Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Η ναυμαχία του Ναυαρίνου

Στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο, λίγο πιο κάτω απ’ τον Πύργο, υπάρχει ένας κολπίσκος που φέρει το όνομα Ναυαρίνο. Έτσι που φράσσεται ο κολπίσκος απ’ το νησάκι που λέγεται Σφακτηρία, αποτελεί ένα έξοχο φυσικό λιμάνι. Σ’ αυτό το λιμάνι τρύπωσε ο στόλος του Ιμπραήμ, για να προφυλαχτεί απ’ τη φουρτούνα κι όχι απ’ τους Έλληνες, που το 1827 είναι πλέον εντελώς ξέπνοοι ύστερα από ηρωικό και απελπισμένο αγώνα έξι ετών, ούτε απ’ το συμμαχικό στόλο των αγγλογαλλορώσων, που ιδέα δεν έχει ότι επέπρωτο να δοξαστεί υπέρ της ένδοξης Ελλάδας, όταν το 1825, ο Ιμπραήμ (Αβραάμ), γιος του Σουλτάνου της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλη, που γεννήθηκε στην Καβάλα, αποβιβαζόταν στη Μεθώνη, με δύναμη 10.000 ανδρών.

Ήταν Οκτώβριος του 1827 και είχαν περάσει κάπου δυόμιση μήνες απ’ τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, που ο Σουλτάνος ξαπόστειλε τους πρεσβευτές των αγγλογαλλορώσων που πήγαν να του ανακοινώσουν πως οι τρεις σύμμαχοι αποφάσισαν να επιβάλουν την ειρήνη στο Αιγαίο, γιατί μόνο αυτό τους ενδιέφερε στο βάθος. Ο Σουλτάνος τους είπε να μην ανακατεύονται στα εσωτερικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ότι η Ελλάδα ανήκει στο εσώτερον εσωτερικό της εν λόγω Αυτοκρατορίας. Τότε οι σύμμαχοι θύμωσαν που ο Σουλτάνος, παρά τα χάλια της Αυτοκρατορίας του, επέμενε να κάνει το νταή, και είπαν να επέμβουν δυναμικά υπέρ των Ελλήνων, δηλαδή υπέρ του εαυτού των.

Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου, οι τρεις στόλοι συναντώνται στα ανοιχτά κοντά στη Ζάκυνθο και καταστρώνουν κοινό σχέδιο δράσης κατά του στόλου του Ιμπραήμ, που μαχμουρλιάζει στο Ναυαρίνο, χωρίς να ξέρει τι τον περιμένει. Αρχηγός του αγγλικού στόλου είναι ο ναύαρχος Έντουαρντ Κόδριγκτον, που χρίεται και αρχηγός του ενωμένου συμμαχικού στόλου, αρχηγός του γαλλικού είναι ο ναύαρχος Δεριγνύ, και επί το ορθότερον και πληρέστερον Ανρί-Ντανιέλ Γκοτιέ Ντε Ρινύ, και αρχηγός του ρωσικού ο ναύαρχος Λογγίνος Χέυντεν (Χέυδεν, τον λέμε εμείς). Και οι τρεις γίναν... δρόμοι της Αθήνας.

Ο συμμαχικός στόλος έχει 27 πλοία και ο τουρκοαιγυπτιακός 82. Τη μεγάλη για την Ελλάδα ημέρα της 20ης Οκτωβρίου 1827, ο συμμαχικός στόλος αποκλείει εύκολα τον αμέριμνο τουρκοαιγυπτιακό μέσα στο Ναυαρίνο, και μ’ ένα σφυροκόπημα που δεν κρατάει ούτε τρεις ώρες καλά καλά, τον στέλνει όλον στον πάτο. Σ’ αυτές τις τρεις ιστορικές συμμαχικές ώρες που ισούνται με έξι ελληνικά χρόνια σκληρών αγώνων, 5.000 ψυχές μουσουλμάνων πετούν για τον μουσουλμανικό παράδεισο και 700 ψυχές χριστιανών, ορθοδόξων Ρώσων, προτεσταντών Άγγλων και καθολικών Γάλλων ανάμεικτα, φτερουγίζουν για τον χριστιανικό παράδεισο.

Και η ψυχή των Ελλήνων που είχε πάει στην Κούλουρη, δηλαδή την πάντα καλά προφυλαγμένη Σαλαμίνα, όπου εύρισκαν καταφύγιο και τα τρομαγμένα σώματα και οι τρομαγμένες ψυχές των Ελλήνων από αρχαιοτάτων χρόνων, επιστρέφει απ’ την Κούλουρη. Κανένα πρόβλημα πλέον με τον Ιμπραήμ. Οι σύμμαχοι νίκησαν για λογαριασμό των Ελλήνων, και η επανάσταση τελειώνει με το τέλος του έκτου χρόνου. Όμως, τα εν ειρήνη δύσκολα τώρα αρχίζουν. Και πόσο δυσκολευόμαστε εμείς οι Έλληνες στην ειρήνη, δε λέγεται.

Βασίλης Ραφαηλίδης, Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ, 1993, σελ. 17-18)


Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2015

Η ιστορικότητα του εθνικισμού

Ο ίδιος ο όρος εθνικισμός είναι φυσικά άγνωστος πριν από τον 18ο αιώνα, αφού εμφανίζεται για πρώτη φορά μόλις στα 1798[1] και καθιερώνεται μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα. O ακριβής προσδιορισμός του γενέθλιου σημείου του εθνικισμού έχει συχνά αποτελέσει αντικείμενο διαφωνιών και ταυτίζεται άλλοτε με τον Αγγλικό Εμφύλιο Πόλεμο (1642), άλλοτε με το δεύτερο διαμελισμό της Πολωνίας (1772), άλλοτε με τη διακήρυξη της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας (1776), άλλοτε με τη Γαλλική Επανάσταση (1789) κι άλλοτε με το Λόγο προς το Γερμανικό Έθνος του Φίχτε (1807). Οι περισσότεροι πάντως μελετητές συμφωνούν πώς η γένεση του εθνικισμού πρέπει να τοποθετηθεί στο πέρασμα από τον 18ο στον 19ο αιώνα στην Ευρώπη. Πρόκειται λοιπόν για καταρχήν ευρωπαϊκό (ή, ακριβέστερα, δυτικοευρωπαϊκό) φαινόμενο πού εξαπλώνεται ραγδαία μέσα σε λιγότερο από δύο αιώνες σε ολόκληρο την υφήλιο.

[…] Έτσι, οι δυτικοευρωπαϊκές καταβολές της εθνικιστικής ιδεολογίας έχουν αποτελέσει το κυριότερο κριτήριο των ιστορικών τυπολογιών πού έχουν κατά καιρούς προταθεί. Οι τυπολογίες αυτές περιέχουν συνήθως δύο βασικές κατηγορίες: τούς «πρωτογενείς» και τούς «δευτερογενείς» εθνικισμούς.

Οι πρωτογενείς εθνικισμοί αναφέρονται στη δυτική Ευρώπη στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, ενώ οι δευτερογενείς περικλείουν όλους τούς εθνικισμούς πού ακολούθησαν, από τις αρχές του 19ου αιώνα και εντεύθεν, στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο[…]

Ας δούμε την ιστορική τυπολογία του εθνικισμού πιο προσεκτικά. Οι πρωτογενείς εθνικισμοί (και ιδιαίτερα οι δύο πλέον «πρωτότυποι» και «πρότυποι», ο αγγλικός και ο γαλλικός) διακρίνονται από τούς δευτερογενείς όχι μόνον επειδή προηγούνται χρονολογικά, αλλά και επειδή αναπτύχτηκαν στο εσωτερικό κυρίαρχων πολιτικών δομών, τις όποιες επιδέχθηκαν, διατήρησαν και ιδιοποιήθηκαν καθιστώντας τις εθνικά κράτη. Ο εθνικισμός στις περιπτώσεις αυτές γεννήθηκε μέσα σε υπάρχοντα συστήματα πολιτικής οργάνωσης, πού ναι μεν αποτελούσαν παράγωγα προηγούμενων εξελίξεων (παρακμή της δυτικής φεουδαρχίας, συγκεντρωτική μοναρχία), αλλά ήταν με τέτοιο τρόπο συγκροτημένα, ώστε να μην αντιβαίνουν κατάφωρα στις δοξασίες και τα προτάγματά του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι πρωτογενείς εθνικισμοί είχαν διασφαλίσει, ούτως ειπείν, την πολιτική αυθυπαρξία των εθνών εξ ονόματος των οποίων ομιλούσαν και, κατά συνέπεια, προέτασσαν ως βασική τους μέριμνα την ανάδειξη και διατήρηση του εθνικού χαρακτήρα των κυρίαρχων κρατών στα όποια αναπτύχθηκαν.

Σε αντιδιαστολή με τούς εθνικισμούς της πρώτης γενεάς, οι δευτερογενείς εθνικισμοί αναπτύσσονται, κατά τεκμήριο, σε αντίθεση προς υφιστάμενους πολιτικούς σχηματισμούς. Το υπό διαμόρφωση έθνος εξ ονόματος του οποίου ομιλούν δεν βρίσκεται ενωμένο και ανεξάρτητο σε αυθύπαρκτη πολιτική οντότητα, στο δικό του «εθνικό κράτος», αλλά είναι είτε κατακερματισμένο σε πολλαπλούς πολιτικούς σχηματισμούς (π.χ. γερμανικό έθνος) είτε υπόδουλο σε «αλλοεθνή» κράτη (π.χ. χριστιανικά έθνη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) είτε διάσπαρτο στην υφήλιο (π.χ. εβραϊκό έθνος). Δίχως την πολιτική ανεξαρτησία του έθνους οι εθνικισμοί αυτοί δεν διαθέτουν το «κρατικό» πλεονέκτημα των προδρόμων τους και έχουν εξ ανάγκης απελευθερωτικό, αποσχιστικό ή ενοποιητικό χαρακτήρα.

Η γενέθλια, αν μπορούσαμε να την ονομάσουμε έτσι, συγκυρία του εθνικισμού έχει μεγάλη σημασία για τη διερεύνησή του, επειδή επηρεάζει με άμεσο τρόπο την εξέλιξη, τη μορφή και τις φροντίδες του. Το κατά πόσον «ή διαδικασία δημιουργίας έθνους προηγείται της διαδικασίας δημιουργίας κράτους» έχει να κάνει με το εάν η έννοια του έθνους κατασκευάζεται από την εθνικιστική ιδεολογία σε «πολιτικό κενό» ή, αντιθέτως, διαπλάθεται στις μήτρες πού έχουν διαμορφωθεί από προϋφιστάμενες πολιτικές πραγματικότητες, με τούς καταναγκασμούς, αλλά και τα σχετικά οφέλη πού κάτι τέτοιο συνεπάγεται για τον εθνικισμό. Οι προσανατολισμοί, ο χαρακτήρας και η αποτελεσματικότητα της εθνικιστικής ιδεολογίας χρωματίζονται αναπόφευκτα από το ιστορικό πολιτικό πλαίσιο στο οποίο αναπτύσσεται - και η τυπολογική διάκριση μεταξύ πρωτογενών και δευτερογενών εθνικισμών μάς δίνει την ευκαιρία να προσέξουμε αυτόν τον παράγοντα.

Σε καμία περίπτωση όμως η διάκριση δεν πρέπει να θεωρηθεί απόλυτη ή μονοσήμαντη. Η σύμπτωση δευτερογενούς και μη κρατικού αναφέρεται στους ευρωπαϊκούς κυρίως εθνικισμούς πού αναπτύσσονται στα ίχνη των πρωτογενών, όπως είναι ο γερμανικός[2] ή ο ιταλικός και οι περισσότεροι εθνικισμοί της ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων.[3] Αρκετοί όμως από τούς μεταγενέστερους (ή δευτερογενείς) εθνικισμούς και ιδίως όσοι αναπτύχθηκαν έκτος Ευρώπης, δεν είχαν απελευθερωτικό ή αποσχιστικό χαρακτήρα, αλλά, αντιθέτως, προσπάθησαν να ιδιοποιηθούν υφιστάμενες ή κληροδοτημένες πολιτικές πραγματικότητες. Πολλοί από τούς εθνικισμούς του 20ου  αιώνα στο λεγόμενο Τρίτο Κόσμο, για παράδειγμα, βρέθηκαν στην ανάγκη να καταστήσουν εθνικό κράτος τις ήδη οριοθετημένες πολιτικές οντότητες της "εθνικής” δικαιοδοσίας τους, πού έγιναν ανεξάρτητες μετά το πέρας της αποικιοκρατίας.[4] Αλλά παρόμοια είναι και η περίπτωση του τουρκικού εθνικισμού, του τελευταίου και μόνου μη αποσχιστικού εθνικισμού των Βαλκανίων, πού είχε να αντιμετωπίσει τη μετατροπή της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (ή, μάλλον, όσου τμήματος της είχε απομείνει) σε εθνικό κράτος.

Το δεύτερο ζήτημα το όποιο τίθεται κατά τη διερεύνηση της ιστορικότητας του εθνικισμού έχει να κάνει με την παγκόσμια εξάπλωση του σε διάστημα μικρότερο των τριών αιώνων. Ορισμένα από τα αίτια της απήχησης της εθνικιστικής ιδεολογίας θα μας απασχολήσουν παρακάτω, δεν μπορώ όμως να μη σημειώσω εδώ πώς η εξάπλωση του φαινομένου δίνει την εικόνα αλυσιδωτής και μη αναστρέψιμης αντίδρασης. Η εμφάνιση και κατίσχυση της εθνικιστικής ιδεολογίας σε ένα συγκεκριμένο σημείο της γης φαίνεται να συνεπιφέρει και τη βαθμιαία επικράτηση της σε ολόκληρη την υφήλιο. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει πώς ή εξάπλωση του φαινομένου ακολούθησε τούς ίδιους πάντοτε ρυθμούς. Ο εθνικισμός αναπτύχθηκε «άνισα», όχι μόνον από ήπειρο σε ήπειρο, αλλά και στο εσωτερικό της ίδιας γεωγραφικής περιοχής, όπως λ.χ. στα Βαλκάνια, όπου τον ελληνικό και το σέρβικο εθνικισμό ακολουθούν οι υπόλοιποι βαλκανικοί εθνικισμοί, με τελευταίο τον τουρκικό, πού εμφανίζεται με καθυστέρηση μισού και πλέον αιώνα.

Οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η άνιση ανάπτυξη έχουν φυσικά να κάνουν με τη συγκεκριμένη συγκυρία πού περιβάλλει την εμφάνιση του εθνικισμού σε κάθε σημείο της γης: το οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο, οι συσχετισμοί των πολιτικών δυνάμεων και η παρουσία ή απουσία ανταγωνιστικών εθνικισμών σίγουρα επηρέασαν τη σχετική επιτάχυνση ή επιβράδυνση της εξάπλωσης του. Αλλά η εντύπωση της αλυσιδωτής επέκτασης δεν διαλύεται από το γεγονός της άνισης ανάπτυξης. Από τη στιγμή της πρώτης του εμφάνισης στη δυτική Ευρώπη, ο εθνικισμός έχει ασκήσει ισχυρή έλξη, όπως αποδεικνύεται από την εν τέλει ραγδαία διάχυση των εθνικιστικών ιδεών σε παγκόσμια κλίμακα. Η επιτυχία των πρωτογενών εθνικισμών και η αίγλη των πρώτων εθνικών κρατών αποτέλεσαν, για όλους τούς επερχόμενους εθνικισμούς, παραδείγματα προς μίμηση, πρότυπα, μοντέλα - πηγές έμπνευσης και δανεισμού αρχών, οραμάτων και επαγγελιών.

Η παγκοσμιότητα του φαινομένου δεν συνεπάγεται βεβαίως την ομοιομορφία του. Οι απανταχού της γης εθνικισμοί διαφέρουν πολύ μεταξύ τους σε χρονική εκδήλωση, ρυθμό ανάπτυξης, εσωτερική συγκρότηση, κοινωνικό έρεισμα, προσανατολισμό και αξιοπιστία. Παρ’ όλα αυτά όμως δεν παύουν να αποτελούν ομόλογες εκδηλώσεις του ίδιου φαινομένου: μιας ιδεολογίας πού κινείται πάντοτε γύρω από τις ίδιες σταθερές, τα ίδια βασικά άρθρα πίστης και τα ίδια κυρίαρχα κελεύσματα, […]

Παντελής Ε. Λέκκας, Η εθνικιστική ιδεολογία

(ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΕΛΕΤΗΣ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ – ΜΝΗΜΩΝ, 1992, σελ. 79-84)






[1] Με σαφώς υβριστική σημασία, στο αντεπαναστατικό μανιφέστο του Γάλλου ιερέα Augustin Barruel, Mimoircspour servir a l’ histoire du Jacobinisme …
[2] «Καταρχήν, το κράτος στη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία προηγήθηκε του Έθνους και το δημιούργησε. Το γερμανικό Έθνος προηγήθηκε του σύγχρονου γερμανικού κράτους και συνέβαλε στη δημιουργία του».
[3] «Στο δυτικό κόσμο, στην Αγγλία και τη Γαλλία, στην Ολλανδία και την Ελβετία, στις Ηνωμένες Πολιτείες και τις βρετανικές κτήσεις, η άνοδος του εθνικισμού ήταν κατεξοχήν πολιτικό γεγονός. Ακολούθησε το σχηματισμό του μελλοντικού εθνικού κράτους ή ... συνέπεσε με αυτό. Εκτός του δυτικού κόσμου, στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη και στην Ασία ο εθνικισμός εμφανίστηκε μόνον αργότερα, αλλά και ... αναπτύχθηκε σε αντίδραση και αντίθεση προς τους υπάρχοντες κρατικούς σχηματισμούς...». Η. Kohn, The Idea of Nationalism.
[4] Βλ. E. J. Hobsbawm, Nations and Nationalism...,

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Πολιτική ισότητα και δημοκρατία

Η δημοκρατία είναι άλλος ένας τομέας, στον οποίο ζητούμενο είναι η ισότητα. Η δημοκρατία έχει γνωρίσει μεγάλη αναγνώριση ως μέθοδος που προσφέρει σε όλους τους πολίτες μερίδιο στις πολιτικές αποφάσεις. Η λέξη «δημοκρατία» ωστόσο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Ξεχωρίζουν δύο απόψεις για τη δημοκρατία, που έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους.

Η πρώτη δίνει έμφαση στην αναγκαιότητα της συμμετοχής των μελών του πληθυσμού στη διακυβέρνηση του κράτους, συνήθως μέσω της ψήφου. Η δεύτερη ρίχνει το βάρος στην ανάγκη να αντικατοπτρίζει η δημοκρατική εξουσία τα πραγματικά συμφέροντα του λαού, ακόμα κι αν ο ίδιος ο λαός αγνοεί το πραγματικό συμφέρον του. Εδώ θα σταθούμε στον πρώτο τύπο δημοκρατίας.

Στην αρχαία Ελλάδα δημοκρατία σήμαινε τη διακυβέρνηση μιας πόλης-κράτους από το λαό, αντί από τους ολίγους (ολιγαρχία) ή από ένα μόνον άνθρωπο (μοναρχία). Η αρχαία Αθήνα συνήθως θεωρείται ως πρότυπο της δημοκρατίας, παρ' όλο που θα ήταν σφάλμα να θεωρήσουμε ότι η διοίκηση βρισκόταν στα χέρια του λαού ως σύνολο, μιας και οι γυναίκες, οι σκλάβοι και άλλοι μη-πολίτες που κατοικούσαν στην πόλη-κράτος δεν είχαν το δικαίωμα της συμμετοχής σ' αυτήν. Κανένα δημοκρατικό κράτος δεν επιτρέπει σε όλους όσοι ζουν κάτω από την εξουσία του να ψηφίζουν. Στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνει πολλούς ανθρώπους που δεν είναι σε θέση να συνειδητοποιήσουν τι κάνουν, όπως τα μικρά παιδιά και τους πάσχοντες από σοβαρές διανοητικές ασθένειες. Μια πολιτεία, ωστόσο, που απαγορεύει σ' ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της τη συμμετοχή στα κοινά δεν έχει σήμερα το δικαίωμα να ονομάζεται δημοκρατία.

Άμεση δημοκρατία

Τα πρώτα δημοκρατικά κράτη ήταν άμεσες δημοκρατίες. Όσοι δηλαδή είχαν δικαίωμα ψήφου συζητούσαν και ψήφιζαν για το κάθε θέμα, αντί να εκλέγουν αντιπροσώπους. Άμεση δημοκρατία μπορεί να υπάρξει μόνον όταν συμμετέχει σ' αυτήν μικρός αριθμός ανθρώπων ή όταν οι αποφάσεις που λαμβάνονται είναι λίγες. Οι πρακτικές δυσκολίες που δημιουργούνται για να ψηφίσει μεγάλος αριθμός ανθρώπων πάνω σε μια πληθώρα θεμάτων είναι τεράστιες, παρ' όλο που είναι πιθανό η ηλεκτρονική επικοινωνία να επιτρέψει στο μέλλον κάτι τέτοιο. Ακόμα όμως κι αν επιτευχθεί αυτό, οι ψηφοφόροι θα πρέπει να έχουν εμπεριστατωμένη αντίληψη των θεμάτων για τα οποία ψηφίζουν, πράγμα που θ' απαιτούσε χρόνο κι ένα πρόγραμμα πολιτικής διαπαιδαγώγησης. Θα ήταν μάλλον υπερβολικό να περιμένει κανείς απ' όλους τους πολίτες να είναι ενήμεροι για τα σχετικά θέματα. Οι σημερινές δημοκρατίες είναι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες.

Αντιπροσωπευτική δημοκρατία

Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία γίνονται εκλογές με τις οποίες οι ψηφοφόροι εκλέγουν τους αντιπροσώπους που προτιμούν. Αυτοί οι αντιπρόσωποι κατόπιν λαμβάνουν μέρος στην καθημερινή διαδικασία της λήψης αποφάσεων, που μπορεί επίσης να είναι οργανωμένη με βάση κάποιες δημοκρατικές αρχές. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για τη διεξαγωγή των εκλογών και μερικοί απαιτούν την ύπαρξη πλειοψηφίας. Άλλοι, όπως αυτός που χρησιμοποιείται στη Βρετανία, λειτουργούν μ' ένα σύστημα σχετικής πλειοψηφίας που επιτρέπει στους υποψήφιους να εκλεγούν, ακόμα και χωρίς να τους ψηφίσει η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, με την προϋπόθεση ότι κανείς άλλος δεν έχει πάρει περισσότερες ψήφους.

Στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες η διακυβέρνηση γίνεται κατά κάποιο τρόπο από το λαό, όχι όμως για όλα τα θέματα. Η διακυβέρνηση γίνεται από το λαό μέχρι του σημείου ότι οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι έχουν ψηφιστεί από το λαό. Από τη στιγμή όμως που εκλέγονται, οι αντιπρόσωποι συνήθως δεν δεσμεύονται για τις αποφάσεις τους πάνω στα συγκεκριμένα θέματα. Ασφαλιστική δικλείδα απέναντι στην κατάχρηση εξουσίας αποτελεί η συχνή επανάληψη των εκλογών. Οι αντιπρόσωποι εκείvoι που δεν σέβονται τις επιθυμίες του εκλογικού σώματος δεν έχουν πολλές πιθανότητες να επανεκλεγούν.

Κριτική της δημοκρατίας

Ψευδαίσθηση

Μερικοί θεωρητικοί, ιδιαίτερα όσοι επηρεάστηκαν από τον Καρλ Μαρξ (1818-1883), επικρίνουν τις μορφές της δημοκρατίας που περιέγραψα περιληπτικά παραπάνω με την κατηγορία ότι παρέχουν απλώς την ψευδαίσθηση της συμμετοχής στις πολιτικές αποφάσεις. Ισχυρίζονται ότι οι διαδικασίες εκλογής δεν εγγυώνται τη διακυβέρνηση από το λαό. Ορισμένοι ψηφοφόροι μπορεί να μην αντιλαμβάνονται ποιον έχουν συμφέρον να υποστηρίξουν ή να εξαπατηθούν από ικανούς ρήτορες. Κι εκτός αυτού, το φάσμα των υποψηφίων που εμφανίζεται στις περισσότερες εκλογές δεν προσφέρει πραγματική επιλογή στους ψηφοφόρους. Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί επαινείται τόσο αυτή η δημοκρατία, όταν τελικά καταλήγει στην επιλογή ανάμεσα σε δύο ή τρεις υποψηφίους που ακολουθούν ταυτόσημες στην κυριολεξία πολιτικές.

Αυτή, ισχυρίζονται οι μαρξιστές, είναι μια «δημοκρατία της αστικής τάξης» που απλώς αντικατοπτρίζει τις υπάρχουσες σχέσεις εξουσίας, που είναι κι αυτές αποτέλεσμα των οικονομικών σχέσεων. Μέχρις ότου γίνει αναδιάταξη των σχέσεων εξουσίας, το να δίνεται στο λαό η δυνατότητα της ψήφου είναι απλώς χάσιμο χρόνου.

Οι ψηφοφόροι δεν είναι ειδικοί

Άλλοι επικριτές της δημοκρατίας, ειδικότερα ο Πλάτωνας, τονίζουν ότι η λήψη ορθών πολιτικών αποφάσεων απαιτεί μεγάλο βαθμό εξειδικευμένης γνώσης, μιας γνώσης που πολλοί ψηφοφόροι δεν έχουν. Από την άμεση δημοκρατία επομένως είναι πολύ πιθανό να προκύψει ένα πολύ κακό πολιτικό σύστημα, μιας και το κράτος βρίσκεται στα χέρια ανθρώπων με ελάχιστες ικανότητες και γνώσεις σχετικά μ' αυτό που κάνουν.

Ένα παρόμοιο επιχείρημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Πολλοί ψηφοφόροι δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν την καταλληλότητα κάποιου συγκεκριμένου υποψηφίου. Αφού δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν τα πολιτικά προγράμματα, επιλέγουν τους αντιπροσώπους τους με βάση κάποιες άσχετες ιδιότητες, όπως την εξωτερική τους εμφάνιση ή το ωραίο χαμόγελο. Η ψήφος τους επίσης μπορεί να καθορίζεται από αβασάνιστες προκαταλήψεις για τα πολιτικά κόμματα. Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλοί αντιπρόσωποι με εξαιρετικές ικανότητες δεν εκλέγονται, ενώ εκλέγονται πολλοί άλλοι ακατάλληλοι με βάση κάποιες άσχετες με την πολιτική ικανότητες που τυχαίνει να διαθέτουν.

Αυτό το επιχείρημα ωστόσο μπορεί να αντιστραφεί και να χρησιμοποιηθεί για να ισχυροποιηθεί η άποψη ότι οι πολίτες πρέπει να εκπαιδεύονται ώστε να συμμετέχουν στη δημοκρατία, και όχι ότι η δημοκρατία, πρέπει να εγκαταλειφθεί εντελώς ως πολίτευμα. Ακόμα και στην περίπτωση που αυτό δεν είναι δυνατό, μπορεί η αντιπροσωπευτική δημοκρατία να είναι το μοναδικό πολίτευμα, συγκριτικά με τις διαθέσιμες εναλλακτικές λύσεις, που έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να προάγει τα συμφέροντα του λαού.

Η αντίφαση της δημοκρατίας

Μπορεί να πιστεύω ότι η θανατική ποινή είναι βαρβαρότητα και ότι δεν θα έπρεπε ποτέ να εφαρμόζεται στα πολιτισμένα κράτη. Αν γίνει δημοψήφισμα πάνω στο θέμα και ψηφίσω εναντίον της θανατικής ποινής, η πλειοψηφία όμως αποφασίσει ότι θα πρέπει να θεσμοθετηθεί, τότε βρίσκομαι αντιμέτωπος με μιαν αντίφαση. Ως άνθρωπος με βαθιά πίστη στις δημοκρατικές αρχές, πιστεύω ότι η απόφαση της πλειοψηφίας πρέπει να εφαρμόζεται. Ως άτομο με την ισχυρή πεποίθηση ότι η θανατική ποινή είναι απαράδεκτη, πιστεύω ακράδαντα ότι η θανατική ποινή δεν θα έπρεπε να επιτρέπεται ποτέ. Σ' αυτή την περίπτωση λοιπόν φαίνεται να πιστεύω και ότι η θανατική ποινή θα πρέπει να εφαρμόζεται (ως αποτέλεσμα της απόφασης της πλειοψηφίας) και ότι δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται (εξαιτίας των προσωπικών μου πεποιθήσεων). Αυτές οι δυο πεποιθήσεις όμως είναι ασυμβίβαστες. Όλοι οι υποστηρικτές των δημοκρατικών αρχών είναι πιθανό να έχουν αντιμετωπίσει ανάλογες αντιφάσεις, όταν τυχαίνει ν' ανήκουν στη μειοψηφία.

Αυτό δεν υπονομεύει εντελώς την έννοια της δημοκρατίας, αποτελεί όμως ένα παράδειγμα της σοβαρής πιθανότητας να υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στην προσωπική συνείδηση και στην απόφαση της πλειοψηφίας, ... Όλοι όσοι τάσσονται υπέρ των δημοκρατικών αρχών θα πρέπει να πάρουν μια απόφαση για το ειδικό βάρος που δίνουν στα ατομικά τους πιστεύω και στις συλλογικές αποφάσεις. Θα πρέπει επίσης να προσδιορίσουν επακριβώς τι σημαίνει «τάσσομαι υπέρ των δημοκρατικών αρχών».


(Εκδόσεις Περίπλους, 1999, σελ. 117-122)