Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

Ο φθόνος του πέους

Ο Φρόυντ περιγράφει την πρόκληση του φθόνου του πέους σαν μια οπτική εμπειρία. Το κοριτσάκι παρατηρεί “το, με σωστές διαστάσεις και εντυπωσιακά ορατό, πέος ενός αδελφού ή ενός συντρόφου στο παιχνίδι και το αναγνωρίζει αμέσως ως το αντίστοιχο ανώτερο τμήμα του δικού της μικρού και κρυμμένου οργάνου· από αυτήν την στιγμή έχει υποκύψει στο φθόνο του πέους”. Είδε αυτό το πράγμα, γνωρίζει πως δεν το έχει και θέλει να το έχει. Αν η προέλευση των παιδιών είναι το ερώτημα που προκαλεί τις περισσότερες διερευνήσεις στο αγόρι, το αίνιγμα της διαφοράς των φύλων είναι αυτό που διεγείρει το κοριτσάκι· το καθένα ωθείται στην περιέργεια του από αυτό που αισθάνεται ως στέρηση.

Θύμα σοβαρά ζημιωμένο, το κορίτσι, και αργότερα η γυναίκα, διακατέχεται από αίσθημα κατωτερότητας όποτε αναγνωρίζει τη “ναρκισσική της πληγή”. Από εκεί μέχρι το σημείο να συμμερίζεται την περιφρόνηση του άνδρα για αυτό το μαζεμένο, το ευνουχισμένο, για να πούμε ξεκάθαρα, γεννητικό όργανο, είναι ένα βήμα το οποίο συχνά δρασκελίζεται.

Μια μεγάλης ψυχικής σημασίας εμπειρία εντοπίζεται στο πέρασμα αυτό, από το ιδιαίτερο (την απουσία πέους που βιώνεται ως προσωπική τιμωρία) προς το γενικό (οι γυναίκες δεν το έχουν). [...]

Ο φθόνος του πέους σημειώνει ο Φρόυντ, αφήνει ανεξίτηλα ίχνη στην ψυχοσεξουαλική ζωή των γυναικών και δεν μπορεί να ξεπεραστεί παρά με μεγάλη ψυχική δαπάνη. [...]

Λίγες ψυχαναλυτικές έννοιες έχουν προκαλέσει τόσες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις όσο ο φθόνος του πέους [...] Το ερώτημα είναι μάλλον ετούτο: ποια θέση να παραχωρήσει κανείς στο φθόνο του πέους για τη ψυχοσεξουαλική εξέλιξη του κοριτσιού; [...] Ανάμεσα στις νοητικές παραστάσεις που γεννώνται από το φθόνο του πέους υπάρχουν κάποιες ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες, εξαιτίας ταυτόχρονα της πληθώρας τους και της θέσης που κατέχουν πρακτικά στη ζωή κάθε γυναίκας, έως του σημείου να σκιαγραφούν ένα χαρακτηριστικό πρόσωπο: την ευνουχιστική γυναίκα. Η ταινία του Ντ. Αρκάν (D. Arcand) Η παρακμή της αμερικανικής αυτοκρατορίας μας δίνει μια διασκεδαστική εικόνα της. Στην ταινία αυτή, μια ομάδα γυναικών συζητούν μεταξύ τους δίπλα στην πισίνα απαριθμώντας τις φράσεις που πρέπει κάποια να απευθύνει σε έναν άνδρα όταν θέλει να τον κάνει “λιγάκι να μαζευτεί”. Για παράδειγμα: “Ναι, το κάστρο δεν είναι άσχημο όμως ο πύργος του είναι κατερειπωμένος!”. Το θέμα είναι αστείρευτο, ο στόχος πάντα ο ίδιος: να μεταφέρει κάποια το τραύμα στο σώμα του άλλου ενώ ταυτόχρονα ιδιοποιείται το αντικείμενο του πόθου της. Η ομιλία μπορεί να είναι μετωνυμική, να στοχεύει το όλο αντί του μέρους, όπως εκείνη η γυναίκα [...] η οποία αναφωνεί μπροστά στο χαλασμένο σκάφος, ενώπιον του συζύγου της και φίλων: “Θα χρειαζόμασταν έναν άνδρα” [...]

Αξίζει να ανατρέξει κανείς στο κείμενο του 1921 του Κ. Άμπραχαμ Εκδηλώσεις του συμπλέγματος ευνουχισμού στη γυναίκα, [...] Ο Άμπραχαμ ξαναβρίσκει τα ίχνη του φθόνου που εμπνέει στο κοριτσάκι, την επιδειξιομανία του αγοριού που ουρεί, ταυτόχρονα στη νυχτερινή ενούρηση της γυναίκας (συνοδευτική του ονείρου ότι ουρεί όπως και εκείνος) και στην “έντονη ευχαρίστηση που πολλές γυναίκες δοκιμάζουν ποτίζοντας τον κήπο τους με το λάστιχο”, εκπληρώνοντας έτσι το ιδανικό μιας παιδικής επιθυμίας. Όσον αφορά την ευνουχιστική τάση, αυτή μπορεί να μεταφράζεται σε επιλογή παθητικών και θηλυπρεπών ανδρών ή ακόμη να αποκρύπτεται πίσω από την ψυχρότητα: την πρόκληση αισθήματος ματαίωσης στον άνδρα, τη δήλωση ότι αυτός είναι ανεπαρκής για να τις γεμίσει. Ας προσθέσουμε πως η ίδια φαντασίωση συναντάται, με αρνητική μορφή, στη γυναίκα που υποκρίνεται οργασμό: αποφεύγει να αντιληφθεί ο σύντροφος την ανικανότητά του να την ικανοποιήσει, κάτι που θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό ως ευνουχισμός. Σε ορισμένες γυναίκες, σημειώνει ο Άμπραχαμ η έντονη άρνηση της μητρότητας οφείλεται στο ότι περιφρονούν κάθε μορφή υποκατάστατου (του πέους που λείπει). Ή ακόμη, η προδιάθεση πολλών γυναικών “να κάνουν να τις περιμένει” ο άνδρας θα μπορούσε να είναι ένας τρόπος ανταπόδοσης της υποχρεωτικής για τη συνουσία αναμονής της ανδρικής στύσης [...]

Ας τελειώσουμε με τις συνέπειες του φθόνου του πέους, κατά τον Φρόυντ, αναφέροντας αυτό που αποτελεί για αυτόν, τον θηλυκό τύπο επιλογής αντικειμένου “τον καθαρότερο και πιο αυθεντικό”. Στη ναρκισσική, φαλλική πληγή που αναζωπυρώνεται με το φούντωμα της εφηβείας, η νέα κοπέλα απαντά με “μια ανάπτυξη προς την ομορφιά”, προς μια κατάσταση κατά την οποία αρκείται στον εαυτό της. Αυτό την αποζημιώνει για την ελευθερία επιλογής που της αρνείται η κοινωνία και, πέρα από το έκδηλο αυτό κίνητρο, για την έλλειψη του οργάνου αυτής της ελευθερίας του φαλλού. Φαλλός είναι η ίδια, μην μπορώντας να τον κατέχει. Μέσα από τη λάμψη της ομορφιάς του, το σώμα ολόκληρο ισοδυναμεί με το μέρος που λείπει. Τέτοιες γυναίκες “κυριολεκτικά δεν αγαπούν παρά τον εαυτό τους”, η ανάγκη τις σπρώχνει στο να τις αγαπούν ενώ τις ελκύει ο άνδρας που εκπληρώνει αυτή τη συνθήκη. Έχουν την απροσπέλαστη χάρη που έχουν οι “γάτες και τα μεγάλα αρπαχτικά”. Αρχικά μαγεμένος ο άνδρας δεν αργεί να αμφιβάλλει για την αγάπη εκείνης που μένει “ψυχρή” απέναντί του. Ψυχρή και απροσπέλαστη, αυτά είναι τα αναμενόμενα της φαλλικής λογικής όταν κυβερνά τόσο “ξεκάθαρα” μια γυναικεία ζωή. [...] 

Jacques Andre, Η γυναικεία σεξουαλικότητα

(ΤΟ ΒΗΜΑ γνώση, 2007, σ. 35-41)

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

Η προσωπικότητα του Σωκράτη σύμφωνα με τον Αριστοτέλη

Όπως μας τον παρουσιάζει ο Αριστοτέλης στα λίγα αποσπάσματα που του αφιερώνει, είναι ένας άνθρωπος μάλλον συμπαθής, μετριόφρων, χωρίς μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του.

Πρώτο παράδειγμα: ο Αρίστιππος χρησιμοποιεί ως επιχείρημα την αβρή και μετρημένη στάση του για να αποστομώσει τον Πλάτωνα σε μια από τις διαμάχες τους – διαμάχη μεταξύ συμμαθητών, στην οποία και δίνει τέλος επικαλούμενος τη μορφή του δασκάλου: «Ή όπως απάντησε ο Αρίστιππος στον Πλάτωνα θεωρώντας ότι αυτός μιλούσε με έπαρση: “Πάντως, ο φίλος μας δεν μίλησε ποτέ με παρόμοιο τρόπο”, υπαινισσόμενος τον Σωκράτη» (Ρητορική, Β, 23, 1398b, 29-31).

Άλλο παράδειγμα: ο Σωκράτης είναι από τους ανθρώπους που όταν κάποιος εγκωμιάζει τα προτερήματά τους, οι ίδιοι έχουν την τάση να τα μετριάζουν. Σ’ αυτό μάλιστα έγκεινται, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, και μια από τις σημασίες της σωκρατικής ειρωνείας. Καμιά ανάγκη για προβολή, καμιά ανάγκη για επιβεβαίωση στα μάτια των άλλων. «Οι είρωνες, από τη μεριά τους, επιμένουν να εμφανίζονται κατώτεροι όσων τους αποδίδονται. Παρουσιάζουν έτσι έναν πιο εκλεπτυσμένο χαρακτήρα (χαριέστεροι), γιατί, όπως φαίνεται, δεν μιλούν μ’ αυτό τον τρόπο προσβλέποντας σε κάποιο όφελος, αλλά για ν’ αποφύγουν την επίδειξη. Και μάλιστα αυτά που αρνούνται ότι διαθέτουν είναι τα γνωρίσματα που εξασφαλίζουν και τις μεγαλύτερες τιμές όπως ακριβώς συνέβαινε στην περίπτωση του Σωκράτη» (Ηθικά Νικομάχεια, Δ, 13, 1127b, 22-26).

Ο Αριστοτέλης πηγαίνει ακόμη παραπέρα, παρουσιάζοντας τον Σωκράτη ως πρότυπο μεγαλοψυχίας: «Αν, για παράδειγμα, ζητάμε να μάθουμε τι είναι η μεγαλοψυχία, μπορούμε να παρατηρήσουμε κάποιους άνδρες που είναι γνωστοί ως μεγαλόψυχοι, για να δούμε ποιο είναι το κοινό τους γνώρισμα. Αν λοιπόν ο Αλκιβιάδης, ο Αχιλλέας ή ο Αίαντας, είναι μεγαλόψυχοι, ποιο είναι το ιδιαίτερο στοιχείο στο οποίο οφείλουν αυτό το χαρακτηρισμό; Είναι το ότι δεν ανέχονται την προσβολή. Πράγματι, γι’ αυτό το λόγο ο πρώτος ξεκίνησε πόλεμο, ο δεύτερος οργίστηκε και ο τρίτος αυτοκτόνησε. Στη συνέχεια, ας εξετάσουμε κι άλλους άνδρες, σαν τον Λύσανδρο και τον Σωκράτη. Αν θεωρούμε πως ήταν μεγαλόψυχοι επειδή ήταν αδιάφοροι απέναντι στην καλή και στην κακή τύχη, συγκρατώντας αυτά τα δύο χαρακτηριστικά αναζητάμε το κοινό γνώρισμα που υπάρχει ανάμεσα στο να δείχνει κανείς απάθεια απέναντι στην τύχη και στο να μην ανέχεται την προσβολή. Αν δεν βρίσκουμε τίποτα κοινό, είναι γιατί υπάρχουν δυο είδη μεγαλοψυχίας» (Αναλυτικά Ύστερα, Β, 13, 97b, 15-25). Σ’ αυτό το απόσπασμα από τα Αναλυτικά Ύστερα ο Αριστοτέλης πραγματεύεται ένα ζήτημα λογικής και χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα το οποίο πρέπει ν’ αντανακλά καθένα από τα σημεία στον κανόνα του ορισμού. Η αναφορά δε στο πρόσωπο του Σωκράτη έχει χαρακτήρα έμμεσης απόδειξης. Αυτό σημαίνει ότι ο Αριστοτέλης δεν χρειάζεται να αιτιολογήσει γιατί επιλέγει τον Σωκράτη σαν παράδειγμα ενός τύπου μεγαλοψυχίας. Η επιλογή θεωρείται μάλλον δεδομένη στην Αθήνα της εποχής του […]

Ο Thomas Deman υποστηρίζει ότι το πορτρέτο του μεγαλόψυχου στα Ηθικά Νικομάχεια (Δ, 3-4, 1124 κ.ε.) εμπνέεται από την εικόνα του Σωκράτη που μετέφερε η παράδοση. Όμως το πιο αξιοσημείωτο εδώ είναι ότι ο Αριστοτέλης, τοποθετώντας τον Σωκράτη ανάμεσα στους μετριόφρονες, τους είρωνες και τους μεγαλόψυχους που μένουν «απαθείς απέναντι στην τύχη», απαλείφει τη ραχοκοκαλιά της εκκεντρικότητας του. Τον παρουσιάζει σαν μια καλόκαρδη προσωπικότητα […], αλλά σε καμιά περίπτωση σαν ένα ανησυχητικό πρότυπο, έναν τύπο με παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, όπως τον περιγράφει, για παράδειγμα, ο Ξενοφώντας στο δικό του Συμπόσιο, έναν τύπο που τον κοιτάμε με μισό μάτι και που, όπως θ’ αποδειχτεί και στη δίκη του, καταλήγει να γίνει ανυπόφορος […]

Ο Αριστοτέλης καταφέρεται εναντίον των σοφιστών, οι οποίοι στηρίζονται σε ψευδείς συλλογισμούς και παρουσιάζονται σαν να γνωρίζουν σε βάθος όλα τα θέματα για τα οποία μιλάνε […] Ο Σωκράτης όμως δεν υπέπεσε σ’ αυτό το σφάλμα, αλλά φροντίζει να κάνει τη σχετική διάκριση, «και γι’ αυτόν τον επιπλέον λόγο ο Σωκράτης έθετε ερωτήματα αλλά δεν έδινε απαντήσεις: ομολογούσε ότι δεν ξέρει τίποτα» (Σοφιστικοί έλεγχοι, 34, 183b, 6-8) […]

[…] Πως ένας δάσκαλος, πως ένας απλός άνθρωπος αρκείται στο να βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση χωρίς να γνωρίζει ποτέ τ’ αποτελέσματα των ερευνών του; […]

Ο Αριστοτέλης έχει τους λόγους του να μην εκπλήσσεται από την ομολογία άγνοιας του Σωκράτη […] Μ’ αυτό τον τρόπο, ο Αριστοτέλης δεν χρειάζεται να παραπέμψει στην ειρωνεία, δεν χρειάζεται να ερμηνεύει αυτή τη μη γνώση σαν προσποίηση ή σαν επιθυμία παραπλάνησης του συνομιλητή ούτως ώστε αυτός να αναλογιστεί ή να ανασκευάσει τις σκέψεις του. Ο Σωκράτης δεν ήξερε και είχε δίκιο να δηλώνει δημόσια ότι δεν ξέρει, γιατί το πρωταρχικό γι’ αυτόν ήταν να παραμείνει μέσα στην απορία, να μη βγει ποτέ από την ερωτηματοθεσία, να μην πάψει ποτέ ν’ αναζητεί, σαν να μην υπήρχε λύση, ή σαν να μην ήταν παρά δόλωμα ώστε να ανατροφοδοτείται η αναζήτηση. […] Πως εξηγείται, όμως αυτή η καθολική απουσία βεβαιότητας; Είναι δυνατή; Πως μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος αν δεν ξέρει τίποτα, αν δεν πιστεύει σε τίποτα, […] Όλα αυτά ελάχιστα απασχολούν ή προβληματίζουν τον Αριστοτέλη. Είδαμε άλλωστε ότι ορίζει την ειρωνεία πολύ διαφορετικά απ’ ότι οι μετέπειτα φιλόσοφοι ή σχολιαστές: η ειρωνεία δεν είναι παρά μια έκφραση μετριοφροσύνης, δεν είναι σε καμία περίπτωση ένα τέχνασμα που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο Σωκράτης προκειμένου να μας πείσει ότι δεν ξέρει τίποτα.

Ένα άλλο απόσπασμα από τη Ρητορική αυτή τη φορά, επιβεβαιώνει την οπτική του Αριστοτέλη. Πρόκειται για ένα χωρίο από το κεφάλαιο για την ερώτηση. Εκεί ο Σωκράτης παρουσιάζεται σαν εξπέρ στην τέχνη να μην απαντάει στις ερωτήσεις και ν’ αποφεύγει τις παγίδες που του στήνει ο συνομιλητής.

«Για παράδειγμα ο Σωκράτης. Όταν ο Μέλητος τον κατηγορούσε ότι δεν πιστεύει στους θεούς, εκείνος τον ρώτησε μήπως παρ’ όλα αυτά επιβεβαίωνε [ο ίδιος, δηλαδή ο Σωκράτης] την ύπαρξη μιας δαιμονικής φύσης (διαμόνιον τι). Ο Μέλητος συγκατένευσε. Τότε εκείνος τον ρώτησε αν οι δαίμονες είναι παιδιά των θεών ή κάτι θεϊκό κι αφού ο Μέλητος απάντησε καταφατικά, εκείνος του είπε: “Υπάρχει λοιπόν κάποιος στον κόσμο που να παραδέχεται την ύπαρξη παιδιών των θεών αλλά όχι την ύπαρξη των ίδιων των θεών;”» (Ρητορική, Γ, 18, 1419a 8-12).

Ο Αριστοτέλης δεν επιλέγει ένα τυχαίο παράδειγμα. Δεν θα μπορούσε να αγνοεί ότι αυτό προέρχεται από τη δίκη του Σωκράτη, ούτε ότι ο Μέλητος ήταν ο κατήγορος που είχε ανοίξει το δρόμο για την καταδίκη του (Απολογία Σωκράτη, 27c-e). Ο θάνατος ελλοχεύει, αλλά ο Σωκράτης εξακολουθεί να συμπεριφέρεται όπως πάντα. Επιμένει να είναι αυτός που θέτει τις ερωτήσεις, χωρίς να ενδίδει σε εκφοβισμούς και φροντίζει να υποδείξει στον υποτιθέμενο υπερασπιστή της δικαιοσύνης τις αντιφάσεις και την ανοησία του. Διαφυλάσσει με ευχέρεια τη σχέση του με το δαιμόνιο του, χωρίς να χρειάζεται να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. Προκειμένου ν’ αποφύγει την ομολογία πίστης στους θεούς, κάτι ενδεχομένως θα τον ανάγκαζε να προβεί σε λεπτές διακρίσεις, υποχρεώνει τον Μέλητο να ομολογήσει τη δική του αδυναμία να αποδείξει ότι ο Σωκράτης δεν πιστεύει στους θεούς. Λες και το βασικό ζήτημα για εκείνον ήταν ακριβώς αυτό!


(Εκδόσεις Κέλευθος, 2013, σ. 25-32)

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Οι πολιτικές κρίσεις σαν καταχρήσεις

Μια πολιτική κρίση έχει τούτο το κοινό με ένα ερωτικό όργιο ή ένα υπέροχο μεθύσι: ότι αυτοί που συμμετέχουν, αισθάνονται μεγάλη απόλαυση μολονότι ταυτόχρονα γνωρίζουν ότι εκείνο που κάνουν είναι πολύ κακό. Ταυτόχρονα εξαντλούνται σε τέτοιο σημείο, που όταν τελειώσει η φιέστα, είναι απίθανο να ξαναρχίσουν τα ίδια αμέσως. Γρήγορα όμως, το γεγονός και μόνον ότι έχουν υποκύψει μια φορά στον πειρασμό κάνει πολύ πιο ελκυστική την ιδέα να ξαναρχίσουν. 

Γιατί πάντα κανείς συνέρχεται από τις καταχρήσεις του, και η ανάμνησή τους του γίνεται με τον καιρό όλο και πιο γλυκιά». 

Από το (μοναδικό) μυθιστόρημα που έγραψε ο ΤΖΩΝ ΚΕΝΝΕΘ ΓΚΑΛΜΠΡΕΙΘ – «Ο θρίαμβος» - με βάση τις εμπειρίες του από την αμερικανική εξωτερική πολιτική.