«Ἀγνοεῖς ὅτι τοῦ λόγου μέτρον ἐστὶν οὐχ ὁ λέγων, ἀλλ' ὁ ἀκούων;» Πλάτων (Στοβαίου ανθολόγιον, XXXVI. 22)
Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015
Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015
Πλάτων: Tα στάδια του δράματος που ζουν οι λαοί
[…] Έτσι και για την πολιτεία, η δομή της
οποίας αναπαράγει σε μεγάλη κλίμακα και εμφανέστερα τη δομή της ανθρώπινης
ψυχής, υπάρχει μόνο μια μορφή πολιτεύματος τελείως δίκαιη: αυτή όπου το
τιμόνι της πόλης κρατά ο συνετότερος. Η αριστοκρατία είναι το μόνο
πολίτευμα που ορίζει για τον καθένα τη σωστή λειτουργία και τη θέση του: οι
κυβερνήτες νομοθετούν και συσκέπτονται μεταξύ τους, αρετή τους είναι η
σωφροσύνη· οι πολεμιστές συνιστούν τη δεύτερη τάξη με μόνη αρετή το θάρρος,
και απαιτείται από αυτούς ετοιμότητα, πειθαρχία και υποταγή· η τρίτη τάξη
αποτελείται από δουλικές φύσεις και πρέπει να αναγκαστεί από το πολίτευμα σε
μετριοπάθεια, που δεν είναι του φυσικού της, αλλά χωρίς την οποία θα
καταστρεφόταν το κράτος.
Ωστόσο, η ανάλυση των κυβερνήσεων στην
οποία αφοσιώνεται ο Πλάτων στην Πολιτεία του, δεν είναι παρά η ιστορία
της διάβρωσης της αριστοκρατίας υπό την επιρροή ενός νόμου που μοιάζει να έχει
περισσότερα κοινά με τη φύση του χρόνου και του γίγνεσθαι παρά με τη μορφή του
ίδιου του πολιτεύματος.
Φαίνεται ότι κάθε διαδικασία του
«γίγνεσθαι» εμπεριέχει τη διαίρεση. Στους
κόλπους της καλύτερης αριστοκρατίας εγκαθίστανται η διχόνοια. Οι άνθρωποι του
θάρρους, ετοιμοπόλεμοι, θα τιμήσουν περισσότερο τις πολεμικές αρετές. Δύσκολα
θα προτιμώνται οι συνετοί για τις διοικητικές θέσεις, ενώ όσον αφορά το καλό
του άλλου, θα επιδεικνύεται ταυτόχρονα και φιλαργυρία και γενναιοδωρία. Καθώς η
παιδεία τους δεν έχει να κάνει με την πειθώ, αλλά με τη δύναμη, θα τιμάται
περισσότερο η γυμναστική από ότι οι Μούσες. Έτσι την αριστοκρατία θα
διαδεχθεί η τιμοκρατία: τα χαρακτηριστικά που τη διακρίνουν είναι η
φιλοδοξία και ο έρως της δόξας.
Ο τιμοκρατικός, σκληρός έναντι των δούλων, ήπιος με τους ελεύθερους, άνθρωπος
που εξυμνεί την ανδρεία και περιφρονεί την ευφράδεια, σύντομα γεννά ένα γιο
εξίσου φιλόδοξο. Η μητέρα του δεν παύει να του επισημαίνει τα ελαττώματα του
αρχηγού της οικογένειας, ο οποίος δεν δείχνει αρκετό ενδιαφέρον να πλουτίσει,
και επικρίνει αυτή την αδιαφορία του. Διχασμένος ανάμεσα σε έναν πατέρα
ευγενικό και μια μητέρα ζηλόφθονη, αφήνει χώρο να θεριέψουν οι επιθυμίες του
που κάποτε τις καταπολεμούσε, και γίνεται φιλόδοξος. Το πολίτευμά του είναι η
ολιγαρχία, όπου η εξουσία ασκείται από έναν μικρό αριθμό ανθρώπων άπληστων για
πλουτισμό.
Όταν όμως ο φτωχός, αδύναμος και ψημένος
από τον ήλιο, βλέπει δίπλα του στον πόλεμο τον καλοζωισμένο πλούσιο να
καταφεύγει στη σκιά φορτωμένος τα υπερβολικά κιλά του, δεν λέει στον εαυτό του
ότι τα πλούτη είναι η δειλία των φτωχών; Αυτοί που περιφρονούνται από το
πολίτευμα, δεν περιμένουν τη στιγμή της επανάστασης; Όταν, μετά τη νίκη
τους, οι φτωχοί μοιράζονται τις διοικητικές θέσεις, εδραιώνεται η δημοκρατία.
Μπορεί αυτό το πολίτευμα, λέει ο Πλάτων, να μοιάζει το ωραιότερο απ’ όλα, σαν
το πολύχρωμο πανωφόρι ενός σύγχρονου αρλεκίνου όπου συναντιούνται όλες οι
ελευθερίες, η ελευθερία του λόγου, η δυνατότητα να υλοποιηθεί κάθε επιθυμία,
είναι όμως επίσης αλήθεια ότι αυτό το είδος ισότητας δεν έχει σχέση με τη
δικαιοσύνη. Αντιθέτως, από αυτή τη δυνατότητα να ικανοποιούνται όλα τα πάθη, γεννάται
η αναρχία. Στην ουσία κυβερνά η μισαλλόδοξη πλευρά της ψυχής. Τους καλούς
τρόπους διαδέχεται η αναίδεια, αντί της ελευθερίας έρχεται η αναρχία και αντί
του θάρρους, το θράσος.
Έτσι η ξέφρενη επιθυμία για ελευθερία, την
οποία θεωρούν εν καιρώ δημοκρατίας ως το μεγαλύτερο αγαθό και λένε ότι ο
ελεύθερος άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει παρά μόνο σε ένα τέτοιο καθεστώς, οδηγεί
το Κράτος, στον αφανισμό. Τόσο πολύ
ενθαρρύνουν τα πάθη, που ο δάσκαλος τρέμει απέναντι στους μαθητές του και ο
ηλικιωμένος φέρεται με ελαφρότητα για να μην τον πουν δεσποτικό. Ακόμα κι ο
γάιδαρος, συνηθισμένος στην ευγενή και περήφανη συμπεριφορά, κλωτσάει τον
περαστικό στη μέση του δρόμου. Συνεπώς, όταν όλα επιτρέπονται, γεννιέται η
μεγαλύτερη δουλεία. Αυτοί που έχουν μεγαλύτερα πάθη, όπως οι σφήκες που
έχουν κεντρί, γίνονται δημαγωγοί, και το σμήνος επαναστατεί οδηγημένο απ’
αυτούς ενάντια στις σφήκες χωρίς κεντρί, δηλαδή τους πλούσιους. Ο λαός
βρίσκει τον εκλεκτό του, τον ισχυροποιεί, και να που ξεφυτρώνει η τυραννία μέσω
αυτού του προστάτη. Ο τύραννος επιτίθεται ανελέητα στους εξωτερικούς
εχθρούς, αφανίζει τους εσωτερικούς και διατηρεί τον πόλεμο, ο οποίος κάνει
απαραίτητη την ύπαρξη ενός αρχηγού. Έτσι ο λαός, θέλοντας να ξεφύγει από τη
δουλεία, καταλήγει στη σκληρότερη σκλαβιά.
Αυτά είναι τα στάδια του δράματος που ζουν
οι λαοί, οι οποίοι δεν κατόρθωσαν να κυβερνώνται από τη δικαιοσύνη. Το τρομακτικό πρόσωπο της διχόνοιας και της εξέγερσης
προβάλλει κάτω από τη μάσκα της εξουσίας, όταν τη μοιράζονται πολεμιστές και
δούλοι που δεν έχουν γνώση ούτε σωφροσύνη, όπως απαιτείται για την άριστη
διακυβέρνηση.
(ΤΟ ΒΗΜΑ γνώση, 2007, σελ. 65-68)
Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015
Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015
Η μέθοδος για την απόκτηση γνώσης
Ο θεϊκός Πλάτων και ο εκπληκτικός Καντ ενώνουν τις επίμονες φωνές τους στη σύσταση ενός κανόνα σχετικά με τη
μέθοδο την οποία θα πρέπει να ακολουθεί κάθε φιλοσοφική σκέψη, αλλά επίσης
και κάθε προσπάθεια για την απόκτηση γνώσης
γενικά.
Πρέπει, λένε να ακολουθεί κανείς δύο νόμους, αυτόν της ομοιογένειας και αυτόν της ιδιαιτερότητας, με τον ίδιο τρόπο, όχι
όμως τον ένα σε βάρος του άλλου.
Ο νόμος της ομοιογένειας μας επιβάλει, προσέχοντας τις ομοιότητες και τις συμφωνίες των πραγμάτων, να τα ενώσουμε σε επιμέρους είδη, αυτά σε υπερκείμενα είδη και αυτά πάλι σε γένη, μέχρι στο τέλος να φτάσουμε στην υψηλότερη έννοια που τα συμπεριλαμβάνει όλα. Επειδή αυτός ο νόμος είναι υπερβατικός, προϋποθέτει την εναρμόνιση με τη φύση, προϋπόθεση που εκφράζεται με τον παλιό κανόνα: «Δεν επιτρέπεται να αυξήσει κανείς χωρίς λόγο τον αριθμό των υπαρχουσών οντοτήτων».
Ο νόμος της ομοιογένειας μας επιβάλει, προσέχοντας τις ομοιότητες και τις συμφωνίες των πραγμάτων, να τα ενώσουμε σε επιμέρους είδη, αυτά σε υπερκείμενα είδη και αυτά πάλι σε γένη, μέχρι στο τέλος να φτάσουμε στην υψηλότερη έννοια που τα συμπεριλαμβάνει όλα. Επειδή αυτός ο νόμος είναι υπερβατικός, προϋποθέτει την εναρμόνιση με τη φύση, προϋπόθεση που εκφράζεται με τον παλιό κανόνα: «Δεν επιτρέπεται να αυξήσει κανείς χωρίς λόγο τον αριθμό των υπαρχουσών οντοτήτων».
Τον νόμο της ιδιαιτερότητας, αντίθετα, διατυπώνει ο Καντ έτσι: «Δεν
επιτρέπεται να μειώσει κανείς χωρίς λόγο τις διαφορετικότητες των υπαρχόντων
οντοτήτων». Επιβάλλεται δηλαδή να διακρίνουμε τα υπερκείμενα είδη που
περιλαμβάνει μια ευρεία έννοια του γένους, όπως επίσης και τα κάτω από αυτά
επιμέρους ανώτερα και κατώτερα είδη, προσέχοντας να μην κάνουμε οποιοδήποτε
άλμα ή μάλιστα να κατατάξουμε τα κατώτερα είδη ή και πιο πολύ τα άτομα άμεσα
κάτω από την έννοια του γένους. Γιατί κάθε έννοια μπορεί ακόμα να διαιρεθεί σε
κατώτερες, και καμιά δεν σταματάει στο επίπεδο μόνο της απλής παρατήρησης.
Ο Καντ διδάσκει πως και οι δύο νόμοι είναι υπερβατικές, apriori αρχές του λόγου, και υποδηλώνουν συνταύτιση των πραγμάτων με τον εαυτό τους. Και ο Πλάτων φαίνεται να εκφράζει με τον τρόπο του το ίδιο όταν λέει, ότι αυτοί οι κανόνες, στους οποίους χρωστάνε τη γέννησή τους όλες οι επιστήμες, έπεσαν σε εμάς μαζί με τη φωτιά του Προμηθέα από τον θρόνο των θεών.
Ο Καντ διδάσκει πως και οι δύο νόμοι είναι υπερβατικές, apriori αρχές του λόγου, και υποδηλώνουν συνταύτιση των πραγμάτων με τον εαυτό τους. Και ο Πλάτων φαίνεται να εκφράζει με τον τρόπο του το ίδιο όταν λέει, ότι αυτοί οι κανόνες, στους οποίους χρωστάνε τη γέννησή τους όλες οι επιστήμες, έπεσαν σε εμάς μαζί με τη φωτιά του Προμηθέα από τον θρόνο των θεών.
Άρθουρ Σοπενχάουερ, Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου.
(ΚΑΚΤΟΣ,
2013, σ. 27-28)
Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015
Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2015
Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2015
Το σύμπλεγμα της Ηλέκτρας από φεμινιστική σκοπιά
Γενικά πιστεύεται ότι η
ανακάλυψη του συμπλέγματος της Ηλέκτρας είναι λιγότερο σημαντική από το
Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, γιατί, όπως όλες οι σχετικές με τη γυναίκα θεωρίες του
Φρόυντ, αναλύουν τη γυναίκα απλώς σαν αρνητικό του άντρα- το σύμπλεγμα της
Ηλέκτρας είναι το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα από την ανάποδη. Το σύμπλεγμα της
Ηλέκτρας, μαζί με το συνυφασμένο μ’ αυτό σύμπλεγμα του ευνουχισμού, συνοψίζεται
στο έξης: Το μικρό κοριτσάκι,
ακριβώς όπως και το αγοράκι, στην
αρχή προσκολλάται στη μητέρα του. Όταν
κοντεύει τα πέντε χρόνια, ανακαλύπτει ότι δεν έχει πέος και τότε νιώθει σαν
ευνουχισμένο. Σε
αντιστάθμισμα αυτού του μειονεκτήματος, η κόρη προσπαθεί να συμμαχήσει με τον
πατέρα της χρησιμοποιώντας τη γοητεία της, κι έτσι αναπτύσσει έναν
ανταγωνισμό και σε συνέχεια μιαν εχθρότητα προς τη μητέρα της. Το «υπερεγώ»
αναπτύσσεται σαν αντίδραση στην καταπίεση του πατέρα. Αυτός όμως, επειδή είναι το
αντικείμενο της γοητείας της, δεν την καταπιέζει όπως τον γιό του, πού
είναι ο σεξουαλικός αντίπαλός του στην αγάπη της μητέρας, κι έτσι η βασική
ψυχική δομή της ψυχολογίας της κορασίδας είναι διαφορετική από εκείνη του
αδελφού της. Για το κορίτσι
που επιμένει ισχυρά να ταυτίζει τον εαυτό του με τον πατέρα του λένε ότι έμεινε
στο «κλειτοριδικό» στάδιο της γυναικείας σεξουαλικότητας και ότι είναι πιθανό
να εξελιχθεί σε ψυχρή ή λεσβιάδα.
Το πιο αξιοσημείωτο στην
περιγραφή αυτή, διατυπωμένο σε φεμινιστική γλώσσα, είναι ότι και η κορασίδα στην αρχή προσκολλάται
στη μητέρα της (πράγμα που
μόνο του διαψεύδει τον ισχυρισμό ότι η ετεροσεξουαλικότητα καθορίζεται από τη
βιολογία). Όπως και το μικρό
αγοράκι, έτσι και το μικρό κοριτσάκι αγαπά τη μητέρα του περισσότερο από τον
πατέρα του, και για τους ίδιους ακριβώς λόγους η μητέρα φροντίζει πολύ
περισσότερο γι’ αυτό από τον πατέρα του και μοιράζεται μαζί του την πατρική
καταπίεση. Γύρω στην ηλικία
των πέντε χρόνων, ταυτόχρονα με τ’ αγόρι, αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η
δύναμη του πατέρα είναι μεγαλύτερη, ότι σ’ αυτόν είναι προσιτός ο ενδιαφέρων
εκείνος ευρύτερος κόσμος που είναι κλειστός για τη μητέρα του. Στο σημείο αυτό, το κοριτσάκι
απορρίπτει τη μητέρα του, που την ξέρει πάρα πολύ καλά και που του προξενεί
πλήξη, κι αρχίζει να
ταυτίζεται με τον πατέρα του. Η κατάσταση μπερδεύεται πιο πολύ αν η
κορασίδα έχει αδελφούς, γιατί τότε θ’ αντιληφθεί ότι ο πατέρας επιτρέπει με
πολύ μεγάλη προθυμία στον αδελφό της να μοιραστεί μαζί του τον κόσμο του, τη
δύναμή του, ενώ ο κόσμος αυτός παραμένει απαγορευμένος σ’ αυτή. Μπροστά της ανοίγονται δύο δρόμοι:
1) ζυγιάζοντας ρεαλιστικά την κατάσταση, αρχίζει
να χρησιμοποιεί όσο μπορεί τις γυναικείες πονηριές της για να υφαρπάσει από τον
πατέρα της τη δύναμή του (και
τότε θα χρειαστεί να συναγωνιστεί με τη μητέρα της για την εύνοια του ισχυρού),
ή 2) αρνιέται να πιστέψει ότι
η φυσική διαφορά ανάμεσα σ’ αυτή και το αδελφάκι της θα έχει πάντα σαν
αποτέλεσμα ανάλογη ανισότητα ως προς τη δύναμη. Στην περίπτωση αυτή απορρίπτει καθετί που την ταυτίζει
με τη μητέρα της, δηλαδή τη δουλικότητα και την πονηριά, την ψυχολογία του
καταπιεζόμενου, και μιμείται
με πείσμα καθετί πού βλέπει ότι κάνει ο αδελφός της για να κερδίσει το είδος της
ελευθερίας και επιδοκιμασίας που επιζητεί κι αυτό. (Προσέξτε, δε λέγω ότι η
κορασίδα προσποιείται τον άντρα. Τα χαρακτηριστικά αυτά δεν καθορίζονται από το
σεξ). Ωστόσο, μόλο πού
καταβάλλει απεγνωσμένες προσπάθειες να κερδίσει την εύνοια του πατέρα της,
συμπεριφερόμενη όλο και περισσότερο με τον τρόπο που αυτός έχει ανοιχτά
ενθαρρύνει τον αδελφό της να συμπεριφέρεται, γι’
αυτήν η μέθοδος αυτή δεν αποδίδει. Εντείνει
ακόμα τις προσπάθειές της. Γίνεται αγοροκόριτσο και κολακεύεται να της το λένε. Αυτό
το πείσμα της μπροστά σε μια δυσάρεστη πραγματικότητα μπορεί και να πετύχει.
Τουλάχιστο για λίγον καιρό. Ίσως
μέχρι την ήβη. Εκεί σταματάει. Η
κορασίδα δεν μπορεί πια να αρνηθεί το φύλο της: το επιβεβαιώνει αυτό ο πόθος που
νιώθουν γι’ αυτή οι αρσενικοί που την τριγυρίζουν. Τότε ακριβώς, για να εκδικηθεί,
αναπτύσσει συχνά μια θηλυκή ταύτιση (κοπέλες
«δύσκολες», «κλειστές» πού ξεσπούν σε θορυβώδη γέλια όταν τα συνομήλικά τους
αγόρια είναι ακόμη μυξιάρικα).
Όσον αφορά τη «ζήλια για το πέος», είναι
φρονιμότερο και πάλι να τη θεωρήσουμε σαν μεταφραστικό σχήμα λόγου. Ακόμα και όταν το κορίτσι εκδηλώνει
πραγματικό ενδιαφέρον για τα γεννητικά όργανα, είναι φανερό ότι θα ζηλεύει
καθετί πού ξεχωρίζει φυσιολογικά το φθονούμενο αρσενικό. Γιατί η κορασίδα
πραγματικά δεν καταλαβαίνει γιατί, αφού κάνει τα ίδια ακριβώς πράγματα με τον
αδελφό της, η συμπεριφορά εκείνου επιδοκιμάζεται, όχι όμως και η δική της.
Μπορεί να συσχετίσει (μπορεί όμως και όχι) κάπως συγκεχυμένα τη συμπεριφορά του
αδελφού της με το όργανο πού τη διαφοροποιεί από αυτή. Η εχθρότητα, που δείχνει για τη
μητέρα της, σπάνια στηρίζεται κι αυτή στην παρατήρηση μιας ομοιότητας των
γεννητικών οργάνων: το
κορίτσι αποκρούει καθετί που το ταυτίζει με τη μητέρα του, την όποια θέλει
οπωσδήποτε να απορρίψει. Είναι ελάχιστο πιθανό ότι ένα μικρό κοριτσάκι μόνο του
θα θεωρήσει ότι ανήκει στο ίδιο φύλο με τη μητέρα του- πιθανότερο είναι να
βλέπει τον εαυτό του άφυλο. Μπορεί μάλιστα και να περηφανεύεται γι’ αυτό. Στο
κάτω κάτω δεν έχει ορατές προεξοχές, όπως είναι τα στήθη, πού κατά τη γνώμη του
αποτελούν το γνώρισμα τού θηλυκού. Και όσο για το γεννητικό του όργανο, η αθώα
σχισμή του δεν του φαίνεται να μοιάζει με τον τριχωτό λόφο πού παρουσιάζει η
μητέρα του. Σπάνια μάλιστα έχει επίγνωση ότι έχει και κόλπο, γιατί είναι
σφραγισμένος. Το σώμα του είναι ακόμα εξίσου ευλύγιστο και λειτουργεί τόσο καλά
όσο και το σώμα του αδελφού της, και το νιώθει αυτό με ευχαρίστηση: μόνο η
μεγαλύτερη δύναμη των ενηλίκων μπορεί να το καταπιέσει, όπως καταπιέζει και τον
αδελφό της. Χωρίς ιδιαίτερη
καθοδήγηση θα μπορούσε να πιστεύει για πολύ καιρό ακόμα πώς δεν θα καταλήξει
σαν τη μητέρα της. Γι’ αυτό και την ενθαρρύνουν τόσο πολύ να παίζει με τις
κούκλες, να παίζει το «νοικοκυριό», να είναι όμορφη και ελκυστική. Ελπίζουν πώς
δεν θα γίνει μια από εκείνες που, μέχρι την τελευταία στιγμή, προσπαθούν ν’ αποφύγουν
τον ρόλο τους.
Ελπίζουν ότι θα τον
αναλάβει νωρίς, με την πειθώ, τεχνητά μάλλον παρά από ανάγκη, ότι η αφηρημένη
υπόσχεση ενός μωρού θα είναι αρκετή να χρησιμεύσει σαν δόλωμα για να
αντικαταστήσει τον γοητευτικό εκείνο κόσμο «των ταξιδιών και της περιπέτειας»
(μια ευημερούσα κουκλοβιομηχανία αναπτύχτηκε με βάση την αγωνία αυτή των
γονιών. Όσο για τα κοριτσάκια, τους αρέσουν τα δώρα, άσχετα από τούς
σκοτεινούς συλλογισμούς των ενήλικων πού τα προσφέρουν. Αν και, όταν πια
καταλάβουν τι προορισμό έχουν οι κούκλες, πολλά έξυπνα κοριτσάκια καταλήγουν
βιαστικά στην απόφαση ότι θέλουν άλλου είδους παιχνίδια, ή τουλάχιστο μια
κούκλα «Μουσάτη»˙ κάτω κάτω της γραφής προτιμούν να ακονίζουν τα όπλα τους
ενάντια στον «Κέν», παρά να παίζουν από τώρα τον ρόλο της νικημένης μαμάς).
Στο φως της φεμινιστικής
αυτής ερμηνείας πολλές περιφερειακές θεωρίες τού φροϋδισμού που φαίνονταν
παράλογες τώρα αποκτούν νόημα. Λ.χ. ο Ερνεστ Τζόουνς γράφει στο Μελέτες για την ψυχανάλυση:
Πολλά παιδιά νιώθουν ζωηρή επιθυμία να γίνουν
γονείς των γονιών τους... Αυτό το παράξενο γέννημα της φαντασίας... συνδέεται
προφανώς στενά με αιμομικτικές επιθυμίες, εφόσον είναι μια εξογκωμένη μορφή της
πολύ συνηθισμένης επιθυμίας να είναι κανείς πατέρας του πατέρα του.
Φεμινιστική μετάφραση:
φανταστική επιθυμία των παιδιών να βρεθούν σε θέση ισχύος απέναντι στους γονείς
αφέντες τους, ιδιαίτερα απέναντι σ’ εκείνον πού κατέχει και πραγματική δύναμη,
του πατέρα.
Να τι λέει ο Φρόυντ για τον
φετιχισμό:
Το αντικείμενο υποκαθιστά τον φαλλό της μητέρας
στην ύπαρξη του όποιου πίστευε το μικρό παιδί και από το όποιο δεν εννοεί να
παραιτηθεί.
Πραγματικά, ο Φρόυντ καμιά
φορά σε κάνει να τα χάνεις. Δεν θα ήταν πολύ πιο λογικό να μιλάμε για τη δύναμη
της μητέρας; Οπωσδήποτε ελάχιστες είναι οι πιθανότητες το μικρό αγόρι να μην
είδε ποτέ τη μητέρα του γυμνή κι ακόμα λιγότερες να μην πρόσεξε από κοντά τη
διαφορά ανάμεσα στο πέος του πατέρα και την κλειτορίδα της μητέρας. Εκείνο πού
ξέρει είναι ότι συνδέεται με τη μητέρα του και δε θέλει να την παρατήσει εξαιτίας
της αδυναμίας της. Το αντικείμενο πού διάλεξε είναι απλώς το σύμβολο αυτού του
συνδέσμου. […]
Σούλαμιτ Φάιερστον, Η
διαλεκτική του sex
(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΑΠΠΑ, 1973, σελ. 77-81)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



