Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Karl Jaspers: Προϋποθέσεις για μια φιλοσοφική κατανόηση του Nietzsche (7)


Εξάρτηση της κατανοήσεως από την φύση του νοούντος (β)

Κίνδυνοι και δισταγμοί στην μετάδοση ουσιαστικής αλήθειας.— Ο Nietzsche βλέπει τον κίνδυνο, που είναι αναπότρεπτος στη ζωή της αλήθειας: «Υπάρχουν βιβλία, που η αξία τους για την ψυχή και την υγεία αντιστρέφεται αν, αντί να τα χρησιμοποιεί μια ψυχή υψηλή, τα χρησιμοποιεί μια κατώτερη ψυχή: στην περίπτωση της κατώτερης ψυχής είναι τα βιβλία αυτά επικίνδυνα, συντριπτικά, διαλυτικά˙ στην άλλη περίπτωση είναι σαν κηρύγματα που προκαλούν τους τολμηρούς να δείξουν την τόλμη τους» (7, 50). Εφ’ όσον είναι ανάγκη να εμφανίζεται η αλήθεια στη μετάδοσή της, διφορούμενη, μπορεί ο Nietzsche να διατυπώσει την απαίτηση: «Οι πιο υψηλές μας αλήθειες ηχούν κατ’ ανάγκην -και πρέπει να ηχούν- σαν ανοησίες, κατά τις περιστάσεις μάλιστα και σαν εγκλήματα, όταν με τρόπο αθέμιτο φθάνουν στ’ αυτιά εκείνων, που δεν είναι καμωμένοι και προορισμένοι γι’ αυτές» (7, 49). Όταν εχαρακτήρισε ο Widmann στην ένωση της Βέρνης τα βιβλία του Nietzsche ως επικίνδυνα και τα παρομοίασε με δυναμίτιδα, ο Nietzsche άφησε αδιάφορος να ισχύση ο χαρακτηρισμός αυτός.

Ο κίνδυνος πρέπει να υπάρχει και κανείς δεν πρέπει να αποτρέψει τον άλλον από το να τον αντιμετωπίσει, γιατί κανείς δεν ξέρει εκ των προτέρων για ποιον είναι καταστρεπτικός και για ποιον δημιουργικός. Το ζήτημα δεν είναι ν’ αποσιωπήσει κανείς την αλήθεια, αλλά κάτι πολύ δύσκολο: νάχει το θάρρος να διανοηθή πραγματικά και να πει καθαρά εκείνο, που γνωρίζει.

Η διφορούμενη όψη της αλήθειας δεν έχει καμιά συγγένεια με την ανειλικρίνεια που κρύβει ή που διατηρεί επίτηδες ό,τι εμείς oι ίδιοι νοιώθουμε ως διφορούμενο. Η διφορούμενη όψη της αλήθειας είναι η αθέλητη, που ενυπάρχει στη μετάδοση του αληθινού, γιατί oι φύσεις εκείνων, που αποδέχονται είναι ανόμοιες. Το να αποτολμούμε το διφορούμενο κι όχι το να το θέλουμε αυτό είναι που συνιστά το θάρρος της αλήθειας.

Ευνόητοι είναι βέβαια, και oι δισταγμοι: αυτός που διανοείται, μπορεί και να επιφυλαχθή, όταν αντιληφθή την καταστροφή, που μπορεί να προκληθή από τις σκέψεις του, όταν του γίνουν συνειδητές oι διαστροφές και καταχρήσεις, που μπορεί να γίνουν εις βάρος τους. Όταν λοιπόν ο Nietzsche αναρωτιόταν σχετικά με τους μεγάλους του παρελθόντος, αν «είχαν τόσο βάθος, όσο χρειαζόταν για να μη γράψουν ό,τι εγνώριζαν» (14, 229), όταν, νέος ακόμα, έγραφε: «οι ρίζες της σκέψεως και βουλήσεώς μας... δεν πρέπει να βγουν έξω στο φως το όξύ» κι ότι γι’ αυτό «είναι μια τέχνη ευγενική το να σωπαίνει κανείς σε τέτοιες περιπτώσεις την κατάλληλη στιγμή. Η λέξη είναι ένα επικίνδυνο πράγμα... Πόσα είναι, που δεν επιτρέπεται να εκφράσει κανείς! Οι θρησκευτικές μάλιστα και φιλοσοφικές θεμελιώδεις αντιλήψεις είναι ακριβώς εκείνες, που ανήκουν στα pudendis» (προς τον von Gersdorff, 18, 9, 71), όταν κι αργότερα ένοιωθε μέσα του όλο κι από την αρχή αυτούς τους δισταγμούς απαιτούσε πάντως από τον εαυτό του μ’ όλα ταύτα τη διανοητική εκείνη σύλληψη και έκφραση της αλήθειας, που τίποτε δεν την τρομάζει˙ γιατί αντίθετα προς κάθε σκόπιμη αποσιώπιση χάριν του υποτιθέμενου αγαθού των ανθρώπων, η δύναμη η πραγματική υπάρχει μόνο στην αποκαλυπτική διάθεση, που δεν έχει βέβαια τίποτε το κοινό με το απειθάρχητο κι ασύδωτο κουβεντολόι που κάνει τάχα πως εκφράζει αλήθειες. Για τον Ζαρατούστρα μας λέει ο Nietzsche: «Η παραμικρότερη αποσιώπιση παραλύει ολόκληρη τη δύναμη του: νοιώθει, ότι ως τα τώρα ξέφυγε από το να εκφράσει και σκέψη-... Η τελευταία επιφύλαξη, η πιο λεπτή αποσιώπιση εμποδίζει κάθε μεγάλη επιτυχία» (14, 293).

Ο Nietzsche δεν θέλει πιστούς.— Εφ’ όσον δεν επιτρέπεται να εκληφθούν oι σκέψεις του Nietzsche ούτε ως εξουσιαστικά επικυρωμένες, ούτε ως γενικώς ισχύουσες αλήθειες, είναι κάπως ανάποδο να γίνη κανείς «οπαδός» του. Με την ουσία της αλήθειας αυτής είναι συνυφασμένο το ότι δεν μπορεί να μεταδοθεί παρά μόνον αν πηγάζει μέσ’ από τον ίδιο τον εαυτό μας. Γι’ αυτό είναι ο Nietzsche από την αρχή ως το τέλος ο προφήτης εκείνος, που, αντίθετα με όλους τους προφήτες, παραπέμπει τον καθένα στον ίδιο τον εαυτό του:

«Ακολούθησε μόνο πιστά τον εαυτό σου: -έτσι ακολουθάς εμένα» (5, 16). «Μόνον αυτός, που όλο κι ανεβαίνει στο δικό του δρόμο παίρνει μαζί του ψηλά σε πιο καθάριο φώς και την εικόνα μου» (5,20). «Αυτός λοιπόν είναι ο δρόμος μου -ποιος είναι ο δικός σας;- έτσι απαντούσα σε όσους μου είπαν να τους δείξω το δρόμο. Ο δρόμος, ο ένας δεν υπάρχει!» (6, 286). Ο Nietzsche ποθεί τον αυτοτελή έτερον: «Θέλω να συναναστρέφομαι τέτοιους μονάχα ανθρώπους, που αποτελούν δείγμα μόνο για τον εαυτό τους και δεν χρησιμοποιούν εμένα για δείγμα. Γιατί αυτό το τελευταίο θα μ’ έκανε εμένα υπεύθυνο γι’ αυτούς, θα μ’ έκανε δούλο τους» (11, 391).

Έτσι εξηγείται και η διαρκής απόκρουσις του Nietzsche: «Θέλω να προκαλέσω την πιο μεγάλη δυσπιστία εναντίον μου» (4, 304) «Ο ανθρωπισμός του διδασκάλου απαιτεί να προφυλάσση τους μαθητές του από τον εαυτό του» (4, 304). Ο Ζαρατούστρας εγκαταλείπει τους μαθητές του: «φύγετε από μπροστά μου και αμυνθήτε κατά του Ζαρατούστρα» (6, 114). Οι λέξεις αυτές τονίζονται ξανά στο Ecce homo με την προσθήκη: «εδώ δεν έχει τον λόγο ένας φανατικός, εδώ δεν γίνεται κατήχηση, εδώ δεν ζητείται πίστη» (15, 4).

Και το ότι προβάλλει ο Nietzsche κάτω από το σχήμα ενός νομοθέτη, κι αυτό είναι μοναχά μια φάση του έμμεσου χαρακτήρα του. Το ότι προβάλλει έτσι, αυτό έχει βέβαια και το νόημα, που εκφράζει η ρήση: «Είμαι ένας νόμος μοναχά για τους δικούς μου, δεν είμαι νόμος για όλους» (6, 415), έχει όμως και το νόημα της αντιστάσεως, μέσω της οποίας ο άλλος, που του ανήκει, θα πάει να βρη τον εαυτό του: «Το δικαιώμα, που κατέκτησα, δεν θα το δώσω στον άλλον: ας τ’ αρπάξει κι’ αυτός, όπως εγώ... Ένας νόμος, βγαλμένος από μένα σα να ήθελε να τους φτιάξη όλους κατ’ εικόνα και ομοίωσίν μου, πρέπει να υπάρχει μόνο για τον εξής λόγο: για ν’ ανακαλύπτει ο καθένας τον εαυτό του σε αντιδιαστολή προς την εικόνα αυτή και να δυναμώνει» (12, 365).

Απόλυτα συνεπής με τη στάση του αυτή, δεν θέλει ο Nietzsche ούτε να κυριαρχήσει, ούτε να αναγορευθή άγιος: «Να κυριαρχήσω; Να επιβάλλω τον τύπο μου σε άλλους; φρίκη! Δεν έγκειται τάχα η ευτυχία μου στο ότι βλέπω ακριβώς πολλούς άλλους;» (12, 365). Και τέλος: «...τίποτε δεν υπάρχει μέσα μου κοινό μ’ έναν ιδρυτή θρησκείας- Δεν θέλω «πιστούς», σκέπτομαι, ότι παραείμαι κακεντρεχής για να πιστέψω στον ίδιο τον εαυτό μου, δεν μιλώ ποτέ στα πλήθη... Έχω έναν τρομακτικό φόβο, ότι θα με αναγορεύσουν μια μέρα άγιο... Το βιβλίο αυτό γράφτηκε για ν’ αποσοβήσει κάθε ρεζίλεμά μου» (15, 116).

ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος δεύτερο, Μάιος 1976

Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

Μετενσάρκωση και λογική


H ταινία "Before sunrise" βασίζεται στη συζήτηση μεταξύ δυο νεαρών ανθρώπων, του Jesse (Ethan Hawke) και της Celine (Julie Delpy)  που γνωρίζονται σε ένα τρένο. Αυτός γυρνάει στην Αμερική μετά από το ταξίδι του στην Ευρώπη ενώ εκείνη επιστρέφει στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές της. Μέσα στην παρόρμηση της στιγμής και της ηλικίας όμως, της προτείνει να κατέβει μαζί του για μια βόλτα.. έτσι καταλήγουν σε ένα περίπατο στη Βιέννη συζητώντας μεταξύ των άλλων και για τη μετεμψύχωση: 

Jesse: Σκεπτόμουν κάτι τις προάλλες και μπορώ να πω ότι προβληματίστηκα.

Celine: Τι ήταν;

Jesse: Είχα μια σκέψη στο τρένο τις προάλλες … Λοιπόν άκου … Πιστεύεις στην μετενσάρκωση; 

Celine: Ναι, έχει ενδιαφέρον.

Jesse: Πολλοί είναι εκείνοι που μιλούν για περασμένες ζωές και τέτοια. Ακόμα και αν δεν πιστεύουν αυτά που λένε με συγκεκριμένο τρόπο … όλοι ασπάζονται την αιωνιότητα της ψυχής, σωστά;

Celine: Ναι.

Jesse: Ωραία. Άκου τι λέω, λοιπόν: 50.000 χρόνια πριν, υπήρχαν λιγότερο από 1 εκατομμύριο άνθρωποι. Πριν από 10.000 χρόνια, άντε να ήταν 2 εκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη. Τώρα έχουμε πέντε με έξι δισεκατομμύρια κατοίκους στον πλανήτη. Αν η ψυχή όλων μας είναι ξεχωριστή κι αυτόνομη … από πού τη βρήκαμε; Είναι οι ψυχές μας ένα μικρό κομμάτι μόνο των αρχικών ψυχών; Γιατί αν συμβαίνει αυτό, τότε σε κάθε ψυχή αντιστοιχούν 5.000 σώματα … από όσες υπήρχαν πριν 50.000 χρόνια, που κι αυτό χρονικά είναι λίγο. Στην καλύτερη περίπτωση είμαστε απλώς ψήγματα … των αρχικών ανθρώπων … Γι αυτό λες να ’μαστε τόσο χαμένοι; Γι αυτό είμαστε τόσο διαφορετικοί; 

Celine: Περίμενε, δεν είμαι σίγουρη ότι κατάλαβα …

Jesse: Αναμενόμενο. Είναι μια εντελώς ανακόλουθη σκέψη. Ίσως γι’ αυτό να βγάζει νόημα.

Celine: Ναι, συμφωνώ σ’ αυτό.






Κυριακή 5 Μαΐου 2013

Karl Jaspers: Προϋποθέσεις για μια φιλοσοφική κατανόηση του Nietzsche (6)


Εξάρτηση της κατανοήσεως από την φύση του νοούντος (α)

Του Nietzsche η πρόθεση και το νόημα της αλήθειας, που μας μεταδίδει, είναι να φανερώνει τι είναι ο καθένας μας από τον τρόπο που «νοεί». Γι’ αυτό δεν ζητάει ο Nietzsche αναγνώστες εν γένει, αλλά ζητάει τους δικούς του αναγνώστες, εκείνους που του ταιριάζουν.

Φιλοσοφική αλήθεια και επιστημονική αλήθεια.— Στη φιλοσοφική αλήθεια φθάνω μ’ έναν τρόπο βασικά διαφορετικό από τον τρόπο, με τον οποίο φθάνω σε μιαν απλώς επιστημονική γνώση. Αυτήν την τελευταία την καταλαβαίνει ο καθένας με το μυαλό του, που είναι αντιπροσωπευτικό και που χρειάζεται απλώς παιδεία και επιμέλεια˙ στην κατανόηση, αντιθέτως, μιας φιλοσοφικής αλήθειας (και σε κάθε επιστήμη, που ζει μόνο από μιαν ώθηση φιλοσοφική) προβάλλει ένα πιθανό γίγνεσθαι του ίδιου του εαυτού μου, σημειώνεται ένα ξύπνημα, γίνεται, μέσω του τρόπου, με τον οποίον μου αποκαλύπτεται το ον, μια αποκάλυψη του ίδιου του εαυτού μου.

Αν, όμως, δεν είναι αλήθεια η μια και η ίδια, στο ίδιο επίπεδο, για όλους, αν η αλήθεια γίνεται προσιτή στον καθέναν χωριστά μέσω μιας προϋποθέσεως, που υπάρχει μέσ' στην ύπαρξή του, αν η κατανόηση της αλήθειας είναι ένα γίγνεσθαι του ίδιου του εαυτού μας, τότε το παμπάλαιο ερώτημα, τι προκύπτει από όλα αυτά για την μετάδοση της αλήθειας, είναι ένα ερώτημα απειλητικό για κάθε ενιαία μεταδοτικότητα και στο τέλος, για την αλήθεια την ίδια. Εφ’ όσον η αλήθεια υπάρχει μόνο στη μετάδοση, εφ’ όσον προβάλλει, λοιπόν χρησιμοποιώντας τη γλώσσα, και γίνεται συνεπώς κατ’ ανάγκην δημόσια, μοιραίο είναι, λόγω της ουσιαστικής διαφοράς των αντιθέτων προϋποθέσεων, να οδηγεί το λιγότερο στην παρανόηση, στην διαστροφή, στην κατάχρηση, αν όχι στο να γίνεται η ίδια αμφίβολη και προβληματική.

Στο σημείο αυτό υπάρχουν δύο βασικές απόψεις: πρώτον η θεωρία περί των βαθμίδων της αλήθειας εν σχέσει με τις βαθμίδες της υπάρξεως του ανθρώπου, δεύτερον η θεωρία για την αναπότρεπτη διφορούμενη όψη της αλήθειας και των συνεπειών της.

Η θεωρία των βαθμίδων οδηγεί στη σκόπιμη αποσιώπιση και μυστικότητα και στο σχέδιο μιας παιδείας, που αποβλέπει στην βαθμιαία ωρίμανση της νοητικής δυνάμεως: κανείς δεν επιτρέπεται να μάθει ό,τι είναι αληθινό πριν κατορθώσει, προετοιμασμένος πια γι’ αυτήν τήν αλήθεια, να συλλάβει σωστά όσα αποτελούν μυστήρια για όποιον στέκεται σε προηγούμενες βαθμίδες. Αυτό όμως θα αποτελούσε μιαν εξωτερική διαρρύθμιση, που προϋποθέτει, ότι ξέρουν οι παιδαγωγοί πώς είναι καταρτισμένες oι βαθμίδες της υποστάσεως και της αλήθειας που υπάγεται σ' αυτές: θάπρεπε oι παιδαγωγοί να βλέπουν, σαν να ήσαν Θεοί, πέρα ως πέρα την αλήθεια και να την κατέχουν˙ επίσης θάπρεπε να προϋποτεθή μια επιλογή των ανθρώπων ανάλογα με την όλη τους ύπαρξη, με την ευγένεια και τις δυνατότητές τους, μια επιλογή που ο τεταγμένος να την κάμει θάπρεπε να είναι προικισμένος με το υπερανθρώπινο χάρισμα να διακρίνει τα διάφορα πνεύματα˙τέλος θάπρεπε να προϋποτεθή μια μορφή εκδηλώσεως για την αλήθεια τέτοια, που να κρύβει την αλήθεια, χωρίς να την μεταβάλλει σε μια βίαιη εξουσία, μια μορφή λοιπόν εκδηλώσεως, που θα έκανε την αλήθεια να εξακολουθεί να μένει αλήθεια και μέσα στη σκόπιμη απόκρυψή της.

Τίποτε απ' αυτά δεν ισχύει στην περίπτωση του Nietzsche, ο οποίος ακολουθεί την δεύτερη κατεύθυνση: κανείς δεν γνωρίζει τις βαθμίδες, κανείς δεν έχει το χάρισμα να ξεχωρίζει τους ανθρώπους στο απόλυτο νόημα, που έχει η ύπαρξή τους, ούτε υπάρχει για την ίδια την αλήθεια -ακόμα λιγότερο μάλιστα στην περίπτωση της πιο φανερής αλήθειας- άλλη αποτελεσματική απόκρυψη εκτός από την παρανοητική. Μόνο η διφορούμενη όψη μπορεί να υπερασπίσει την αλήθεια από εκείνους, που δεν έχουν το δικαίωμα να την αποκτήσουν. Γι’ αυτό βγαίνει ο Nietzsche στην δημοσιότητα -με τον τρόπο, που τον κάνει ν’ ακούγεται εξωτερικά από τον καθένα- για να πετύχει ακριβώς εκείνον, που μπορεί να τον πετύχει η αλήθεια και να ξεγυμνώσει εκείνον που δεν έχει κανένα δικαίωμα κοντά της (και για τον οποίον όταν τύχει ν’ ακούσει την αλήθεια, θα μπορούσε κανείς να πει: «ένας μικρός παροξυσμός μανίας τον σπρώχνει να βγάλει έξω ό,τι πιο εσωτερικό και πιο γελοίο έχει μέσα του» (14,359).

Αιτήματα προς τη φύση του νοούντος.—Γι’ αυτό έχει ο Nietzsche πάντα κάτι να απαιτήσει από τη φύση εκείνου, που ο ίδιος επιθυμεί να τόν νοήσει. Του ήταν «αδύνατο να διδάξει την αλήθεια εκεί, όπου η διανοητικότητα είναι χαμηλή» (14,60). Όποιος νοιώθει με τρόπο αντίθετο με τον δικό του, δεν μπορεί να καταλάβει την κατάστασή του και επομένως τα επιχειρήματά του˙ θάπρεπε για να καταλάβει, «να είναι θύμα του αυτού πάθους» (11,384), να έχει ζήσει μέσ’ στη δική του την ψυχή «λάμψη, φωτιά και χαραυγές»˙ «μπορώ μόνο να υπενθυμίζω στους άλλους -και τίποτε περισσότερο» (5,217).

Ο ίδιος ο Nietzsche λέει, πως το να τον καταλάβει κανείς αποτελεί «μια διάκριση που θα πρέπει να την αξίζει» (15,54). Θέλει να στήνει πάντα φράγματα γύρω από τις σκέψεις του: «για να μην εισβάλλουν στα περιβόλια μου τα γουρούνια και οι ονειροπόλοι» (6,277). Τους χειρότερους κινδύνους τους βλέπει νάρχονται από τους «απαιτητικούς θαυμαστές» (14,230), διώχνει τους ενοχλητικούς επισκέπτες, όσους δεν ανήκουν εκεί μέσα και ειρωνεύεται βαρειά τη «μαϊμού του Ζαρατούστρα» (6,258 κ.ε.).

Δεν έχει λοιπόν ο καθένας τα ίδια δικαιώματα πάνω στις σκέψεις του Nietzsche, ακόμα λιγώτερο στις αξιολογίες του˙ έχει δικαιώματα μόνον, αν στέκεται στο ίδιο ύψος. «Η αντίθετη νοοτροπία είναι η νοοτροπία των εφημερίδων: γι’ αυτές οι αξιολογικές εκτιμήσεις είναι κάτι, που επιτρέπεται ο καθένας να πάρει στα χέρια του σαν να ήταν ιδιοκτησία του. Εδώ έχει τεθεί η προϋπόθεση, ότι όλοι στέκονται στο ίδιο ύψος» (14,58). Το «να δέχεται κανείς αξιολογικές κρίσεις σα μια φορεσιά» (14,60), αυτό εξηγείται από την «πίστη ότι όλα είναι ελεύθερα στην κρίση του καθενός» (14,60). Σήμερα εφθάσαμε «χάρις στο πνεύμα της εποχής που τόχει πάρει επάνω του,... σε σημείο, που δεν πιστεύει πια κανείς σε ξεχωριστά πνευματικά δίκαια και στο αμετάδοτο των τελευταίων αληθειών» (14,419). Ολόκληρη η σκέψη του Nietzsche στηρίζεται στη συνείδηση αυτών των ξεχωριστών δικαίων, στην γνώση για το αμετάδοτο των τελευταίων αληθειών και στην ακουστική εμβάνθυνση στην αυτοτελεια του πλησίον του, που υπάγεται σ’ αυτά τα τελευταία και αμετάδοτα.

Αν είναι όμως συνυφασμένο με την ουσία της αλήθειας το ότι δεν μπορεί να συλληφθή παρά μόνο από τους ανθρώπους, που στέκονται στο ίδιο ύψος, θα ρωτήση ο καθένας τον εαυτό του: ποιος είμαι; Μπορώ να νοήσω; έχω δικαίωμα συμμετοχής; Στην ερώτηση αυτή δεν είναι δυνατόν να δοθεί απάντηση˙ η μόνη οδός, που υπάρχει, είναι η εξής: να πετύχω σε συναστροφή με τον Nietzsche την ανάταση εκείνη, που δεν πρέπει να προσχεδιασθή και που η πραγματικότητά της θα μου αποκαλύψει περί τίνος πρόκειται και τι είμαι, χωρίς να το ξέρω από πριν ή να νομίζω ότι το κατέχω σαν κάτι που υπάρχει.

ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος δεύτερο, Μάιος 1976

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

Karl Jaspers: Προϋποθέσεις για μια φιλοσοφική κατανόηση του Nietzsche (5)


Η κατανόηση του έργου (γ)

[…] μπορεί κανείς να βρη τις αφετηρίες, από τις οποίες, ξεκινώντας, είναι δυνατόν να παρακολουθήσει τις κινήσεις του Nietzsche, συνοδευμένες από την αποκλειστικά δική του κριτική. Δυο δρόμους πρέπει ν’ ακολουθήσουμε συνειδητά:

Οι δυο δρόμοι προς το όλον.— Οι σκέψεις του Nietzsche είναι δυνατόν, κατά πρώτον λόγον, χωρίς να λάβει κανείς υπ’ όψιν την χρονολογική διαδοχή της γενέσεώς των, να υπαχθούν στο υπαρκτό όλον αναγκαίων διανοητικών συναφειών. Δεύτερον, είναι δυνατόν και πρέπει να παρατηρηθούν, εφ’ όσον ανήκουν στην εξέλιξη δεκαετιών, στη χρονική τους μορφή ως το όλον μιας ζωής. […] Κάθε σκέψη του Nietzsche είναι δυνατόν να νοηθή πρώτον εφ’ όσον γίνεται νοητή μέσα στις ουσιαστικές συνάφειές της ανάλογα με τις μεταβολές, τις αντιφάσεις και δυνατότητες κινήσεώς της˙ δεύτερον όμως θα γίνη νοητή πέρα ως πέρα μόνον αν συνδυασθή με τη στιγμή, που γεννήθηκε˙ όταν διαβάζουμε, πρέπει να ξέρουμε πάντα, πότε γράφηκε εκείνο που διαβάζουμε.

Οι δυο δρόμοι μοιάζουν σα ν’ αποκλείει ο ένας τον άλλον. Το αίτημα, που συνίσταται στο να ανάγουμε, παρατηρώντας ένα συστηματικό όλον, τα πάντα στα πάντα και να τα συλλαμβάνουμε στον άχρονο τόπο τους, έρχεται σε αντίφαση με το αίτημα, που μας λέει να ιδούμε αυτό το όλον στη βιογραφική χρονολογική του διαδοχή και να εξαρτήσουμε το νόημα κάθε πράγματος από την χρονική θέση, που έχει καταλάβει επάνω στον δρόμο της ζωής.

Πράγματι υπάρχουν στον Nietzsche βασικές σκέψεις, που εμφανίζονται, παρ’ όλες έστω τις εξαιρετικές μεταβολές τους, όμοιες από την πρώτη νεότητά του -αυτές είναι oι περισσότερες και είναι εκπληκτικό, πώς διασχίζουν κυριαρχικά ολόκληρη τη ζωή του-˙ άλλες πάλι, που μ’ ένα πήδημα ξαναγυρίζουν, ενώ είχαν εγκαταλειφθή˙ υπάρχουν όμως κι’ άλλες, που σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα παρουσιάζονται για να ξεχασθούν φαινομενικά τελείως. Αυτές όμως είναι εξαιρετικές και σπάνιες περιπτώσεις. Κι αυτές πρέπει να υπαχθούν στη μιαν εκείνη μεγάλη διαδικασία, που είναι συστηματική και βιογραφική˙ είναι η ίδια η πραγματικότητα του ανθρώπου, που επιβάλλει να εμφανίζεται το πιο βαθύ και αληθινό σύστημα της σκέψεώς του κάτω από μια χρονική μορφή. Άλλοτε βέβαια είναι η χρονική μορφή φυσική και ανταποκρίνεται στην ουσία, άλλοτε πάλι μπορεί να θολωθή βιογραφικά ή και να καταστραφή από άσχετες προς την ουσία αιτιώδεις συνάφειες, που κάνουν την εμπειρική πραγματικότητα ενός ορισμένου ανθρώπου να παρεκκλίνει. Και τα δυο συνέβησαν στην περίπτωση του Nietzsche μ’ έναν τρόπο συνταρακτικό.

Η απασχόληση λοιπόν με την σκέψη του Nietzsche απαιτεί κατά πρώτον λόγον -αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στους πιο πολλούς από τους μεγάλους φιλοσόφους- μια ταυτόχρονη συναναστροφή με την πραγματικότητα της ζωής του. Μας ενδιαφέρουν όσα έζησε ο Nietzsche και μας ενδιαφέρει η στάση του στις διάφορες περιστάσεις για να ιδούμε ακριβώς τη φιλοσοφική του ουσία, που είναι ταυτόχρονα κι' αδιάρρηκτα ο βίος και η σκέψη του˙ […] Μας ενδιαφέρει η πορεία της ζωής του για να ιδούμε και να γνωρίσουμε την κίνηση, μέσ’ στην οποίαν κάθε σύγγραμμά του έχει την θέση του.

Η απασχόληση με τη ζωή του Nietzsche χάνει αντιθέτως τον σκοπό της, αν συμπαρατεθούν χωρίς συσχετισμό η πραγματικότητα του βίου του και ο κόσμος των ιδεών του. […]

Κατά δεύτερον λόγον απαιτεί η σκέψη του Nietzsche την εμβάθυνση σε συστηματικές συνάφειες. Αντίθετα όμως με ό,τι συμβαίνει στα μεγάλα συστήματα της φιλοσοφίας, εμφανίζεται στον Nietzsche το σύστημα, που μπορεί να συγκροτηθή, σαν μια φάση μόνον ή σαν μια λειτουργία μέσα στο γενικό όλον, που δεν είναι δυνατόν πια να αναπτυχθή ως σύστημα. Αντ’ αυτού όμως πρέπει η ερμηνεία να παρακολουθήσει όλες τις στροφές της σκέψεως -που κατόρθωσε να περισυλλέξει, αίροντας το σκόρπισμά τους- και όλες τις αντιφάσεις, για να περάσει μέσα από όλες τις δυνατότητες σα να υπήρχε η πιθανότητα να βρει το όλον. Στο τέλος βέβαια όλα ανήκουν μαζί, μόνο που σκορπίζονται στην χρονική έκταση ενός σχηματισμού από δρόμους της σκέψεως, ενός σχηματισμού, που δεν αναπτύχθηκε ακριβώς ως σύστημα. […]

Τα τρία κύρια μέρη της αναπτύξεώς μας.—Φανερό είναι, ότι ο Nietzsche ούτε ως κλειστή μορφή της ουσιαστικής του υπάρξεως, ούτε ώς φιλοσοφικό σύστημα είναι κάτι το σταθερό. Θέλοντας κανείς να τον συλλάβει, ανάγοντάς τον σε κάτι το στερεό, θα πέσει έξω. Εφ’ όσον είναι ο Nietzsche μια ύπαρξη, που εκδηλώνεται έμμεσα σε μια κίνηση, δεν είναι δυνατό να φθάσουμε κοντά του παρά μόνο με μια δική μας επίσης κίνηση. […]

Μόνο από τη δική του εργασία θα βγάλει ο καθένας τον Nietzsche, που του ταιριάζει. Το αποτέλεσμα αυτής της εργασίας δεν μπορεί να το προεξοφλήσει, αλλά το προετοιμάζει απλώς μια ανάπτυξη, σαν κι αυτήν, που σκεπτόμαστε να κάνουμε. Σκοπός της είναι να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις, που είναι ικανές να διευκολύνουν κάπως αποτελεσματικώτερα την κατανόηση του Nietzsche, είτε μια κατανόηση, που οδηγεί σε θετική συμμετοχή, είτε μια κατανόηση, που οδηγεί στην απόρριψη.

Κανένας δρόμος δεν οδηγεί την ανάπτυξη άμεσα στο κέντρο του Nietzsche. Με την υποτιθέμενη ανακάλυψη ενός κέντρου θα εχάναμε το μεγαλείο του, που προκαλεί ακριβώς μέσα μας μια καρποφόρα ανησυχία. Γι’ αυτό πρέπει κανείς πολλούς δρόμους να πορευθή, τον έναν μετά τον άλλον. Αυτός ο χωρισμός στην παρουσίαση του Nietzsche δεν φθάνει ποτέ σε μια σύνθεση, αλλά βρίσκει το τέλος του σε μια διαφώτιση του βάθους, που αποκαλύπτεται σε όλες τις εκδηλώσεις, όσες αθέλητα ή συνειδητά έχει ο Nietzsche προκαλέσει.

Οι δρόμοι που θ’ ακολουθήσουμε στην ανάπτυξη, έχουν όλοι τον ίδιο σκοπό: να εντείνουν την ικανότητα για μια καθολική αφομοίωση του Nietzsche, ξεκαθαρίζοντας τη γνώση του ειδικού˙ και ξεκινούν όλοι oι δρόμοι από την ίδια αρχή: από την πείρα ενός βυθού, που είναι λόγω του ότι παρουσιάζεται πάντα διαφορετικός, ασύλληπτος. Η αρχή και ο σκοπός δεν μπορούν άμεσα να μεταδοθούν˙ μόνον όμως μέσω αυτών έχουν oι δρόμοι στην διάκρισή τους και στην αντικειμενική καθαρότητά τους νόημα και αξία. Ο Nietzsche δεν μπορεί να εξαντληθή. Δεν αποτελεί ως όλον ένα πρόβλημα, που θα μπορούσε και θάπρεπε να λυθή. Γιατί ό,τι είναι ο Nietzsche, αυτό θα φανεί ακόμα αργότερα με την μεταμόρφωση, που θα υποστή, όταν θα τον αφομοιώσουν κι’ άλλοι άνθρωποι, εκείνοι που θαρθούν στο μέλλον.

Σε τρία κύρια μέρη θα χωρίσουμε την ανάπτυξή μας˙ το πρώτο είναι η ζωή του˙ το δεύτερο είναι oι θεμελιώδεις σκέψεις του ως η εκδήλωση των αρχικών του κινήτρων μέσα στην πολλαπλότητα των είδικών περιεχομένων της σκέψεώς του˙ το τρίτο θα μας πάει στο όλον του ρυθμού της σκέψεώς του σε αναφορά προς την ύπαρξή του. Ως βάση θα χρησιμεύσουν πάντα γεγονότα, που μας φαίνονται αναγκαία για την κατανόηση του Nietzsche. Πάντως όμως σε καθεμιά από τις τρεις απόψεις θα θεωρήσουμε τον εαυτό μας δεσμευμένο σε μιαν ειδικήν αποστολή:

Στην περιγραφή της ζωής του Nietzsche θ’ αποκαλύψουμε τα άκρα. Αντί να χαθούμε στα γεγονότα (που στην αναζήτησή τους δεν γνωρίζει όρια όποιος έχει συγκινηθή πραγματικά από τον Nietzsche), σκοπός μας πρέπει να είναι (χωρίς καμμιά συγκάλυψη ή και έξαρση του εμπειρικά πραγματικού) να κάνουμε αισθητές τις εμπειρικές προϋποθέσεις της εξαιρετικότητάς του και μάλιστα έτσι, σαν να ήταν oι προϋποθέσεις αυτές η μυθική πραγματικότητα αυτής της ζωής, που ήταν καμωμένη να προσφέρεται ή να παρασύρεται πάντα σε θυσίες.

Η ανάπτυξη των θεμελιωδών σκέψεων του Nietzsche έχει σκοπό να δείξει, ταξινομώντας τα βασικά τους κίνητρα, ότι καμιά σκέψη δεν είναι σταθερή, αλλά ότι όλες αμφιβάλλουν πάντα για τον εαυτό τους. Τις μορφές της υπάρξεως, όσες συνέλαβε το μάτι του Nietzsche, πρέπει να παρακολουθήσουμε ως εκεί, που χάνουν την ισορροπία τους. Ο σκοπός είναι να μη σταματάει κανείς ποτέ ούτε στο άκρως αρνητικό, ούτε στο άκρως θετικό.

Η ερμηνεία του τρόπου της σκέψεως του Nietzsche στην ολότητά του, μια ερμηνεία, που, οδηγημένη από την αυτοκατανόηση του Nietzsche, πρέπει να γίνει από μας τους άλλους, έχει ως σκοπό να διευκρινήσει την υπαρξιακή σημασία της ζωής και σκέψεώς του. Πρέπει να αποβλέψουμε να μείνει ανοιχτή η οδός προς την αφομοίωση του Nietzsche και μάλιστα όχι μόνον αποφεύγοντας κάθε οριστική τοποθέτηση της ουσίας του σε κάτι το μερικό, αλλά και κατανοώντας την υψηλή απαίτηση, που προβάλλει απέναντί μας. Ο Nietzsche εκδηλώνεται σαν μια κατά βάθος ασύλληπτη εξαίρεση, που, χωρίς να αποτελεί πρότυπο για απομίμηση, είναι απολύτως αναντικατάστατη στην αφυπνιστική επίδραση επάνω σε μας τους άλλους, που δεν αποτελούμε εξαίρεση. Στο τέλος προβάλλει η ερώτηση, πώς ένας ανθρωπος, που δεν είναι για όλους αντιπροσωπευτικός, κατορθώνει να αποκτήσει μια κυριαρχική σημασία, σα να εξέφραζε το ανθρώπινο έν γένει.

Μέθοδος της αναπτύξεωςΕκείνο, που προέχει στην ανάπτυξη της σκέψεως του Nietzsche, είναι να φέρουμε στην επιφάνεια τις φιλοσοφικές ιδέες του. […]

Επίσης, πρέπει η ανάπτυξη να είναι πέρα ως πέρα θεμελιωμένη στα κείμενα. Είναι βέβαια πιο άνετο να αναπτύξει κανείς τις ιδέες του Nietzsche φαινομενικά «δι' ιδίων μέσων». Έτσι όμως πάει χαμένο ακριβώς εκείνο, που σαγηνεύει και που υπάρχει μέσα στην ασυμφωνία. Η συμπαράθεση των ιδεών, από την οποία θα προκύψει το πώς συμπληρώνονται, αλληλοσυγκρούονται και κινούνται, είναι τόσο πιο αποτελεσματική για την κατανόηση του Nietzsche, όσον πιο πολύ αναφέρεται κάθε βήμα της αναπτύξεως -και μάλιστα κατά λέξιν- στα κείμενα.

Γι’ αυτόν τον λόγο είναι σχεδόν ολόκληρη η φιλολογία, που αναφέρεται στον Nietzsche, πλούσια σε παράθεση κειμένων. Πάντως: εκείνο, που αξίζει, είναι να φέρνουν oι αναφορές αυτές στα κείμενα κάτι το νέο στο φως και να μην αποτελούν μια απλή χρηστομάθεια ωραίων αποσπασμάτων, ούτε να προκαλούν πνευματώδεις τυχαίους συσχετισμούς, ούτε να απομονώνουν αυθαίρετα μεμονωμένες κατευθύνσεις σκέψεως ή να δίνουν αφορμή σε επιδερμικές συγκινήσεις. Ο σκοπός είναι να αναπτυχθούν ορισμένες σκέψεις με μια συνοχή, που ουσιαστικά υπάρχει μέσα τους, χωρίς να την έχει ο Nietzsche ο ίδιος τονίσει. Γιατί, ενώ η λάμψη του συγγραφέα χτυπάει στα μάτια του αναγνώστη σε κάθε σελίδα του Nietzsche, η λάμψη του φιλοσόφου μένει ως προς το μεγαλύτερο μέρος της κρυμμένη. Αποσπάσματα λοιπόν, που μνημονεύονται κατ’ αρέσκειαν, ή ορισμένες, χρήσιμες για ένα μεμονωμένο σκοπό κατασκευές, θαμπώνουν μόνο τα μάτια και οδηγούν φιλοσοφικά σε δρόμο στραβό. […]

Το να παραθέτει κανείς χωρία είναι στην ιδεώδη εκδήλωσή του σαν την εργασία του χρυσοχόου: πρέπει oι πολύτιμοι λίθοι των φιλοσοφικών σκέψεων να συλληφθούν σωστά και να ταξινομηθούν ύστερα έτσι, ώστε να μην ισχύουν μόνο στη μεμονωμένη παρουσία τους, αλλά και να αποτελούν στο σύνολό τους κάτι περισσότερο από ό,τι θα εσήμαιναν στην μεμονωμένη παρουσία τους ή στην απλή συσσώρευσή τους. Οι ίδιοι λίθοι μπορούν σε άλλους συνδυασμούς ν’ αποκαλύψουν νέα φώτα˙ δεν είναι δυνατόν να δείξουν το φως τους τα πάντα μονομιάς. […]

Με την συμπαράθεση κατορθώνουμε και κάτι αλλο: κατορθώνουμε να φέρουμε τις σκέψεις σε τέτοια επαφή, ώστε από την τριβή, που θα σημειωθεί μεταξύ τους, να προκύψει η αυτοκριτική του ίδιου του Nietzsche. […] Μόνο με την προβολή των ασυμφωνιών κάτω από το όλον της σκέψεώς του, μόνο με το φανέρωμα των ορίων και των βάθρων, που προβάλλουν από μέσα της, γίνεται δυνατή η κριτική, που κατά βάθος ο ίδιος ο Nietzsche ασκεί, γιατί ανήκει στην ουσία της αλήθειας του, που πάντα ξεπερνάει τον εαυτό της και πάει εμπρός.

ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος δεύτερο, Μάιος 1976

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Το σώμα: μια φυλακή για την ψυχή


Η δυαδικότητα της ψυχής και του σώματος συμπεραίνεται εύκολα από τον ορισμό του θανάτου που προτείνει ο Σωκράτης στον Φαίδωνα: «Μπορεί (ο θάνατος) να είναι κάτι άλλο από το χωρισμό της ψυχής από το σώμα; Γιατί αυτό είναι το να έχεις πεθάνει: το σώμα αφού χωρισθεί από την ψυχή καταλήγει να είναι αυτό καθ’ αυτό, ενώ η ψυχή αφού χωρισθεί από το σώμα είναι αυτή καθ’ αυτήν. Μπορεί ο θάνατος να είναι κάτι άλλο από αυτό;» (64c). Η ψυχή και το σώμα δεν είναι μόνο δύο διαφορετικές και διακριτές ουσίες, ικανές ως τέτοιες να υπάρχουν η καθεμιά χωριστά από την άλλη, είναι επίσης αντίθετες η μία με την άλλη, για να μην πούμε ανταγωνίστριες. Και ο ανταγωνισμός τους εκδηλώνεται διττώς, και από την άποψη της γνώσης και από την άποψη της δράσης, διότι η ψυχή είναι συγχρόνως η αρχή της νόησης και της βούλησης.

Όταν η ψυχή «προσπαθεί μαζί με το σώμα», γράφει ο Πλάτων, «να εξετάσει κάτι, είναι φανερό ότι εξαπατάται εντελώς από αυτό» (Φαίδων, 65b)· όταν το σώμα αναλαμβάνει να καθορίσει την ανθρώπινη συμπεριφορά, είναι φανερό, συνεχίζει, ότι ο άνθρωπος γίνεται «δούλος της φροντίδας που αυτό [το σώμα] απαιτεί» (Φαίδων, 66c). Γι’ αυτόν τον λόγο κατά τον Πλάτωνα, για να καταλάβει ο άνθρωπος τις «πραγματικές αιτίες» των ανθρώπινων πράξεων πρέπει να εξετάσει τη δυνατότητα να αποχωριστεί το σώμα του και να ενεργήσει βάσει της επιλογής του βέλτιστου: «Δεν είναι λοιπόν κατά τη διαδικασία της σκέψης και πουθενά αλλού που φανερώνεται σε αυτή [στην ψυχή] το πραγματικό θέμα που εξετάζει; […] Υποθέτω ότι η ψυχή σκέπτεται πιο τέλεια όταν δεν την ενοχλούν ούτε ακοή ούτε όραση ούτε πόνος ή κάποια ηδονή αλλά αντιθέτως όταν συγκεντρώνεται όσο είναι δυνατόν στον εαυτό της αδιαφορώντας ευγενικά για το σώμα» (Φαίδων, 65c).

Κατά τον φιλόσοφο, η ψυχή μπορεί να ανακαλύψει «κάτι πραγματικό» μόνο δια μέσου της σκέψης, δηλαδή μόνο εφόσον δεν βασανίζεται πλέον από το σώμα και τις επιθυμίες του. Έτσι η ψυχή δεν είναι μόνο αρχή της ζωής αλλά επίσης και κυρίως η έδρα της σκέψης και της νόησης, γεγονός που επιτρέπει στους ανθρώπους να διαφοροποιούνται από τα ζώα.

Ο πλατωνικός άνθρωπος, αν και φυλακισμένος στο σώμα (Κρατύλος, 400c· Γοργίας, 493a· Φαίδων, 62b, 82e), είναι ο άνθρωπος της ψυχής του (Αλκιβιάδης, 129e, 130c-131e· Πολιτεία, 413d, 589a-b· Νόμοι, 956b-c). Γι’ αυτό ζει πραγματικά μόνο μετά το θάνατο, όταν η ψυχή του είναι επιτέλους ελεύθερη να ατενίζει την αλήθεια ολόκληρη, χωρίς να ενοχλείται από τις αισθήσεις (Κρίτων, 118a· Νόμοι, XII, 959b). Έτσι στην ομολογία πίστεως των «αληθινών φιλοσόφων» (Φαίδων, 66b-67b), το σώμα παρουσιάζεται ως ένας τόπος παθημάτων και ασθενειών, παθών και ψευδαισθήσεων, ενώ η φιλοσοφία γίνεται ένα είδος εξαγνισμού και κάθαρσης της ψυχής και «άσκηση θανάτου».

Η ψυχή και το σώμα είναι αντιθετικές ιδέες. Η ένωσή τους είναι τυχαία. Η ψυχή είναι ένα αιώνιο και θεϊκό στοιχείο που είχε τη δυνατότητα να ατενίζει την ομορφιά του κόσμου των Ιδεών, ενώ το σώμα είναι ότι πιο υλικό. Η ψυχή μπορεί να κατακτήσει την αλήθεια· το σώμα μπορεί μόνο να την κρύψει. Η ψυχή μπορεί να κατακτήσει την τελειότητα, ενώ το σώμα είναι μια τροχοπέδη, τόσο στο επίπεδο της γνώσης όσο και στο επίπεδο της ηθικής συμπεριφοράς.


(ΒΗΜΑγνώση, 2007, σελ. 12-14)

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Γούντι Αλεν: περί της ύπαρξης του Θεού


Στον «Ειρηνοποιό»  (Love and Death)  ο Γούντι Άλεν σχολιάζει με σαρκασμό όχι μόνον το «Πόλεμος και Ειρήνη» του Λέοντος  Τολστόι αλλά και άλλα μεγάλα έργα της ρωσικής λογοτεχνικής παράδοσης, όπως το «Εγκλημα και τιμωρία» του Φιοντόρ Ντοστογέφσκι και το «Πατέρες και γιοι» του Ιβάν Τουργκένιεφ και κλείνει εύστοχα το μάτι στον αγαπημένο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.

 

Στο παρακάτω απόσπασμα ο Μπορίς (Γούντι Αλεν) μαζί με τη Σόνια (Νταϊάν Κίτον)  φιλοσοφούν περί της ύπαρξης του Θεού:

Μπορίς: Αν δεν υπάρχει Θεός;

Σόνια: Αστειεύεσαι;

Μπορίς: Αν όλοι οι άνθρωποι … περιφέρονται χωρίς λόγο;

Σόνια: Αν δεν υπάρχει Θεός, η ζωή δεν έχει νόημα. Γιατί να μην αυτοκτονήσουμε;

Μπορίς: Ίσως κάνω λάθος. Δεν θα ήθελα να αυτοκτονήσω και μετά να μάθω ότι υπάρχει Θεός.

Σόνια: Δες πόσο παράλογη είναι η άποψή σου. Πες ότι δεν υπάρχει Θεός, όλοι κάνουν ότι θέλουν. Τι σε εμποδίζει να σκοτώσεις κάποιον;

Μπορίς: Είναι ανήθικο.

Σόνια: Η ηθική είναι υποκειμενική.

Μπορίς: Η υποκειμενικότητα είναι αντικειμενική.

Σόνια: Όχι στην παράλογη αντίληψη.

Μπορίς: Αντίληψη; … Υποκειμενικό.

Σόνια: Η κρίση κάθε συστήματος φαινομένων, υπάρχει σε κάθε μεταφυσική ή επιστημονική αντίθεση στην εμπειρική άποψη της ύπαρξης.

Μπορίς: Από το στόμα μου το πήρες.

Σόνια: Πρέπει να πιστεύουμε στο Θεό.

Μπορίς: Αν έβλεπα ένα θαύμα! Τη φλεγόμενη Βάτο ή το χωρισμό των θαλασσών ή το θείο Σάσα να πληρώνει λογαριασμό.


Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Η ελληνική σύλληψη του κόσμου

Κορνήλιος Καστοριάδης

Η θέσμιση της κοινωνίας είναι κάθε φορά θέσμιση ενός μάγματος κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, που μπορούμε και πρέπει να καλέσουμε κόσμο φαντασιακών σημασιών.

Είμαι υποχρεωμένος, δυστυχώς, εδώ, να περιοριστώ σε κάποιες κεντρικές ιδέες, βιαστικά διατυπωμένες:

α. Η ερμηνεία που είχε παλιότερα επικρατήσει και διαδοθεί για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο και άνθρωπο, σαν κόσμο και άνθρωπο αρμονίας και μέτρου, είναι παιδαριωδώς αφελής, ειδυλλιακή προβολή δυτικών σχημάτων και νοσταλγιών του 18ου και 19ου αιώνα. Η αρμονία και το μέτρο για τούς αρχαίους Έλληνες δεν είναι δεδομένα, αλλά προβλήματα και σκοπός που η πραγματοποίηση τους είναι πάντα αβέβαιη και επισφαλής σε ότι άφορα την ανθρώπινη ζωή.

β. Κεντρική για την αρχαία ελληνική σύλληψη είναι η ιδέα του Χάους. Για τον Ησίοδο (Θεογονία, στίχος 116), το σύνολο των όντων (θεοί και άνθρωποι, «πράγματα», «φαινόμενα» και «δυνάμεις») γεννιέται από το χάος, δηλαδή από το τίποτα, το κενό, το μηδέν (χαίνω): τοι μν πρώτιστα Χάος γένετ'.

Αυτό το Χάος δεν έχει σχέση με την πολύ μεταγενέστερη έννοια του χάους ως συμφυρμού, κυκεώνα, γενικευμένης α-ταξίας. Εντούτοις όμως, στην ίδια την Θεογονία υπάρχει ένα έσχατο μέρος ή βάθος, μια ανάποδη του κόσμου, που είναι Χάος με την μεταγενέστερη έννοια: ο ποιητής του δίνει, συμβατικά και συμβολικά, το όνομα Τάρταρος (στίχοι 717-720, 722-723, 724-730, 731-735). Οι «ρίζες» του κόσμου -«της γης και της στείρας θάλασσας»- βγαίνουν απ' αυτό το τεράστιο κιούπι, που το στόμα του το ζώνει «τριπλή νύχτα». Οι «ρίζες» του κόσμου -κόσμος = τάξη-, η «άλλη του όψη» είναι αυτός ο τερατώδης χώρος. Σε τούτη μόνο την όψη (όπου ζούμε και εμείς) βασιλεύει -προς το παρόν- ο Ζευς, και την κάνει να είναι κατά κάποιο τρόπο κόσμος.

γ. Ο κόσμος δεν είναι καμωμένος για τους ανθρώπους ούτε ενδιαφέρεται γι' αυτούς. Γενικότερα, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική αντίληψη για την ζωή, δεν υπάρχει καμία υπερβατική εξωκοσμική δύναμη που να ενδιαφέρεται για τούς ανθρώπους, ακόμα λιγότερο, να τούς «αγαπάει».

Οι θεοί επεμβαίνουν μόνο αν κάποιος τούς ζημιώσει ή ασεβήσει εις βάρος τους κλπ. Έξαλλου, και οι ίδιοι οι θεοί δεν είναι παντοδύναμοι, υπόκεινται σε μια απρόσωπη Μοίρα, η οποία έφερε πρώτα τον Ουρανό, έπειτα τον Κρόνο κι έπειτα τον Δία. Ο Προμηθέας, στην ομώνυμη τραγωδία του Αισχύλου, μηνύει στον Δία μέσω του αγγελιαφόρου του Ερμή ότι:

νέον νέοι κρατετε κα δοκετε δ
ναίειν πενθ πέργαμ· οκ κ τνδ γ
δισσος τυράννους κπεσόντας σθόμην;
τρίτον δ τν νν κοιρανοντ πόψομαι
ασχιστα κα τάχιστα.

[Νέοι, νέαν εξουσία κατέχετε και νομίζετε πως κατοικείτε απροσπέλαστα απ' τον πόνο παλάτια• μήπως δεν είδα μέχρι τώρα την καθαίρεση δύο τυράννων; Έτσι και τον τρίτο, τον σημερινό αφέντη θα δω να πέφτει πολύ άσχημα και πολύ σύντομα]
Προμηθεύς Δεσμώτης, στίχ. 955─959

δ. Τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 5ου αιώνα -κι αυτή είναι η εποχή που με ενδιαφέρει: 8ος-5ος αιώνας- για την αρχαία ελληνική αντίληψη, η μετά θάνατον ζωή η δεν υπάρχει ή, αν υπάρχει, είναι πολύ χειρότερη απ' την επίγεια ζωή. Αυτό λέγεται σαφώς στην Οδύσσεια, στη Νέκυια (λ, 488), όταν ο Οδυσσέας συναντά τη σκιά του νεκρού Αχιλλέα στον Άδη, η οποία και τού λέει:

μ δή μοι θάνατόν γε παραύδα, φαίδιμ’ δυσσε.
βουλοίμην κ’ πάρουρος ών θητευέμεν λλ,
νδρ παρ’ κλήρ, μ βίοτος πολς εη,
πσιν νεκύεσσι καταφθιμένοισιν νάσσειν

[Το θάνατο μη μου παινεύεις λαμπρέ Οδυσσέα. Καλύτερα την γη να δουλεύω υποτακτικός κάποιου φτωχού χωριάτη με λίγο βιός, παρά να βασιλεύω σ' όλους αυτούς τούς σβησμένους νεκρούς]
Οδύσσεια λ 488─491

Αυτός είναι, λοιπόν, ο νόμος της υπάρξεως του είναι: νόμος γενέσεως και φθοράς, επιστροφής στο χάος, αν μπορώ να πω, και αναδημιουργίας του κόσμου από το χάος. Η ιδέα ενός ιστορικού νόμου, εγγυητή μιας ιδανικής κοινωνίας, είναι ιδέα άγνωστη στους Έλληνες, όπως άγνωστος είναι ο μεσσιανισμός ή η δυνατότητα εξωκοσμικής φυγής. Η θεώρηση αυτή εμπνέει μια στάση, σύμφωνα με την οποία ότι είναι να γίνει θα γίνει εδώ. Ό,τι δεν γίνεται εδώ, δεν γίνεται για μας, δεν μας άφορα, γίνεται αλλού, μεταξύ θεών, ή γίνεται στις ρίζες τού χάους. Το σημαντικό για μας γίνεται εδώ, εξαρτάται από μας κι εμείς θα το κάνουμε. Δεν θα το κάνει ούτε ο θεός, ούτε η ιστορική αναγκαιότητα, ούτε καμία πολιτική διεύθυνση, κάτοχος της επιστημονικής σοφίας επί των πολιτικών πραγμάτων, θα το κάνουμε εμείς οι άνθρωποι -αν γίνεται, κι αν μας αφήσει η Μοίρα- ή δεν μπορεί να γίνει. Και αυτό εν γνώσει μας ότι υποκείμεθα στον ίδιο νόμο που διέπει και τον υπόλοιπο κόσμο, νόμο γενέσεως και φθοράς. Το χάος το έχουμε και μέσα μας με την μορφή της ύβρεως, δηλ. της άγνοιας ή αδυναμίας αναγνωρίσεως των ορίων των πράξεων μας διότι, βεβαίως, αν τα όρια ήσαν σαφή και αναγνωρίσιμα εκ των προτέρων, δεν θα υπήρχε ύβρις, θα υπήρχε απλώς παράβαση ή αμάρτημα, έννοιες χωρίς κανένα βάθος.

Σκίτσο του Wiaz. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης παλεύει 
με τον Καρλ Μαρξ στα πρότυπα του πίνακα 
του Ντελακρουά 'Lutte de Jacob avec l'Ange'
Αυτό είναι έξαλλου κι ένα απ' τα μαθήματα της τραγωδίας, η οποία συνδέεται άμεσα με την φιλοσοφία και την γονιμοποιεί. Σαν πολιτικός θεσμός η τραγωδία είναι θεσμός αυτοπεριορισμού. Υπενθυμίζει διαρκώς στους Αθηναίους πολίτες ότι υπάρχουν όρια άγνωστα εκ των προτέρων στο δρών υποκείμενο, το όποιο ενεργεί υπεύθυνα αναλαμβάνοντας τους κινδύνους των πράξεων του. Κανείς δεν μπορεί να του τα υποδείξει εκ των προτέρων. Μόνο του πρέπει να τα καταλάβει η να τα διαισθανθεί.

Αυτές τις ιδέες τις ονομάζω κεντρικές φαντασιακές σημασίες. Αποτελούν τρόπο σημασιοδότησης της πραγματικότητας, της ανθρώπινης ζωής και του κόσμου. Τις συναντάμε από την καταβολή, από την αρχική σύσταση τού ελληνικού κόσμου, από τον Όμηρο ήδη και από την μυθολογία. Η σημασία της διαδοχής Ουρανού, Κρόνου, Διός, όπως περιγράφεται από τον μύθο, εκφράζει την ίδια αυτή φιλοσοφική αντίληψη που προσπάθησα να διατυπώσω περιληπτικά. Γι' αυτό και θα μπορούσε να πει κανείς ότι υπάρχουν πολλές και ωραίες μυθολογίες, μια όμως είναι αληθινή: η αρχαία ελληνική. Αληθινή με την έννοια ότι όλοι οι μύθοι της έχουν ένα σημασιακό υπόβαθρο, μέσα στο οποίο κατοπτρίζεται η ίδια μας η ζωή και κάθε ανθρώπινη ζωή.

Ο ελληνικός κόσμος κτίζεται πάνω στην επίγνωση ότι δεν υπάρχει φυγή από τον κόσμο κι από τον θάνατο, ότι ο άνθρωπος είναι θνητός. Στο σημείο αυτό θα τολμήσω να διορθώσω ένα μεγάλο Έλληνα ποιητή, τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Στο ποίημα του «Εις την οδόν των Φιλελλήνων», ο Εμπειρίκος τελειώνει με την ευχή: "να γίνη [...] πανανθρώπινη, η δόξα των Ελλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμο εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου". Εγώ θα έλεγα: έκαμαν οίστρο της ζωής την γνώση του θανάτου.

Ο φόβος του θανάτου διακατείχε παντού και πάντοτε όλους τούς θνητούς. Ίσως αυτός μάς εμποδίζει κι εμάς σήμερα, όπως εμπόδισε πολλές φορές στο παρελθόν τούς ανθρώπους, να έχουμε τον απαιτούμενο οίστρο για την ζωή μας, να έχουμε δηλαδή την επίγνωση ότι είμαστε πραγματικά θνητοί, και ότι έχουμε να κάνουμε, αν γίνεται, θα γίνει εδώ, από μάς, και εδώ θα το κάνουμε, εμείς.

Κορνήλιος Καστοριάδης:  Απόσπασμα από το "Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα" (διάλεξη στο Λεωνίδιο Αρκαδίας το καλοκαίρι του 1984), εκδ. Ύψιλον, 1999