Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

Το ηθικό πρόβλημα στον Πλάτωνα

Ο πολυτιμότερος [διάλογος] απ’ όλους, η Πολιτεία, είναι μια πλήρης πραγματεία –όλος ο Πλάτωνας συγκεντρωμένος σε ένα βιβλίο. Εδώ θα βρούμε τη μεταφυσική του, τη θεολογία του, την ηθική του, την ψυχολογία του, την παιδαγωγική του, την πολιτική του, τη θεωρία για την τέχνη. Εδώ θα συναντήσουμε θέματα που μοιάζουν σύγχρονα: κοινοτισμός και σοσιαλισμός, φεμινισμός, έλεγχος γεννήσεων και ευγονική, νιτσεϊκής φύσεως προβλήματα που έχουν να κάνουν με την ηθική και τη διακυβέρνηση των αρίστων, ρουσοϊκής φύσεως προβληματική περί επιστροφής στη φύση και ελευθεριακής παιδείας, η μπερξονική élan vital και η φροϋδική ψυχανάλυση – τα πάντα είναι εδώ. Είναι ένα συμπόσιο για την ελίτ, σερβιρισμένο από ένα γενναιόδωρο οικοδεσπότη. «Ο Πλάτωνας είναι η φιλοσοφία, και η φιλοσοφία είναι ο Πλάτωνας» λέει ο Έμερσον, και επαναλαμβάνει για την Πολιτεία τη φράση του Ομάρ για το Κοράνι: «Κάψτε τις βιβλιοθήκες, γιατί ό,τι αξίζει απ’ αυτές βρίσκεται σε αυτό το βιβλίο».

Ας μελετήσουμε λοιπόν, την Πολιτεία.

Το ηθικό πρόβλημα

Η συζήτηση γίνεται στο σπίτι του Κέφαλου, ενός πλούσιου αριστοκράτη. Παρόντες είναι, μεταξύ άλλων, ο Γλαύκωνας, και ο Αδείμαντος, αδελφοί του Πλάτωνα, καθώς και ο Θρασύμαχος, ένας απότομος και ευέξαπτος σοφιστής. Ο Σωκράτης, που λειτουργεί ως «φερέφωνο» του Πλάτωνα στον διάλογο, ρωτώντας στον Κέφαλο:

«Ποιο θεωρείς το πιο σημαντικό αγαθό που σου έχει παράσχει η μεγάλη σου περιουσία;».

Ο Κέφαλος απαντά ότι ο πλούτος είναι ευλογία γι’ αυτόν κυρίως επειδή του επιτρέπει να είναι γενναιόδωρος, έντιμος και δίκαιος. Ο Σωκράτης, με τον πονηρό τρόπο του, τον ρωτά τι ακριβώς εννοεί με τη λέξη δίκαιος – και εκεί αφήνει ελεύθερα τα σκυλιά του φιλοσοφικού πολέμου. Γιατί δεν υπάρχει πιο δύσκολο πράγμα, πιο αυστηρή δοκιμασία και εξουθενωτική άσκηση της διανοητικής σαφήνειας και δεξιότητας από τον ορισμό. Ο Σωκράτης δεν δυσκολεύεται καθόλου να καταρρίψει τον ένα μετά τον άλλο τους ορισμούς που του δίνουν. Μέχρι που, τελικά, ο Θρασύμαχος, λιγότερο υπομονετικός από τους άλλους, ξεσπά «σαν θηρίο»:

«Τι φλυαρία είναι αυτή στην οποία αναλίσκεστε τόση ώρα, Σωκράτη; Και τι ανοησία όλες αυτές οι υποχωρήσεις που κάνετε ο ένας στον άλλο! Αν θέλεις αληθινά να μάθεις τι είναι το δίκαιο, μη ρωτάς μόνο, ούτε να προσπαθείς να ανασκευάσεις την απάντηση που σου δίνουν, αφού ξέρεις ότι είναι ευκολότερο να ρωτάς παρά να απαντάς… αλλά απάντησε κι εσύ και πες τι πιστεύεις ότι είναι το δίκαιο» (336).

Ο Σωκράτης δεν τον φοβάται. Συνεχίζει να ρωτά αντί να απαντά. Και μετά από μερικούς διαξιφισμούς, προκαλεί τον ασύνετο Θρασύμαχο να δώσει έναν ορισμό:

«Άκου λοιπόν» λέει ο θυμωμένος σοφιστής. «Εγώ θεωρώ ότι το δίκαιο δεν είναι τίποτε άλλο από το συμφέρον του ισχυρότερου… Κάθε εξουσία θεσπίζει τους νόμους σύμφωνα με το δικό της συμφέρον, η δημοκρατία τους κάνει δημοκρατικούς, η τυραννίδα τυραννικούς… Και θεσπίζοντας έτσι τους νόμους δηλώνουν ότι δίκαιο για  τους υπηκόους τους είναι το συμφέρον των αρχόντων, και όποιον αποκλίνει από αυτό τον νόμο τον τιμωρούν ως παράνομο και άδικο. [Πάρε] την πιο μεγάλη μορφή αδικίας… Είναι το τυραννικό πολίτευμα, που κρυφά και με την βία παίρνει ό, τι ανήκει στους άλλους, τόσο τα ιερά και όσια όσο και τα ιδιωτικά και τα δημόσια, όχι λίγο λίγο αλλά όλα μαζί… Όμως αν εκτός από την περιουσία των πολιτών απαγάγει κάποιος και υποδουλώσει τους ίδιους τους πολίτες, τότε αντί γι’ αυτά τα προσβλητικά ονόματα χαρακτηρίζεται ευδαίμων και μακάριος… Γιατί αυτοί που στηλιτεύουν την αδικία δεν το κάνουν από τον φόβο μήπως αδικήσουν αλλά από το φόβο μήπως αδικηθούν» (338-344).

Αυτό, φυσικά, είναι το δόγμα που στην εποχή μας, λίγο πολύ δικαιολογημένα, το έχουμε συνδέσει με τον Νίτσε. «Πραγματικά, γέλασα πολλές φορές με τα ανθρωπάκια που θεωρούσαν ότι οι ίδιοι ήταν καλοί επειδή ήταν κουτσοί»· […] Όμως, σε όλη την ιστορία της φιλοσοφίας, εκεί που διατυπώνεται αυτό το δόγμα καλύτερα είναι ίσως σε έναν άλλο διάλογο του Πλάτωνα, τον Γοργία (482 κ.ε.), όπου ο σοφιστής Καλλικλής καταδικάζει την ηθική ως επινόηση των αδυνάτων για να εξουδετερώσουν τη δύναμη των ισχυρών.

«Για τους ίδιους και για να υπηρετήσουν το συμφέρον τους φτιάχνουν [οι αδύνατοι] τους νόμους και απονέμουν τους επαίνους και τις επικρίσεις. Και για να τρομοκρατήσουν τους ισχυρότερους, που έχοντας τη δυνατότητα να αποκτήσουν περισσότερα, ώστε να μην υπερισχύσουν έναντι των ιδίων, τους λένε ότι το να έχουν περισσότερα από τους άλλους είναι αισχρό και άδικο, και ότι η αδικία είναι αυτή ακριβώς η προσπάθεια να έχεις περισσότερα σε σχέση με τους άλλους, ενώ οι ίδιοι είναι ικανοποιημένοι με την ισότητα όντας τόσο κατώτεροι… Αλλά πιστεύω πως όταν εμφανίζεται ένας άνθρωπος που από τη φύση του έχει αρκετή δύναμη (εδώ κάνει την εμφάνισή ο Υπεράνθρωπος), αποτινάζει όλα αυτά που του έχουμε μάθει, σπάει τα δεσμά του και ελευθερώνεται. Ποδοπατεί τους κώδικες και τα τεχνάσματα μας, τα ξόρκια μας και τους «νόμους» μας, που είναι όλοι ενάντιοι στη φύση… Αυτός που θέλει να ζήσει σωστά πρέπει να αφήνει τις επιθυμίες του να γίνουν όσο το δυνατόν πιο ισχυρές και να μην τις συγκρατεί, πρέπει επίσης να μπορεί να τις διαχειρίζεται όταν βρίσκονται στην κορύφωσή τους με την ανδρεία και τη φρόνηση που διαθέτει, και να ικανοποιεί κάθε επιθυμία με τη σειρά. Όμως αυτό νομίζω ότι δεν είναι δυνατόν για τους πολλούς, και έτσι καταλήγουν να ψέγουν ετούτους τους ανθρώπους από ντροπή, για να κρύψουν τη δική τους αδυναμία, λέγοντας μας ότι η ακολασία είναι επονείδιστη, και με αυτό τον τρόπο υποδουλώνουν εκείνους που είναι ευγενέστεροι ως προς τη φύση τους. Και επειδή δεν μπορούν οι να ικανοποιήσουν την επιθυμία τους, επαινούν την εγκράτεια και τη δικαιοσύνη, λόγω της δικής τους ανανδρίας».

Αυτή η δικαιοσύνη είναι ένας ηθικός νόμος όχι για άντρες αλλά για ανδράποδα (ουδέ γαρ ανδρός… αλλ’ ανδραπόδω τινός), μια ηθική αρχή για δούλους όχι για ήρωες. Οι πραγματικές αρετές του ανθρώπου είναι η ανδρεία και η φρόνηση.[1]

Ίσως αυτός ο σκληρός «ανηθικισμός» να αντικατοπτρίζει την ανάπτυξη της ιμπεριαλιστικής εξωτερικής πολιτικής της Αθήνας, και την χωρίς οίκτο αντιμετώπιση των πιο αδύναμων πόλεων. «Η ηγεμονία σας» διακηρύττει ο Περικλής στη δημηγορία που βάζει στο στόμα του ο Θουκυδίδης «βασίζεται στη δική σας δύναμη και όχι στην καλή θέληση των υποτελών σας». Ο ίδιος επίσης ιστορικός αναφέρεται στους αθηναίους αποσταλμένους που εξαναγκάζουν τη Μήλο να συνταχθεί με την Αθήνα στον πόλεμο κατά της Σπάρτης: «Γνωρίζεται, όπως κι εμείς, ότι το δίκαιο κατά την κρίση των ανθρώπων νοείται μόνο ανάμεσα σε ισοδύναμους. Οι ισχυροί κάνουν ότι τους επιτρέπει η δύναμή τους, και οι αδύναμοι υποφέρουν ότι πρέπει» (Ιστορίαι, 5, 105). Εδώ έχουμε να κάνουμε με το θεμελιώδες πρόβλημα της ηθικής συμπεριφοράς. Τι είναι δικαιοσύνη; Πρέπει να επιδιώκουμε το δίκαιο ή την απόκτηση δύναμης; Είναι προτιμότερο να είσαι καλός ή να είσαι ισχυρός;

Πως αντιμετωπίζει ο Σωκράτης –δηλαδή, ο Πλάτωνας- την προκλητική αυτή θεωρία; Στην αρχή δεν ασχολείται καθόλου. Επισημαίνει ότι η δικαιοσύνη είναι μια σχέση ανάμεσα σε άτομα, που εξαρτάται από την κοινωνική οργάνωση. Και ότι, κατά συνέπεια, μπορεί να μελετηθεί καλύτερα ως μέρος της δομής μιας κοινότητας παρά ως ένα χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς κάποιου. Αν, λέει, μπορούμε να φανταστούμε μια δίκαιη πολιτεία, θα είναι δυνατό να περιγράψουμε καλύτερα ένα δίκαιο άτομο. Ο Πλάτωνας δικαιολογεί αυτή την παρέκβαση με το σκεπτικό πως, όταν ελέγχουμε την όραση κάποιου, τον βάζουμε πρώτα να διαβάσει μεγάλα γράμματα και μετά μικρότερα. Έτσι, υποστηρίζει, είναι πιο εύκολο να αναλύσουμε τη δικαιοσύνη στη μεγάλη κλίμακα της κοινωνίας παρά στη μικρή κλίμακα της ατομικής συμπεριφοράς.

Όμως εδώ δεν πρέπει να ξεγελαστούμε. Στην πραγματικότητα, ο Δάσκαλος συρράπτει δύο διαφορετικά βιβλία, και χρησιμοποιεί το επιχείρημα για τη ραφή. Θέλει να πραγματευτεί όχι μόνο το πρόβλημα της προσωπικής ηθικής, αλλά και εκείνα της κοινωνικής και πολιτικής ανασυγκρότησης. Έχει μια ουτοπία κρυμμένη στο μανίκι του, και είναι αποφασισμένος να την παρουσιάσει. Θα του το συγχωρήσουμε ευχαρίστως, γιατί αυτή η παρέκβαση αποτελεί τον πυρήνα και συνοψίζει όλη την αξία του βιβλίου του.

Will Durant, Η περιπέτεια της Φιλοσοφίας 

(Μεταίχμιο, 2014, σελ. 20-23)







[1] Γοργίας, 491 Βλ. και τον ορισμό που δίνει ο Μακιαβέλι για τη virtu, ως ευφυΐα συν δύναμη.

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

Γενικά χαρακτηριστικά των μαζών

Με τη συνήθη έννοια, η λέξη μάζα συμβολίζει μια συγκέντρωση οποιωνδήποτε ατόμων, όποια και αν είναι η εθνικότητά τους, το επάγγελμά τους ή το φύλο τους, όποιες και αν είναι επίσης οι συγκυρίες που τα ενώνουν.

Από την άποψη της ψυχολογίας, η έκφραση μάζα παίρνει μια εντελώς διαφορετική σημασία. Μέσα σε κάποιες δεδομένες συνθήκες, και μόνο μέσα σε αυτές τις συνθήκες, μια συσσώρευση ανθρώπων αποκτά καινούργιους χαρακτήρες, πολύ διαφορετικούς από αυτούς του κάθε ατόμου που τη συνθέτει. Η συνειδητή προσωπικότητα εξαφανίζεται, τα αισθήματα και οι ιδέες όλων των μονάδων είναι προσανατολισμένα στην ίδια κατεύθυνση. Διαμορφώνεται μια συλλογική ψυχή, προσωρινή αναμφίβολα, αλλά που εμφανίζει χαρακτήρες πολύ σαφείς. Η συλλογικότητα γίνεται επομένως αυτό που, ελλείψει μιας καλύτερης έκφρασης, θα ονομάσω μια οργανωμένη μάζα, ή, αν προτιμάτε, μια μάζα ψυχολογική. Αποτελεί ένα ενιαίο ον και υπόκειται στο νόμο της διανοητικής ενότητας των μαζών.

Το γεγονός ότι πολλά άτομα βρίσκονται τυχαία δίπλα δίπλα δεν τους δίνει τους χαρακτήρες μιας οργανωμένης μάζας. Χίλια άτομα, συγκεντρωμένα κατά τύχη σε έναν δημόσιο χώρο, δίχως κανένα συγκεκριμένο σκοπό, με κανένα τρόπο δεν συνιστούν μια ψυχολογική μάζα. Για να έχουμε τους ιδιαίτερους χαρακτήρες της, χρειάζεται η επίδραση ορισμένων κινήτρων, των οποίων θα πρέπει να καθορίσουμε τη φύση.

Η εξαφάνιση της συνειδητής προσωπικότητας και ο προσανατολισμός των αισθημάτων και των σκέψεων στην ίδια κατεύθυνση, πρώτα χαρακτηριστικά της μάζας καθώς αρχίζει να οργανώνεται, δεν προϋποθέτουν πάντα την ταυτόχρονη ύπαρξη πολλών ατόμων σε έναν μοναδικό τόπο. Χιλιάδες απομονωμένων ατόμων μπορούν, σε μια δεδομένη στιγμή, κάτω από την επίδραση κάποιων βίαιων συγκινήσεων, ενός μεγάλου εθνικού γεγονότος, για παράδειγμα, να αποκτήσουν τους χαρακτήρες μιας ψυχολογικής μάζας. Κάποιος κίνδυνος που τους ενώνει, θα αρκέσει επομένως ώστε, η συμπεριφορά τους, να λάβει αμέσως τη μορφή που προσιδιάζει στις πράξεις των μαζών. Σε κάποιες ιστορικές στιγμές, μισή ντουζίνα ανθρώπων μπορούν να αποτελέσουν μια ψυχολογική μάζα, τη στιγμή που εκατοντάδες τυχαία συγκεντρωμένων ατόμων δεν μπορούν να τη συστήσουν. Από την άλλη πλευρά, ένας ολόκληρος λαός, χωρίς να υφίσταται ορατή συσπείρωση, ενίοτε μετατρέπεται σε μάζα κάτω από τη σφοδρότητα της μιας ή της άλλης επίδρασης.

Αμέσως μόλις σχηματιστεί η ψυχολογική μάζα, αποκτά προσωρινούς αλλά ορίσιμους γενικούς χαρακτήρες. […]

Το εκπληκτικότερο που παρουσιάζει μια ψυχολογική μάζα είναι το εξής: Όποια και αν είναι τα άτομα που τη συνθέτουν, όσο παρόμοια ή ανόμοια και αν είναι τα είδη της ζωής τους, οι ασχολίες τους, ο χαρακτήρας τους ή οι ικανότητές τους, και μόνο το γεγονός ότι έχουν μετατραπεί σε μάζα, τα προικίζει με ένα είδος συλλογικής ψυχής. Αυτή η ψυχή τα κάνει να αισθάνονται, να σκέπτονται και να πράττουν με έναν τρόπο εντελώς διαφορετικό από αυτόν με τον οποίο αισθανόταν, σκεφτόταν και έπραττε καθένας από αυτούς ξεχωριστά. […]

[…] μέσα στη συνάθροιση που συνιστά μια μάζα, δεν υπάρχει καθόλου άθροισμα και μέσος όρος στοιχείων, αλλά συνδυασμός και δημιουργία καινούργιων χαρακτήρων. […]

Εύκολα διαπιστώνουμε πόσο το άτομο μέσα στη μάζα διαφέρει από το μεμονωμένο άτομο· τις αιτίες όμως μιας τέτοιας διαφοράς είναι λιγότερο εύκολο να τις ανακαλύψουμε. Για να καταφέρουμε να τις διαβλέψουμε, πρέπει να θυμηθούμε κατ' αρχάς αυτή την παρατήρηση της σύγχρονης ψυχολογίας: ότι δεν είναι μόνο στην οργανική ζωή, αλλά ακόμα και στη λειτουργία του νου, που τα ασυνείδητα φαινόμενα παίζουν έναν πρωταρχικό ρόλο. Η συνειδητή ζωή του πνεύματος δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα πολύ μικρό μέρος δίπλα στην ασυνείδητη ζωή του. Ο πιο οξυδερκής αναλυτής, ο πιο διεισδυτικός παρατηρητής δεν καταφέρνει να ανακαλύψει παρά έναν πολύ μικρό αριθμό των ασυνείδητων κινήτρων που την κατευθύνουν. Οι συνειδητές μας πράξεις απορρέουν από ένα ασυνείδητο υπόστρωμα, που διαμορφώνεται κυρίως από κληρονομικές επιδράσεις. Αυτό το υπόστρωμα περικλείει τα αναρίθμητα προγονικά κατάλοιπα που συνιστούν την ψυχή της φυλής. Πίσω από τις αναγνωρισμένες αιτίες των πράξεών μας, βρίσκονται μυστικές αιτίες που τις αγνοούμε. Οι περισσότερες από τις καθημερινές μας πράξεις είναι το αποτέλεσμα κρυμμένων κινήτρων που μας διαφεύγουν. Είναι, κυρίως, ως προς τα ασυνείδητα στοιχεία που συνθέτουν την ψυχή μιας φυλής, που μοιάζουν μεταξύ τους όλα τα άτομα αυτής της φυλής. Είναι ως προς τα συνειδητά στοιχεία, καρπούς της αγωγής αλλά κυρίως μιας ιδιαίτερης κληρονομικότητας, που διαφέρουν. Οι περισσότερο ανόμοιοι ως προς την πνευματικότητα τους άνθρωποι έχουν ένστικτα, πάθη, αισθήματα ενίοτε ταυτόσημα. Σε όλα όσα έχουν να κάνουν με το συναίσθημα: θρησκεία, πολιτική, ηθική, πάθη, αντιπάθειες κ.λπ., οι πιο έξοχοι άνθρωποι δεν υπερβαίνουν, παρά πολύ σπάνια, το επίπεδο των συνηθισμένων ατόμων. […]

Γκυστάβ Λε Μπον
Όμως αυτές οι γενικές ιδιότητες του χαραχτήρα, καθώς διέπονται από το ασυνείδητο και τις διαθέτουν σχεδόν στον ίδιο βαθμό τα περισσότερα από τα κανονικά άτομα μιας φυλής, είναι ακριβώς αυτές που, μέσα στις μάζες, βρίσκονται συσσωρευμένες. Μέσα στη συλλογική ψυχή τα πνευματικά χαρίσματα των ανθρώπων, και συνεπώς η ατομικότητά τους, παραμερίζονται. Το ετερογενές πνίγεται μέσα στο ομογενές, και οι ασυνείδητες ιδιότητες κυριαρχούν.

Αυτή η συσσώρευση των κοινότυπων ιδιοτήτων μάς εξηγεί γιατί οι μάζες δεν θα μπορούν να επιτελέσουν πράξεις που απαιτούν ένα υψηλό πνεύμα. Οι αποφάσεις γενικού ενδιαφέροντος, που λαμβάνονται από μια συνέλευση επιφανών ανθρώπων, αλλά με διαφορετικές ειδικότητες, δεν είναι υπερβολικά ανώτερες από τις αποφάσεις που θα έπαιρνε ένα συνέδριο ηλιθίων. Μπορούν μονάχα να συγκεντρώσουν πράγματι αυτές τις μέτριες ιδιότητες που διαθέτει όλος ο κόσμος. Οι μάζες συσσωρεύουν όχι το πνεύμα αλλά τη μετριότητα.

[…] Όμως, αν τα άτομα μέσα στη μάζα περιορίζονταν να συγχωνεύουν τις συνηθισμένες τους ιδιότητες, θα υπήρχε απλώς μέσος όρος, και όχι, όπως το έχουμε πει, δημιουργία καινούργιων χαρακτήρων. Με ποιο τρόπο εγκαθίστανται αυτοί οι χαρακτήρες; θα το εξετάσουμε τώρα.

Διάφορες αιτίες καθορίζουν την εμφάνιση των χαρακτήρων που προσιδιάζουν στις μάζες. Η πρώτη είναι ότι το άτομο ως μάζα αποκτά, από μόνο το δεδομένο του πλήθους, ένα αίσθημα ισχύος ακαταμάχητο, που του επιτρέπει να ενδίδει σε ένστικτα τα οποία, μόνο του, θα είχε κατ' ανάγκη χαλιναγωγήσει.[1] Τόσο περισσότερο πρόθυμα θα ενδίδει σε αυτά που, καθώς η μάζα είναι ανώνυμη, και κατά συνέπεια ανεύθυνη, το αίσθημα της υπευθυνότητας, που συγκρατεί πάντα τα άτομα, θα εξαφανιστεί τελείως.

Μια δεύτερη αιτία, η διανοητική μεταδοτικότητα, υπεισέρχεται ομοίως για να καθορίσει μέσα στις μάζες την εκδήλωση ιδιαίτερων χαρακτήρων και, ταυτόχρονα, τον προσανατολισμό τους. Η μεταδοτικότητα είναι ένα φαινόμενο που το διαπιστώνουμε εύκολα, αλλά δεν έχει ακόμα ερμηνευθεί, και το οποίο πρέπει να το συνδέσουμε με τα φαινόμενα της τάξης του υπνωτισμού που θα τα μελετήσουμε σε λίγο. Μέσα σε μια μάζα, κάθε συναίσθημα, κάθε πράξη είναι μεταδοτική, και μεταδοτική σε τέτοιο βαθμό που το άτομο θυσιάζει πολύ εύκολα το προσωπικό του συμφέρον στο συλλογικό συμφέρον. Εδώ υφίσταται μια δεξιότητα ενάντια στη φύση του, και για την οποία ο άνθρωπος δεν γίνεται καθόλου ικανός, παρά μόνο στο βαθμό που αποτελεί μέρος μιας μάζας.

Μια τρίτη αιτία, και εν πολλοίς η περισσότερο σημαντική, καθορίζει στα άτομα της μάζας ιδιαίτερους χαρακτήρες, ενίοτε πολύ αντίθετους με αυτούς του μεμονωμένου ατόμου. […] Για να καταλάβουμε αυτό το φαινόμενο, πρέπει να έχουμε κατά νου ορισμένες πρόσφατες ανακαλύψεις της ψυχολογίας. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ένα άτομο μπορεί να βρεθεί σε μια κατάσταση τέτοια που, έχοντας χάσει τη συνειδητή προσωπικότητά του, υπακούει σε όλες τις υποβολές του πειραματιστή που τον έκανε να τη χάσει, και κάνει τα πράγματα τα περισσότερο αντίθετα στο χαρακτήρα του και στις συνήθειές του. Έτσι, προσεκτικές παρατηρήσεις φαίνεται να αποδεικνύουν ότι το άτομο που, για κάποιον καιρό, βυθίστηκε στους κόλπους μιας δραστήριας μάζας, πέφτει […] σε μια ιδιαίτερη κατάσταση, που πλησιάζει πολύ την κατάσταση γητείας του υπνωτισμένου μέσα στα χέρια του υπνωτιστή του. Έχοντας παραλύσει η ζωή του εγκεφάλου στο υπνωτισμένο υποκείμενο, αυτό γίνεται ο σκλάβος όλων των ασυνείδητων ενεργειών του, που ο υπνωτιστής κατευθύνει κατά βούληση. Η συνειδητή προσωπικότητα εξαφανίζεται, η βούληση και η κρίση καταργούνται Συναισθήματα και σκέψεις προσανατολίζονται τότε στην καθορισμένη από τον υπνωτιστή κατεύθυνση.

Αυτή περίπου είναι η κατάσταση του ανθρώπου που αποτελεί μέρος μιας μάζας. Δεν έχει πια συνείδηση των πράξεών του. Σε αυτόν, όπως και στον υπνωτισμένο, ενώ ορισμένες ικανότητες είναι κατεστραμμένες, άλλες μπορούν να οδηγηθούν σε έναν μέγιστο βαθμό έντασης. Η επίδραση μιας υποβολής θα τον σπρώξει με μια ακατανίκητη ορμή στην επιτέλεση ορισμένων έργων. Ορμή περισσότερο ακατανίκητη ακόμα μέσα στις μάζες απ' ό,τι στο υπνωτισμένο υποκείμενο, γιατί η υποβολή, όντας η ίδια για όλα τα άτομα, διογκώνεται καθώς γίνεται αμοιβαία. Οι μονάδες μιας μάζας, που θα διέθεταν μια προσωπικότητα αρκετά δυνατή για να αντισταθούν στην υποβολή, υπάρχουν σε μικρό αριθμό και τις παρασύρει το ρεύμα. Το πολύ πολύ να μπορέσουν να επιχειρήσουν έναν αντιπερισπασμό με μια διαφορετική υποβολή. Ένας επιτυχημένος λόγος, μια εικόνα που ανακαλείται στη μνήμη εν καιρώ, έχουν ενίοτε αποτρέψει τις μάζες από τις πιo αιμοσταγείς πράξεις. Άρα, αφανισμός της συνειδητής προσωπικότητας, επικράτηση της ασυνείδητης προσωπικότητας, προσανατολισμός, διαμέσου της υποβολής και της μεταδοτικότητας, των συναισθημάτων και των ιδεών στην ίδια κατεύθυνση, τάση να μεταμορφώσει αμέσως σε πράξη τις υποβεβλημένες ιδέες αυτοί είναι οι κύριοι χαρακτήρες του ατόμου μέσα στη μάζα. Δεν είναι πια ο εαυτός του αλλά ένα αυτόματο, που η βούλησή του έχει γίνει ανίκανη να το οδηγήσει.

Από μόνο το γεγονός ότι αποτελεί μέρος μιας μάζας, ο άνθρωπος κατεβαίνει λοιπόν πολλούς βαθμούς στην κλίμακα του πολιτισμού. Μόνος του θα ήταν ίσως ένα καλλιεργημένο άτομο, μέσα στη μάζα είναι ενστικτώδης, δηλαδή ένας βάρβαρος. Έχει τον παρορμητισμό, την ορμή, την αγριότητα καθώς και τους ενθουσιασμούς και τους ηρωισμούς των πρωτόγονων υπάρξεων. Πλησιάζει σε αυτές, ακόμα, με αυτήν του την ευκολία να εντυπωσιάζεται από τις λέξεις, τις εικόνες, και να οδηγείται σε πράξεις που βλάπτουν τα περισσότερο φανερά του συμφέροντα. Το άτομο μέσα στη μάζα είναι ένας κόκκος άμμου εν μέσω άλλων κόκκων άμμου, που ο άνεμος παίρνει και σηκώνει κατά βούληση. […]

Από τις προηγούμενες παρατηρήσεις συμπεραίνουμε ότι η μάζα είναι πάντα διανοητικά κατώτερη από τον μεμονωμένο άνθρωπο. Όμως, από την άποψη των αισθημάτων και των πράξεων που αυτά τα αισθήματα προκαλούν, αυτή μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να είναι καλύτερη ή χειρότερη. Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίο κανείς την υποβάλλει.

Εδώ βρίσκεται αυτό που έχουν παραγνωρίσει οι συγγραφείς που δεν μελέτησαν τις μάζες παρά από την άποψη της εγκληματικότητας. Εγκληματικές οι μάζες είναι συχνά· σίγουρα, όμως, συχνά επίσης, είναι ηρωικές. Εύκολα τις πείθει κανείς να σκοτωθούν για το θρίαμβο μιας πίστης ή μιας ιδέας, τις ενθουσιάζει για τη δόξα και την τιμή, τις παρασύρει σχεδόν δίχως ψωμί και δίχως όπλα, όπως στις σταυροφορίες, για να ελευθερώσουν από τον άπιστο τον τάφο ενός θεού […]. Ηρωισμοί, προφανώς, λίγο ασυνείδητοι, όμως είναι με τέτοιους ηρωισμούς που δημιουργείται η ιστορία. Αν δεν έπρεπε να καταχωριστούν στο ενεργητικό των λαών παρά οι μεγάλες πράξεις, οι ψυχρά λελογισμένες, τα χρονικά του κόσμου θα κατέγραφαν πολύ λίγες από αυτές.

Γκυστάβ Λε Μπον, Ψυχολογία των μαζών

[Εκδόσεις Ζήτρος, (ΤΟ ΒΗΜΑ) 2010, σελ. 33-40]



[1] Ο Freud και η σχολή του εκτιμούν ότι, η ερμηνεία της συμπεριφοράς των ανθρώπων που βρίσκονται μέσα στη μάζα, ανάγεται στην απελευθέρωση του ασυνειδήτου. Η τελευταία οφείλεται, όπως ήδη το συλλαμβάνει ο Le Βοη, στην εντύπωση της παντοδυναμίας που γεννιέται από το πλήθος των ατόμων που απαρτίζουν μια μάζα. Αυτή η εντύπωση, που ενισχύεται σημαντικά από την ανωνυμία, η οποία δίνει στα άτομα το αίσθημα της ατιμωρησίας και της αχαλίνωτης ελευθερίας, ανατρέπει πραγματικά όλα τα εμπόδια των απαγορεύσεων, και, η συλλογική απελευθέρωση που προκύπτει, καταλήγει σε μια ισχυρή ενοποίηση που «πλουτίζεται» από την αφομοίωση περιθωριακών ατόμων, κατά τα άλλα άσχημα ενσωματωμένων μέσα στην κοινωνία. Τελικά, αυτοί που δεν συμφωνούν ή συμφωνούν αλλά δεν λαμβάνουν μέρος, παραλύουν από το ισχυρό αίσθημα της ενότητας, του «εμείς», που εκπορεύεται από τη μάζα και που θα καθιστούσε επικίνδυνη κάθε αντίθεση. Ερμηνεύεται, επίσης, από μια απελευθέρωση των επιθετικών ενστίκτων (αυτό συμβαίνει στις επαναστάσεις, στα λυντσαρίσματα, στις εκτελέσεις) και των σεξουαλικών ενστίκτων. Ο ρόλος των καθοδηγητών -που είναι γενικά κοινωνικά αδύναμοι και έχουν σχετικά χαμηλό διανοητικό επίπεδο- συνίσταται ακριβώς στο ότι προηγούνται στην εξωτερίκευση των ασυνείδητων ενστίκτων που μοιράζονται τα άτομα που είναι παρόντα. Βλ. Serge AIbouy, Elements de Sociologie et de Psychologie Sociale, Toulouse, Privat, 1976, σελ. 200.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Οι νόμοι της αγοράς του Adam Smith

Οι νόμοι της αγοράς του Adam Smith είναι βασικά απλοί. Μας λένε ότι ένας συγκεκριμένος τρόπος συμπεριφοράς σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο θα επιφέρει απολύτως συγκεκριμένα και προβλεπτά αποτελέσματα. Ειδικότερα, μας δείχνουν πώς το κίνητρο του προσωπικού συμφέροντος μέσα σ' ένα περιβάλλον ατόμων υποκινούμενων από παρόμοια συμφέροντα θα καταλήξει στον ανταγωνισμό. Και επιπλέον, δείχνουν πώς ο ανταγωνισμός θα έχει σαν αποτέλεσμα την παραγωγή εκείνων ακριβώς των αγαθών που επιθυμεί η κοινωνία, και σε τιμές που η κοινωνία είναι διατεθειμένη να πληρώσει. Ας δούμε πως συμβαίνει αυτό.

Κατά πρώτο λόγο, αυτό συμβαίνει διότι το προσωπικό συμφέρον δρα ως κινητήρια δύναμη για να κατευθύνει τους ανθρώπους προς εκείνες τις εργασίες για τις οποίες είναι διατεθειμένη να πληρώσει η κοινωνία. «Δεν περιμένουμε το φαγητό μας να προέλθει από την καλοσύνη του χασάπη, του ζυθοποιού, ή του φούρναρη», λέει ο Smith, «αλλά από μέριμνα για το προσωπικό τους συμφέρον. Απευθυνόμαστε όχι στην ανθρωπιά τους αλλά στη φιλαυτία τους, και ποτέ δεν τους μιλάμε για τις δικές μας ανάγκες, αλλά για τα δικά τους οφέλη».

Όμως το προσωπικό συμφέρον είναι η μισή εικόνα. Αυτό ωθεί τους ανθρώπους σε δράση. Κάτι άλλο ασφαλώς υπάρχει που αποτρέπει τα άπληστα άτομα από το να εκβιάζουν την κοινωνία απαιτώντας υπέρογκα λύτρα: μια κοινωνία που δραστηριοποιείται μόνο από το προσωπικό συμφέρον θα ήταν μια κοινωνία ανηλεών κερδοσκόπων. Ο ρυθμιστής, λοιπόν, είναι ο ανταγωνισμός, η σύγκρουση μεταξύ ιδιοτελών παραγόντων στο πεδίο της αγοράς. Γιατί καθένας που προσπαθεί να επιτύχει το καλύτερο για τον εαυτό του χωρίς να σκέφτεται τις κοινωνικές συνέπειες, αντιμετωπίζει μια ομάδα ατόμων με αντίστοιχα κίνητρα που μοιράζονται ακριβώς την ίδια επιδίωξη. Γι' αυτό, ο καθένας είναι προθυμότατος να επωφεληθεί από την απληστία του γείτονά του. Ο άνθρωπος που επιτρέπει στο προσωπικό του συμφέρον να υπερβεί τα όρια θα ανακαλύψει ότι οι ανταγωνιστές του καραδοκούν να του κλέψουν τη δουλειά. Αν πουλά ακριβά τα προϊόντα του ή αν αρνείται να πληρώσει όσο και οι άλλοι τους εργάτες του, θα βρεθεί χωρίς αγοραστές στη μια περίπτωση και χωρίς εργάτες στην άλλη. Έτσι, όπως και στη Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων, τα εγωιστικά κίνητρα των ανθρώπων μεταλλάσσονται λόγω αλληλεπίδρασης και οδηγούν στο πιο απρόσμενο αποτέλεσμα: την κοινωνική αρμονία. […]

Αλλά οι νόμοι της αγοράς δεν περιορίζονται μόνο στην επιβολή ανταγωνιστικών τιμών για τα προϊόντα. Έχουν επίσης σαν αποτέλεσμα να συμμορφώνονται οι παραγωγοί με τις απαιτήσεις της κοινωνίας ως προς τις ποσότητες των αγαθών που επιθυμεί. Ας υποθέσουμε ότι οι καταναλωτές αποφασίζουν ότι θέλουν περισσότερα γάντια απ' όσα παράγονται και λιγότερα παπούτσια. Το κοινό λοιπόν θα σκοτώνεται για το απόθεμα των γαντιών ενώ η βιομηχανία παπουτσιών θα βαρά μύγες. Το αποτέλεσμα θα είναι ότι οι τιμές των γαντιών θα τείνουν να ανέβουν καθώς οι καταναλωτές θα προσπαθούν να αγοράσουν περισσότερα απ' όσα υπάρχουν διαθέσιμα, ενώ οι τιμές των παπουτσιών θα σημειώσουν πτωτική τάση εφόσον οι καταναλωτές θα προσπερνούν τα υποδηματοπωλεία. Αλλά όσο ανεβαίνουν οι τιμές των γαντιών, θα ανεβαίνουν και τα κέρδη της βιομηχανίας γαντιών. Και καθώς θα πέφτουν οι τιμές των παπουτσιών, θα μειώνονται και τα κέρδη στη βιομηχανία παπουτσιών. Και πάλι το προσωπικό συμφέρον θα επέμβει για να αποκαταστήσει την ισορροπία. Εργάτες θα απολυθούν απ' τον κλάδο της βιομηχανίας παπουτσιών καθώς οι βιομηχανίες παπουτσιών θα μειώσουν την παραγωγή τους και θα μεταπηδήσουν στην παραγωγή γαντιών, η οποία ανθεί. Το αποτέλεσμα είναι προφανές: η παραγωγή γαντιών θα αυξηθεί και η παραγωγή παπουτσιών θα μειωθεί.

Αυτό ακριβώς επιθυμούσε η κοινωνία. Καθώς στην αγορά εμφανίζονται περισσότερα γάντια για να ικανοποιήσουν τη ζήτηση, η τιμή των γαντιών θα επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα. Καθώς παράγονται λιγότερα παπούτσια, το πλεόνασμα παπουτσιών σύντομα θα εξαφανιστεί και οι τιμές τους θα ανέβουν και πάλι σε φυσιολογικά επίπεδα. Μέσω του μηχανισμού της αγοράς, η κοινωνία θα έχει αλλάξει την κατανομή των στοιχείων της παραγωγής έτσι ώστε αυτή να εναρμονιστεί με τις καινούργιες επιθυμίες της. Κι όμως κανείς δεν χρειάστηκε να εκδώσει κάποια εντολή και καμιά εξουσία υπεύθυνη σχεδιασμού δεν επέβαλε πρόγραμμα παραγωγής. Το προσωπικό συμφέρον και ο ανταγωνισμός, δρώντας το ένα εναντίον του άλλου, πέτυχαν τη μετάβαση.

Και ένα τελευταίο επίτευγμα: Όπως ακριβώς η αγορά ρυθμίζει τόσο τις τιμές όσο και τις ποσότητες των αγαθών με επιδιαιτητή τη δημόσια ζήτηση, έτσι καθορίζει και τα εισοδήματα εκείνων που συνεργάζονται για την παραγωγή αυτών των αγαθών. Εάν τα κέρδη σ' έναν τομέα παραγωγής είναι εξαιρετικά υψηλά, θα υπάρξει συρροή από άλλους επιχειρηματίες προς αυτό τον τομέα, ωσότου ο ανταγωνισμός μειώσει τα πλεονάσματα. Αν οι μισθοί είναι πολύ υψηλοί σε ένα είδος εργασίας, θα υπάρξει συρροή ανθρώπων προς την προνομιούχο αυτή απασχόληση, μέχρι που να πληρώνει τους ίδιους μισθούς με αντίστοιχες εργασίες που απαιτούν τον ίδιο βαθμό δεξιότητας και κατάρτισης. Αντιστρόφως, εάν τα κέρδη ή οι μισθοί είναι πολύ χαμηλοί σε κάποιον τομέα της οικονομίας, θα σημειωθεί απομάκρυνση κεφαλαίων και εργατικού δυναμικού, ωσότου η προσφορά να προσαρμοστεί καλύτερα προς τη ζήτηση.

Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται στοιχειώδη. Αλλά αναλογιστείτε τι έκανε ο Adam Smith με το κίνητρο του προσωπικού συμφέροντος και τον ανταγωνισμό στο ρόλο του ρυθμιστή. Πρώτον, εξήγησε πώς συγκρατούνται οι τιμές, ώστε να μην απομακρύνονται αυθαίρετα από το κόστος παραγωγής του προϊόντος. Δεύτερον, εξήγησε πώς μπορεί η κοινωνία να προτρέπει τους παραγωγούς αγαθών να της παρέχουν ό,τι απαιτεί. Τρίτον, κατέδειξε γιατί οι υψηλές τιμές είναι μια αυτοθεραπευόμενη ασθένεια, με το να προκαλούν την αύξηση της παραγωγής στο συγκεκριμένο τομέα. Και, τέλος, εξήγησε γιατί υπάρχει μια γενική ομοιομορφία των εισοδημάτων σε κάθε επίπεδο των μεγάλων παραγωγικών στρωμάτων ενός έθνους: Με λίγα λόγια, βρήκε στο μηχανισμό της αγοράς ένα αυτορυθμιζόμενο σύστημα για τον τακτικό εφοδιασμό της κοινωνίας.

Σημειώστε τη λέξη «αυτορυθμιζόμενο». Το έξοχο συνεπακόλουθο της αγοράς είναι ότι η ίδια είναι και προστάτης του εαυτού της. Εάν η παραγωγή ή οι τιμές ή ορισμένα είδη αμοιβών ξεφύγουν από τα επίπεδα που καθορίζει η κοινωνία, ενεργοποιούνται δυνάμεις που τα επαναφέρουν στη θέση τους. Είναι περίεργο το παράδοξο που προκύπτει κατ' αυτό τον τρόπο: η αγορά, η οποία είναι το αποκορύφωμα της ατομικής οικονομικής ελευθερίας, είναι ταυτόχρονα το πιο σκληρό αφεντικό. Μπορείς να κάνεις έφεση κατά της απόφασης μιας Επιτροπής Σχεδιασμού ή να εξασφαλίσεις μια ειδική ρύθμιση από κάποιον υπουργό. Αλλά δεν υπάρχει προσφυγή, ούτε ειδική ρύθμιση, στις ανώνυμες πιέσεις του μηχανισμού της αγοράς. Άρα η οικονομική ελευθερία είναι πιο απατηλή από ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει στην αγορά. Αλλά αν κάποιος θελήσει να κάνει αυτό που η αγορά αποδοκιμάζει, το τίμημα της ατομικής ελευθερίας είναι η οικονομική καταστροφή.

Έτσι, πράγματι, λειτουργεί ο κόσμος; Ως ένα μεγάλο βαθμό, έτσι λειτουργούσε την εποχή του Adam Smith. Ακόμα και στην εποχή του, φυσικά, υπήρχαν ήδη συντελεστές που παρενέβαιναν στην ελεύθερη λειτουργία του συστήματος της αγοράς. Υπήρχαν συμμαχίες βιομηχάνων που ανέβαζαν τις τιμές τεχνητά και εργατικά σωματεία που αντιστέκονταν στις πιέσεις του ανταγωνισμού όταν αυτό σήμαινε τη μείωση των αμοιβών τους. Και ήδη μπορούσε να διακρίνει κανείς και άλλα ανησυχητικά σημεία. Το εργοστάσιο των αδελφών Lombe ήταν κάτι περισσότερο από ένα θαύμα της μηχανολογίας και αντικείμενο θαυμασμού για τον επισκέπτη: προμήνυε την έλευση της μεγάλης βιομηχανίας και την ανάδειξη εργοδοτών οι οποίοι ήταν εκπληκτικά δυνατοί και ανεξάρτητοι παράγοντες διαμόρφωσης της αγοράς. Τα παιδιά στα κλωστήρια δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να θεωρηθούν εξίσου δυνατοί συντελεστές της αγοράς με τους εργοδότες που τα κοίμιζαν, τα τάιζαν και τα εκμεταλλεύονταν. Πάντως, παρ' όλες τις αποκλίσεις απ' τη συνταγή, η Αγγλία του 18ου αιώνα έμοιαζε, έστω κι αν δεν ταυτιζόταν πλήρως, με το μοντέλο που ο Adam Smith είχε στο μυαλό του. Οι επιχειρήσεις ήταν ανταγωνιστικές, το μέσο εργοστάσιο ήταν μικρό, οι τιμές ανέβαιναν κι έπεφταν καθώς αυξανόταν ή μειωνόταν η ζήτηση, και οι μεταβολές στις τιμές όντως προκαλούσαν μεταβολές στην παραγωγή και την απασχόληση.

Ο κόσμος του Adam Smith αποκλήθηκε ο κόσμος του ατομικιστικού ανταγωνισμού: ένας κόσμος στον οποίο κανένας συντελεστής του παραγωγικού μηχανισμού, είτε από την πλευρά του κεφαλαίου είτε από την πλευρά της εργασίας, δεν ήταν αρκετά ισχυρός ώστε να παρέμβει ή να αντισταθεί στις πιέσεις του ανταγωνισμού. Ήταν ένας κόσμος στον οποίο κάθε συντελεστής ήταν αναγκασμένος να κυνηγά το προσωπικό του συμφέρον σ' έναν τεράστιο κοινωνικό καβγά.

Και σήμερα; Λειτουργεί ακόμα ο ανταγωνιστικός μηχανισμός της αγοράς; Αυτό δεν είναι ένα ερώτημα στο οποίο μπορεί να δοθεί μια απλή απάντηση. Η φύση της αγοράς έχει υποστεί τεράστιες αλλαγές από το 18ο αιώνα. Έχουμε πάψει να ζούμε σ' έναν κόσμο ατομικιστικού ανταγωνισμού στον οποίο κανένας δεν μπορεί να κολυμπήσει αντίθετα στο ρεύμα. Ο σημερινός μηχανισμός της αγοράς χαρακτηρίζεται από το τεράστιο μέγεθος των συμμετεχόντων: οι γιγάντιες επιχειρήσεις και τα ισχυρά εργατικά συνδικάτα προφανώς δεν συμπεριφέρονται σαν να είναι μεμονωμένοι ιδιοκτήτες και εργάτες. Το μέγεθος τους είναι αυτό που τους δίνει τη δυνατότητα να αντιστέκονται στις πιέσεις του ανταγωνισμού, να αγνοούν τα μηνύματα των τιμών και να υπολογίζουν ποιο θα είναι το συμφέρον τους με μακροπρόθεσμη προοπτική και όχι κάτω από την άμεση πίεση των καθημερινών αγοραπωλησιών.

Είναι προφανές ότι όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν εξασθενίσει την πρωταρχική καθοδηγητική λειτουργία της αγοράς. Αλλά, παρά τα ειδικά γνωρίσματα της σύγχρονης οικονομικής κοινωνίας, οι μεγάλες δυνάμεις του προσωπικού συμφέροντος και του ανταγωνισμού, όσο κι αν αποδυναμώνονται ή παρακάμπτονται, εξακολουθούν να παρέχουν τους βασικούς κανόνες συμπεριφοράς τους οποίους κανένας από τους συμμετέχοντες στο σύστημα αγοράς δεν μπορεί να αγνοήσει ολοκληρωτικά. Δεν είναι ο κόσμος του Adam Smith αυτός στον οποίο ζούμε σήμερα, αλλά, αν μελετήσουμε τη λειτουργία της αγοράς, οι νόμοι της είναι ακόμα ευδιάκριτοι.

Robert  L. Heilbroner, Οι φιλόσοφοι του οικονομικού κόσμου 

(Εκδόσεις Κριτική, 2000, σελ. 38- 41)