγετικής τάξης, αντανακλούσε την απέχθεια του φιλελευθερισμού προς τα παραδοσιακά προνόμια. Ωστόσο, στην προθυμία του φιλελευθερισμού ν’ αποδεχτεί το καινούργιο, ο εθνικισμός απαντούσε με την εκτίμηση, αν όχι λατρεία, του παρελθόντος.  

Ακόμα, στην επίμονη προσήλωση των φιλελευθέρων στην αξία και στη σημασία του ατομικισμού, οι δημιουργοί των εθνικών κρατών απαντούσαν ότι το ζωτικό έργο τους απαιτούσε ίσως τη θυσία ενός μέρους της ελευθερίας κάθε πολίτη. Η επιτυχία της δημιουργίας εθνικών κρατών στηρίχθηκε στα θεμέλια μια γενικής ισορροπίας διεθνούς ισχύος, που επιτεύχθηκε από τα ευρωπαϊκά κράτη στη διάρκεια των πενήντα χρόνων που ακολούθησαν το 1815. Η εμφάνιση νέων εθνικών κρατών –της ενοποιημένης Ιταλίας και της Γερμανίας- θα απαιτούσε αναπροσαρμογές αυτής της ισορροπίας. Αλλά ο συμβιβασμός παρέμεινε για καιρό εφικτός, και ασήμαντες μόνο αψιμαχίες διατάρασσαν τη σταθερότητα της διευθέτησης που είχε επιτευχθεί στο Συνέδριο της Βιέννης.



(ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2006, σελ. 599-601)

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Τα όρια της εξυπνάδας των γυναικών

Death at a Funeral: Όταν ο καταπιεστικός πατέρας μιας δυσλειτουργικής οικογένειας πεθαίνει, η κηδεία μετατρέπεται σε οικογενειακό τσίρκο! Λάθος πεθαμένοι, εκβιασμοί μεταξύ των τεθλιμμένων συγγενών, μυστικά που βγαίνουν στη φόρα κι ένα πτώμα που δεν λέει να κάτσει στο φέρετρό του. Ακολουθεί μια παράπλευρη αλλά χαρακτηριστική σκηνή από την αμερικανική εκδοχή του 2010 (η αγγλική ήταν του 2007):

 «Θείος»: Τι πρόβλημα έχεις, αγόρι μου;

«Ανιψιός»: Οι γυναίκες είναι το πρόβλημά μου, θείε Ράσελ.

«Θείος»: Δεν υπάρχει γυναίκα χωρίς πρόβλημα.

«Ανιψιός»: Σωστά.

«Θείος»: Αν δεν είχαν προβλήματα … δεν θα μας άφηναν να τις αγγίζουμε.

«Ανιψιός»: Σωστά.

«Θείος»: Θα σου πω κάτι για τις γυναίκες. Είναι εξυπνότερες απ’ ότι νομίζεις … αλλά όχι τόσο έξυπνες όσο νομίζουν οι ίδιες ότι είναι. … Γλυκές σκύλες!