Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Η διαδικασία της πολιτικής αλλαγής


Σύμφωνα με τον Μακιαβέλι, η πολιτική ζωή δεν είναι ποτέ στατική. Αλλάζει συνεχώς. Δεν υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί αυτή η αλλαγή … Η διαδικασία της αλλαγής επαναλαμβάνεται και σε γενικές γραμμές είναι κυκλική. Δηλαδή, το πρότυπο της αλλαγής επανέρχεται στην πορεία της ιστορίας (έτσι, μελετώντας το παρελθόν, αντλούμε διδάγματα για το παρόν και για το μέλλον) …

Ένα καλό κράτος που ανθεί και ευημερεί, προϊόντος του χρόνου διαφθείρεται, εξαχρειώνεται, εκφυλίζεται· από το διεφθαρμένο, εξαχρειωμένο κράτος εμφανίζεται και πάλι ένα ισχυρό και ακμαίο κράτος … Οι ίδιες οι αρετές ενός καλού κράτους περιέχουν τους σπόρους της καταστροφής του. Το ισχυρό και ακμαίο κράτος φοβίζει όλους τους γείτονές του και συνεπώς επικρατεί η ειρήνη. Ο πόλεμος και οι μέθοδοι της πυγμής παραμελούνται. Η ειρήνη και η ευημερία εκτρέφουν την αδράνεια, την πολυτέλεια και την ασυδοσία· αυτές εκτρέφουν  την πολιτική διαφθορά, την τυραννία και την αδυναμία. Το κράτος κατανικάται από τη δύναμη των μη διεφθαρμένων γειτόνων ή εισέρχεται μόνο του σε ένα νέο κύκλο, όπου θλιβερές εποχές και αντιπαραθέσεις εξαγνίζουν από τη διαφθορά και φέρνουν νέα δύναμη, αρετή και ευημερία. Και αρχίζει ξανά ο κύκλος του εκφυλισμού.

«Τις πιο πολλές φορές οι επικράτειες, έτσι καθώς αλλάζουνε, έρχονται από την τάξη στην αταξία κι ύστερα περνούν από την αταξία στην τάξη … Κι έτσι πάντα, από το καλό ξεπέφτουν όλα στο κακό κι από το κακό υψώνονται στο καλό. Η αρετή γεννάει την ησυχία, η ησυχία τη σχόλη, η σχόλη την αταξία κι η αταξία το χαμό· και παρόμοια απ’ το χαμό γεννιέται η τάξη, από την τάξη η αρετή κι από τούτην η δόξα και η καλή τύχη». (Φλωρεντινή Ιστορία, Βιβλίο V)

«Οι γνωστικοί άνθρωποι συνηθίζουνε να λένε, κι όχι τυχαία ούτε άδικα, πως, όποιος θέλει να δει τι θα γίνει, ας εξετάσει τι έγινε: γιατί όλα του κόσμου τα πράματα έχουνε σε κάθε εποχή την αντιστοιχία τους με τους αρχαίους καιρούς. Κι αυτό γίνεται επειδή, αφού όλα τα κάνουν άνθρωποι που έχουν κι είχαν πάντοτε τα ίδια πάθη, αναγκαία καταλήγουνε όλα και στο ίδιο αποτέλεσμα». (Διατριβές, Βιβλίο III, Κεφ. 43)


(ΚΕΔΡΟΣ, 2009, σελ. 87-89)

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Η σκέψη του Μακιαβέλι (1)


Το ουσιώδες της σκέψης του Μακιαβέλι είναι συμπυκνωμένο σε ένα κείμενο που γράφτηκε τάχιστα, μέσα σε λίγους μήνες, στα τέλη του 1513. Ο Ηγεμών, από τα πλέον ονομαστά βιβλία στην ιστορία του πολιτικού στοχασμού, σηματοδοτεί πραγματική καινοτομία. Δημιουργεί κατά πολλούς τρόπους ρήξη με τις προηγούμενες πολιτικές σκέψεις. Είναι αλήθεια ότι σε πολλά σημεία ο Μακιαβέλι επεκτείνει στοχασμούς του Αριστοτέλη ή του Πολύβιου. Ωστόσο οι ασυνέχειες υπερτερούν ευρέως των κληροδοτημάτων.

Λόγω ακριβώς της εγγενούς καινοτομίας του, ο Ηγεμών δεν έχει πάψει να γίνεται αντικείμενο μελετών, σχολιασμών, επαίνων, μομφής, επιθέσεων απομιμήσεων και συχνά παρερμηνειών εδώ και περίπου τέσσερις αιώνες. Ο Χόμπς, ο Σπινόζα, ο Μάρξ και πολλοί άλλοι υπήρξαν προσεκτικοί και παθιασμένοι αναγνώστες του έργου. Ελάχιστα κείμενα έχουν προκαλέσει τόσο έντονη γοητεία και τόσο μεγάλη απόρριψη, ίσως και τόσες παρεξηγήσεις.

Μια από τις λέξεις κλειδιά αυτού του κειμένου είναι η virtu. Δεν πρόκειται διόλου για την «αρετή» με τη συνηθισμένη έννοια. Η λέξη virtu καταδεικνύει εδώ τη δύναμη, την ικανότητα δράσης, την επιτηδειότητα την οποία επιδεικνύει κανείς σε μια ενέργεια που το αποτέλεσμα της είναι, το μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης

Ο πολιτικός αγώνας, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από τη virtuΕξαρτάται, επίσης, από αυτές τις ίδιες τις καταστάσεις, από την εξέλιξή τους, από τις ενδεχόμενες αιφνίδιες μεταβολές τους. Αυτό το μερίδιο του τυχαίου, ο Μακιαβέλι το αποκαλεί fortuna – η τύχη, η ειμαρμένη, οι τυχαίες και μεταβαλλόμενες περιστάσεις. Διότι ίδιον των ανθρώπινων καταστάσεων είναι να παραμένουν ανοιχτές, κινούμενες, επιρρεπείς σε ξαφνικές και απρόβλεπτες μετατροπές.

Η συγκεκριμένη τέχνη του ηγεμόνα ασκείται στο σημείο συνάντησης της fortuna και της virtu: το θέμα είναι να παραμείνει αποτελεσματικός σε ένα κόσμο όπου τα δεδομένα αλλάζουν και μας διαφεύγουν αδιάκοπα … Εκείνο που σκιαγραφεί ο Μακιαβέλι είναι, κατά μία έννοια, μια γενική θεωρία της δράσης: ούτε πλήρως κυρίαρχης (η τύχη ματαιώνει τα σχέδιά μας), ούτε παντελώς αδύναμης (τα σχέδιά μας προσαρμόζονται και ματαιώνουν τα τυχαία γεγονότα).

Η τέχνη του πολέμου είναι ένα βιβλίο λιγότερο γνωστό και λιγότερο κουραστικό, τουλάχιστον φαινομενικά. Ωστόσο ο Μακιαβέλι δεν διστάζει να γράψει ότι αυτή η τέχνη του πολέμου είναι η μόνη που ταιριάζει σ’ αυτόν που διοικεί. Και εδώ, πάλι, ο λόγος είναι απλός: αυτός ο οποίος κατέχει τούτη την τέχνη αλλά δεν έχει ακόμη την εξουσία, θα καταφέρει να την κατακτήσει. Και αυτός ο οποίος έχει την εξουσία θα καταφέρει να τη διατηρήσει εναντίον των αντιπάλων του. Αντιθέτως αυτός ο οποίος δεν κατέχει τούτη την τέχνη δεν θα καταφέρει ποτέ να κατακτήσει την εξουσία αν δεν την έχει ήδη κατακτήσει, ούτε θα μπορέσει να τη διατηρήσει αν το έχει ήδη πετύχει.

Είναι λοιπόν ουσιώδες να είναι κανείς «οπλισμένος», όπως λέει ο Μακιαβέλι, πράγμα το οποίο δε σημαίνει να έχει όπλα, αλλά να κατέχει την τέχνη του πολέμου, να γνωρίζει τους νόμους της νικηφόρου μάχης … Ο  Μακιαβέλι δεν πλέκει το εγκώμιο του πολέμου. Στη σκέψη του δεν πρόκειται καν περί προτίμησης, αλλά περί διαπίστωσης: αυτή είναι η λειτουργία της πραγματικότητας.

Ροζέ-Πολ Ντρουά, Το βιβλίο της Φιλοσοφίας


(ΨΥΧΟΓΙΟΣ, 2009, σελ. 121-124)

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Το στοίχημα του Πασκάλ


Ο Γάλλος μαθηματικός και φιλόσοφος του δεκάτου εβδόμου αιώνα Μπλεζ Πασκάλ υποστήριξε ότι η απόφαση για το αν θα πιστέψει κανείς στο Θεό ή όχι, ουσιαστικά είναι ένα στοίχημα

Αν επιλέξουμε να συμπεριφερθούμε σαν να υπάρχει Θεός και όταν φθάσουμε στο τέλος αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει, δεν έγινε και τίποτα. Εντάξει, ίσως να έχουμε χάσει την ικανότητα να απολαύσουμε τα Εφτά Θανάσιμα Αμαρτήματα, αλλά αυτό είναι ψιλά γράμματα σε σύγκριση με την εναλλακτική. 

Αν βάλουμε στοίχημα ότι δεν υπάρχει Θεός, και στο τέλος ανακαλύψουμε ότι υπάρχει Θεός, έχουμε χάσει το κυρίως πιάτο, την αιώνια ευδαιμονία. 

Επομένως, σύμφωνα με τον Πασκάλ, η καλύτερη στρατηγική είναι να ζούμε σαν να υπάρχει Θεός

Αυτό είναι γνωστό στους ακαδημαϊκούς ως το “στοίχημα του Πασκάλ”. Για μας τους υπόλοιπους, είναι αυτό που λέμε “μειώνω τους κινδύνους”.

Εμπνευσμένη από τις Σκέψεις του Πασκάλ, μια γριούλα πηγαίνει στην τράπεζα με μια σάκα γεμάτη με $100.000 σε μετρητά και ζητά να ανοίξει λογαριασμό. Ο επιφυλακτικός τραπεζικός ρωτά που βρήκε τα λεφτά. 
«Από τον τζόγο», λέει. «Είμαι πολύ καλή στον τζόγο».
Θέλοντας να μάθει περισσότερα, ο τραπεζικός ρωτά: «Τι είδους στοιχήματα βάζετε;»
«Α, όλων των ειδών», λέει εκείνη. «Για παράδειγμα, βάζω στοίχημα $25.000 εδώ και τώρα ότι μέχρι αύριο το μεσημέρι θα έχετε κάνει ένα τατουάζ πεταλούδα στο δεξί σας γλουτό».
«Ε, λοιπόν θα ήθελα να δεχτώ αυτό το στοίχημα» λέει ο τραπεζικός «αλλά δεν θα ήταν σωστό να πάρω τα χρήματα σας για ένα τόσο παράλογο στοίχημα».
«Αφήστε με να σας το θέσω έτσι», λέει η γυναίκα. «Αν δε δεχτείτε το στοίχημά μου θα πρέπει να βρω άλλη τράπεζα για να καταθέσω τα χρήματά μου».
«Ελάτε τώρα, μη βιάζεστε», λέει ο τραπεζικός. «Θα δεχτώ το στοίχημά σας».
Η γυναίκα επιστρέφει την επομένη μέρα το μεσημέρι με το δικηγόρο της ως μάρτυρα. Ο τραπεζικός, γυρίζει, κατεβάζει το παντελόνι του, και καλεί τους δύο τους να δουν ότι έχει κερδίσει το στοίχημα.
«Εντάξει» λέει η γυναίκα «αλλά μήπως θα μπορούσατε να σκύψετε λόγο ακόμα για να σιγουρευτούμε;»
Ο τραπεζικός δέχεται και η γυναίκα, αναγνωρίζει ότι έχασε, μετρώντας μέσα από τη σάκα της $25.000.
Εν τω μεταξύ ο δικηγόρος κάθεται κρύβοντας το κεφάλι του στα χέρια του. «Τι έπαθε;» ρωτά ο τραπεζικός.
«Α, απλά δεν ξέρει να χάνει», λέει. «Του έβαλα στοίχημα $100.000 ότι μέχρι το μεσημέρι σήμερα, θα μας δείχνατε τον πισινό σας στο γραφείο σας».



 (ΠΛΑΤΥΠΟΥΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ, 2008, σελ. 116-118)

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

Τα όρια του ανθρώπου


το βασίλειο της μοίρας είναι το βασίλειο των ορίων, των άκρων, του πέρατος, … και το κεντρικό όριο, … είναι φυσικά ο θάνατος, ο μόρος, για κάθε ζώντα οργανισμό. Στο εσωτερικό όμως του ορίου αυτού υπάρχουν και άλλα στοιχεία, των οποίων η μοίρα εγγυάται το απαράβατο και στα οποία αντιστοιχεί η ομηρική έκφραση υπέρ μόρου: το τάδε πρόσωπο δεν θα μπορέσει να εκτελέσει την τάδε πράξη, γιατί κάτι τέτοιο, λέει ο Όμηρος, θα ήταν υπέρ μόρον.

Υπάρχουν εν προκειμένω δύο περιπτώσεις που αξίζει να θυμηθούμε. Πρώτον, στην ραψωδία Π (684-711) της Ιλιάδας. Ο Πάτροκλος, παρά τις προειδοποιήσεις του Αχιλλέα, συνεχίζει μια ξέφρενη μάχη. Τρείς φορές επελαύνει κατά των τειχών της Τροίας, και την ημέρα εκείνη, μας λέει ο Όμηρος, η πόλη με τις υψηλές πύλες θα είχε πέσει υπό την πίεση των Αχαιών, αν ο Απόλλων δεν ήταν εκεί για να  αποκρούσει τις επιθέσεις του Πάτροκλου: «Φύγε, το ξέρεις καλά ότι δεν είναι η αίσα (μοίρα) σου να καταλάβεις την Τροία, …». Ο Πάτροκλος καταλαβαίνει ότι έχει επιδοθεί σε υπέρ μόρον αγώνα, αλλά είναι ήδη αργά, και θα σκοτωθεί. Το άλλο επεισόδιο βρίσκεται στην αρχή της Οδύσσειας (α, 28-47). Οι θεοί συγκεντρώνονται για να αποφασίσουν την τύχη του Οδυσσέα, κρατούμενου της Καλυψούς, αλλά ο Δίας αρχίζει τη συνεδρία αναφερόμενος στην οργή και την τρέλα των ανθρώπων, και ιδίως του Αίγισθου, που τον είχε ωστόσο προειδοποιήσει ο Ερμής ότι θα τον σκότωνε ο Ορέστης αν γινόταν εραστής της Κλυταιμνήστρας και δολοφόνος του Αγαμέμνονα. Άρα, εν πλήρη γνώση του ο Αίγισθος διέπραξε τις παραβάσεις και επέσυρε τις συμφορές που τον απειλούσαν … 

Οι αποφάσεις της μοίρας αφορούν επομένως πρωτίστως το θάνατο, το έσχατο όριο της ύπαρξης, καθώς επίσης, στα πλαίσια των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, ορισμένα απαράβατα όρια. Και τούτο θα παραμείνει θεμελιώδες δεδομένο της οργάνωσης του κόσμου για τους Έλληνες. Ένα απόσπασμα του Ηράκλειτου (DK B 94) λέει ότι αν ο ήλιος, που είναι θεός, απομακρυνθεί από την τροχιά του, οι Ερινύες επαγρυπνώντας θα φρόντιζαν να σεβαστεί τα όριά του. Απόσπασμα που μας επιβεβαιώνει ότι η μοίρα επιβάλλεται και στους θεούς, που δεν είναι σε θέση να της αντισταθούν … η μοίρα δεν αποτελεί πεπρωμένο με τη συνήθη έννοια του όρου, με την έννοια … ενός απόλυτου προκαθορισμού ή μια απόλυτης προδιάθεσης. Διότι, εάν η μοίρα καθορίζει τα όρια, μέσα στα όρια αυτά οι άνθρωποι αποφασίζουν κατά μία έννοια ελεύθερα. Πιο συγκεκριμένα, αποφασίζουν αν θα τα παραβούν ή όχι. Και αν τα παραβούν, η Νέμεσις θα τιμωρήσει το παράπτωμά τους …

Οι άνθρωποι γνωρίζουν λοιπόν τα εσωτερικά όρια της ύπαρξης. Και αν τα παραβούν σημαίνει πως έχουν παρασυρθεί από την ύβριν. Ο άνθρωπος είναι το ον που κατακλύζεται από την ύβριν, από τη λυσσαλέα επιθυμία της παράβασης

Δεν υπάρχει λοιπόν πεπρωμένο, υπάρχει όμως ένα έσχατο όριο, ο θάνατος, και ορισμένα άλλα εσωτερικά όρια μέσα στα οποία ο άνθρωπος αποφασίζει μόνος του μερικές φορές, ακόμα κι όταν διαλέγεται με τους θεούς και βρίσκεται συχνά υπό την επιρροή τους. Και η ομηρική αντίληψη για την μοίραν είναι κατά τη γνώμη μου, θεμελιώδης. Από τη μία, αναγγέλλει και εμπεριέχει ήδη το στοιχείο που βρίσκεται κατ’ ανάγκη στη βάση κάθε ορθολογικής έρευνας, κάθε ορθολογικής σκέψης, δηλαδή ότι υπάρχουν νόμοι που επιβάλλουν όρια στα πάντα, και δεν εξαρτώνται από κάθε κάποια αυθαίρετη θεία βούληση. Από την άλλη, όπως θα το διατυπώσει αργότερα ο Αριστοτέλης, ο άνθρωπος αποτελεί αρχήν των εσομένων, κανόνα και εκκίνηση όλων όσων πρόκειται να συμβούν. Ο άνθρωπος αποφασίζει και η απόφαση του λαμβάνεται με δικό του κίνδυνο, με δικά του έξοδα που αποδεικνύονται συχνά εξαιρετικά επαχθή – με τελική έκβαση τον «πολυέξοδο/ανέξοδο» θάνατο.

Η συνύπαρξη αυτή ενός απρόσωπου νόμου και της ελεύθερης απόφασης του ανθρώπου απέναντι του είναι, κατά τη γνώμη μου, αυτό που ελευθερώνει την πράξη των Ελλήνων τόσο στο πρακτικό, στο πολιτικό πεδίο, όσο και στο πεδίο της σκέψης.



(Εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ, 2007, σελ. 171-178)

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Η μοίρα


Ο όρος μοίρα επανέρχεται συνεχώς στα έπη, κυρίως στην Ιλιάδα, και πρέπει να συσχετιστεί με το ρήμα μερίζω, που σημαίνει μοιράζω, διαιρώ. Η μοίρα είναι λοιπόν η μοιρασιά, το μερίδιο, ο κλήρος, η τύχη. Και η ρίζα σμερ- μας δίνει αμέσως την απάντηση στο ερώτημα: ποια είναι η μοίρα, το μερίδιο του ανθρώπου; Η μοίρα του είναι ο μόρος, δηλαδή ο θάνατος. Ο Όμηρος χρησιμοποιεί τη λέξη αυτή, συγγενή της μοίρας, καθώς και τις εκφράσεις μόρσιμον ήμαρ ή, σ’ ένα άλλο πλαίσιο, αίσιμον ήμαρ (η αίσα είναι συνώνυμη της μοίρας) που επανέρχονται συχνά για να προσδιορίσουν την μοιραία ημέρα, την ημέρα του θανάτου ενός εκ των ηρώων, την ημέρα που του έλαχε, κατά την αρχική μοιρασιά, ως όριο της ύπαρξής του.

Είναι σημαντικό να επιμείνουμε στη μοιρασιά της μοίρας, διότι η ίδια λέξη χρησιμοποιείται και με άλλα εξαιρετικά συγκεκριμένα περιεχόμενα: ένα κομμάτι γης, ένας στρατιωτικός σχηματισμός, ακόμα και, σε μεταγενέστερους συγγραφείς, ένα πολιτικό κόμμα, είναι και αυτά τμήματα, μοίραι. Η κατεξοχήν μοίρα όμως είναι η μοίρα του ανθρώπου, δηλαδή ο θάνατος.

Στον Ησίοδο αι Μοίραι είναι τρεις θεές, κόρες της Νύχτας, οι οποίες όπως και άλλες προολύμπιες θεότητες, είναι φοβερές εκδικήτριες, ο δε θυμός τους δεν απαλύνεται πριν τιμωρήσουν τους ενόχους, θεούς ή ανθρώπους (Θεογ., 215-222).

Ενώ για τις συγκεκριμένες Μοίρες μπορούμε να υποθέσουμε ότι έχουν σχέσεις και βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις με τους ανθρώπους ή τους θεούς, δεν συμβαίνει το ίδιο με την ομηρική μοίραν, που δεν είναι προσωποποιημένη θεότητα αλλά απρόσωπη δύναμη, ένα είδος ύπατης νομιμότητας που επιβάλλεται σε θεούς και ανθρώπους. Εκεί που η μοίρα υπαγορεύει το νόμο της, δεν υπάρχει συζήτηση ούτε ελπίδα συμφιλίωσης. Σε ποιόν να απευθυνθούν ικεσίες, ή θυσίες, αφού η μοίρα δεν είναι κανείς; …

Την εικονογράφηση δε του σχεδόν αφηρημένου χαρακτήρα της ομηρικής μοίρας, που υπογραμμίζεται με εκφράσεις οι οποίες επανέρχονται συχνά στα έπη, μπορούμε να τη βρούμε σε δύο ανάλογες και καθοριστικές σκηνές της Ιλιάδας, όπου ο Δίας, που γνωρίζει ωστόσο τις βουλές της μοίρας, θέλει παρά ταύτα να τις επιβεβαιώσει. Την πρώτη φορά στη Ραψωδία Θ (69-72), όταν έχει αναζωπυρωθεί η μάχη μεταξύ Αχαιών και Τρώων, ξετυλίγει τη χρυσή του πλάστιγγα προκειμένου να ζυγίσει τα πεπρωμένα, τις κήρες των δύο στρατευμάτων, και ο δείκτης καταδικάζει τους Αχαιούς. Η ίδια σκηνή, πιο έντονη ακόμα και σκληρή, επαναλαμβάνεται στη Ραψωδία Χ (208-213). Ο Έκτωρ καταδιώκεται από τον Αχιλλέα, δεν μπορεί να του ξεφύγει … και καθώς περνούν μπροστά από τις ιερές κρήνες, ο Δίας ξετυλίγει και πάλι τη χρυσή  πλάστιγγα για να ζυγίσει τις κήρες των δύο ηρώων. Τότε ο δίσκος που περιέχει τη μοιραία μέρα του Έκτωρα, το αίσιμον ήμαρ του, βαραίνει και κατεβαίνει μέχρι που χάνεται στον Άδη. … Κάθε φορά λοιπόν ο Δίας, ο βασιλιάς των θεών, είναι αναγκασμένος να καταφύγει σε μια ζυγαριά, … προκειμένου να γνωρίσει το θέλημα της μοίρας.

Αυτή η απρόσωπη παντοδυναμία δεν είναι ούτε ο Γιαχβέ ούτε ο πατήρ Θεός, ούτε ο Αλλάχ, αλλά είναι ήδη η ιδέα ενός νόμου του κόσμου που δεν προσωποποιείται και στον οποίο υπόκεινται ακόμα και οι ίδιοι οι θεοί.



(Εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ, 2007, σελ. 169-171)

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

«Η αλήθεια είναι καλή Θεά...»


H χώρα έχει περάσει πόλεμο και έχει ηττηθεί. Ο πόλεμος διεξαγόταν υπόκωφα, όσο διογκωνόταν το χρέος· η επίσημη κήρυξη του πολέμου, η διαπίστωση του χρέους δηλαδή, βρήκε τη χώρα απαράσκευη και την ηγεσία της πανικόβλητη. Σήμερα, μετά περίπου τρία χρόνια χαρακωμάτων και βομβαρδισμών, βρισκόμαστε ενώπιον μιας ιστορικής ήττας με δυσβάστακτες απώλειες: το εθνικό προϊόν έχει συρρικνωθεί κατά το ένα τέταρτο, η ύφεση καλπάζει, οι νέοι μεταναστεύουν.

Πόλεμος λοιπόν. Με μάχες που δεν δόθηκαν καν. Το χρέος τύλιξε σιωπηλά σαν βρόχος τη χώρα και την έπνιξε. Πόλεμος χωρίς ορατό εχθρό, χωρίς ορατό πεδίο μάχης· άρα χωρίς σκοπό ικανό να συνενώσει και να συνεγείρει τον λαό, τις ανόμοιες ομάδες του, σε αγώνα υπέρ του κοινού καλού, υπέρ βωμών και εστιών. Ο χειρότερος πόλεμος: ο καλυμμένος, ο βουβός· οδηγεί σε υποδούλωση χωρίς αγώνα. Επιπλέον, αυτός ο πόλεμος διαιρεί αντί να ενώνει, χωρίζει, κερματίζει και τυφλώνει, στρέφει όλους εναντίον όλων, αχρηστεύοντας ζωτικές δυνάμεις και εξουδετερώνοντας λανθάνοντα δυναμικά, απογοητεύοντας τις νεότερες γενιές, ποτίζοντάς τες ηττοπάθεια.

Στην παρούσα ιστορική καμπή, όλες οι απομένουσες δυνάμεις της χώρας -και είναι πολλές ακόμη- πολιτικές, πνευματικές, επιστημονικές, εκκλησιαστικές, επιχειρηματικές, πρόσωπα και οργανισμοί, πρέπει να συγκλίνουν προς έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή, να συμφωνήσουν σε ένα μίνιμουμ σχέδιο εθνικής σωτηρίας και να πουν όλη την αλήθεια στον λαό: για να αντλήσουν δύναμη εξ αυτού, και για να αναλάβει και ο λαός τις ευθύνες του. Ας ξεκινήσουμε έτσι: Πτωχεύσαμε· τίποτε δεν θα είναι όπως πριν, ας χτίσουμε μια καλύτερη Ελλάδα. Μόνο με αλήθεια, παρρησία και συνοχή, όπως ακριβώς σε έναν πόλεμο, μπορούμε σαν λαός, σαν ελληνισμός εντός και εκτός συνόρων, να επιβιώσουμε σε αυτή την ιστορική δοκιμασία.

«... αλλά τα πάθη του ανθρώπου
συχνότατα την νομίζουν εχθρή»

Διονύσιος Σολωμός

Νίκος Ξυδάκης, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 15/09/2012

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Συχνά υπάρχουν πολλές λύσεις για ένα δεδομένο πρόβλημα







Στην ταινία «Ένας υπέροχος άνθρωπος», με πρωταγωνιστή τον Ράσελ Κρόου ο οποίος υποδύεται τον μεγάλο παιγνιοθεωρητικό Τζον Νας, υπάρχει μια σκηνή όπου μία νέα φοιτήτρια “βάζει τα γυαλιά” στον υπερόπτη καθηγητή που θεωρεί τη διδασκαλία στους νέους αγγαρεία: